Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας
Part 16
Στοιχείον βίου μεσαιωνικού προαγαγόν την εκπολιτιστικήν εξέλιξιν του βίου τούτου είναι και ο βίος των πόλεων, ο βίος ο αστικός. Εν τω Ευρωπαϊκώ κόσμω, τω προελθόντι εκ της καταλύσεως του Ρωμαϊκού κράτους εν τη Δύσει και της συγκροτήσεως των Ρωμανογερμανικών και των ακραιφνώς Γερμανικών κρατών, πολλαί υπήρχον πόλεις, ιδίως εν Ιταλία, Γαλλία, Βρεττανία και Ισπανία, εν χώραις δηλονότοι, ών ήρξαν οι Ρωμαίοι. Διότι το Ρωμαϊκόν κράτος προήγε λίαν την κτίσιν πόλεων και σταθμών ή αποικιών στρατιωτικών (Coloniae). Πλην τούτων εν Γαλλία, Βρεττανία και Ισπανία και ο προ του Ρωμαϊκού Κελτικός βίος δεν απεστρέφετο τον αστικόν βίον εν μικροίς περιτετειχισμένοις πολίσμασι. Μόνος ο Γερμανικός βίος απεστρέφετο τας πόλεις και τον αστικόν βίον ηδόμενος τη εν μικραίς κώμαις εντός δασών οικήσει. Και διά τούτο εν ολίγοις μόνον τόποις της Γερμανίας, ένθα κατώρθωσε να θέση πόδα ο Ρωμαίος, παρά τον Ρήνον και έν τισι τόποις της νοτίου Γερμανίας υπήρχoν τινες πόλεις. Εν ταις Γερμανικαίς χώραις οι ηγεμόνες είχον απλώς τας εαυτών ακροπόλεις, εν αίς ήσαν και τα παλάτια αυτών, ως είχον τα πράγματα εν Ελλάδι εν τοις Πελασγικοίς χρόνοις. Αλλά και εν ταύτη τη χώρα ως πανταχού η διάδοσις του χριστιανισμού συνετέλεσεν εις ίδρυσιν πόλεων, δι' ιδρύσεως επισκοπών αποτελουσών πυρήνα πόλεως. Αλλ' εις την ανάπτυξιν των πόλεων κατά μεσαίωνα μεγάλα κωλύματα παρενέβαλλον το μεν ο φεουδαλισμός, το δε αυτοί οι επίσκοποι. Οι φεουδάρχαι ηξίουν να διοικώσιν αυτοί τας εν τοις φεούδοις αυτών κειμένας πόλεις δι' ιδίων διοικητών ή κομήτων, αναγνωρίζοντες μεν εις τους κατοίκους αυτούς ελευθερίαν τινά, και μη φερόμενοι προς αυτούς ως προς τους δουλοπαροίκους πενέστας [130] των αγροτικών κωμών, αλλά και μη επιτρέποντες την ελευθέραν δι' ελευθέρων αυτών θεσμών ανάπτυξιν. Οι δε επίσκοποι ήθελον να άρχωσιν αυτοί, ως ο Πάπας εν Ρώμη, εν ταις επισκοπικαίς πόλεσι. Και υπήρχε πλήθος τοιούτων μικρών επισκοπικών κρατών, ιδίως εν Γερμανία. Αλλά κατά μεν των επισκόπων αυτών αυτός ο Πάπας προσήλθε βοηθός εις τους κατοίκους των πόλεων προς κατάλυσιν της κοσμικής αυτών ταύτης δυνάμεως, καθ' ής αντέπραττον οι Πάπαι. Αι δε εν τοις φεουδαλικοίς κράτεσι πόλεις διά μακρών αγώνων προς τους φεουδάρχας κατώρθωσαν μικρόν κατά μικρόν να αναπτύξωσιν ελεύθερον αστικόν βίον. Το τοιούτον εγένετο πρώτον εν Ιταλία από του 11 αιώνος και εντεύθεν, είτα δε εν Γαλλία και εν Αγγλία. Και εν Γερμανία δε από του 10 αιώνος ήρξατο κατά μικρόν η επίδοσις των πόλεων και του αστικού βίου, καθ' όν τρόπον είπομεν ανωτέρω (σημ. 121), διά συστάσεως στρατιωτικών αποικιών εν τοις προς Ουγγαρίαν μεθορίοις. Είτα δε καθ' άπασαν την Γερμανίαν ιδρύθησαν αι λεγόμεναι αυτοκρατορικαί πόλεις, αι απ' ευθείας από του αυτοκράτορος εξαρτώμεναι και διά τούτο _ελεύθεραι_ (131). Η μεγάλη επίδοσις των ελευθέρων πόλεων εν τε τη Γερμανία και Ιταλία και εν άλλαις χώραις Ευρωπαϊκαίς ανήκει εις την επομένην περίοδον του Μεσαίωνος την μετά τας Σταυροφορίας.
