Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας

Part 19

Chapter 1964 wordsPublic domain

{200} Τον Λέοντα ΣΤ' διεδέξατο ο εκ της τετάρτης γυναικός υιός αυτού Κωνσταντίνος Ζ', Πορφυρογέννητος και ούτος επικληθείς και υπό το όνομα τούτο κυρίως γνωστός γενόμενος εν τη ιστορία. Ο Κωνσταντίνος ην επταετής την ηλικίαν ότε ετελεύτησεν ο πατήρ, διετέλει δ' εν αρχή υπό την κηδεμονίαν του πατραδέλφου θείου αυτού Αλεξάνδρου. Αλλά και τούτου τελευτήσαντος μετά έν έτος (913), ανέλαβε την κηδεμονίαν η μήτηρ αυτού Ζωή. Μετ' ολίγον όμως και η Ζωή αφηρέθη την εξουσίαν υπό του ναυάρχου Ρωμανού Λεκαπηνού, όστις κατέστησε τον αυτοκράτορα και ως γαμβρόν αυτού, δους αυτώ εις γάμον την θυγατέρα αυτού Ελένην, εγένετο δε και συμβασιλεύς αυτού (918). Αλλά μη αρκούμενος εις τούτο κατέστησε και τους τρεις υιούς αυτού συμβασιλείς• ώστε νυν πενταπλή βασιλεία διείπε τα του κράτους του Ελληνικού, και εν τη συστάδι ταύτη των πέντε βασιλέων την εσχάτην θέσιν κατείχεν ο νομιμώτατος πάντων Κωνσταντίνος Ζ'. Αλλ' επί τέλους, ότε αυτός ο Ρωμανός εξεβλήθη της αρχής υπό των τριών υιών αυτού (944), ο Κωνσταντίνος ανδρωθείς, ενεργεία της φιλάρχου γυναικός αυτού Ελένης, εξέβαλε της αρχής τους ασεβείς σφετεριστάς και έμεινε μόνος κύριος της αρχής (945) (152). Η μέχρι του 945 πενταρχία, εν ή επρώτευεν ο Ρωμανός Α'. υπήρξεν ατυχεστάτη και ως προς την εσωτερικήν διοίκησιν του κράτους και ως προς την εξωτερικήν άμυναν αυτού. Ο φοβερός των Βουλγάρων ηγεμών ή τσάρος Συμεών και μετά τον θάνατον του Λέοντος ΣΤ' εξηκολούθει τας καταστρεπτικάς αυτού επιδρομάς, μέχρι των προθύρων αυτών και των τειχών της Κωνσταντινουπόλεως εκτείνων αυτάς. Μόλις δε μετά τον θάνατον αυτού τον επελθόντα τω 929 ηδυνήθη να αναπνεύση η πρωτεύουσα και να ανακουφισθώσιν εκ των συμφορών του φοβερού επιδρομικού πολέμου αι Ευρωπαϊκαί επαρχίαι του κράτους. Εν τοις αυτοίς δε χρόνοις εξηκολούθουν έτι αι πειρατικαί επιθέσεις των Σαρακηνών, ει και ούτοι τω αυτώ έτει, καθ' ό η Κωνσταντινούπολις εκινδύνευσεν από των Βουλγάρων (919), είχον πάθει δεινήν κατά θάλασσαν ήτταν υπό του Ελληνικού στόλου. Τω δε 941 νέαν στρατείαν εποιήσαντο εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως οι Ρώσοι υπό τον ηγεμόνα αυτών Ιγώρ τον υιόν του Ρούριχ (σελ. 199) μετά χιλίων πλοίων. Αλλά νυν κατώρθωσαν οι εν Κωνσταντινουπόλει, ηγουμένου του γενναίου στρατηγού Θεοφάνους, διά των υπαρχόντων αυτοίς _δρομώνων_ (ήτοι πλοίων ευδρόμων) και των πυρφόρων πλοίων να καταστρέψωσι τον Ρωσικόν στόλον παρά το στόμιον του Βοσπόρου. Τα λείψανα του καταστραφέντος στόλου κατέφυγον εις τας ασιατικάς ακτάς του Βοσπόρου, ενταύθα δε κατεστράφησαν και αυτά• και τα πληρώματα δε των πλοίων, άτινα ένοπλα είχον διασπαρή κατά τας ακτάς ταύτας προς προμήθειαν τροφών, κατεστράφησαν προσβληθέντα κατά γην υπό των στρατηγών Βάρδα, Φωκά και Κουρκούα. Ο Ιγώρ επέστρεψεν εκ της ατυχούς αυτού στρατείας μετά 10 μόνον πλοίων.

