Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας
Part 14
Τα εν τη Δύσει αποτελέσματα της τοιαύτης επιδόσεως της παπικής εξουσίας θέλομεν ιδεί εν τη ιστορία των μετά τον Κάρολον χρόνων. Αλλ' εν Ανατολή, αντιθέτως προς τα εν τη Δύσει γινόμενα και κατ' αντίστροφον τούτοις αναλογίαν, εμειούτο διαρκώς το κύρος του επισκόπου Ρώμης. Διότι ούτος, μη προσέχων τον νουν εις την μεγάλην διαφοράν την υφισταμένην μεταξύ της Ελληνικής Ανατολής και της βαρβάρου Δύσεως και μη θέλων να εννοή τους πραγματικούς λόγους της εν τη Δύσει δυνάμεως αυτού, ήθελε να επιβάλη το μέγα εκείνο κράτος αυτού και εις την Ανατολήν. Αλλ' η Ανατολή ουδέν άλλο ήθελε να βλέπη εν τω Πάπα ή εκείνο, όπερ έβλεπε και ήτο το μόνον αληθές, επίσκοπον της πρεσβυτέρας Ρώμης, πρώτον εν ίσοις, ένα (και πρώτον εν τη σειρά) των πέντε πατριαρχών (Ρώμης, Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων), υπήκοον του αυτοκράτορος γενόμενον νυν αποστάτην, αναγορεύοντα αυθαιρέτως, καθ' υπέρβασιν των δικαιωμάτων αυτού, αυτοκράτορας εν τη Δύσει και σφετεριζόμενον ούτω δικαίωμα ανήκον εις τον μόνον νόμιμον κληρονόμον της αρχής του παγκοσμίου Ρωμαϊκού κράτους, τον εν Κωνσταντινουπόλει αυτοκράτορα. Η τοιαύτη τοσούτο διάφορος εν τη Ανατολή και εν τη Δύσει αντίληψις της εννοίας της παπικής αρχής συνδυαζομένη μετά της γενικής εξ ιστορικών αιτίων προερχομένης μεταξύ της Ελληνικής ή Ρωμαϊκής Ανατολής και της Λατινικής Δύσεως διαφοράς, και η ανίδρυσις δυτικής αυτοκρατορίας λεγομένης μεν Ρωμαϊκής, ούσης δ' αληθώς βαρβαρικής Φραγκικής, ηύρυνον διηνεκώς το μεταξύ Ανατολής και Δύσεως χάσμα, όπερ συνδυαζόμενον και μετά θρησκευτικών διαφορών και ερίδων συνεπλήρωσε το προ πολλού παρασκευαζόμενον μεταξύ της Ανατολικής και της Δυτικής Εκκλησίας Σχίσμα.
7. Οι διάδοχοι του Καρόλου. Αρχή του συστήματος της ευρωπαϊκής συμπολιτείας των κρατών.
Του μεγάλου αυτού κράτους διάδοχον κατέλιπεν ο Κάρολος τον υιόν αυτού Λουδοβίκον τον Ευσεβή (814-840). Επί της βασιλείας του αγαθού μεν και ευσεβούς και λογίου, αλλ' αδρανούς και ασθενούς χαρακτήρος αυτοκράτορος τούτου πολλαί συνέβησαν έριδες και ταραχαί εν τω αυτοκρατορικώ οίκω και τω κράτει. Οι πρεσβύτεροι υιοί και ο Λοθάριος και ο Λουδοβίκος εξηγέρθησαν κατά του πατρός ένεκα της υπό τούτου δεικνυομένης ευνοίας εις τρίτον τινά υιόν Κάρολον, και αι ταραχαί αύται δεν έπαυσαν ούτε μετά του κατά το 840 επελθόντος θανάτου του Λουδοβίκου. Διότι νυν οι νεώτεροι αδελφοί Λουδοβίκος και Κάρολος εξηγέρθησαν κατά του πρεσβυτάτου Λοθαρίου αμφισβητούντες αυτώ την επί του όλου κράτους αρχήν, και μετά πολλάς αιματηράς μάχας συνήψαν οι τρεις αδελφοί προς αλλήλους την περί ειρήνης συνθήκην του Βεροδούνου (843). Διά ταύτης το μέγα Φραγκογερμανικόν κράτος διηρείτο εις τρία ιδιαίτερα αυτοτελή κράτη, της ενότητος της δυτικής αυτοκρατορίας διατηρουμένης μόνον εν τη προσωνυμία τη αυτοκρατορική του πρεσβυτάτου (Λοθαρίου). Και ο μεν Λοθάριος, ο και Αυτοκράτωρ, έλαβεν εντεύθεν μεν των Άλπεων το κράτος