Ο βίος των πόλεων και καθόλου η ανάπτυξις και πρόοδος των πόλεων και του αστικού βίου συνετέλεσαν λίαν εις την εκπολιτιστικήν εξέλιξιν του Μεσαιωνικού βίου, διότι αι πόλεις κατά μικρόν κατεστάθησαν κέντρα αστικού βίου ελευθέρου, προδρόμου του ελευθέρου πολιτειακού βίου, έτι δε τέχνης, εμπορίας, βιομηχανίας και παιδεύσεως και γραμμάτων.
5. Τα μεσαιωνικά πολιτειακά συντάγματα.
Τα πολιτειακά συντάγματα ή τα πολιτεύματα της Μεσαιωνικής Ευρώπης ήσαν μοναρχικά φεουδαλικά πολιτεύματα, ήτοι πολιτεύματα μοναρχικά άμα και αριστοκρατικά επί φεουδαλικής κληρονομικής αριστοκρατίας στηριζόμενα, εν οίς ο βασιλεύς ήτο είς των αριστοκρατικών αρχόντων, ο ανώτατος πάντων κατά την τιμήν, ουχί πάντοτε και κατά την δύναμιν, εκπροσωπών την ενότητα του κράτους. Η διοίκησις του κράτους, ανήκεν εις τους κατά τόπους και βαθμούς φεουδάρχας, η δε γενική του κράτους κυβέρνησις, η διεξαγωγή δηλονότι των εις τα γενικά συμφέροντα αναφερομένων υποθέσεων, εγίνετο υπό του ανωτάτου ηγεμόνος, συγκαλούντος κατά χρονικάς περιόδους συμβούλια των διαφόρων φεουδαλικών τάξεων της τε κοσμικής και της του κλήρου αριστοκρατίας. Εν Γερμανία του τοιούτου συμβουλίου (Reichstag = συμβούλιον του κράτους) μετείχον πάντες οι φεουδάρχαι και οι προϊστάμενοι των αυτοκρατορικών πόλεων, εν Γαλλία δε αι δύο μνημονευθείσαι αριστοκρατικαί τάξεις, εις άς προϊόντος του χρόνου προσετέθη και τρίτη τις τάξις των ελευθέρων γαιοκτημόνων δημιουργηθείσα εν Γαλλία κατά μικρόν από του 11 αιώνος διά της ελευθερίας των δουλοπαροίκων. Εν Αγγλία και προ της Νορμανδικής κατακτήσεως ήσαν αι σύνοδοι του λαού (Witen agemot), περιλαμβάνουσαι πάντας τους εν οιωδήποτε κλάδω του βίου εξέχοντας πολίτας (διότι εν Αγγλία προ της Νορμανδικής κατακτήσεως δεν υπήρχε φεουδαλισμός αυστηρός, οίος εν τη ηπειρωτική Ευρώπη)• μετά δε την Νορμανδικήν κατάκτησιν (1666) το συμβούλιον πάντων των βαρώνων ή λόρδων του βασιλείου, το λεγόμενον παρλαμέντον (parliament), ήτο βουλή εν αρχή απλώς των λόρδων. Εκ των τοιούτων συμβουλίων κατά μικρόν προέκυψαν εν Αγγλία, εν δε τοις νεωτάτοις χρόνοις εν τη λοιπή Ευρώπη, αφού διά μεγάλων πολιτικών αγώνων κατέπεσεν ο φεουδαλισμός και επήλθε μάλλον ή ήττον κοινωνική ισοπέδωσις του λαού, αι νυν λεγόμεναι εθνικαί αντιπροσωπείαι, ή τα κοινοβούλια των Ευρωπαϊκών λαών.
6. Εκκλησιαστικά νόμιμα και θεσμοί μεσαιωνικοί.