Επί της βασιλείας του Κωνσταντίνου Ζ', διατελούντος έτι υπό την κηδεμονίαν του Ρωμανού, ναυάρχου έτι όντος, σημαντικάς ήραντο νίκας τω 916 τα Ελληνικά στρατεύματα εναντίον των Αράβων υπό τον γενναίον στρατηγόν Κουρκούαν. Αλλ' ο εν Ευρώπη επικίνδυνος καθιστάμενος Βουλγαρικός πόλεμος κατέστησε μετ' ολίγον αναγκαίαν την εξ Ασίας ανάκλησιν του Κουρκούα και την συνομολόγησιν ειρήνης προς τον χαλίφην Μοκταδίρ. Εις την πρεσβείαν την Ελληνικήν, την μεταβάσαν τότε εις το Βαγδάτιον προς τον σκοπόν τούτον, έκτακτος και πρωτοφανής κατά την λαμπρότητα εγένετο υποδοχή υπό της αυλής του Χαλίφου. Αλλ' η τότε (917) συνομολογηθείσα ειρήνη βραχύ διήρκεσεν• ανανεωθέντος δε του πολέμου τα Ελληνικά όπλα προυχώρησαν νικηφόρως εις την Μεσοποταμίαν, ως περί τούτου γενήσεται λόγος εν οικείω τόπω. Τοιαύτα τα κατά την πρώτην την πολυαρχικήν περίοδον της βασιλείας του Κωνσταντίνου Ζ' γενόμενα.

7. Η βασιλεία του Κωνσταντίνου του Πορφυρογενήτου από του 945 μέχρι του θανάτου αυτού (959).

Ο Κωνσταντίνος Ζ' μείνας μόνος κύριος του κράτους εβασίλευσε 14 έτη. Η νέα αύτη περίοδος της βασιλείας αυτού υπήρξεν ικανώς ισχυρά και ένδοξος. Και δεν ήτο μεν ο Κωνσταντίνος ανήρ ρέκτης και δραστήριος, ούτε είχεν αρετάς πολιτικάς και στρατιωτικάς εξόχους, αλλ' ήν λόγιος υφ' ήν έννοιαν και ο πατήρ αυτού, μεγάλην αισθανόμενος φιλοδοξίαν προς το συγγράφειν και συγγράψας αληθώς πολλά και ποικίλης ύλης συγγράμματα. Η καθόλου δ' όμως κατάστασις των πραγμάτων ήτο τοιαύτη εν τω κράτει και τω περί αυτό πολιτικώ κόσμω, ώστε ο Κωνσταντίνος Ζ' εκ των πραγμάτων αυτών καθίστατο ισχυρός και σεβαστός τοις ξένοις λαοίς και ηγεμόσι βασιλεύς του Ελληνικού κράτους. Παρά τον ήκιστα πολεμικόν χαρακτήρα του βασιλέως υπήρχον εν τω κράτει ουκ ολίγοι άνδρες στρατιωτικοί εξόχου ικανότητος. Τουναντίον δε το Αραβικόν κράτος μετά τον θάνατον του χαλίφου Αλμουτασσέμ περιήλθεν, ως είπομεν και θέλομεν έτι ιδεί εφεξής, εις μεγάλην εσωτερικήν αδυναμίαν και πραγματικήν αποσύνθεσιν• οι δε στρατηγοί του Βασιλέως δεν επολέμουν κατά του όλου στρατού του Χαλίφου, αλλά κατά των κατά τόπους αντιτασσομένων αυτοίς στρατιωτικών δυνάμεων των διοικητών ή Αμηρών (Αμηράδων) των τόπων, οίτινες είχον καταστή πραγματικοί κύριοι των χωρών, άς εκυβέρνων εν ονόματι του Χαλίφου, Ούτως εχόντων των πραγμάτων, μικρά ανάπτυξις στρατιωτικής δυνάμεως εκ μέρους του Ελληνικού κράτους ηδύνατο να φέρη μεγάλας επιτυχίας, ως πράγματι εγένετο. Οι στρατηγοί πολεμούντες επιτυχώς εν Συρία και Μεσοποταμία εκυρίευσαν από των Αράβων χίλια φρούρια εν τη βορείω Συρία και εν Μεσοποταμία. Εν Ευρώπη δε οι Βούλγαροι μετά τον θάνατον του φοβερού Συμεών δεν επανέλαβον τας επιδρομάς, αρκουμένων των βασιλέων αυτών εις ολίγας χρηματικάς δωρεάς, άς οι Έλληνες βασιλείς έπεμπον αυτοίς. Του Ελληνικού κράτους η ηθική δύναμις, περιωπή και αίγλη υψώθη ενώπιον του εξωτερικού κόσμου. Και μεγάλοι σύγχρονοι ηγεμόνες λαών, ο μέγιστος των εν Ισπανία αρξάντων Ουμμεϊαδών χαλιφών Αβδουρραχμάν Γ' (σ. 180) και ο ισχυρός βασιλεύς των Γερμανών Όθων Α', ο γενόμενος βραδύτερον και αυτοκράτωρ του αγίου Ρωμαϊκού κράτους (σ. 151), έπεμψαν πρέσβεις εις την αυλήν της Κωνσταντινουπόλεως, ίνα συνάψωσι σχέσεις φιλικάς προς τον Έλληνα βασιλέα.

