Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας

Part 15

Chapter 1588 wordsPublic domain

Καθ' ούς χρόνους οι από του όλως ζοφερού έτι βορρά και των υπερβορείων χωρών της Ευρώπης υπερθαλάσσιοι επιδρομείς ελυμαίνοντο δεινώς πάσας τας Ευρωπαϊκάς παραλίας από των ακτών της Βαλτικής και της Γερμανικής θαλάσσης μέχρι των παραλίων της Ιταλίας, εισδυόμενοι πολλαχού και εις μεσογείους χώρας, άλλοι υπερθαλάσσιοι πειραταί από Νότου και Αφρικής ενέβαλλον τρόμον εις τας Ευρωπαϊκάς ακτάς της Μεσογείου. Ήσαν δε ούτοι οι λεγόμενοι Σαρακηνοί (ίδε την λ. εν σ. 37 και σημ. 68), ήτοι Άραβες Μωαμεθανοί πειραταί ορμώμενοι από των απέναντι της Σικελίας βορείων ακτών της Αφρικής. {159} Οι Σαρακηνοί πειραταί, οι ενεργούντες όλως ανεξαρτήτως του Αραβικού κράτους του Χαλιφικού, μικρόν κατά μικρόν κατέλαβον, κατά τον 9 αιώνα, άπασαν την Σικελίαν, ως θέλομεν ιδεί εν τη Βυζαντιακή ιστορία, ελεηλάτησαν δε 150 πόλεις της νοτίου Ιταλίας (Καλαβρίας και Καμπανίας) και εξέτειναν τας πειρατείας μέχρι των προθύρων της Ρώμης απειλούντες αυτήν διηνεκώς και διαρπάζοντες και λεηλατούντες τα έξωθεν των τειχών της πόλεως ιερά ιδρύματα. Εισέδυον δε ούτοι και εις τα ένδον των περί την Μεσόγειον χωρών, εις το Πεδεμόντιον και εις την Προβηγκίαν• εν Σαβοΐα μάλιστα εξέτειναν τας επιδρομάς μέχρι των οχθών της Λεμάνης λίμνης (λίμνης της Γενεύης) και μέχρι Λοθαριγγίας. Οι αυτοί δε πειραταί, ως θέλομεν ιδεί, ελυμαίνοντο και Ελληνικάς παραλίους χώρας της Πελοποννήσου και τας νήσους του Αιγαίου. Εις την δύναμιν των Σαρακηνών πειρατών έθεσαν τέρμα, κατ' αξιομνημόνευτον σύμπτωσιν, οι από Γαλλίας και Ιταλίας μεταναστεύσαντες Νορμανδοί.

14. Τα εν Ισπανία.

Αλλ' ενώ ούτως αι χριστιανικαί ακταί της Μεσογείου δεινότατα έπασχον υπό μωαμεθανών πειρατών, εν τη μόνη μεγάλη χώρα της Ευρώπης τη υποκυψάση προ μικρού ολοσχερώς εις το κράτος των Αράβων μωαμεθανών, ήρξατο να διεξάγηται μέγας αγών μεταξύ Μωαμεθανισμού και Χριστιανισμού. Η δύναμις των Αράβων κατά τον 9 και 10 αιώνα είναι έτι μεγίστη εν Ισπανία• αλλ' εξ άλλου και τα μικρά χριστιανικά κράτη και ιδίως η Καστιλία και η Αραγωνία, άτινα εσχηματίσθησαν κατά μικρόν εν ταις ορεινοτάταις βορείοις χώραις της χερσονήσου, ήρξαντο κατά τους χρόνους τούτους δεικνύοντα ύπαρξιν και δύναμιν. Η από του Καρόλου του Μεγάλου κατάληψις της μεταξύ Πυρηναίων και Ίβηρος ποταμού χώρας (σ. 142) ενίσχυσε την θέσιν των χριστιανών. Ούτοι διά των διηνεκών κατά Μωαμεθανών αγώνων αυτών εγένοντο κατά τον 11 αιώνα κύριοι του ημίσεος της χερσονήσου, καταστάντες ισχυρότεροι των Μωαμεθανών πολεμίων, ούς περί το τέλος του 15 αιώνος εξέβαλον ολοσχερώς της πατρίδος αυτών.

15. Ούγγροι και Σλαύοι.

