Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας

Part 18

Chapter 1866 wordsPublic domain

Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως και Πατριάρχης Οικουμενικός (142) επί του Μιχαήλ και του Βάρδα ήτο ο Ιγνάτιος, ανήρ αυστηρών ηθών και υπερηφάνου αριστοκρατικού χαρακτήρος, καταγόμενος εκ γένους βασιλικού, άτε ων υιός του βασιλέως Μιχαήλ Α' και εγγονός από θυγατρός (της Προκοπίας) του Νικηφόρου Α'. Ο Ιγνάτιος γινώσκων τον ανήθικον βίον του Βάρδα, διατελούντος εν αθεμίτοις σχέσεσι προς την νύμφην αυτού, απεστέρησεν αυτόν δημοσία της μεταλήψεως των Αχράντων Μυστηρίων. Τούτο, ως εικός, παρώργισε τον καίσαρα Βάρδαν, όστις προέβη νυν εις την εν τω θρόνω τω Πατριαρχικώ αντικατάστασιν του Ιγνατίου διά του Φωτίου, ανδρός λογιωτάτου πάντων των συγχρόνων αυτού και συγγραφέως πολυμαθεστάτου και πολυγραφωτάτου. Ο Φώτιος δεν ήτο κληρικός, προήχθη δ' ευθύς από λαϊκού εις το υπέρτατον αξίωμα της Ιερωσύνης και εις τον Πατριαρχικόν θρόνον, διελθών εντός ολίγων ημερών πάσας τας βαθμίδας της χειροτονίας. Αλλ' η του Ιγνατίου από του Οικουμενικού θρόνου νόμιμος και οριστική απομάκρυνσις δεν ήτο κατορθωτή, ενόσω δεν παρητείτο αυτός ή δεν καθηρείτο υπό κανονικής Συνόδου αρχιερέων. Αλλ' ούτε το πρώτον εγίνετο ούτε το δεύτερον. Ο δε Βάρδας προς εκτέλεσιν του βουλεύματος αυτού προέβη εις την αυθαίρετον χρήσιν υλικής βίας, εξορίσας τον Ιγνάτιον εις τι εν τη Προποντίδι έρημον νησίδιον και καταδιώκων πάντας τους μένοντας πιστούς εις τον Ιγνάτιον κληρικούς. Αλλά τούτο επήνεγκε δεινάς ταραχάς εν Κωνσταντινουπόλει, ένθα μεγάλη μερίς κλήρου και λαού απεκήρυττον τον Φώτων και ως πατριάρχην νόμιμον ανεγνώριζον τον εξόριστον Ιγνάτιον. Προς τούτοις οι περί τον Ιγνάτιον επεκαλέσαντο νυν και την υπέρ αυτών επέμβασιν του τότε πάπα Ρώμης Νικολάου Α'. Η τοιαύτη υπό μερίδος του εν Κωνσταντινουπόλει κλήρου επίκλησις της διαιτησίας του Πάπα εγένετο ακριβώς καθ' όν χρόνον η παπική εξουσία είχεν ανέλθει εν τη Δύσει εις μεγάλην περιωπήν ηθικήν και μεγίστην εκέκτητο δύναμιν ηθικήν αξιούσα να δικάζη και δικάζουσα μάλιστα έριδας μεταξύ ηγεμόνων ως υπέρτατος άρχων και διαιτητής του χριστιανικού κόσμου (σελ. 148). Ο Νικόλαος Α' λοιπόν εθεώρησε νυν την περίστασιν κατάλληλον ίνα επεκτείνη την δύναμιν αυτού και επί την Ανατολήν. Και εν αρχή μεν απεδοκίμασε σφοδρώς τα κατά Ιγνατίου γενόμενα εν Κωνσταντινουπόλει, αλλ' είτα δελεασθείς υπό τινων ελπίδων συνήνεσεν εις την σύγκλησιν Οικουμενικής Συνόδου προς λύσιν της έριδος. Η Σύνοδος αύτη συνήλθεν εν Κωνσταντινουπόλει τω 861 και συναινούντων και των εν αυτή παρισταμένων ληγάτων, ήτοι απεσταλμένων του Πάπα, καθήρεσε τον Ιγνάτιον και επεκύρωσε την εκλογήν του Φωτίου. Αλλ' ο πάπας ψευσθείς των ελπίδων αυτού (143), συγκαλέσας ιδίαν τοπικήν Σύνοδον εν Ρώμη, κατεδίκασε την τ' εν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδον και τους ιδίους αυτού επιτρόπους ως υπερβάντας τα όρια της δοθείσης αυτοίς εντολής, αφώρισε δε και τον Φώτιον. Αλλά και ο Φώτιος μετ' ολίγον (τω 867) απέστειλεν εγκύκλιον εις όλας τας Εκκλησίας της Ανατολής, εν ή δεινώς εμέμφετο την πολιτείαν και τας πράξεις του επισκόπου Ρώμης, καταγγέλλων προς τοις άλλοις την παπικήν Εκκλησίαν και επί καινοτομία αιρετική γενομένη εν τω Συμβόλω της πίστεως (144). Σύνοδος δε οικουμενική συνελθούσα τω αυτώ έτει κατεδίκασε και ανεθεμάτισε τον πάπαν. Αλλά τω αυτώ έτει, καθ' ό ταύτα εποίει ο Φώτιος, ο υπό του Μιχαήλ μετά τον υπ' αυτού γενόμενον φόνον του καίσαρος Βάρδα εις το αξίωμα τούτο υψωθείς πρώην ιπποκόμος αυτού Βασίλειος ο Μακεδών φονεύσας αυτόν ανήλθεν εις τον θρόνον γενόμενος ιδρυτής νέας βασιλικής δυναστείας, της Μακεδονικής καλουμένης. Ο Βασίλειος ευθύς μετά την εις τον θρόνον άνοδον κατέπαυσε τας εκκλησιαστικάς έριδας και επανήγαγε παροδικώς και την προς τον Πάπαν ειρήνην ανακαλέσας από της εξορίας τον Ιγνάτιον και αποκαταστήσας αυτόν εις τον θρόνον τον πατριαρχικόν, εξορίσας δε τον Φώτιον και είτα διά Συνόδου Οικουμενικής, επέτυχε την επικύρωσιν των γενομένων (869)• ο δε Ιγνάτιος έμεινεν επί του θρόνου εν ειρήνη μέχρι του θανάτου (879). Ότε δε πάλιν ο Βασίλειος επανήγαγεν εις τον θρόνον τον Φώτιον, Σύνοδος Οικουμενική συνελθούσα, εις ήν παρίστατο και Επίτροπος του Πάπα, επεκύρωσε την του Φωτίου ανάρρησιν (145).