Αλλ' η μάλιστα αξιομνημόνευτος προς τους ξένους ηγεμόνας και δυνάστας σχέσις του Κωνσταντίνου Ζ' ήτο η προς την χήραν του γνωστού ημίν Ρώσου ηγεμόνος Ιγώρ ηγεμονίδα (153) Όλγαν, την επιτροπεύουσαν τότε τον ανήλικον του Ιγώρ υιόν και διάδοχον Σβετοσλαύον. Η Όλγα ήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν τω 954 και έτυχε τιμών, οίαι προσήκον εις ηγεμόνας κράτους υποδεεστέρου και ημιβαρβάρου. Σκοπός της εις Κωνσταντινούπολιν επισκέψεως της Όλγας ήτο να ίδη την μεγάλην και πολυύμνητον εν τοις βαρβάροις «βασιλικήν πόλιν» (154), ως ωνόμαζον αυτήν έκτοτε οι Ρώσοι, και να συνάψη σχέσεις φιλικάς προς τους Έλληνας βασιλείς• κατά δε τους Ρώσους χρονογράφους και να βαπτισθή εν Κωνσταντινουπόλει, όπερ και εγένετο κατά τας Ρωσικάς παραδόσεις, ενώ οι Έλληνες χρονογράφοι των χρόνων τούτων ουδέν αναφέρουσι περί της βαπτίσεως ταύτης. Αληθές εν τούτοις είναι ότι η Όλγα ήτο χριστιανή και τιμάται παρά των Ρώσων ως πρώτη χριστιανή βασιλίς και ισαπόστολος, όπως παρ' ημίν η Αγία Ελένη. Υπήρχον δε κατά τους χρόνους τούτους ικανοί χριστιανοί εν Ρωσία, αλλά το μέγα πλήθος του έθνους, ιδίως των ευγενών, των βοϊάρων καλουμένων, ήσαν έτι ειδωλολάτραι, τοιούτος δε ήτο και έμεινε μέχρι τέλους και αυτός ο υιός της Όλγας «μέγας ηγεμών» Σβετοσλαύος. Πρώτον δε επί του υιού του Σβετοσλαύου τούτου και επί του εγγόνου της Όλγας Βλαδιμήρου ο Χριστιανισμός επεκράτησεν εν Ρωσία και εγένετο επίσημος θρησκεία του κράτους.

Αλλ' από της εις Κωνσταντινούπολιν επισκέψεως της Όλγας αι προς το Ελληνικόν κράτος σχέσεις των Ρώσων κατεστάθησαν στενώτεραι και ζωηρότεραι και συνετέλεσαν εις την εν Ρωσία διάδοσιν του Χριστιανισμού.

Ο Κωνσταντίνος Ζ' ο Πορφυρογέννητος, εφ' ού ταύτα πάντα εγένοντο, ετελεύτησε τω 959 καταλιπών την βασιλείαν τω υιώ αυτού Ρωμανώ.

8. Ρωμανός Β' (959-963 μ.)

Ο τέσσαρα μόνον έτη βασιλεύσας Ρωμανός Β' ήτο μεν ανήρ αθλητικός το σώμα και το πνεύμα ουχί ασθενής, αλλ' ουχί των δημοσίων πραγμάτων πάνυ αντιληπτικός και συνετός επιμελητής. Ουχ ήττον η βραχυχρόνιος βασιλεία του Ρωμανού Β' υπήρξεν ενδοξοτάτη εις το κράτος ένεκα των κατορθωμάτων των μεγάλων στρατιωτικών ανδρών της βασιλείας ταύτης, εν οίς επρώτευσεν ο Νικηφόρος Φωκάς, υιός του εν τοις έμπροσθεν μνημονευθέντος Βάρδα Φωκά. Λαμπρόν και ενδοξότατον έργον του Νικηφόρου Φωκά ήτο η υπ' αυτού γενομένη τω 960-961 προς ανάκτησιν της Κρήτης στρατεία, η υπό λαμπροτάτης στεφθείσα επιτυχίας. Η νήσος αύτη, προ 138 ετών κυριευθείσα (823) υπό Σαρακηνών Ανδαλουσίων ή Ισπανών πειρατών, διετέλει έκτοτε υπό την πειρατικήν δυναστείαν την ιδρυθείσαν ενταύθα υπό του αρχιπειρατού Αβουχαφίζ (σελ. 185) φωλεά και ερμητήριον των ανά την Μεσόγειον και το Αιγαίον πειρατικών στόλων και στρατειών των Σαρακηνών. Τω δε 960, ότε ανετέθη τω Νικηφόρω η αρχηγία της εναντίον της εν τη νήσω πειρατικής δυναστείας στρατείας, ήρχε της νήσου ο εκ των απογόνων του Αβουχαφίζ αμίρης Αβδούλ-αζίζ. Η πρωτεύουσα του νησιωτικού Σαρακηνού κράτους Χάνδαξ (το νυν Ηράκλειον, ούτω καλουμένη εκ του περί την πόλιν χάνδακος, ήτοι βαθείας τάφρου) επολιορκήθη υπό του Ελληνικού στρατού και εκυριεύθη μετά 8 μήνας, κατελήφθησαν δε και τα λοιπά μέρη της νήσου. Ο Νικηφόρος Φωκάς επέστρεψεν εν θριάμβω εις την βασιλεύουσαν, φέρων άπειρον λείαν εκ της νήσου, ήν είχον σωρεύσει εν αυτή επί μακρόν χρόνον αι τοσαύται εναντίον των Ελληνικών παραλίων και νήσων πειρατικαί στρατείαι των πειρατών δυναστών της νήσου. Και αυτός δε ο τελευταίος Σαρακηνός δυνάστης της νήσου συλληφθείς αιχμάλωτος ήχθη εις την πρωτεύουσαν μετά του νικηφόρου στρατού και ηκολούθησε τω θριάμβω του Νικηφόρου. Και αυτός μεν έζησεν εν Κωνσταντινουπόλει εν ανέσει και τιμή διατηρών την θρησκείαν αυτού, αλλ' οι παίδες αυτού ησπάσαντο τον Χριστιανισμόν και απετέλεσαν οικογένειαν λίαν ονομαστήν εν Κωνσταντινουπόλει κατά τους επομένους χρόνους (155).