Η Εκκλησία, πλην της καθόλου θρησκευτικής ηθικής ροπής αυτής επί την εκπολιτιστικήν εξέλιξιν του μεσαιωνικού βίου, της προερχομένης εκ του όλου ηθικού χαρακτήρος της Χριστιανικής πίστεως και ηθικής διδασκαλίας, συνετέλει εις την τοιαύτην εξέλιξιν και διά των ιδιαιτέρων αυτής καταστημάτων και θεσμών. Η Ρώμη μετά της ισχυρώς ωργανωμένης ιεραρχίας της Δυτικής Εκκλησίας εδημιούργει και εστερέου συνείδησιν της Χριστιανικής ενότητος εν τοις λαοίς από άκρου εις άκρον της Δύσεως, από των νοτιωτάτων ακτών της Μεσογείου μέχρι των βορειοτάτων παραλίων της Σκανδιναυικής χερσονήσου. Και η συνείδησις αυτή ήνου ηθικώς λαούς εντελώς άλλως, ένεκεν ελλείψεως πάσης άλλης υλικής και πνευματικής συγκοινωνίας, κεχωρισμένους απ' αλλήλων. Τάγματα πολυώνυμα μοναχικά διατρέχοντα την Ευρώπην από άκρου εις άκρον και μοναστήρια πλείστα κατά τόπους απετέλουν δεσμόν τινα κοινωνικόν και ηθικόν μεταξύ των λαών. Η Ρώμη ως πρωτεύουσα του Χριστιανικού κόσμου, ως «αιώνιος πόλις», και ο επίσκοπος αυτής ως υπέρτατος αρχηγός της Εκκλησίας και τοποτηρητής του Χριστού ήσαν σημείον ενώσεως ου μόνον εσωτερικής, αλλά και εξωτερικής. Μυριάδες χριστιανών εκ πάσης γωνίας της Δύσεως συνέρρεον εις την πόλιν ταύτην ως εις μέγα προσκυνητήριον του χριστιανικού κόσμου, ιδίως κατά παν πεντηκοστόν έτος (ως έτος Ιωβιλαίου), ότε εδίδετο και άφεσις αμαρτιών εις τους επιχειρούντας τοιαύτην προσκύνησιν. Ωσαύτως δε και η Παλαιστίνη και η αγία πόλις διά των εκ πάσης γης χριστιανικής συρρεόντων αυτόσε προσκυνητών ήτο δεσμός ενότητος ηθικής μεταξύ πάντων των χριστιανικών λαών της Ευρώπης. Πλην τούτου μεθ' όλας τας ατασθαλίας και την κατάχρησιν της αρχής, εις ήν παρεξετρέποντο οι δύο την ανωτάτην εν τω χριστιανικώ κόσμω αρχήν εκπροσωπούντες πάπας και αυτοκράτωρ, και μεθ' όλας τας προς αλλήλους έριδας αυτών, ενήργουν εκόντες ή άκοντες, φανερώς ή λεληθότως και αγαθόν τι όπερ του όλου χριστιανικού λαού. {173} Ως τοιούτον αγαθόν αναφέρομεν την θείαν _εκεχειρίαν_ ή ειρήνην (Treuga Dei) την εν Βουργουνδία το πρώτον θεσπισθείσαν, είτα δε υπό του αυτοκράτορος Κορράδου Β' συναινέσει του Πάπα και εις Ιταλίαν και εις άλλας χώρας της Ευρώπης εισαχθείσαν, τω δε 1057 υπό του αυτοκράτορος Ερρίκου Γ' γενομένην νόμον του Γερμανικού κράτους. Κατά τον εκκλησιαστικόν άμα και πολιτικόν νόμον τούτον απηγορεύετο πάσα μεταξύ χριστιανών ένοπλος μικρά ή μεγάλη σύγκρουσις, καθ' άς ημέρας ετελείτο λειτουργία εν τη Εκκλησία, ήτοι από της εσπέρας της Τετάρτης μέχρι της πρωίας της Δευτέρας• ούτω δε το ήμισυ του έτους και πλέον απηλλάσσετο από των δεινών των ακαταπαύστως εν τοις χρόνοις εκείνοις μεταξύ των διαφόρων μικρών φεουδαρχών εν πάση χώρα Ευρωπαϊκή πολέμων. Και αυτά τα επιτίμια και οι αφορισμοί, οι εξακοντιζόμενοι υπό του Πάπα και της Εκκλησίας δίκην κεραυνών εναντίον ηγεμόνων και εμποιούντες αυτοίς τρόμον, μεθ' όλην την κατάχρησιν του τοιούτου ισχυροτάτου ηθικού όπλου την γινομένην υπό του παπισμού, συνετέλουν εις τον περιορισμόν της αλόγου αυθαιρεσίας και δεσποτείας των ηγεμόνων. Πλην τούτου υπό της Εκκλησίας, διά των μοναστηρίων και διά του κλήρου, εκαλλιεργούντο οπωσούν τα γράμματα κατά τους ζοφερούς εκείνους χρόνους της αμαθείας, και διά των μοναστηρίων και εν τοις μοναστηρίοις εσώζοντο τα χειρόγραφα βιβλία της αρχαίας φιλολογίας. Της Εκκλησίας τέλος κατά μέγα μέρος έργον υπήρξε και το μέγα γεγονός των Σταυροφοριών, περί ών γενήσεται λόγος εν τη ιστορία, της επομένης περιόδου.
7. Γράμματα και παίδευσις, τέχναι, βιομηχανία και εμπόριον εν Μεσαιωνική Ευρώπη.