Ούτω τα γεγονότα ταύτα τα περί τον Ιγνάτιον και Φώτιον δεν επήνεγκον οριστικόν σχίσμα μεταξύ των δύο Εκκλησιών• αλλ' η του Φωτίου σθεναρά προς την παπικήν Εκκλησίαν πολιτεία συνετέλεσεν εις τον βαθύτερον χωρισμόν των δύο Εκκλησιών. Ως δε είπομεν εν τοις έμπροσθεν (σ. 148), ο μεταξύ Ανατολής και Δύσεως χωρισμός προήρχετο εκ γενικωτέρων ιστορικών αιτίων, εις ά νυν προσετέθησαν και οι λόγοι οι θρησκευτικοί, οι επιτείναντες την διάστασιν και επενεγκόντες μετά τινα χρόνον το οριστικόν μεταξύ των δύο Εκκλησιών σχίσμα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.

Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΔΥΝΑΣΤΕΙΑ

1. Βασίλειος Α' ο Μακεδών.

Ο Βασίλειος Α' κατήγετο από Θράκης, εκλήθη δε Μακεδών, διότι εγεννήθη εκ του τμήματος εκείνου της Θράκης, όπερ υπήγετο εις το Θέμα (ήτοι την διοικητικήν περιφέρειαν) το καλούμενον Μακεδονικόν (146). Ήτο καταγωγής ασήμου (147), προήχθη δε εν τη υπηρεσία του Μιχαήλ Γ', ού ήτο εν αρχή απλούς ιπποκόμος, ων και απαίδευτος• ανήλθε δε εις τον θρόνον διά φόνου. Αλλ' είχε φυσικάς αρετάς και νοημοσύνην μεγάλην, ής παρέσχε δείγμα αφ' ού χρόνου ανήλθεν εις το αξίωμα του καίσαρος. Βασιλεύς δε γενόμενος έτι μάλλον εξηυγενίσθη εν τη αρχή, και έδειξεν ουχί μόνον σύνεσιν κυβερνητικήν, αλλά και άλλας αρετάς αληθώς βασιλικάς. Αφού δε κατέπαυσε ταχέως τας εκκλησιαστικάς έριδας και την προς τον Πάπαν ρήξιν, καθ' όν τρόπον αφηγήθημεν, έστρεφε την προσοχήν αυτού επί την εσωτερικήν διοίκησιν και την εξωτερικήν άμυναν του κράτους. Και εσωτερικώς μεν εβελτίωσε την διοίκησιν και ηνώρθωσε τα επί του Μιχαήλ Γ' εις αθλιωτάτην κατάστασιν περιελθόντα οικονομικά του κράτους, είτα δε παρασκευάσας κατά το ενόν [148] την στρατιωτικήν και ναυτικήν δύναμιν του κράτους, διά του στόλου και του αξιωτάτου ναυάρχου Ωορύφα έθηκε τέρμα εις την εν τω Αιγαίω πελάγει και εν πάσαις ταις Ελληνικαίς θαλάσσαις επικρατούσαν πειρατείαν των Σαρακηνών, αποκαταστήσας συγχρόνως και εν ταις ακταίς του Αδρίου εν Δαλματία την κυριαρχίαν του κράτους, και επανήγαγε τους Σέρβους υπό το κράτος αυτού ενεργήσας και την μεταξύ αυτών διάδοσιν του Χριστιανισμού. Ακολούθως εστράτευσεν εις Ασίαν εναντίον των Αράβων και αράμενος κατ' αυτών νίκην μεγάλην και περιφανή εν τη παρά την Μελιτηνήν επί των όχθων του Ευφράτου μάχη, ανεκτήσατο άπασαν σχεδόν την Μικράν Ασίαν και εξησφάλισεν αυτήν εναντίον των Αραβικών επιδρομών.