{160} Εν οίς ακριβώς χρόνοις Νορμανδοί από Βορρά και Σαρακηνοί από Νότου ετάραττον και ελυμαίνοντο δεινώς την νέαν Χριστιανικήν Ευρώπην, η Ανατολική Ευρώπη, μετ' αυτήν δε και η Μέση και Δυτική εις νέας εξετίθεντο φοβεράς εξ Ασίας επιδρομάς. Αφού μόλις διά του στιβαρού βραχίονος του Καρόλου του Μεγάλου κατεστράφησαν τα τελευταία λείψανα του Αραβικού κράτους, ήλθον ευθύς νέα πολυπληθή στίφη βαρβαρικά εκ της Ασίας διά της Ανατολικής Ευρώπης, καλούμενοι Ούγγροι, Πατσινάκοι, Ούζοι, λαοί τουρκικής πάντες καταγωγής. Τούτων οι φοβερώτατοι υπήρξαν οι Ούγγροι, ή όπως αυτοί εαυτούς καλούσιν Μαδζάροι ή Μοδζάροι (Μαγιάροι). Ο τουρκικός ούτος λαός των Ούγγρων άγνωστον πότε και εκ τίνος ακριβώς χώρας τουρκικής της Μέσης Ασίας ορμηθείς ήλθεν εις την Ανατολικήν Ευρώπην, ένθα, αφού επί τινα χρόνον διετέλεσεν υπό την κυριαρχίαν των ομοφύλων τούρκων Χαζάρων, προυχώρησε δυτικώτερον, εις τας νοτιοδυτικάς χώρας της νυν Ρωσίας (περί τας αρχάς του 9 αιώνος), χωριζόμενος από των Γερμανών διά των Σλαυικών λαών των οικούντων προς ανατολάς της Γερμανίας. Οι Σλαύοι ούτοι διά της Μεγάλης Μεταναστεύσεως των λαών απεώσθησαν από των ένδον της νυν Ρωσίας προς δυσμάς επί τους Γερμανικούς λαούς και υπό τούτων επί το ελληνικόν κράτος. Ο Κάρολος ο Μέγας, ούτινος το κράτος περιελάμβανε πάσαν την Γερμανίαν, ήλθεν εις συνάφειαν εχθρικήν προς τους Σλαύους, καθ' ών πολεμήσας κατέλιπε παρ' αυτοίς όνομα μέγα και φοβερόν συνώνυμον προς το του ισχυρού ηγεμόνος (ίδ. σημ. 109). Αλλ' οι πολυώνυμοι ούτοι Σλαύοι, οι οικούντες ανατολικώτερον της Γερμανίας και κατέχοντες πάσας σχεδόν τας προς ανατολάς του Άλβιος χώρας, της νυν Γερμανίας (ολόκληρον σχεδόν την Πρωσσίαν, ής το όνομα είναι Σλαυικόν, και μέγα μέρος της νυν Σαξονίας), επί των ασθενών διαδόχων του Καρόλου ήρξαντο ποιούμενοι δεινάς επιδρομάς επί τας Γερμανικάς, χώρας, τινές δε των Σλαυικών φυλών, οι Μοραυοί, ίδρυσαν και ισχυρόν κράτος, όπερ, επί του ηγεμόνος Ζβεντεπόλδου, εξετάθη και επί την Βοημίαν και Παννονίαν και μέχρι της νυν Σερβίας και των οχθών της Αδριατικής. Ο Λουδοβίκος ο Γερμανός, ο πρώτος βασιλεύς της Γερμανίας, και οι διάδοχοι αυτού δεινούς διεξήγαγον πολέμους εναντίον των Σλαύων, ιδίως εναντίον του μνημονευθέντος Ζβεντεπόλδου, αποθανόντος διαρκούντων έτι των πολέμων τούτων (895).