Από του 5 και ιδίως από του 6 μ. Χ. αιώνος, αφού η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία κατελύθη εν τη Δύσει, τοιαύτη επήλθε βαρβαρότης εν ταις δυτικαίς χώραις της Ευρώπης, ώστε η σπουδή και η καλλιέργεια των γραμμάτων, η τοσούτον προαχθείσα κατά τους χρόνους της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας καθ' απάσας τας Ρωμαϊκάς χώρας της Δύσεως, εντελώς σχεδόν υπεχώρησεν εις το σκότος της αμαθείας και της απαιδευσίας. Μόνον εν Ιταλία, ήτις συνεδέετο πάντοτε προς την Ελληνικήν Ανατολήν, εκαλλιεργούντο οπωσούν τα γράμματα, προ πάντων μετά την επί του Ιουστινιανού γενομένην ανάκτησιν της Ιταλίας. Εστία των γραμμάτων, ιδίως εν Ρώμη, εγένοντο τα πολυπληθή εντός της πόλεως και περί αυτήν Ελληνικά μοναστήρια. Η δε Κάτω Ιταλία, ήτις και μετά την υπό των Λαγγοβάρδων κατάληψιν της Άνω Ιταλίας και μετά την από του Ελληνικού κράτους αποστασίαν της Μέσης Ιταλίας μέχρι του 11 αιώνος υπέκειτο εις το Ελληνικόν κράτος και μέχρι νυν έν τισι γωνίαις αυτής (εν Σαλεντίνη και εν Καλαβρία) διατηρεί έτι την Ελληνικήν γλώσσαν, έμεινεν εστία Ελληνικών γραμμάτων και παιδείας• ιδίως από του 8 αιώνος, ότε πολλοί πεπαιδευμένοι κληρικοί ένεκα της περί εικόνων έριδος έφευγον από Κωνσταντινουπόλεως και των άλλων Ελληνικών χωρών της Ανατολής εις την Κάτω Ιταλίαν. Από της Ιταλίας δε κατά μικρόν η καλλιέργεια των γραμμάτων διεδόθη και εις την άλλην Ευρώπην. Πρώτοι εκ των νέων Ευρωπαϊκών λαών των πέραν των Άλπεων ήρξαντο να καλλιεργώσι τα γράμματα οι Αγγλοσάξονες, αφού περί τα τέλη του 6 αιώνος προσήλθον εις τον Χριστιανισμόν. Εισηγητής της παιδείας και μάλιστα της Ελληνικής εκκλησιαστικής παιδεύσεως υπήρξε παρ' αυτοίς ο μνημονευθείς εν τοις έμπροσθεν Έλλην πρωθιεράρχης της Αγγλίας Θεόδωρος ο Ταρσεύς (κατά τον 7 αιώνα). Κατά τον 7 αιώνα πάντες σχεδόν οι λόγιοι (κληρικοί το πλείστον) ήσαν Αγγλοσάξονες. Αγγλοσάξων δε ήτο και ο διδάσκαλος των παίδων του Καρόλου του Μεγάλου Αλκουίνος. Ο Κάρολος ο Μέγας ειργάσθη υπέρ της καλλιεργείας των γραμμάτων εν τω μεγάλω κράτει αυτού ιδρύων σχολεία πολλαχού, καίπερ ων αυτός αγράμματος. Αλλ' επί των διαδόχων αυτού παρημελήθησαν τα σχολεία και η παίδευσις και περιωρίσθησαν μόνον εις τα Μοναστήρια και τον Κλήρον.
Από του 10 αιώνος, ότε ο βασιλικός οίκος της Γερμανίας συνήψε συγγένειαν προς τον βασιλικον οίκον της Κωνσταντινουπόλεως, και πολλοί Έλληνες εκ της πόλεως ταύτης μετέβησαν εις την Γερμανίαν, ήρξαντο και εν Γερμανία αι πρώται αρχαί της σπουδής των Ελληνικών γραμμάτων. Αλλ' η παίδευσις η μεσαιωνική συνίστατο κυρίως εν τη σπουδή της Λατινικής γλώσσης και φιλολογίας, ιδίως της εκκλησιαστικής. Λατινική δε ήτο και η γλώσσα, εν ή έγραφον πάντες οι λόγιοι• αύτη δε ήτο και επίσημος γλώσσα των κυβερνήσεων. Αλλ' εν ταις νεολατινικαίς ή Ρωμανικαίς χώραις η υπό του λαού λαλουμένη γλώσσα είχε την δημώδη αυτής ποίησιν, εν τη γλώσση δε ταύτη ανεπτύχθη η ποίησις η ιπποτική του Μεσαίωνος και οι μύθοι οι ποιητικοί. Ούτω δε ήρξατο να παράγηται κατά μικρόν προς τη λογία φιλολογία, τη καλουμένη Λατινική, των πεπαιδευμένων η δημοτική η λεγομένη Romance ήτοι _Ρωμανική_ (ήτοι νεολατινική, Γαλλική, Ιταλική, Ισπανική) ή Ρωμαντική (132). {175} Επιστήμη εκαλλιεργείτο εν τω Μεσαίωνι μόνον η Θεολογία καί τις φιλοσοφία καλουμένη Αριστοτελική, ως δήθεν στηριζομένη επί του φιλοσοφικού συστήματος του Αριστοτέλους, πράγματι δε μόνον τύποις της λογικής του Αριστοτέλους χρωμένη (133), φιλοσοφία λίαν πενιχρά, ήν έλαβον οι εν Ευρώπη από των εν Ισπανία μωαμεθανών Αράβων. Παρά των Αράβων δε τούτων, παρ' οίς από Βυζαντίου κατά τους χρόνους τούτους διεδόθησαν ου μόνον η σπουδή του Αριστοτέλους, αλλά και αι επιστήμαι αι μαθηματικαί, η γεωγραφία, η αστρονομία, η ιατρική, μεγάλως υπ' αυτών τούτων καλλιεργηθείσαι και αναπτυχθείσαι, έλαβεν η νέα Ευρώπη και των άλλων επιστημών τας αρχάς (134), αίτινες από του 13 αιώνος μόνον ήρξαντο λαμβάνουσαι ελευθέραν και αυτοτελή ανάπτυξιν εν Ευρώπη.