{193} Ο Βασίλειος Α' εξέδωκε και νομοθεσίαν Ελληνιστί, τον λεγόμενον «Πρόχειρον νόμον» (τω 870), την «Ανακάθαρσιν των νόμων» (τω 884) και την «Επαναγωγή του νόμου» (τω 885), δι' ών εν μέρει μετερρυθμίζετο η Ιουστινιάνειος νομοθεσία. Επί του βασιλέως τούτου προσήλθον εις τον Χριστιανισμόν και οι εν Μαΐνη (Μάνη) της Πελοποννήσου κατά τας νοτίους κλιτύας του Ταϋγέτου οικούντες και άχρι τότε την αρχαίαν αυτών Ελληνικήν θρησκείαν διατηρήσαντες Ελευθερολάκωνες. Ο Βασίλειος ετελεύτησε τω 886 καταλιπών το κράτος μετά 19 ετών βασιλείαν εις τον υιόν και διάδοχον αυτού Λέοντα ΣΤ' εξωτερικώς ασφαλές και ισχυρόν, και εσωτερικώς, διοικητικώς και οικονομικώς, εις αρίστην αναλόγως προελθόν κατάστασιν.

2. Λέων στ' ο Σοφός (886-912).

Ο Λέων ΣΤ', ο επικαλούμενος Σοφός, ουχί κατά την αρχαίαν του ονόματος έννοιαν της θεωρητικής και πρακτικής σοφίας, αλλά κατά την έννοιαν της προς τα κοινά γράμματα ασχολίας (149), ουδαμώς εφάνη βασιλεύς αληθώς _σοφός_. Η εξουσία αυτού υπήρξε χαλαρά εν τη κυβερνήσει του κράτους, ο στρατός και το ναυτικόν παρημελήθησαν, η διοίκησις περιήλθεν εις χείρας ανικάνων και ραδιουργών αυλικών, αυτός δε ο βασιλεύς ένεκα αδυναμιών εν τω ιδιωτικώ αυτού βίω διετάραξε την εσωτερικήν ειρήνην της Εκκλησίας και του Κράτους. Και ευθύς μεν μετά την εις τον θρόνον άνοδον ενήργησε την διά συνόδου αρχιερέων από του πατριαρχικού θρόνου έξωσιν του Φωτίου (ός ην πρότερον διδάσκαλος αυτού εξυμνηθείς υπό του μαθητού δι' επιγραμμάτων) δι' ουδεμίαν άλλην αιτίαν ή μόνον ίνα αναβιβάση εις τον πατριαρχικόν θρόνον τον νεώτερον (886-893) αδελφόν αυτού, τον το 16 της ηλικίας έτος μόλις άγοντα Στέφανον. Μετά τινα δε χρόνον νυμφευθείς μετά τον θάνατον της τρίτης αυτού συζύγου και τετάρτην γυναίκα (896) παρά τα θέσμια της Εκκλησίας, τα μη επιτρέποντα τέταρτον γάμον, ήλθεν εις ρήξιν προς τον πατριάρχην Νικόλαον τον Μυστικόν, τον διαδεξάμενον τον του Στεφάνου διάδοχον Αντώνιον Β' (893-895), άνδρα δίκαιον και αυστηρόν, μετ' ατρομήτου παρρησίας επιβαλόντα επιτίμιον τω τε βασιλεί και τη εκ παρανόμου γάμου συζύγω.