της Ιταλίας ήτοι το πρώην Λαγγοβαρδικόν κράτος, όπερ ο Κάρολος είχεν ενώσει μετά του μεγάλου Φραγκικού κράτους, πέραν δε των Άλπεων πάσας περίπου τας μεταξύ του Ροδανού, Άραρος (Saône), Μεύσου και Σκάλδιος προς δυσμάς και του Ρήνου προς ανατολάς χώρας. Πάσας τας προς δυσμάς των ποταμών τούτων χώρας, ήτοι τα 2|3 περίπου της νυν Γαλλίας, έλαβεν ο Κάρολος (ο επικαλούμενος Φαλακρός)• πάσας δε περίπου τας εκείθεν του Ρήνου χώρας, τας ακραιφνώς Γερμανικάς, έλαβεν ο Λουδοβίκος, όστις διά τούτο εκλήθη _Γερμανός_. Και ο μεν Λοθάριος ετήρησε την προσωνυμίαν του αυτοκράτορος (imperator), ως δε ελέγετο τότε έτι Γερμανιστί Καίσαρος (Kaiser), εννοείται, του Ρωμαϊκού κράτους, οι δε αδελφοί αυτού βασιλείς υπό την Ευρωπαϊκήν έννοιαν του ονόματος τούτου (ήτοι rex roi και König), ο μεν Κάρολος της Φραγκίας (France) ή Γαλλίας (113), ο δε Λουδοβίκος της Γερμανίας. Εν τη τοιαύτη δε διαιρέσει του κράτους, ει και οι την τοιαύτην διανομήν προς αλλήλους ποιούμενοι αδελφοί ωρμώντο απλώς υπό φιλοκτημοσύνης και φιλαρχίας, ουδεμιάς ιδέας ή φρονήματος υψηλοτέρου εμφορούμενοι, όμως εκ της φύσεως αυτής και της λογικής των πραγμάτων υπήρχον σπέρματα της κατά έθνη και φυλάς δημιουργίας μεγάλων κρατών και αρχή λεληθυία του κατά μικρόν αναπτυχθέντος συστήματος της συμπολιτείας των Ευρωπαϊκών κρατών, ήτις μέχρι σήμερον είνε η εδραία βάσις του πολιτειακού βίου της Ευρώπης. Έκαστον δηλονότι των τριών κρατών είχε και σπέρματα ιδίας εθνότητος, το μεν του Λοθαρίου (το εν Ιταλία) της Ιταλικής, το του Καρόλου της Γαλλικής, το δε του Λουδοβίκου της Γερμανικής (114).
Ούτως ο οίκος του Καρόλου του Μεγάλου διηρέθη εις τρεις δυναστικούς οίκους. Τούτων ο μεν του Λοθαρίου μετά την αποχώρησιν αυτού από του θρόνου (855) διηρέθη εις τρία ελάσσονα κράτη υπό τους τρεις υιούς αυτού Λουδοβίκον Β' (λαβόντα την Ιταλίαν και το αυτοκρατορικόν αξίωμα, ή μάλλον την προσωνυμίαν), Λοθάριον Β' (λαβόντα την απ' αυτού Λοθαριγγίαν κληθείσαν χώραν• ούτω καλείται μέχρι νυν μέρος της πάλαι μεγάλης Λοθαριγγίας) και Κάρολον (λαβόντα την Προβηγγίαν ή Βουργουνδίαν). Και ο μεν οίκος του Λοθαρίου εξέλιπεν ήδη τω 875. Αι δε χώραι αι εκτός των Άλπεων αι αποτελούσαι το κράτος τούτο, απαρτίσασαι μικρά κράτη, κατελήφθησαν συν τω χρόνω άλλαι υπό του Γερμανικού κράτους, άλλαι υπό του Γαλλικού. Η Ιταλία, δηλαδή το εν Ιταλία Φραγκικόν κράτος, απετέλεσεν ίδιον κράτος υπό διαφόρους ηγεμόνας. Εν Γερμανία ο οίκος του Καρόλου εξέλιπε τω 911, εν δε Γαλλία διήρκεσε μέχρι του 987. Ώστε εκ της διαλύσεως του κράτους, του Καρόλου δύο μεν προέκυψαν κράτη μεγάλα, το Γερμανικόν και το Γαλλικόν, πολλά δε μικρά, εν οίς το αξιολογώτερον ην το της Ιταλίας. Το αυτοκρατορικόν αξίωμα ελάμβανεν ο εξ οιουδήποτε των κρατών τούτων κατορθών να λάβη αυτό. {151} Αλλ', αφού ο οίκος του Καρόλου εξέλιπεν εν Γερμανία, οι βασιλείς της χώρας ταύτης υπό νέαν δυναστείαν κατώρθωσαν να ενώσωσι το αξίωμα του αυτοκράτορος μετά του αξιώματος του βασιλέως της Γερμανίας.