Η ανάπτυξις των καλών τεχνών περιωρίζετο κατά τον Μεσαίωνα εις την αρχιτεκτονικήν (την Γοτθικού ρυθμού) αναγομένη και αύτη κυρίως εις την μετά τας σταυροφορίας περίοδον. Η δε της γλυπτικής και ζωγραφικής επίδοσις ανήκει κυρίως εις τους εσχάτους χρόνους του Μεσαίωνος. Της μουσικής η ανάπτυξις περιορίζεται κυρίως εν τη Εκκλησία. Εν ταύτη επικρατεί η Ελληνική εκκλησιαστική μουσική διαδοθείσα εν τη Δύσει ιδίως κατά τον Δ' μ. Χ. αιώνα διά του επισκόπου Μεδιολάνων Αμβροσίου, και τον 6 αιώνα διά του πάπα Γρηγορίου Α'. Από του 8 μ. Χ. αιώνος ήρξεν εν τη Δυτική εκκλησία η χρήσις του μεγάλου μουσικού οργάνου του καλουμένου _Οργάνου_ (αρμονίου), εισαχθέντος πάλιν από της Ελληνικής Ανατολής, ότε ο βασιλεύς Κωνσταντίνος Ε' έπεμψεν όργανον ως δώρον εις τον Πιπίνον τον Βραχύν (757), βραδύτερον δε και έτερον εις τον Κάρολον τον Μέγαν. Από του 12 αιώνος η Ευρωπαϊκή μουσική ήρξατο λαμβάνουσα ιδιόρρυθμον ανάδειξιν.
Βιομηχανία και βιομηχάνων τεχνών η ανάπτυξις ήτο λίαν πενιχρά εν τη μεσαιωνική Ευρώπη προ του 11 αιώνος, ωσαύτως δε και η εμπορία, ένεκα της περί την συγκοινωνίαν δυσχερείας. Το μέγα εμπόριον της όλης Ευρώπης ήτο σχεδόν μόνη η Κωνσταντινούπολις. Αλλά και η προς ταύτην εμπορική επιμιξία έλαβεν επίδοσιν κυρίως από του 11 αιώνος διά των Ιταλικών πόλεων, και έτι πρότερον εν σμικρώ μέτρω διά της Μασσαλίας. Κέντρα σπουδαία της προς την ανατολικήν Ευρώπην και βόρειον Ασίαν συγκοινωνίας ήσαν δύο Σλαυικαί πόλεις Κίεβον και Νοβογορόδ, ιδρυθείσαι κατά τον 6 μ. Χ. αιώνα (ίδε κατωτέρω). Η δυτική μεσόγειος ήτο τότε θάλασσα πειρατών Σαρακηνών μη παρέχουσα ασφάλειαν εις την ναυτιλίαν, αι δε κατά τας βορείους θαλάσσας και τον Ωκεανόν μέχρι Αμερικής τολμηραί θαλασσοπορίαι των Νορμανδών ήσαν επιδρομαί πειρατικαί, ουχί μόνον μη προάγουσαι την εμπορίαν, αλλά και κωλύουσαι τα μέγιστα την εμπορικήν συγκοινωνίαν. Μεγάλη ανάπτυξις θαλασσοπλοίας και εμπορίας κατά γην και κατά θάλασσαν ήρξατο κατά την επομένην περίοδον των σταυροφοριών.
Τοιαύτη εν κεφαλαίω η ιστορία της Μεσαιωνικής Ευρώπης μέχρι του τέλους του 11 μ. Χ. αιώνος. Νυν επανερχόμεθα εις την Ανατολήν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΡΑΒΩΝ ΑΠΟ ΤΩΝ ΜΕΣΩΝ ΤΟΥ 8 Μ. Χ. ΑΙΩΝΟΣ ΜΕΧΡΙ ΤΩΝ ΜΕΣΩΝ ΤΟΥ 9 Μ. Χ. ΑΙΩΝΟΣ
1. Πτώσις των Ουμμεϊαδών. Η δυναστεία των Αββασιδών Χαλιφών.