Ο Λέων ΣΤ' προβάς νυν εις την βιαίαν από του θρόνου του πατριαρχικού έξωσιν του Νικολάου δεν προυκάλεσε μεν σφοδράς εκκλησιαστικάς εν τω κράτει ταραχάς, οίας ο Βάρδας ένεκα της βιαίας εξώσεως του Ιγνατίου• διότι, επικαλεσάμενος νυν την του Πάπα επέμβασιν και δους αυτώ αφορμήν να ασκήση και εν Ανατολή δικαιοδοσίαν υπερτάτου της Εκκλησίας άρχοντος, εδικαιώθη υπό τούτου• αλλ' ηθικώς κατεδικάσθη εν τη συνειδήσει του κλήρου και του λαού. Και αυτός δε ο Λέων ηναγκάσθη μικρόν προ του θανάτου αυτού ν' ανακαλέση τον Νικόλαον εις τον θρόνον τον πατριαρχικόν και να εξαιτήσηται παρ' αυτού συγγνώμην των πεπραγμένων, να εξορίση δε τον υπ' αυτού του ιδίου (βασιλέως) εγκατασταθέντα και τα αρεστά αυτώ ποιήσαντα πατριάρχην Ευθύμιον. Μετά τινα δε χρόνον ο Νικόλαος έλυσεν οριστικώς το ζήτημα της τετραγαμίας διά συνόδου (921), απαγορευτικήν απολύτως εκδούσης κατά ταύτης απόφασιν. Το μόνον αξιομνημόνευτον ειρηνικόν γεγονός της βασιλείας του Λέοντος ΣΤ' ήτο η υπ' αυτού τω τελευταίω της βασιλείας έτει γενομένη νέα έκδοσις της «Ανακαθάρσεως των Νόμων» (σελ. 193), κληθείσα «Βασιλικά» και διαιρουμένη εις βιβλία εξήκοντα. Άλλως η 26 έτη διαρκέσασα βασιλεία του Λέοντος ΣΤ' επληρώθη πολέμων και επιδρομών βαρβαρικών γενομένων υπό Βουλγάρων, Αράβων και Ρώσων.

3. Ο νέος Βουλγαρικός πόλεμος.

Επί της βασιλείας του Λέοντος ΣΤ' επανήρξαντο οι από του 813 λήξαντες προς το Ελληνικόν κράτος πόλεμοι των Βουλγάρων. Νυν δ' όμως οι πόλεμοι ούτοι δεν ήσαν απλώς ληστρικαί επιδρομαί μεγάλαι ως αι μέχρι του 813, αλλά, καίπερ διατηρούντες τον ληστρικόν επιδρομικόν αυτών χαρακτήρα εν τω τρόπω της διεξαγωγής, κατήντησαν φυλετικοί, εκ φυλετικού μίσους κατά των Ελλήνων προερχόμενοι, εν μέρει δε και πολιτικοί προς πολιτικούς αποβλέποντες σκοπούς και συμφέροντα πολιτικά.

Οι Βούλγαροι από του έτους 814, καθ' ό έπαθον την πανωλεθρίαν της Μεσημβρίας, ή από του 817, ότε ειρήνευσαν προς το Ελληνικόν κράτος, μέχρι του 893, ότε ήρξατο ο νέος μέγας Βουλγαρικός πόλεμος, κατά το υπερεβδομηκονταετές τούτο χρονικόν διάστημα είχον αλλάξει οπωσούν τον πρότερον όλως βάρβαρον ληστρικόν βίον, επιδιδόμενοι εις έργα ειρηνικώτερα. Εις τούτο συνετέλεσε πρώτιστα η εις τον Χριστιανισμόν πρόσοδος αυτών γενομένη επί του βασιλέως Μιχαήλ Γ' και του πατριάρχου Φωτίου διά των τούτου ιδίως ενεργειών. Συμπίπτει δε το γεγονός τούτο μετά της κατά τους χρόνους τούτους διαδόσεως του Χριστιανισμού παρά πολλοίς Σλαυικοίς λαοίς και ιδίως παρά τοις Μοραυοίς και άλλοις νοτίοις Σλαυικοίς λαοίς. Δύο Έλληνες μοναχοί, καταγόμενοι εκ Θεσσαλονίκης, ο Μεθόδιος και ο Κύριλλος, από ζήλου θρησκευτικού ορμώμενοι και μαθόντες τας γλώσσας των ειρημένων Σλαυικών λαών, εκήρυξαν εν τούτοις και εν άλλοις πέραν του Δανουβίου οικούσι βαρβάροις (Πατσινάκοις) την Χριστιανικήν πίστιν, και μετέφρασαν την Ιεράν Γραφήν και τα λειτουργικά της Ανατολικής Εκκλησίας βιβλία εις την τότε κοινότερον παρά τοις νοτίοις Σλαύοις λαλουμένην Σλαβωνικήν λεγομένην γλώσσαν, σχηματίσαντες και αλφάβητον της γλώσσης ταύτης εκ του Ελληνικού, τον καλούμενον _Κυριλλικόν_ (από του ονόματος του Κυρίλλου), ού ποιούνται χρήσιν πάντες σήμερον οι ορθόδοξοι Σλαυικοί λαοί.