8. Το Γερμανικόν κράτος και η νέα αυτοκρατορία.
Του Γερμανικού κράτους η αρχή είναι, καθώς είδομεν, το κράτος του Λουδοβίκου του Γερμανού, υιού του Λουδοβίκου Α' του Ευσεβούς και εγγόνου του Καρόλου του Μεγάλου. Είπομεν δε ότι η δυναστεία του Λουδοβίκου τούτου ήτοι ο εκ του Καρόλου του Μεγάλου καταγόμενος εν Γερμανία βασιλικός οίκος εξέλιπε τω 911 μετά του Λουδοβίκου του Παιδός καλουμένου. Τότε οι ιδιαίτεροι ηγεμόνες των διαφόρων Γερμανικών φυλών και τόπων απέστησαν οριστικώς από του εν Γαλλία έτι βασιλεύοντος οίκου του Καρόλου και εξέλεξαν ένα εξ εαυτών ως βασιλέα της Γερμανίας (912), τον δούκα της Φραγκονίας Κορράδον Α'. Μετά τούτον δε (αποθανόντα τω 918) εξελέγη βασιλεύς ο της Σαξονίας δουξ Ερρίκος ο Ορνιθοθήρας βασιλεύσας ισχυρώς μέχρι 936 και πολεμήσας εναντίον του τότε από της Ασίας επιδραμόντος εις την Ευρώπην βαρβάρου Τουρκικού έθνους των Ούγγρων ή Μαγιάρων. {151} Τον Ερρίκον διεδέξατο ως βασιλεύς των Γερμανών ο υιός αυτού Όθων Α', ισχυρότατος ηγεμών, όστις κατανικήσας ολοσχερώς τους Ούγγρους (955) παρά την Αυγούσταν της Βαυαρίας έθηκε τέρμα οριστικόν εις τας επί την Γερμανίαν επιδρομάς του λαού τούτου. Ο γενναίος ούτος βασιλεύς των Γερμανών ήνωσεν, όπως ο Κάρολος ο Μέγας, μετά του κράτους αυτού (962) το λεγόμενον βασίλειον της Ιταλίας (το περιλαμβάνον κυρίως την άνω Ιταλίαν), όπερ, αφού εξέλιπεν εν Ιταλία ο οίκος του Καρόλου (τω 875 ο εξ αρρενογονίας ευθύς κλάδος, τω δε 923 ο εκ θηλυγονίας πλάγιος κλάδος), ήτο μήλον έριδος μεταξύ των διαφόρων εγχωρίων της Άνω Ιταλίας μικρών ηγεμόνων. Επειδή δε ο της Ιταλίας ταύτης βασιλεύς ελέγετο και αυτοκράτωρ, ο Όθων μετά της προσωνυμίας του βασιλέως της Ιταλίας έλαβε και το αξίωμα ή την τιμητικήν προσωνυμίαν του αυτοκράτορος του Ρωμαϊκού κράτους. Έκτοτε τα τρία αξιώματα του βασιλέως των Γερμανών, βασιλέως της Ιταλίας και αυτοκράτορος του Ρωμαϊκού κράτους συνεδέθησαν αδιαρρήκτως προς άλληλα, και πας Γερμανός βασιλεύς, είτε διά κληρονομίας λαμβάνων το αξίωμα τούτο είτε δι' εκλογής (115), εγίνετο και βασιλεύς της Ιταλίας περιτιθέμενος συνήθως εν Μεδιολάνω το στέμμα το Λαγγοβαρδικόν το καλούμενον Σιδηρούν (116) , είτα δε μεταβαίνων εις Ρώμην εχρίετο υπό του Πάπα αυτοκράτωρ του Αγίου Ρωμαϊκού κράτους (imperator sancti imperii Romani), όπερ από του χρόνου τούτου ωνομάζετο και άγιον Ρωμαϊκόν κράτος του Γερμανικού έθνους. {152} Ο Όθων Α' ακολουθών τω παραδείγματι του Καρόλου του Μεγάλου εζήτησε την αναγνώρισιν του αυτοκρατορικού αυτού αξιώματος υπό του εν Ανατολή βασιλέως του Ελληνικού κράτους του «βασιλέως