Μετά τον θάνατον του Ζβεντεπόλδου επί των ασθενών διαδόχων αυτού το κράτος το Μοραυικόν διενεμήθη μεταξύ άλλων μικροτέρων Σλαυικών Κρατών (Βοημίας, Πολωνίας) και των Ούγγρων. Καθόλου δε οι Σλαύοι ούτως εταπεινώθησαν υπό των Γερμανών κατά τον επόμενον (10) αιώνα, ιδίως επί του Όθωνος, ώστε το όνομα αυτών εκ των συχνών εξανδραποδισμών, ούς έπαθον, κατέστη συνώνυμον παρά τοις Ευρωπαίοις προς το ανδράποδον (esclave, Sklave = δούλος). (119) Από του 9 μ. Χ. αιώνος οι Σλαύοι της Μοραυίας περιήλθον κατά μικρόν εις τον Χριστιανισμόν διά των Ελλήνων ιεραποστόλων Μεθοδίου και Κυρίλλου. Αλλ' η εντελής παρ' αυτοίς και παρά τοις άλλοις Σλαυικοίς λαοίς του βορρά (πλην των Ρώσων) επικράτησις του χριστιανισμού υπήρξεν έργον των Γερμανών μετά αιώνας κατορθωθέν. Διά του χριστιανισμού δε και διά Γερμανικών αποικισμών οι πλείστοι των βορείων τούτων Σλαύων εξεγερμανίσθησαν ολοσχερώς. (120) Αλλ' η κατάλυσις του Μοραυικού κράτους είχεν ολέθρια αποτελέσματα εις τε την Γερμανίαν και την Ευρώπην. Οι Ούγγροι, οι βαρβαρώτατοι πάντων των τέως εξ Ασίας εις την Ευρώπην εισβαλόντων λαών, εξαιρουμένων των Ούννων και των Βουλγάρων, και προς τους δύο μόνον τούτους λαούς δυνάμενοι να συγκριθώσι κατά την βαρβαρότητα και αγριότητα, ήλθον νυν εις άμεσον συνάφειαν προς την Γερμανίαν. Αυτός ο βασιλεύς της Γερμανίας Αρνούλφος ο του Λουδοβίκου του Γερμανού υιός, πολεμών εναντίον των Μοραυών, είχε καλέσει τους Ούγγρους εις βοήθειαν αυτού εναντίον του Ζβεντοπόλδου. {162} Αλλ' οι Ούγγροι, οι συμπράξαντες τοις Γερμανοίς προς κατάλυσιν της των Σλαύων Μοραυών δυνάμεως, μετά την κατάλυσιν του κράτους τούτου επέπεσον επ' αυτούς τους Γερμανούς. Επτά φυλαί Ουγγρικαί υπό επτά φυλάρχους τεταγμένους υπό τον υπέρτατον φύλαρχον Αρπάδον, τον μέγαν θεωρούμενον γενάρχην των εν Ευρώπη Ούγγρων, εισήλασαν εις την Παννονίαν, ένθα προ αυτών είχον εισβάλει οι ομόφυλοι αυτών, αλλ' εχθρικώς αυτοίς διακείμενοι Πατσινάκοι. Πανταχού όθεν διήρχοντο τα Ουγγρικά στίφη, έφερον την καταστροφήν και ερήμωσιν, ως πρότερον οι Ούννοι. Και το γραφόμενον περί αυτών υπό των συγχρόνων, ότι έτρωγον τα πτώματα των υπ' αυτών φονευομένων και έπινον το αίμα αυτών, καν θεωρηθή ως υπερβολή αφισταμένη της αληθείας, μαρτυρεί ουδέν ήσσον τίνα φρίκην ενεποίει εις τους τότε Ευρωπαίους το όνομα των Ούγγρων. Αι επιδρομαί αι Ουγγρικαί εξετάθησαν καθ' όλην την νότιον Γερμανίαν εξικνούμεναι μέχρι Ιταλίας και Γαλλίας και Λοθαριγγίας και βραδύτερον μέχρι Μοραυίας και Σαξονίας. Τρεις μεγάλαι Γερμανικαί στρατιαί κατεστράφησαν αλλεπαλλήλως. Ουδείς δε πλέον Γερμανός πολεμιστής ετόλμα ν' αντιμετωπίση την αγρίαν ορμήν των φοβερών στρατιών του Αρπάδου. Μάτην οι Γερμανοί επίσκοποι εκήρυξαν τας πρώτας σταυροφορίας εναντίον των Ούγγρων, μάτην επί του βασιλέως Λουδοβίκου του παιδός εκηρύχθη θανατική ποινή κατά παντός Γερμανού μη προσερχομένου υπό τας σημαίας. Οι Ούγγροι, επί ικανόν χρόνον εξηκολούθουν ατιμώρητοι τας σφαγάς, τους εμπρησμούς και τους εξανδραποδισμούς αυτών. Πρώτος ο βασιλεύς της Γερμανίας Ερρίκος Α', ως είδομεν, εδάμασεν οπωσούν την ορμήν των Ούγγρων (121), ο δε Όθων Α' μετά την μεγάλην καταστροφήν, ήν επήνεγκεν αυτοίς τω 955, έθηκε τέρμα εις τας Ουγγρικάς επιδρομάς. Έκτοτε οι Ούγγροι περιωρίσθησαν κατά μικρόν εν ταις μέχρι νυν υπ' αυτών οικουμέναις χώραις, και, αφού εξ ανάγκης έπαυσαν τας επιδρομάς, επεδόθησαν εις ειρηνικάς εργασίας, γενόμενοι ποιμένες και γεωργοί. Κατά δε τον επόμενον αιώνα ίδρυσαν βασίλειον, ούτινος ο πρώτος βασιλεύς Στέφανος Α' (997-1038) κατέστη και απόστολος των Ούννων γενόμενος χριστιανός και προσαγαγών τον λαόν αυτού εις τον Χριστιανισμόν, κληθείς δε Αποστολική Μεγαλειότης (ίδε σημ. 12). Είναι δε οι Ούγγροι πλην των εξ αρχαιοτάτων χρόνων εν Ευρώπη οικούντων Φιννικών Τουρκικών λαών (ίδε σελ. 155), ο μόνος εξ Ασίας εις Ευρώπην μεταναστεύσας Τουρκικός λαός, διατηρηθείς αμιγής σχεδόν Τουρκικός και διατηρών την Τουρκικήν αυτού γλώσσαν (122), καταταχθείς δε εις την χορείαν των χριστιανικών πεπολιτισμένων Ευρωπαϊκών λαών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.