Αλλ' εν Βουλγαρία ο Μεθόδιος και ο Κύριλλος διέδοσαν τα σπέρματα μόνον της χριστιανικής πίστεως, το δ' όλον έργον εξετελέσθη διά των ενεργειών του Φωτίου παρά τω ηγεμόνι των Βουλγάρων Βογόρει. Ούτος δε βαπτισθείς και λαβών το όνομα Μιχαήλ, ως αναδόχου γενομένου του βασιλέως Μιχαήλ Γ', συνετέλεσεν εις την διάδοσιν του Χριστιανισμού εν τω κράτει αυτού. Η επί του Βασιλείου Β' γενομένη εμπέδωσις της Χριστιανικής θρησκείας παρά τοις Δαλμάταις και τοις πρότερον (από του Ηρακλείου ήδη, σημ. 85) κατ' όνομα απλώς προσελθούσιν εις τον Χριστιανισμόν Σέρβοις και Κροάταις συνετέλεσεν εις την ταχυτέραν επικράτησιν της νέας θρησκείας και εν ταις Βουλγαρικαίς χώραις. Διά του Χριστιανισμού δε συνετελέσθη παρά τοις Βουλγάροις και η προ πολλού αρξαμένη και προχωρούσα εκσλαύισις αυτού. Ο κυρίως Βουλγαρικός καλούμενος λαός, καθά πολλάκις είπομεν, δεν ήτο Σλαυικός, αλλά Τουρκικός ή Ουννικός. Αλλ' η Κάτω Μοισία, η μεταξύ δηλονότι του Δανουβίου και του Αίμου κειμένη χώρα, εν ή από του τέλους του 7 μ. Χ. αιώνος εγκατέστησαν οι Βούλγαροι, είχε καταληφθή προ της των Βουλγάρων εγκαταστάσεως υπό Σλαυικών λαών. Ούτοι δε υποταχθέντες εις τους Βουλγάρους επέδρασαν κατά μικρόν επί την γλώσσαν των κατακτητών και αφωμοίωσαν τούτους προς εαυτούς. Καθ' όν δε χρόνον οι Βούλγαροι εγένοντο Χριστιανοί, είχον καταστή ήδη Σλαύοι την γλώσσαν. Άξιον δε σημειώσεως ότι ο πρώτος Βούλγαρος χριστιανός ηγεμών είναι και ο πρώτος Σλαυικόν φέρων όνομα Βόγορις, ενώ οι προ τούτου γνωστοί ηγεμόνες των Βουλγάρων (Κουβράτ, Ασπαρούχ, Τέρβελις, Κρούμμος) φέρουσιν ονόματα Τουρκικά. Ήρξαντο δε νυν να φέρωσι το πλείστον ονόματα χριστιανικά (Εβραϊκά ή Ελληνικά ή Ελληνορρωμαϊκά, Μιχαήλ, Συμεών, Σαμουήλ, Πέτρος, Ρωμανός) ή Σλαυικά (Βόρις ή Βόγορις, Βλαδίμηρος). Και αυτή δε η τιμητική προσωνυμία των Βουλγάρων ηγεμόνων από του Τουρκικού Χαν μετέστη νυν εις το Σλαυικόν _Κνιάζ_ = ηγεμών, είτα δε εις το επίσης Σλαυικόν ή βεβαρβαρωμένον Λατινικόν Τσαρ (150).