και αυτοκράτορος Ρωμαίων» και σύναψιν κηδεστίας προς τον οίκον τον αυτοκρατορικόν της Ανατολής. Και κατ' αρχάς μεν απέτυχεν εν αμφοτέροις τοις διαβήμασι, διότι, όπως ο Κάρολος, ούτω και ο Όθων Α', ο Μέγας και ούτος επικληθείς, ένεκα της υπ' αυτού καταλήψεως μεγάλου μέρους της Ιταλίας περιήρχετο εις πολεμίας εν Ιταλία σχέσεις προς το ελληνικόν κράτος• αλλ' είτα επέτυχεν εν αμφοτέροις. Η Ελληνίς βασίλισσα Θεοφανώ (ίδ. κατωτέρω εν τη Βυζαντιακή ιστορία) εγένετο νύμφη του ομωνύμου υιού και διαδόχου του Όθωνος Α' (Όθωνος Β'). Ούτος, καίπερ ων στενός συγγενής του εν Κωνσταντινουπόλει αυτοκρατορικού οίκου, ακριβώς ένεκα της τοιαύτης συγγενείας περιήλθεν εις εχθρότητα εν τη Κάτω Ιταλία προς τους Έλληνας, ως έχων αξίωσιν να καταλάβη την χώραν ταύτην ως προίκα της γυναικός αυτού. Τον Όθωνα Β' (965-982) διεδέξατο ο από Θεοφανούς υιός αυτού Όθων Γ' (982- 1002) και τούτον έπειτα θανόντα διεδέξατο ο εξάδελφος αυτού (ανεψιός του Όθωνος Α' από αδελφού) Ερρίκος Β' (1002-1024), {153} μεθ' ού εξέλιπεν ο Σαξονικός οίκος. Επί των Οθώνων, ένεκεν των προς την αυλήν της Κωνσταντινουπόλεως συγγενικών σχέσεων, ήρξατο κατά πρώτον συγκοινωνία και επικοινωνία μεταξύ Ελλήνων και Γερμανών και διεδόθησαν εν Γερμανία τα πρώτα ασθενή σπέρματα της ελληνικής παιδεύσεως και των ελληνικών γραμμάτων. Τοιαύτη εν συντόμω η μέχρι του 11 μ. Χ. αιώνος ιστορία του περί τα μέσα του 9 αιώνος εκ της διαλύσεως του μεγάλου Φραγκικού κράτους προκύψαντος Γερμανικού.
9. Η Γαλλία κατά τον 9 και 10 αιώνα.
Το βασίλειον της Γαλλίας (France) εδημιουργήθη, ως είδομεν, ως τμήμα ιδιαίτερον αυτοτελές του μεγάλου Φραγκικού κράτους του Καρόλου του Μεγάλου, του διαλυθέντος κατ' ουσίαν τω 843 διά της συνθήκης του Βεροδούνου. Μετά τον Κάρολον τον Φαλακρόν, όστις είναι ο πρώτος εκ του οίκου του Καρόλου βασιλεύς του νέου κράτους, εβασίλευσαν ασθενώς από του 877-987 (ως βασιλείς της Γαλλίας) ο υιός αυτού Λουδοβίκος Β' ο Τραυλός, και οι εγγονοί Λουδοβίκος Γ' και Καρλόμανος και Κάρολος ο Απλούς, Λουδοβίκος Δ' Λοθάριος, Λουδοβίκος Ε' ο επικαλούμενος Σαπρός (986), μεθ' ού τω 987 εξέλιπε και εν Γαλλία, πολλώ βραδύτερον ή εν Ιταλία και Γερμανία ο οίκος του Καρόλου του Μεγάλου. Τότε δε Ούγων ο Καπέτος, ιδιαίτερος ηγεμών των Παρισίων, εξελέγη υπό των ηγεμόνων των Γαλλικών χωρών βασιλεύς της Γαλλίας. Και ούτω μεν έχει μέχρι του 1000 μ. Χ. η ιστορία της Δύσεως εν τοις τρισίν εκ του Φραγκικού κράτους παραχθείσιν Ευρωπαϊκοίς κράτεσι, Γερμανία, Ιταλία και Γαλλία. Νυν δε μεταβαίνομεν εις την ιστορίαν των άλλων Ευρωπαϊκών χωρών.