Η ΕΥΡΩΠΗ ΜΕΤΑ ΤΟΝ 8 Μ. Χ. ΑΙΩΝΑ

1. Ο Μεσαιωνικός βίος υπό καθόλου έποψιν. — Στοιχεία κοινωνικής, πολιτικής, θρησκευτικής και ηθικής αναπτύξεως εν τω Μεσαίωνι κατά την Δυτικήν Ευρώπην.

Ο νέος εν Ευρώπη μετά την Μεγάλην Μετανάστευσιν των Λαών και την κατάλυσιν του Ρωμαϊκού κράτους εν τη Δύσει παραχθείς βίος, η νέα ούτως ειπείν Ευρώπη, μετά τεσσάρων αιώνων περίπου (από του 5 μέχρι του 9) έλαβεν επί τέλους περί τα τέλη του 8 αιώνος ωρισμένην μορφήν και χαρακτήρα και στερεάν βάσιν και αφετηρίαν αναπτύξεως. Ο σχηματισμός του μεγάλου Φραγκογερμανικού κράτους του Καρόλου, αύτη η εν τη ιστορία εμφάνισις του μεγάλου τούτου ανδρός και ηγεμόνος και τα πολλά και μεγάλα έργα αυτού, η δι' αυτού εν μορφή Φραγκορωμανική ανόρθωσις της δυτικής αυτοκρατορίας, η διάδοσις του Χριστιανισμού εις άπαντα τον Φραγκορωμανικόν και Γερμανικόν Ευρωπαϊκόν κόσμον, η διά των Ελλήνων εν Ανατολή και των Φράγκων εν τη Δύσει κατορθωθείσα αναχαίτισις του μωαμεθανισμού εν Ευρώπη, η επίδοσις της παπικής εξουσίας και η συνείδησις της ενότητος του Χριστιανικού κόσμου, ήν έλαβον οι λαοί διά των δύο ανωτάτων αρχών, της αυτοκρατορικής και της παπικής, ταύτα πάντα απετέλεσαν τα γενικά στοιχεία του Ευρωπαϊκού βίου και της ιστορικής αναπτύξεως. Αι μετά τον Μέγαν Κάρολον από των αρχών του 9 αιώνος αρξάμεναι νέαι από Βορρά και Νότου και Ανατολών βαρβαρικαί επιδρομαί των Νορμανδών, Αράβων και Ούγγρων έσεισαν μεν ισχυρώς το νέον οικοδόμημα, αλλά δεν εκλόνησαν, ουδ' ανέτρεψαν αυτό. Τουναντίον μάλιστα δύο των επιδρομέων τούτων, οι Νορμανδοί και οι Ούγγροι, εισήλθον μετ' ολίγον εις τον νέον χριστιανικόν Ευρωπαϊκόν βίον και απετέλεσαν ισχυρά ερείσματα αυτού. {164} Η δε υπό του καθόλου Μωαμεθανισμού κατά τον 7 και 8 αιώνα γενομένη από των δύο σκελών της Ευρώπης (της Ελληνικής και της Ιβηρικής χερσονήσου) ισχυρά διάσεισις της ανεγειρομένης Χριστιανικής Ευρώπης εν τη αποτυχία αυτής απέδειξε την μεγάλην στερεότητα του κορμού. Ούτως η νέα Ευρώπη και μετά τας ισχυράς, αλλά παροδικάς θυέλλας του 9 και 10 αιώνος, ηκολούθησε στερρώς την ιστορικήν εξέλιξιν, ής τα στοιχεία υπό γενικήν μορφήν εσκιαγραφήσαμεν εν τοις έμπροσθεν. Ενταύθα πραγματευόμεθα περί τινων ιδιαιτέρων στοιχείων και θεσμών του μεσαιωνικού Ευρωπαϊκού βίου, και εν πρώτοις περί του κοινωνικού και πολιτειακού συστήματος του φεουδαλισμού ή τιμαριωτισμού.