Οι Βούλγαροι γενόμενοι Χριστιανοί απέβαλον οπωσούν την προτέραν αγριότητα των ηθών την συνδεομένην μετά της πρώην παχυλής κτισματολατρικής θρησκείας αυτών, και μετά βαρβάρων ταύτης μαγικών τελετών και ανθρωποθυσιών. Ήρξαντο δε νυν μετερχόμενοι και εμπορίαν και έργα βιοτεχνικά, οι δε ηγεμόνες και ευπατρίδαι αυτών να σπουδάζωσι και γράμματα ελληνικά. Αυτός ο υιός του πρώτου Χριστιανού Βουλγάρου βασιλέως Συμεών επαιδεύθη εν Κωνσταντινουπόλει τα ελληνικά γράμματα. Εννοείται δε ότι εν μέσω της ούτω μεταβληθείσης υπό καθόλου έποψιν καταστάσεως των πραγμάτων και της επικρατούσης επί 75 έτη ειρήνης ως και του τρόμου όν ενέπνεον εις τους Βουλγάρους τα όπλα τα Ελληνικά από του 814, και προ πάντων ένεκα της εμπορίας, ήν μετήρχοντο, ησθάνοντο την ανάγκην της ειρηνικής προς τας Ελληνικάς χώρας συγκοινωνίας και επικοινωνίας. Και όμως νυν επί της βασιλείας Λέοντος ΣΤ' ακριβώς λόγοι μετ' εμπορικών συμφερόντων συνδεόμενοι έδοσαν αφορμήν εις νέους μεγάλους μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων πολέμους, τάχιστα προσλαβόντας χαρακτήρα πολέμων κατακτητικών, εντεύθεν δε και σφοδρού φυλετικού ανταγωνισμού.

Οι Βούλγαροι διεξήγον κατά τους χρόνους του Βασιλείου Α' και Λέοντος ΣΤ' εμπορίαν κατά γην εξικνουμένην από του Ελληνικού κράτους μέχρι των ένδον της Γερμανίας. Αλλ', επειδή το μόνον μέγα εμπόριον της Ευρώπης όλης ήτο τότε η Κωνσταντινούπολις, σπουδαιότατον τοις Βουλγάροις ήτο να έχωσιν ελευθέραν εμπορικήν επικοινωνίαν και συναλλαγήν προς την πόλιν ταύτην και προς την Θεσσαλονίκην. Τα βαρέα δ' όμως τελωνιακά τέλη τα επιβαλλόμενα τη Βουλγαρική εμπορία καταχρηστικώς υπό των εν Θεσσαλονίκη διεξαγόντων το μονοπώλιον της Βουλγαρικής εμπορίας Ελλήνων παρήγαγον σχέσεις εχθρικάς μεταξύ των δύο κρατών. Και ο τω 993 ηγεμονεύων εν Βουλγαρία συνετός, πεπαιδευμένος και Ελληνομαθής, αυτός δη ο εν Κωνσταντινουπόλει παιδευθείς τα Ελληνικά γράμματα Συμεών (υιός του Βογόρεως ή Μιχαήλ Α', διαδεξάμενος εν τη αρχή τον πρεσβύτερον αδελφόν αυτού Βλαδίμηρον) ήρξατο φοβερού εναντίον του Ελληνικού κράτους πολέμου διαρκέσαντος, μετά μικρών διαλειμμάτων, έτη 36. Κατά τον πόλεμον τούτον οι Έλληνες καίπερ έχοντες κατά τα νώτα των Βουλγάρων ως συμμάχους τον φοβερόν τότε και άγριον Τουρκικόν λαόν των Ούγγρων ή Μαγιάρων (σελ. 160-61) και τους άλλους πέραν του Δανουβίου αγρίους Τουρκικούς λαούς Ούζους, Πατσινάκους, ως και τους γνωστούς χριστιανούς Τούρκους Χαζάρους, τους πιστούς πάντοτε συμμάχους των Ελλήνων, πολλά δεινά έπαθον και ήττας υπό του στρατού του Συμεών, όστις δεν ήρχε μόνον της νυν Βουλγαρίας, αλλά και των πέραν του Δανουβίου χωρών, της νυν Βλαχίας, Μολδαυίας, Τρανσυλβανίας και μέρους της νυν Ουγγαρίας. Ο πόλεμος ούτος, καθ' όν αι Βουλγαρικαί επιδρομαί εξετάθησαν καθ' όλας τας Ευρωπαϊκάς χώρας του κράτους μέχρι Πελοποννήσου, ηπειλήθη δε και αυτή η πρωτεύουσα, διήρκεσε καθ' όλην την βασιλείαν του Λέοντος ΣΤ' και επί των διαδόχων αυτού μέχρι του κατά το 929 επελθόντος θανάτου του φοβερού Συμεών.