Μετά το κατόρθωμα τούτο ο Νικηφόρος εδρέψατο νέας δάφνας νίκης στρατεύσας τω 961 εις την Ασίαν και πολλάς νίκας αράμενος κατά των Αράβων των πέραν του Ευφράτου χωρών και 60 κυριεύσας φρούρια. Ενώ δε μετά τας μεγάλας ταύτας επιτυχίας επέστρεφεν ο Νικηφόρος εις την πρωτεύουσαν (963), έτι όντος αυτού καθ' οδόν, ετελεύτησεν εν Κωνσταντινουπόλει ο βασιλεύς Ρωμανός, καταλιπών ως διαδόχους της αρχής, δύο ανηλίκους υιούς, Βασίλειον και Κωνσταντίνον, γεννηθέντας εκ της Ελληνίδος γυναικός αυτού Θεοφανούς, ήν είχε νυμφευθή μετά την άτεκνον θανούσαν Βέρθαν (σελ. 200). Ο Νικηφόρος ελθών τότε εις Κωνσταντινούπολιν ανέλαβε, συμπράττοντος και του πατριάρχου Πολυεύκτου, ενός των αγιωτάτων, εναρετωτάτων και συνετωτάτων πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως, την κηδεμονίαν και επιτροπείαν των δύο παίδων ως θετός πατήρ αυτών ασκών την υπερτάτην αρχήν εν ονόματι αυτών. Νυμφευθείς δε τότε και την χήραν βασίλισσαν και νυν βασιλομήτορα Θεοφανώ ανηγορεύθη και βασιλεύς, ουδαμώς παραβλαπτομένων των δικαιωμάτων των ειρημένων Βασιλείου και Κωνσταντίνου, αμφοτέρων βασιλέων και νυν προσαγορευομένων. Ούτω δε επήλθε κατάστασις πραγμάτων ασυνήθης μεν εν τοις καθ' ημάς χρόνοις, αλλ' άριστα συμβιβαζομένη μετά των πολιτικών θεσμών και των πολιτικών ηθών των τότε χρόνων και της καθόλου καταστάσεως των τότε πραγμάτων εν τω Ελληνικώ κράτει και αποβαίνουσα σφόδρα ωφέλιμος τω τε κράτει και τη αρχούση δυναστεία τη βασιλική, ής εσέβετο και εφρούρει τα δίκαια ο Νικηφόρος διά της συμβασιλείας αυτού.

9. Ο Νικηφόρος Φωκάς ως βασιλεύς.