2. Φεουδαλισμός.

Φεουδαλισμός καλείται το σύστημα το κοινωνικόν και πολιτειακόν της κληρονομικής αριστοκρατίας της συνδεομένης μετά κληρονομικής εξουσίας, επί ωρισμένης χώρας εκάστου μεγάλου ευπατρίδου. Ούτω διά του φεουδαλικού πολιτεύματος το κράτος συγκροτείται από πολλών ιδιαιτέρων κρατών _φεούδων_ (123) ή _τιμαρίων_ καλουμένων, ών οι άρχοντες εισι και λέγονται ηγεμόνες _υποτελείς_ (vassal, vassaux) προς το όλον κράτος και τον ηγεμόνα αυτού, όντα και καλούμενον κυρίαρχον ή υπέρτατον άρχοντα, (suzerain). Ο φεουδαλισμός ή τιμαριωτισμός είναι συνήθως αποτέλεσμα κατακτήσεως συστηματικής, διότι εν ταύτη η κυριευομένη γη διανέμεται εις τους καταλαμβάνοντας αυτήν διά του ξίφους αυτών. Εν Ευρώπη το σύστημα τούτο παρήχθη μετά την υπό των βαρβάρων Γερμανών κατάληψιν Ρωμαϊκών χωρών, και είχεν αναπτυχθή ήδη προ του Καρόλου του Μεγάλου εν τε τω Φραγκικώ κράτει και εν άλλοις Γερμανικοίς κράτεσιν. Ο Κάρολος επειράθη να καταλύση αυτό διοργανώσας το μέγα Φραγκογερμανικόν αυτού κράτος διοικητικώς ούτως, ώστε πάντες οι διοικηταί ή, ως ελέγοντο Λατινιστί, comites (124), κόμητες, εισίν απλώς ανώτεροι λειτουργοί του κράτους, ουχί κληρονομικοί. Αλλ' επί των διαδόχων αυτού επανήλθεν ισχυρότερον το σύστημα και διωργανώθη συστηματικώς. Ούτως εν παντί κράτει υπό τον ανώτατον άρχοντα _ρήγα_ ή βασιλέα υπήρχεν η πρώτη τάξις ευγενών γερμανιστί μεν λεγομένων Herzog, λατινιστί δε dux (δουξ), υπό τούτους οι κόμητες γερμανιστί δηλούμενοι διά του αρχαίου γερμανικού ονόματος Graf = άρχων δικαστής, μεταξύ δε των δουκών και των κομήτων οι κόμητες των ορίων, επί του Καρόλου, οι έχοντες μείζονα εξουσίαν των συνήθων κομήτων καλούμενοι μαρκήσιοι, (Γερμανιστί Markgrafen, Γαλλιστί marquis εκ της Γερμανικής λέξεως mark = όριον), υπό τους κόμητας οι _βαρώνοι_ (125), οι αποτελούντες την τελευταίαν και πολυπληθεστάτην τάξιν των φεουδαρχών, άρχοντες ούτοι απ' ευθείας των αγροτών ή των δουλοπαροίκων (Serf). Υπήρχον δε εν εκάστω ανωτέρου βαθμού φεούδω, οίον εν δουκάτω, φεουδάρχαι κατωτέρου βαθμού μαρκήσιοι ή κόμητες, και υπό τούτους βαρώνοι. {165} Και αυτοί δε οι ανώτατοι άρχοντες ή βασιλείς είχον ίδια φέουδα περιέχοντα κομητίας ή βαρωνίας ιδίας, και εις αυτά μικρά ή μεγάλα (ενίοτε ελάσσονα ή τα των ισχυρών υποτελών) περιωρίζετο η πραγματική αυτών κτήσις. Τα φέουδα ήσαν κληρονομικά, κληρονομούμενα και κατ' ιδίους νόμους φεουδαλικούς. Τα ένεκεν ελλείψεως κληρονόμων κενά μένοντα φέουδα διένεμεν ο ανώτερος φεουδάρχης, συνήθως δε ο ανώτατος, ήτοι ο βασιλεύς, εις άλλους ευγενείς. Η διανομή εγίνετο εν ταις γενικαίς συνόδοις των ευγενών. Εν τω φεουδαλικώ κτήματι ουδείς φεουδάρχης ηγεμών ήτο απολύτως ελεύθερος και ανώτατος άρχων ή κυρίαρχος (souverain εκ του μεσαιωνικού Λατινικού superanus = supremus) πλην των βασιλέων. Και παν φέουδον (δουκάτον