4. Αι των Σαρακηνών πειρατικαί επιδρομαί.

Καθ' όν χρόνον αι εν Ευρώπη Ελληνικαί χώραι έπασχον φοβεράς εκ της Βουλγαρικής επιδρομής καταστροφάς, πειρατικοί στόλοι Σαρακηνών ορμώμενοι από Κρήτης, ενεργούντες εκ συμφωνίας προς τους Βουλγάρους επιδρομείς, ενέσπειρον τον τρόμον, τας αρπαγάς και τας παντοίας καταστροφάς καθ' όλας τας ακτάς και νήσους του Αιγαίου. {198} Τω δε 904 πειρατικός στόλος Σαρακηνός μέγας υπό την αρχηγίαν του αρνησιθρήσκου Λέοντος του Τριπολίτου εκυρίευσε την Θεσσαλονίκην, φοβεράς επενεγκών λεηλασίας και μυριάδας απαγαγών αιχμαλώτων Ελλήνων εκ της μεγάλης ταύτης, δευτέρας μετά την Κωνσταντινούπολιν, πόλεως του κράτους.

Και άλλαι δε πόλεις και νήσοι Ελληνικαί (ιδίως η Σάμος και η Λήμνος) έπαθον καταστροφάς υπό των Σαρακηνών πειρατών. Ούτοι απεθρασύνοντο τοσούτον εκ των επιτυχιών, ώστε διερχόμενοι διά του πειρατικού αυτών στόλου και τον Ελλήσποντον αυτόν ελυμαίνοντο τας ακτάς της Προποντίδος, απειλούντες και την Κωνσταντινούπολιν αυτήν.

5. Η εμφάνισις των Ρως ή Ρώσων πειρατών. Ίδρυσις του Ρωσικού κράτους.

Μεγάλη πειρατική επιδρομή επί του Λέοντος ΣΤ' εγένετο εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως από του Ευξείνου Πόντου υπ' άλλου τινός βορείου έθνους πειρατικού. Οι νέοι πειραταί κατερχόμενοι από Βορρά διά των μεγάλων ποταμών της Σκυθίας ή της νυν Ρωσίας εις τον Εύξεινον Πόντον επί απειραρίθμων πειρατικών πλοίων, ως κατά τον Γ' μ. Χ. αιώνα οι Γότθοι (σελ. 10), έπλεον εις τον Θρακικόν Βόσπορον λυμαινόμενοι τας ακτάς αυτού και απειλούντες αυτήν την Κωνσταντινούπολιν. Οι πειραταί ούτοι, οι φέροντες παρά τοις Βυζαντινοίς το όνομα Ρως ή Ρώσοι, εισίν οι πρόγονοι των σημερινών Ρώσων και ιδρυταί του κράτους του Ρωσικού.