Καθ' ούς χρόνους ήρχον εν τω Ελληνικώ κράτει οι μεγάλοι της Ισαυρικής λεγομένης δυναστείας βασιλείς Λέων Γ' και Κωνσταντίνος Ε' και η δυτική και Μέση Ευρώπη ανεμορφούτο διά του μεγάλου κράτους Καρόλου του Μεγάλου, εν τω Αραβικώ μωαμεθανικώ κράτει επήρχετο μεγάλη δυναστική μεταβολή, μεγάλως επιδράσασα επί τας τύχας του Μωαμεθανικού κόσμου. Η δυναστεία των Ουμμεϊαδών χαλιφών έπεσε περί τα 750 π. Χ. υπό επαναστάσεις αρξαμένας εν Περσία υπό τον εκ του οίκου του Μωάμεθ (εκ του αδελφού του πάππου αυτού Αββά) καταγόμενον Άραβα Αβουλαββά και ταχέως εκταθείσας μέχρι Συρίας και Δαμασκού. Ο τελευταίος εν Δαμασκώ άρξας Ουμμεϊάδης χαλίφης Μερβάν Β' ηττήθη και εφονεύθη υπό των επαναστατών. Και ο Αβουλαββάς ως χαλίφης εισήλασεν εις Δαμασκόν και εγένετο αρχηγός νέας δυναστείας χαλιφών, της των Αββασιδών. Η δυναστεία αύτη, καίπερ καταγομένη εκ του οίκου εις όν ανήκεν ο Μωάμεθ (εκ του οίκου Χασέμ), δεν κατήγετο απ' ευθείας από του Μωάμεθ ως η των Φατιμιδών (ίδ. σελ. 112), ούτε ήτο Σεϊτική ως αύτη (ίδ. σελ. 113), αλλά Σουννιτική ως η των Ουμμεϊαδών. Αλλ' ως πολεμία των Ουμμεϊαδών κατεδίωξε τούτους απηνώς εν πάση τη Ανατολή και κατέσφαξε πάντα τα μέλη της δυναστείας (ενενήκοντα τον αριθμόν). {177} Είς μόνον Ουμμεϊάδης, ο Αβδουρραχμάν, κατώρθωσε να διαφύγη το ξίφος του Αββασίδου χαλίφου. Ούτος φυγών κρυφίως από της Συρίας εις Αίγυπτον και διελθών τας αχανείς εκτάσεις της βορείου Αφρικής αγνώριστος, εν μέσω μυρίων περιπετειών αφίκετο εις Ισπανίαν, ένθα οι πολυπληθείς οπαδοί του οίκου αυτού ανεγνώρισαν αυτόν ως Χαλίφην. Ούτω δε ο Μωαμεθανικός κόσμος διηρέθη περί τα μέσα του 8 μ. Χ. αιώνος υπό δύο Χαλιφείας, την εν Ασία και Αφρική άρχουσαν χαλιφικήν δυναστείαν των Αββασιδών, και την εν Ισπανία άρχουσαν, παροδικώς δε και επί την πέραν του Ηρακλείου πορθμού εν Αφρική Μαυριτανίαν εκτείνασαν την αρχήν αυτής χαλιφικήν δυναστείαν των Ουμμεϊαδών. Των δυναστειών τούτων η ασυγκρίτως ισχυροτέρα και περιφανεστέρα και εν τω μωαμεθανικώ κόσμω και εκτός αυτού σεβαστοτέρα ην η πρώτη, η εκπροσωπούσα την αληθή δύναμιν του Ισλάμ. Αλλ' οπωσδήποτε και ούτως ο μωαμεθανικός κόσμος απώλεσε την πρώτην αυτού ενότητα και ηθικήν δύναμιν. Εν τούτοις επί ικανόν έτι έλαμψαν αμφότεροι οι χαλιφικοί οίκοι, ο τε της Ανατολής και ο της Ισπανίας.
2. Ο χαλιφικός οίκος των Αββασιδών.