τι λ. χ.), και πράγματι ανεξάρτητον αν ήτο, συνεδέετο πάντοτε, ως υποτελές, κατά θεωρίαν προς το βασίλειον. Αλλά κατά τας μετά του φεουδαλικού συστήματος συνδυασθείσας θρησκευτικάς και πολιτικάς θεωρίας της Μεσαιωνικής Ευρώπης, ουδ' οι βασιλείς (οι ρήγες δηλονότι re, roi ή k2onig καλούμενοι Ευρωπαίοι άρχοντες, ουχί ο εν Κωνσταντινουπόλοι _βασιλεύς_ και αυτοκράτωρ Ρωμαίων) ήσαν κυρίαρχοι (souverain), διότι δύο μόνον υπήρχον, κατά τας θεωρίας ταύτας, εν τω Χριστιανικώ βασιλείω αληθείς και νόμιμοι κυρίαρχοι, ο πάπας και ο αυτοκράτωρ, εκπροσωπών εκάτερος την ετέραν των μαχαιρών του Ευαγγελίου, αίτινες εθεωρούντο αναφερόμεναι εις την πνευματικήν και κοσμικήν εξουσίαν. Και τοιαύτη μεν ιδέα επί του Καρόλου του Μεγάλου είχε σημασίαν πραγματικήν κατά μέγιστον μέρος• αλλ' επί των διαδόχων αυτού το αυτοκρατορικόν αξίωμα ελάμβανον πολλάκις οι ασθενέστεροι του οίκου. Ότε δε από του Όθωνος Α' το αυτοκρατορικόν αξίωμα συνεδέθη διαρκώς μετά του αξιώματος του βασιλέως της Γερμανίας, ούτε οι της Γαλλίας βασιλείς (καίπερ του βασιλείου τούτου προελθόντος εκ της Φραγκογερμανικής αυτοκρατορίας του Καρόλου, ής κληρονόμοι εθεωρούντο νυν οι βασιλείς της Γερμανίας) ούτε άλλοι βασιλείς της Ευρώπης ανεγνώριζον την κυριαρχίαν του αυτοκράτορος του αγίου Ρωμαϊκού κράτους του Γερμανικού έθνους. Μόνοι οι βασιλείς της Βοημίας (οίτινες άλλως έλαβον το βασιλικόν αξίωμα παρά των Γερμανών αυτοκρατόρων του αγίου Ρωμαϊκού κράτους) και οι βασιλείς της Ουγγαρίας παροδικώς ανεγνώριζον την κυριαρχίαν του λεγομένου Ρωμαίου αυτοκράτορος της Δύσεως (εν τη βορείω Ιταλία αυτός ο ίδιος αυτοκράτωρ ήτο πάντοτε βασιλεύς, ίδε σ. 151-152). Μεθ' όλα ταύτα θεωρητικώς ο αυτοκράτωρ ήτο ο μόνος κυρίαρχος, ηγεμών του Χριστιανικού κόσμου, υπέρτατος πάντων των άλλων ηγεμόνων, έχων πάντας κατά θεωρίαν _υποτελείς_, καίπερ μη τελούντας φόρον, και μόνον ούτος έφερε την μεγαλειότητα του Ρωμαϊκού λαού (majestas populi Romani), την από του Ρωμαϊκού λαού και των αυτοκρατόρων αυτού κληρονομηθείσαν τιμήν της Μεγαλειότητος (Majestas, Sacera Majestas = αγία μεγαλειότης) (126). Και ουδείς φεουδάρχης, εννοείται δουξ, ηδύνατο να λάβη το αξίωμα του βασιλέως και να προσαγορεύηται βασιλεύς, αν μη ανεγνωρίζετο υπό του Αυτοκράτορος, εννοείται και υπό του Πάπα. Αλλά και του Αυτοκράτορος η εξουσία, κατά τας παπικάς αξιώσεις, ήτο απλούν τι σεληναίον φως, δάνειον του φωτός του ηλίου, της μόνης υπερτάτης εν τω Χριστιανικώ Παπισμώ εξουσίας, της παπικής. Και ο Πάπας, ο αξιών ότι ήτο Τοποτηρητής του Χριστού, ιδιοποιείτο και την εξουσίαν του διορίζειν και αναγορεύειν αυτοκράτορας (ούς αυτός μόνος έχριεν). Εντεύθεν μεταξύ των δύο υπερτάτων εξουσιών του Χριστιανικού κόσμου υπήρχον σπέρματα ερίδων και συγκρούσεων, αίτινες κατά καιρούς, ως θέλομεν ιδεί, έλαβον μεγάλας διαστάσεις.