Το Ρωσικόν κράτος ιδρύθη υπό των Νορμανδών των καταλαβόντων κατά τον 9 μ. Χ. αιώνα τας δυτικάς ακτάς της Βαλτικής θαλάσσης. Τίνες ήσαν οι Νορμανδοί ούτοι, οι κατά τους χρόνους τούτους περιπλέοντες διά του πειρατικού αυτών στόλου πάσας τας Ευρωπαϊκάς παραλίους χώρας και νήσους, από της Βαλτικής μέχρι του Ατλαντικού, και εκείθεν μέχρι της Μεσογείου, περί τούτων ικανός ήδη εγένετο λόγος εν τοις έμπροσθεν. Νυν δε ο λόγος περί των Νορμανδών των ιδρυσάντων το Ρωσικόν κράτος. Εν ταις από Σλαυικών (ιδίως Αντικών) λαών οικουμέναις χώραις της Ανατολικής Ευρώπης, της πάλαι Σκυθίας, είχον ιδρυθή περί τα μέσα του 6 μ. Χ. αιώνος, ότε ήρξαντο αι μεγάλαι από Βορρά προς Νότον μεταναστεύσεις των Σλαυικών λαών (ίδε σελ. 57), δύο πόλεις Σλαυικαί, αι μόναι πόλεις εν τη Σκυθική ερημία, η μεν περί τον Βορυσθένη ή Δάναπριν ποταμόν καλουμένη Κίεβον, η δε βορειότερον ταύτης Νοβογορόδ (= Νεάπολις). Αι πόλεις αύται κείμεναι εκτός και ύπερθεν της μεγάλης οδού των διά της νοτίου Ρωσίας γινομένων βαρβαρικών μεταναστεύσεων και εισβολών και χρησιμεύουσαι ως σταθμοί εμπορικοί της από της μέσης και δυτικής Ευρώπης προς την ανατολικήν Ευρώπην και εντεύθεν προς την Ασίαν διεξαγομένης εμπορίας, ήνθησαν ταχέως και κατά τον 8 αιώνα είχον προέλθει εις ικανήν ακμήν ευημερίας και πολιτικής προαγωγής, αναπτυξάσης και θεσμούς τινας δημοκρατικούς. Αλλ', ως συμβαίνει εν τοιαύταις πολιτείαις, την εσωτερικήν πολιτικήν ανάπτυξιν επηκολούθησαν και εσωτερικαί έριδες. {199} Εν Νοβογορόδ δε αυτοί οι κάτοικοι προς κατάπαυσιν των πολιτικών ερίδων επεκαλέσαντο τω 862 την επέμβασιν των παρά την Βαλτικήν Νορμανδών. Ούτοι δε υπό τρεις αρχηγούς Ρούριχ, Σινάους και Τρουβώρ καταλαβόντες το έτος εκείνο το Νοβογορόδ ίδρυσαν εν αυτώ στρατιωτικήν δυναστείαν υπό τον Ρούριχ. Ταυτοχρόνως δε άλλα Νορμανδικά στίφη υπό αρχηγούς Ασκόλδ και Διρ κατήλθον το αυτό έτος εις Κίεβον και καταλαβόντες βία την πόλιν ταύτην ίδρυσαν εν αυτή κράτος Νορμανδικόν. Και οι Νορμανδοί ούτοι υπό τους αυτούς αρχηγούς Ασκόλδ και Διρ κατελθόντες μετά πειρατικού στόλου 200 τροχαντήρων, ήτοι μικρών πλοίων, διά του Δανάπρεως εις τον Εύξεινον, ενεφανίσθησαν τω 865 εις τον Βόσπορον επί του Μιχαήλ Γ' υπό το όνομα Ρως (151). Αλλ' ο πειρατικός ούτος των Ρως στόλος διασκεδασθείς υπό τρικυμίας επέστρεψεν οίκαδε μετά πολλών απωλειών, ουδέν δυνηθείς να πράξη εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως, πλην της επενεχθείσης εις τα εν τω Βοσπόρω προάστεια λεηλασίας.

Μετ' ολίγον εν αυταίς ταις χώραις των Ρως ή Ρώσων σπουδαία επήλθε μεταβολή πραγμάτων. Αποθανόντος εν Νοβογορόδω του Ρούριχ, ο τούτου συγγενής Ολέγ, επίτροπος γενόμενος της αρχής ως κηδεμών του Ιγώρ, του ανηλίκου υιού και διαδόχου του Ρούριχ υπέταξε τους εν Κιέβω Νορμανδούς υπό το κράτος αυτού, και ούτως εκ των δύο Ρωσικών κρατών του Νοβογορόδου και του Κιέβου εδημιούργησεν ενιαίον Ρωσικόν κράτος εκταθέν εν βραχεί μέχρι του Ευξείνου Πόντου. Ο Ολέγ δε ούτος ως άρχων του Ρωσικού κράτους επήλθε τω 906, διαρκούντος του φοβερού Βουλγαρικού πολέμου, μετά ισχυρού στόλου πειρατικού εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως επί του Λέοντος ΣΤ' και ένεκα της αδρανείας και ανικανότητος του βασιλέως τούτου διέπραξεν ανενοχλήτως λεηλασίας κατά τον Βόσπορον και κατά τα προάστεια αυτά της Κωνσταντινουπόλεως. Τότε δε πρώτον οι Ρώσοι ηνάγκασαν τον Λέοντα να συνομολογήση συνθήκην προς το Ρωσικόν κράτος επιτρέπουσαν τοις Ρώσοις να εμπορεύωνται προς το Ελληνικόν κράτος και να διαμένωσιν ως έμποροι επί τισιν όροις εν Κωνσταντινουπόλει.

Τοιαύτη περίπου ήτο η κατάστασις του κράτους η εξωτερική καθ' ό έτος (912) ετελεύτησεν ο Λέων ΣΤ', καταλιπών την αρχήν εις τον επταετή υιόν αυτού Κωνσταντίνον Ζ'.

6. Η βασιλεία του Κωνσταντίνου Ζ' του Πορφυρογεννήτου μέχρι του έτους 945.