Γενόμενος βασιλεύς ο Νικηφόρος Φωκάς ως Νικηφόρος Β' νέας επεχείρησε (964) στρατείας νικηφόρους εν Ασία εναντίον των εν Κιλικία, Συρία και Μεσοποταμία μωαμεθανών κατά τόπους Αμηρών, ήτοι ανεξαρτήτων κατ' ουσίαν διοικητών του Χαλίφου του Βαγδατίου. Εν Κιλικία ανεκτήσατο την περίφημον ιστορικωτάτην πόλιν Ταρσόν, ήτις ήν προπύργιον του Μωαμεθανισμού εναντίον της Μικράς Ασίας• ανεκτήσατο δε κατά την στρατείαν ταύτην διά του στόλου του Ελληνικού την από του 7 ήδη αιώνος κατά μέγα μέρος υπό Σαρακηνών κατεχομένην Κύπρον. Αφού δε μετά νέων δαφνών ενδόξων νικών επέστρεψεν εκ της στρατείας ταύτης εις την βασιλεύουσαν (τω 965), ήλθον ενταύθα πρέσβεις του ηγεμόνος των Βουλγάρων Πέτρου ζητούντες παρά του βασιλέως τας καθυστερουμένας από τινος χρόνου χρηματικάς δωρεάς. Είδομεν ότι οι Βούλγαροι μετά τον θάνατον του Συμεών έπαυσαν τας επιδρομάς αυτών, αρκούμενοι εις τας χρηματικάς δωρεάς, άς έπεμπεν αυτοίς ο βασιλεύς ουχί ως φόρον, αλλ' ως χορηγίαν ή δώρον διδόμενον παρ' ισχυρού και πλουσίου βασιλέως προς πένητα και βάρβαρον ηγεμόνα. Αλλ' ο Νικηφόρος Β' μετά την εις τον θρόνον άνοδον είχε παύσει τας τοιαύτας δωρεάς. Και νυν ο ηγεμών των Βουλγάρων εξέλεξε στιγμήν ακαταλληλοτάτην ίνα απαιτήση διά πρέσβεων παρά του νικηφόρου και τροπαιούχου εξ Ασίας επιστρέψαντος βασιλέως δωρεάν χρηματικήν και μάλιστα ως φόρον οφειλόμενον. Ο Νικηφόρος δεξάμενος τους Βουλγάρους πρέσβεις, εν τη υπερηφάνω συναισθήσει της δυνάμεως και δόξης αυτού καθύβρισε τον ηγεμόνα αυτών, καλέσας αυτόν «σκυτοτρώκτην και διφθερίαν [156] και τρίδουλον εκ προγόνων», είπε δε ότι μετ' ολίγον έμελλε να έλθη εις την Βουλγαρίαν ο κράτιστος και μέγιστος βασιλεύς Ρωμαίων, ίνα αποτίση αυτώ μετ' ακριβείας τον φόρον, εξαγγέλλων απειλήν πολέμου κατά Βουλγάρων, εις όν ήρξατο να παρασκευάζηται.

Αλλ' ο πόλεμος ούτος, πριν ή έτι άρξηται, έλαβεν απροσδόκητον τροπήν από Ελληνοβουλγαρικού γενόμενος Ελληνορρωσικός. Ο Νικηφόρος Β' δηλονότι, θέλων να περατώση ταχέως τον κατά των Βουλγάρων πόλεμον, επεζήτησε την συμμαχίαν του τότε ηγεμόνος των Ρώσων Σβετοσλαύου προτρέπων αυτόν να εισβάλη εις Βουλγαρίαν μετά στρατού. Ο Σβετοσλαύος εδέξατο προθύμως την πρότασιν και επήλθε μετά στρατού εναντίον της Βουλγαρίας και εισβαλών εις αυτήν κατέλαβε μέγα μέρος της χώρας. Αλλ' ο Σβετοσλαύος μετ' ολίγον μετεβλήθη από συμμάχου εις πολέμιον. Διότι παρασυρθείς και υπό της ιδίας αυτού πλεονεξίας και κενοδοξίας και υπό των προδοτικών ραδιουργιών του προς αυτόν πεμφθέντος Έλληνος πρέσβεως, του πατρικίου Καλοκύρη, ήθελε να προσαρτήση την Βουλγαρίαν εις το Ρωσικόν αυτού κράτος. Αλλ' η τοιαύτη διαγωγή του Σβετοσλαύου μετέβαλεν εντελώς την πολιτικήν του βασιλέως Νικηφόρου. Διότι ούτος ουδαμώς ανεχόμενος την υπό Ρώσων κατάκτησιν της Βουλγαρίας, ως θεωρών τούτο κινδυνωδέστατον εις το Ελληνικόν κράτος, νυν παρέστη ως προστάτης της υπό Ρώσων υποτασσομένης Βουλγαρίας και προέτεινε συμμαχίαν τω προ μικρού υπ' αυτού καθυβρισθέντι ηγεμόνι της Βουλγαρίας Πέτρω. Ούτος προθύμως εδέξατο την πρότασιν του Νικηφόρου Β' και έπεμψε πρεσβείαν εις Κωνσταντινούπολιν (968). Αλλ' η προσδοκωμένη νυν Ελληνοβουλγαρική εναντίον Ρώσων συμμαχία δεν συνωμολογήθη, διότι ο μεν Πέτρος της Βουλγαρίας απέθανεν αιφνιδίως τω έτει τούτω (968) προ της συνομολογήσεως της συμμαχίας, οι δε δύο υιοί και κληρονόμοι της αρχής αυτού Ρωμανός και Βόρις συνελήφθησαν υπό των Ρώσων. Ούτω τον κατά Ρώσων πόλεμον έμελλον να αναλάβωσι μόνον οι Έλληνες. Ο πόλεμος όμως ούτος δεν εγένετο επί του Νικηφόρου Β', αλλ' επί του διαδόχου αυτού Ιωάννου Τσιμισκή, και διά τούτο τα κατ' αυτόν εκτεθήσονται εν τη ιστορία του βασιλέως τούτου. Ο δε Νικηφόρος έστρεψεν εν τω μεταξύ την προσοχήν αυτού εις άλλα μέρη.