Ο πρώτος Αβδασίδης χαλίφης Αβουλαββάς ο επικαλούμενος Ελσαφφάχ ήτοι σφαγεύς, διότι εν ονόματι αυτού ο θείος αυτού Αβδαλλάχ (135)κατέσφαξε δολίως 90 Ουμμεϊάδας, ήρξε τέσσαρα μόνον έτη (750- 753) και αποθανών τω 753 κατέλιπε την αρχήν εις τον αδελφόν αυτού Αβού-Δζαφάρ-αλμανσούρ (753-754). Ο χαλίφης ούτος μετέθηκε την έδραν της χαλιφείας από της Δαμασκού εις την παρά τας όχθας του Τίγρητος αρχαίαν Βαβυλωνιακήν πόλιν Βαγδάτιον, ευρύνας και καλλωπίσας την πόλιν ταύτην και καλέσας αυτήν Δαρασσαλάμι = οίκον σωτηρίας. Τον χαλίφην τούτον, αποθανόντα τω 775, διεδέξατο ο υιός αυτού Μωάμεθ Α' Αλμαχαδί, ελευθεριώτατος γενόμενος εν ταις δημοσίαις δαπάναις, κατασκευάσας μεγάλας οδούς ανά παν το κράτος (εν αίς και την από Βαγδατίου μέχρι Μέκκας οδόν των προσκυνητών) και σταθμούς και πανδοχεία τα λεγόμενα εν τη Ανατολή συνήθως Καραβανσαράια (136), έτι δε στήλας λιθίνας σημειούσας τας αποστάσεις. Ο Αλμαχαδί ήλθεν εις πόλεμον, καθά είδομεν, προς την αυτοκράτειραν Ειρήνην και υπέβαλεν αυτήν διά του υιού αυτού Αρούν-αλ-ρασίτ εις φόρου απότισιν. Τον Αλμαχαδί τελευτήσαντα τω 785 διεδέξατο ο υιός αυτού Αρούν-αλ-ρασίτ, ήτοι Αρούν (Ααρών) ο Δίκαιος, διότι ήτο πεφημισμένος διά την επιμέλειαν αυτού περί απονομής εν τω κράτει αυστηράς δικαιοσύνης. Η κυβέρνησις του Αββασίδου τούτου χαλίφου, όστις ενίκησε και εταπείνωσε τον Έλληνα αυτοκράτορα Νικηφόρον Α', τον διάδοχον της Ειρήνης, και συνήψε σχέσεις φιλικάς προς τον βασιλέα των Φράγκων Κάρολον τον Μέγαν (ίδε σελ. 145), θεωρείται το λαμπρότατον σημείον της δυνάμεως και δόξης του χαλιφικού κράτους των Αββασιδών.
3. Ο χρυσούς αιών του Αραβικού πολιτισμού.
{178} Ο Αρούν μεθ' όλην την επί συνέσει φήμην αυτού διέπραξε το λάθος να διανείμη το κράτος μεταξύ των τριών υιών αυτού, του πρεσβυτάτου Αμίν έχοντος ως χαλίφου την υπερτάτην κυριαρχίαν επί των δύο άλλων. Αλλ' εντεύθεν προέκυψαν μετά τον θάνατον του Αρούν εμφύλιοι πόλεμοι, εν οίς εφονεύθη ο Αμίν (813), και ο Μαμούν, ο δεύτερος των αδελφών, έμεινε μόνος κύριος του κράτους, άρξας μέχρι του 833. Ο Μαμούν, όστις περιήλθεν εις εχθρικάς τε και φιλικάς σχέσεις προς τον Έλληνα αυτοκράτορα Θεόφιλον, δεξάμενος παρ' αυτού μεγαλοπρεπή πρεσβείαν, εφημίσθη διά την μεγάλην προς τα γράμματα και τας επιστήμας αγάπην. Επί του Μαμούν μεγίστην έλαβεν επίδοσιν εν τω Αραβικώ κράτει η από του Μανσούρ αρξαμένη και επί του Μαχαδί και του Αρούν-αλ-ρασίτ προαχθείσα θεραπεία της ποιήσεως, των γραμμάτων και των επιστημών. Ιδίως δε εκαλλιεργήθησαν λαμπρώς η σπουδή της Χρονογραφικής ιστορίας, της Φιλοσοφίας της Αριστοτελικής (της Λογικής, ή της διαλεκτικής, ίδε σελ. 175, εφαρμοζομένης εις την μετά των θεμελιωδών αρχών της μωαμεθανικής θρησκείας συνδυαζομένην φιλοσοφίαν), της Θεολογίας της μωαμεθανικής, της Νομικής, της Ιατρικής, της Γεωγραφίας, των Μαθηματικών και της Αστρονομίας. Και επ' αυτού μετεφράσθησαν εκ του Ελληνικού εις το Αραβικόν συγγράμματα των αρχαίων Ελλήνων ιατρών Ιπποκράτους και Γαληνού• μετεφράσθησαν δ' επίσης η Γεωμετρία του Ευκλείδου και η Γεωγραφία του Πτολεμαίου. Λέγεται μάλιστα ότι ο Μαμούν έν τινι προς τον Έλληνα