Το φεουδαλικόν κοινωνικόν και πολιτειακόν σύστημα εγένετο μεν πάροχον αγαθού τινος εις τον βίον τον μεσαιωνικόν, διότι εδημιούργησε πολλά κέντρα κυβερνήσεων και διοικήσεων πατρικών, αλλά επιβλαβώς επί μακρόν επέδρασεν επί την ανάπτυξιν την πολιτικήν και κοινωνικήν διότι μέγιστον μέρος του λαού κατεδίκασεν εις δουλοπαροικίαν, εκώλυσε την ανάπτυξιν μεγάλων πόλεων και δημοτικών και πολιτικών ελευθεριών, έτι δε και την ανάπτυξιν της εμπορίας και βιομηχανίας (διότι οι δουλοπάροικοι ήσαν αγρόται), και μάλιστα της συγκοινωνίας (127), περιώρισε δε την παίδευσιν και πάσαν υψηλοτέραν ανάπτυξιν εις μόνην την αριστοκρατίαν.

3. Ιπποτισμός.

Μετά του φεουδαλισμού συνδέεται εν μέρει και ο ιπποτισμός. Ο ιπποτισμός ήτο κυρίως στρατιωτική υπηρεσία, _ιππότης_ δε (chevalier γαλλιστί, γερμανιστί Ritter) ελέγετο ο στρατιώτης ο έφιππος. Καθ' όν δε χρόνον εν Ευρώπη ο φεουδαλισμός κατέστρεψε πάσαν λαϊκήν ελευθερίαν και διήρεσε τους ανθρώπους εις ευγενείς και δουλοπαροίκους, μόνη τάξις πολιτών ελευθέρα έμεινε των πολεμιστών και δη των ιπποτών, διότι τέλειος στρατιώτης ήτο ο ιππότης μεθ' όλης αυτού της στρατιωτικής πανοπλίας. Συνεδυάσθη δε ο ιπποτισμός μετά του φεουδαλικού συστήματος κατά τρόπον τοιούτον, ώστε πας ιππότης ήτο και μικρός τις τιμαριούχος, έχων μικρόν τι τιμάριον ήτοι κτήσιν γης μικράν, λαμβάνων αυτήν παρ' οιουδήποτε φεουδάρχου δι' αμοιβήν της προς αυτόν στρατιωτικής υπηρεσίας. Εντεύθεν ο ιππότης απετέλεσε κατά μικρόν τάξιν τινά ευγενείας, την κατωτάτην ευγένειαν. Επειδή δε η εις την τάξιν των ιπποτών είσοδος ήτο ουχί λίαν δυσχερής, και είχον το δικαίωμα τούτο προ πάντων οι εν τη οικιακή και στρατιωτική υπηρεσία των ηγεμόνων υπηρετούντες αυλικοί θεράποντες, ο αριθμός των ιπποτών ηυξάνετο εν πάσαις ταις χώραις αποτελών δεσμόν τινα μεταξύ της φεουδαλικής αριστοκρατίας και των πολλών υπηκόων ή μάλλον υποδούλων λαών. Αλλ' οι ιππόται, ενώ κοινωνικώς απετέλουν την κατωτάτην τάξιν της ευγενείας, ηθικώς εξεπροσώπουν την αρίστην και τελείαν. Ου μόνον διότι η ανδρεία εθεωρείτο, ως πάντοτε, ούτω προ πάντων εν τω Μεσαίωνι, ως κύριον γνώρισμα ευγενείας, πας δε ιππότης εθεωρείτο τύπος τέλειος ανδρείου, αλλά προ πάντων διότι αυτός ο βίος του ιππότου συνεδυάσθη μετ' επιτηδεύσεως ηθικών αρετών. Ούτω προσόν μέγα και γνώρισμα ανδρείου ιππότου εθεωρείτο ουχί απλώς τα ανδρείως μάχεσθαι εν πολέμοις, αλλά και το υπερασπίζειν πανταχού το δίκαιον, ιδίως το δίκαιον του ασθενούς εναντίον του ισχυρού, το προστατεύειν τον ασθενή και πένητα εναντίον της βίας των ισχυρών, το λέγειν πάντοτε την αλήθειαν, το τηρείν απαράτον τον λόγον της υποσχέσεως, το εμμένειν πιστώς εν τη φιλία.