Καθ' όν χρόνον τω 968 διέτριβον εν Κωνσταντινουπόλει Βούλγαροι πρέσβεις προς συνομολόγησιν Ελληνοβουλγαρικής συμμαχίας, αφίκετο εις Κωνσταντινούπολιν και άλλος, από Δύσεως ούτος, επίσημος πρεσβευτής, πεμφθείς υπό του Όθωνος Α' του βασιλέως των Γερμανών και από του 965 αυτοκράτορος του «αγίου Ρωμαϊκού κράτους». Ο πρεσβευτής ούτος ήτο ο επίσκοπος Κρεμώνης Λουιτπράνδος και προ 20 ετών ελθών εις Κωνσταντινούπολιν ως πρεσβευτής του βασιλέως της Άνω Ιταλίας Βερεγγαρίου Β'. Διά της πρεσβείας ταύτης ήθελεν ο Όθων Α' να αναγνωρισθή παρά της εν Κωνσταντινουπόλει βασιλείας ως Ρωμαίος αυτοκράτωρ της Δύσεως, συγχρόνως δε να προτείνη συνοικέσιον μεταξύ του υιού και διαδόχου αυτού (Όθωνος Β') και μιας των θυγατέρων του Ρωμανού Β' (αδελφών των βασιλέων Βασιλείου και Κωνσταντίνου, Θεοφανούς και Άννης). Ο Νικηφόρος απέρριψεν αποτόμως αμφοτέρας τας αιτήσεις, μη θέλων να καλέση τον Όθωνα _βασιλέα_ ή αυτοκράτορα Ρωμαίον (σ. 152), αλλ' απλώς ως _ρήγα_ των Γερμανών, μη στέργων δε να συνάψη συνοικέσιον προς ηγεμόνα καταπολεμούντα εν Ιταλία τα Ελληνικά συμφέροντα, ορεγόμενον δε και των εν τη Κάτω Ιταλία Ελληνικών κτήσεων ως προικός της εκ Κωνσταντινουπόλεως πεμφθησομένης νύμφης. Και ου μόνον αι προτάσεις απερρίφθησαν, αλλά και αυτός ο πρεσβευτής Λουιτπράνδος έτυχεν υποδοχής ήκιστα ευμενούς και τιμητικής, μάλλον δε περιφρονητικής, ταχθείς εις θέσιν κατωτέραν εν ταις επισήμοις τελεταίς και εν τη βασιλική τραπέζη και αυτής της του Βουλγάρου απεσταλμένου. Προς τούτοις ο Νικηφόρος Β' εν τη επισήμω ακροάσει τη δοθείση εις τον πρεσβευτήν του Όθωνος εκάλεσε τούτον ασεβή και τον πρεσβευτήν αυτού κατάσκοπον. Ως προς την περί συνοικεσίου δε πρότασιν εδόθη αυτώ απάντησις ότι δεν ήτο δυνατόν πορφυρογεννήτου βασιλέως πορφυρογέννητος θυγάτηρ να δοθή προς γάμον εις αλλόφυλον άρχοντα (157). Ο Λουιτπράνδος πολλάς υποστάς περιπετείας εν Κωνσταντινουπόλει ανεχώρησεν έμπλεως οργής και πικρίας, και εν τη εκθέσει, ήν μετά την επιστροφήν έγραψε λατινιστί περί της πρεσβείας αυτού προς τον Όθωνα, εξήμεσε μυρίας ύβρεις εναντίον του βασιλέως Νικηφόρου και της αυλής και του λαού της Κωνσταντινουπόλεως και παντός ό,τι ην Ελληνικόν. Είναι δε ο Λουιτπράνδος ούτος (όστις ην εκ των ολίγων τότε εν τη Δύσει λογίων των χρόνων εκείνων) ο πρώτος, μετά τους αρχαίους Λατίνους, μισέλλην της νέας Ευρώπης, ο πρώτος γράψας εν τω Μεσαίωνι κατά των Ελλήνων και γενόμενος πρόδρομος των πολλών και ποικίλων μισελλήνων Ευρωπαίων συγγραφέων των νεωτέρων χρόνων.

Τω αυτώ δ' έτει, καθ' ό ήλθεν ο Λουιτπράνδος εις Κωνσταντινούπολιν ως πρεσβευτής του Όθωνος, οι δε Ρώσοι εγένοντο κύριοι της Βουλγαρίας, ο Νικηφόρος Β' επεχείρησε νέαν εν Ασία εναντίον των Μωαμεθανών στρατείαν στεφθείσαν και ταύτην υπό λαμπροτάτης επιτυχίας και λαμπρυνθείσαν ιδίως διά της ανακτήσεως (969) της μεγάλης και επισημοτάτης πόλεως της Συρίας, της προ 330 περίπου ετών υπό των Αράβων αφαιρεθείσης από του κράτους Αντιοχείας. Ο βασιλεύς, όστις προ της αλώσεως της πόλεως ταύτης, διατάξας καλώς τα κατά την πολιορκίαν και την εκπόρθησιν αυτής, είχεν επιστρέψει, εις Κωνσταντινούπολιν, παρεσκευάζετο εις τον κατά των Ρώσων πόλεμον, ότε στυγερά συνωμοσία έθηκε τέρμα εις την ζωήν αυτού προ της ενάρξεως του πολέμου. Της συνωμοσίας ψυχή ήτο η ασεβής χήρα του Ρωμανού και η νυν βασιλίς και βασιλομήτωρ Θεοφανώ, εις ήν είχεν αποδοθή και ο αιφνίδιος θάνατος του Ρωμανού Β', μετέσχε δε ταύτης και αυτός ο ανεψιός του Νικηφόρου και εν τη πολεμική σχολή τούτου λαμπρότατος στρατηλάτης αναδειχθείς Ιωάννης ο Τσιμισκής, όστις είχεν ελκύσει εφ' εαυτόν και τα βλέμματα της ηδυπαθούς Θεοφανούς.