αυτοκράτορα συνθήκη ειρήνης ως όρον κυριώτατον προέτεινε την εις αυτόν παράδοσιν εκατοντάδων τινών αντιγράφων του Αριστοτέλους και άλλων Ελλήνων συγγραφέων. Τον Μαμούν αποθανόντα τω 833 διεδέξατο ο αδελφός αυτού Αλμουτασσέμ (833-842), ο τελευταίος των μεγάλων χαλιφών του Αββασιδικού οίκου, σύγχρονος του αυτοκράτορος Θεοφίλου, προς όν ήλθεν εις μέγαν πόλεμον (836), εν ώ κατ' αρχάς ηττήθη, είτα δε εγένετο νικητής. Μετά τον Αλμουτασσέμ άρχεται η παρακμή του κράτους των Αββασιδών χαλιφών και καθόλου της Αραβικής δυνάμεως ως και της Αραβικής φυλής εν Ασία. Η δύναμις και το κράτος του Μωαμεθανισμού μεταβαίνουσιν εν Ασία κατά μικρόν εις άλλας φυλάς Ασιατικάς, εις την Περσικήν και προ πάντων εις την Τουρκικήν, αίτινες νέαν δίδουσι ζωήν και δύναμιν εις το Ισλάμ. Αλλά, μεχρισού επέλθη αυτή η μεταβολή και μετάστασις δυνάμεως, εμεσολάβησε χρονική περίοδος εξασθενώσασα το Ισλάμ εν Ασία, καθ' ήν μεγαλουργοί αυτοκράτορες Έλληνες κατώρθωσαν επί τινα χρόνον ν' ανυψώσωσιν εν Ασία την δύναμιν του χριστιανικού Ελληνισμού. Αλλά ταύτα θέλομεν αφηγηθή εν τη ιστορία τη Βυζαντιακή, εις ήν επανερχόμεθα, αφού είπωμεν ελάχιστα τινα και περί, του εν Ισπανία χαλιφικού κράτους των Ουμμεϊαδών.
4. Το εν Ισπανία κράτος των Ουμμεϊαδών χαλιφών.
Ο μόνος εκ της σφαγής του οίκου των Ουμμεϊαδών διασωθείς Ουμμεϊάδης Αβδουραχμάν μετά πλείστας περιπετείας ίδρυσε, καθώς είπομεν, εν Ισπανία κράτος χαλιφικόν νέον (759). Ο Αβδουραχμάν Α' (άρξας από 759 μέχρι 788) είναι γνωστός εν τη Ευρωπαϊκή ιστορία της Δύσεως ιδίως ένεκα του κατ' αυτού πολέμου του Καρόλου του Μεγάλου (788), νικήσαντος αυτόν και αφαιρέσαντος την μεταξύ των Πυρηναίων και του Ίβηρος ποταμού Ισπανικήν χώραν, ήν προσέθηκεν εις το μέγα Φραγκικόν αυτού κράτος. Ο χαλίφης ούτος κατέστησε πρωτεύουσαν του κράτους αυτού την Κορδούβαν, ένθα έκτισε και την περίφημον ακρόπολιν και παλάτιον αυτού, το γνωστόν υπό το όνομα Αλκαζάρ.
Εκ των διαδόχων του Αβδουραχμάν Α' άξιοι μνείας είναι ο Χακήμ Α' (796-822) ένεκα της προστασίας, ήν έδωκεν εν τω κράτει αυτού εις τα γράμματα, εις την μουσικήν και εις την ποίησιν. Ο χαλίφης δε ούτος κατήρτισε πρώτος στόλον μέγαν εν τη Δυτική Μεσογείω τεταγμένον υπό αρχηγόν, καλούμενον, ως συνήθως παρά τοις Άραψιν, Αμιρ-αλμά, ήτοι Κύριον επί των υδάτων, οπόθεν εδημιουργήθη κατά παραφθοράν το κοινόν παρά πάσι τοις Ευρωπαίοις και εν πάσαις ταις Ευρωπαϊκαίς γλώσσαις όνομα amiral (Γαλλ., ή admiral Γερμαν., μετά των συνθέτων και παραγώγων αυτού, vice-amiral, contre-amiral, amirauté). Συγχρόνως δε ανεπτύχθη κατά τους χρόνους τούτους και η πειρατεία η Αραβοϊσπανική. Επί του υιού και διαδόχου του Χακήμ Αβδουρραχμάν Β' έτι μάλλον ανεπτύχθη η πειρατεία αύτη, πειραταί δε εξ Ανδαλουσίας της Ισπανίας ορμώμενοι αφήρεσαν τω 823 από του Ελληνικού κράτους την Κρήτην. Ο χαλίφης ούτος συνήψε σχέσεις προς τον Έλληνα αυτοκράτορα Θεόφιλον, δεξάμενος πρεσβείαν αυτού και πέμψας και αυτός πρεσβείαν εις Κωνσταντινούπολιν. Αλλ' αι διαπραγματεύσεις αι γενόμεναι τότε μεταξύ των δύο ηγεμόνων προς συνομολόγησιν συμμαχίας εναντίον του Αββασίδου χαλίφου έμειναν άνευ αποτελέσματος.