{168} Επειδή η θρησκεία είχεν εν τω Μεσαίωνι μεγάλην ροπήν εφ' άπαντα τον βίον, και ο ιπποτισμός εθεωρήθη χριστιανική αρετή και ο ιππότης τέλειος χριστιανός πολεμιστής, καθόσον αι αρεταί του ιπποτικού βίου εθεωρούντο συμφωνόταται προς τα του Ευαγγελίου και της χριστιανικής Εκκλησίας ηθικά παραγγέλματα. Ούτω δε διεμορφώθη κατά μικρόν ίδιος βίος ιπποτικός, υπό ιδιαιτέρων ηθικών κανόνων διεπόμενος. Εφιλοτιμούντο δε και οι μεγάλοι φεουδάρχαι και αυτοί οι βασιλείς και αυτοκράτορες να επιτηδεύωσιν αρετήν ιπποτικήν και να λέγωνται ιππόται. Εντεύθεν δ' ο ιπποτικός βίος ελαβεν αίγλην τινά και γοητείαν ηθικήν παρεμφερή προς την του αρχαίου ηρωικού κόσμου (128) και εγένετο υπόθεσις ποιήσεως και φιλολογίας, ιδίως της ρωμαντικής (ίδ. κατωτέρω). Κατά τους χρόνους δε των σταυροφοριών (ίδ. κατωτέρω), ότε χρέος παντός χριστιανού εθεωρείτο να στρατεύη εις τους αγίους τόπους αγωνιζόμενος εντεύθεν υπέρ του Τάφου του Χριστού και των άλλων ιερών και καθόλου υπέρ της χριστιανικής πίστεως, οι ιππόται επρωταγωνίστουν εν τω αγώνι τούτω. Εντεύθεν δε οι ιππόται εγένοντο και στρατιώται της πίστεως. Έλαβε δε τότε μεγίστην επίδοσιν ο ιπποτισμός και διότι συνεδυάσθη μετά του βίου του μοναχικού. Εκ του συνδυασμού δε τούτου παρήχθησαν τα διάφορα μοναχικά ιπποτικά τάγματα, έχοντα ιδίας στολάς και ίδια διακριτικά σημεία (παράσημα), διδόμενα εις τους κατατασσομένους εις το τάγμα. Τα τάγματα ταύτα, εν οίς η ιδιότης του στρατιώτου του Χριστού και της Εκκλησίας συνηνούτο μετά της του ιππότου μαχητού, μεγάλας προσήνεγκον υπηρεσίας εις τον Χριστιανισμόν και εν Παλαιστίνη και εν ταις βορείοις χώραις της Ευρώπης (εν Πρωσσία, Λιθουανία, εν ταις ακταίς καθόλου της Βαλτικής, ένθα διά τοιούτων ιπποτικών ταγμάτων διεδόθη ο Χριστιανισμός. Κατά μίμησιν δε των τοιούτων ταγμάτων ήρξαντο και ηγεμόνες και κυβερνήσεις να ιδρύωσι διάφορα τάγματα, στρατιωτικά μετά διαφόρων παρασήμων προς ανάπτυξιν στρατιωτικών αρετών. Επειδή δε και αφού από του 15 αιώνος και έπειτα ο ιπποτισμός ο στρατιωτικός έπεσεν ένεκα της εν τοις όπλοις χρήσεως της πυρίτιδος και της υπεροχής ήν έλαβεν έκτοτε το εκηβόλον όπλον και της εντεύθεν προελθούσης ελαττώσεως της αξίας της προσωπικής ανδρείας, ιππότης εσήμαινεν ηθικώς πάντοτε τον ηθικώς γενναίον και χρηστόν άνδρα, ιδρύθησαν και ιπποτικά τάγματα, ού τα παράσημα απενέμοντο και απονέμονται εις μη στρατιωτικούς, αλλ' εις πάντα χρηστόν και γενναίον άνδρα, εκτιμώμενον υπό του ηγεμόνος ή υπό της πολιτείας και αμειβόμενον διά του παρασήμου τοιούτου τινός τάγματος (129).

Εκ των ειρημένων εννοείται ότι ο ιπποτισμός, αντιθέτως προς τον φεουδαλισμόν, υπήρξε στοιχείον λίαν ευεργετικόν και εκπολιτιστικόν υπό καθόλου έποψιν, διότι συνδυάσαν τας στρατιωτικάς αρετάς και τον φεουδαλικόν βίον προς τας αρετάς τας πολιτικάς, ηθικάς και θρησκευτικάς και εξευγενίσαν εν μέρει τον Μεσαιωνικόν βίον έδωκεν αυτώ μορφήν και αίγλην ποιητικήν• εντεύθεν δε παρέσχε και ύλην και τροφήν εις την ποίησιν και φιλολογίαν (όπως ο αρχαίος Ελληνικός ηρωικός βίος παρήγαγεν ηρωικήν επικήν ποίησιν) και συνετέλεσεν εις την πρόοδον του Χριστιανισμού.

4. Ο βίος των πόλεων.