Ο φόνος του Νικηφόρου Β' ετελέσθη απανθρωπότατα, των συνωμοτών κατασφαξάντων εν μεσονυκτίοις ώραις τον προσευχόμενον την ώραν εκείνην βασιλέα. Μετά την τέλεσιν του φόνου ο Ιωάννης ανεκηρύχθη βασιλεύς υπό των συνωμοτών.

10. Ιωάννης ο Τσιμισκής (969-976).

Και ο μεν Ιωάννης Τσιμισκής διά φρικώδους βασιλοκτονίας ανήλθεν εις τον θρόνον, αλλ' η ασεβής πρωτεργάτις και συνεργάτις της μιαιφονίας Θεοφανώ δεν εδρέψατο τους καρπούς της βδελυράς αυτής κακουργίας. Ο επί του Οικουμενικού θρόνου καθήμενος πατριάρχης Πολύευκτος, ο αυστηρός και ατρόμητος εν τη επιτελέσει του καθήκοντος ανήρ, καθ' ήν ώραν ενεφανίσθη εν τω ναώ της του Θεού Σοφίας ο Ιωάννης ίνα στεφθή, επέβαλεν αυτώ ως όρον της στέψεως την εκ των ανακτόρων απομάκρυνσιν της Θεοφανούς και την εκ μέρους του βασιλέως παύσιν πάσης προς αυτήν σχέσεως, έτι δε και τον σεβασμόν των δικαιωμάτων των μικρών βασιλέων Βασιλείου και Κωνσταντίνου. Και ούτω μεν ο Ιωάννης εστερεώθη επί του θρόνου προστάτης απλούς και συμβασιλεύς γενόμενος των νομίμων κληρονόμων της βασιλείας. Η δε επταετής βασιλεία του Ιωάννου, ούσα συνέχεια της ενδόξου βασιλείας του Νικηφόρου Β', επλήρωσε νέας σελίδας της Ελληνικής ιστορίας μεγαλουργημάτων και δόξης.

Ο Ιωάννης Τσιμισκής ευρών κατά την εις την αρχήν άνοδον την Βουλγαρίαν κατεχομένην υπό Ρώσων και θεωρών ως πρώτιστον και απαραίτητον έργον αυτού την εκ της χώρας ταύτης εξέλασιν των επικινδύνων τούτων και πλεονεκτιστάτων έκτοτε φανέντων πολεμίων, ήθελε να διεξαγάγη τον κατά των Ρώσων έκδημον τούτον και επιθετικόν πόλεμον άνευ οιουδήποτε άλλοθεν περισπασμού. Διά τούτο, εν αντιθέσει προς τον προκάτοχον αυτού Νικηφόρον, μετήλθε προς τον Όθωνα Α' φιλικήν πολιτικήν. Και δεν ανεγνώρισε μεν αυτόν ως αυτοκράτορα, αλλ' ότε ο Όθων έπεμψε νέαν πρεσβείαν εις Κωνσταντινούπολιν, ίνα συγχαρή τω βασιλεί επί τη εις τον θρόνον ανόδω, ανανεώση δε συγχρόνως την περί αγχιστείας πρότασιν, επέτρεψεν ίνα η πρεσβυτέρα των δύο πορφυρογεννήτων βασιλοπαίδων, η τη μητρί ομώνυμος Θεοφανώ, δοθή εις τον ομώνυμον υιόν και διάδοχον του Όθωνος Α'. Μετά μεγάλης και μεγαλοπρεπούς ακολουθίας ανεχώρησεν η περίπυστος [158] νύμφη από Κωνσταντινουπόλεως εις Ιταλίαν, ένθα εν Ρώμη ετελέσθησαν (972) οι γάμοι αυτής μετά του διαδόχου του βασιλικού θρόνου της Γερμανίας και του αυτοκρατορικού θρόνου της Δύσεως. Διά του γάμου δε τούτου συνήφθησαν, ως ερρήθη ήδη (σελ. 152), σχέσεις στενώτεραι μεταξύ των Ελληνικών χωρών και της Γερμανίας.

Κατά τον χρόνον δε τούτον ήρξατο ο Ιωάννης του κατά Ρώσων πολέμου, όστις ήτο πόλεμος ενταυτώ και κατά Βουλγάρων, διότι εξ ανάγκης νυν ούτοι επολέμουν μετά των Ρώσων εναντίον των Ελλήνων.

11. Ο μέγας Ελληνορρωσικός πόλεμος του 971. Κατάλυσις του Βουλγαρικού κράτους.

Κατά Μάρτιον του 971 ανεχώρησεν ο βασιλεύς από Κωνσταντινουπόλεως μετά στρατού ουχί μεν λίαν πολυπληθούς, αλλ' ισχυρώς ωργανωμένου και στόλου μέλλοντος διά του Ευξείνου να εισέλθη εις τον Δανούβιον. Ταχύς και ορμητικός υπερβάς και σχεδόν απαρατήρητος υπό Ρώσων και Βουλγάρων ο Ελληνικός στρατός τον Αίμον επήλθε ραγδαίος εναντίον του κυριωτάτου φρουρίου της Βουλγαρίας Πραισθλαύας (ή Περθσλαύας), ένθα ευρίσκοντο ο του Σβετοσλαύου αρχιστράτηγος Σφέγγελος, οι δύο Βούλγαροι ηγεμόνες και ο προδότης Έλλην πρεσβευτής Καλοκύρης. Και ούτοι μεν έφυγον ευθύς προς τον εν Δοροστόλω (νυν Σιλιστρία) τότε μένοντα Σβετοσλαύον, οι δε περί τον Σφέγγελον Ρώσοι αντέταξαν κρατεράν άμυναν εναντίον των γενναιότατα επιτιθεμένων Ελλήνων. Αλλ' η Πρεθσλαύα κατελήφθη ταχέως υπό των Ελλήνων• των δε Ρώσων άλλοι μεν ηχμαλωτίσθησαν, άλλοι δε κατέφυγον εις το Δορόστολον• επίσης ηχμαλωτίσθη και εκ των εν τω φρουρίω Βουλγάρων ηγεμόνων ο Ρωμανός. Νυν ο Ελληνικός στρατός ώρμησεν από Πρεθσλαύας εις το Δορόστολον, καθ' όν χρόνον και ο Ελληνικός στόλος εισελθών εις τον Δανούδιον απέκλειεν από του μέρους του ποταμού το φρούριον. Ο Σβετοσλαύος πολιορκηθείς ούτως εν Δοροστόλω, μετά κρατεράν έφοδον των Ελλήνων, εν οίς διεκρίθη ο τότε εν τω Ελληνικώ στρατώ ως Έλλην (χριστιανός γενόμενος) υπηρετών υιός του αιχμαλωτισθέντος τελευταίου Αμίρου της Κρήτης Αβδούλ-αζίζ, καλούμενος Κωνσταντίνος Ανεμάς, φονεύσας τον γενναιότατον Ρώσον πολέμαρχον Ίκμορα ηναγκάσθη να προτείνη τω βασιλεί την συνομολόγησιν ειρήνης. Προς τον σκοπόν τούτον το πρώτον νυν εν τη ιστορία ήλθον εις συνέντευξιν εν τω Δανουβίω επί σχεδίας τινός Έλλην βασιλεύς και αυτοκράτωρ και Ρώσος ηγεμών ή μέγας ηγεμών (ο έσχατος των ειδωλολατρών Ρώσων ηγεμόνων). Συνωμολογήθη δε η ειρήνη επί τω όρω ίνα οι Ρώσοι εκκενώσωσιν εντελώς την Βουλγαρίαν και επιστρέψωσιν εις Ρωσίαν φέροντες μεθ' εαυτών όσα είχον λάφυρα. Αλλά και τα λάφυρα ταύτα, άτινα έμενον ούτω το μόνον εις τους Ρώσους κέρδος, απέβησαν ολέθρια εις αυτούς. Διότι ένεκα τούτων προσεβλήθησαν οι Ρώσοι κατά την επάνοδον, διερχόμενοι διά της Μολδαυίας, υπό του ενταύθα οικούντος τότε Τουρκικού έθνους των Πατσινάκων και εν τη προσβολή ταύτη ου μόνον τα λάφυρα απώλοντο, αλλά και αυτός ο Σβετοσλαύος απώλεσε την ζωήν.

Ο δε Έλλην βασιλεύς αιχμαλώτους πέμψας νυν εις Κωνσταντινούπολιν αμφοτέρους τους Βουλγάρους ηγεμόνας και μείνας μόνος κύριος της Βουλγαρίας δεν επέτρεψε πλέον να διορισθή Βούλγαρος ηγεμών, αλλά καταλύσας την Βουλγαρικήν μοναρχίαν και κατ' ουσίαν μεταβαλών την χώραν εις Ελληνικήν επαρχίαν, διήρεσεν αυτήν εις επτά τοπαρχίας κυβερνωμένας υπό ιδίων τοπαρχών ή, ως καλούνται Σλαυιστί, βοεβοδών, ή _κομήτων_, ως εκαλούντο υπό των Βυζαντινών.

Τοιούτον ένδοξον τω Ελληνικώ κράτει πέρας έλαβεν ο μέγας Ελληνορρωσικός εν Βουλγαρία πόλεμος.

12. Οι κατά Αράβων πόλεμοι του Τσιμισκή και ο θάνατος αυτού.