10. Ιστορία της Αγγλίας από του 449 μέχρι 1066 μ. Χ.
Το Αγγλικόν κράτος ιδρύθη, ως είδομεν, τω 449 υπό των εκ Γερμανίας εις την Βρεττανίαν ελθόντων Αγγλοσαξόνων των συνήθως καλουμένων Άγγλων. Οι Άγγλοι ούτοι, αφού εγένοντο κύριοι πάσης της Βρεττανίας περιορίσαντες τους Βρεττανούς εν Ουαλλία και Κορνουαλλία, πανταχού δ' αλλαχού εξολοθρεύσαντες αυτούς, ίδρυσαν εν τη κατακτηθείση χώρα επτά ιδιαίτερα κράτη. Η περίοδος αύτη της _Επταρχίας_ διήρκεσε μέχρι του 826 μ. Χ., ότε ο ηγεμών ενός των επτά κρατών, ο της Ουεσσεξίας (Wessex) κατώρθωσε να ενώση τα επτά κράτη εις έν και να γείνη ιδρυτής της Αγγλικής μοναρχίας. Εν τω μεταξύ περί τα τέλη του 7 και τας αρχάς του 8 αιώνος οι Άγγλοι, οίτινες συν τη εξαφανίσει των Βρεττανών είχον εξαφανίσει μετ' αυτών και παν ίχνος χριστιανισμού και Ρωμαϊκού πολιτισμού, εγένοντο χριστιανοί. Και κατά τρόπον αξιοσημείωτον, ενώ ήσαν είς των βαρβαρωτάτων Γερμανικών λαών των επιδραμόντων εις Ρωμαϊκάς χώρας, οι βαρβαρώτατοι ίσως πάντων μετά τους Βανδήλους, αφ' ού χρόνου εγένοντο Χριστιανοί, προηγήθησαν πάντων των άλλων εν τη οδώ του πολιτισμού, των γραμμάτων και της παιδεύσεως γενόμενοι διδάσκαλοι των άλλων λαών της Δύσεως και πλέον ευνομούμενοι εσωτερικώς ή πας άλλος εκ των νέων λαών της Ευρώπης. Αλλ' η διά του Εγβέρτου ιδρυθείσα Αγγλική μοναρχία επ' αυτού τε και επί των πρώτων διαδόχων αυτού, αντί να καταστήση ισχυρότερον το Αγγλικόν κράτος διά της μοναρχίας, εξησθένωσεν αυτό ένεκεν των εκ θαλάσσης επιδρομών. Τας επιδρομάς ταύτας εποιούντο οι λεγόμενοι Νορμανδοί ήτοι βόρειοι ανθρώποι (ίδ. κατωτέρω), οι κάτοικοι δηλονότι των βορειοτάτων χωρών της Ευρώπης Δανίας, Σουηδίας και Νορβηγίας, ιδίως οι Δανοί, οίτινες και κατέλαβον κατά τους χρόνους τούτους ικανόν μέρος των παραλίων της Αγγλίας καταπιέζοντες εντεύθεν τον Αγγλικόν λαόν. Εν μέσω της τοιαύτης χαλεπής καταστάσεως των πραγμάτων ανήλθεν εις τον θρόνον τω 871 ο εκ των εγγόνων του Εγβέρτου περίφημος Αλφρέδος, ο επικληθείς Μέγας, όστις μετά μεγάλης συνέσεως κυβερνών την χώραν και τους Δανούς κατά μικρόν ενίκησε και ολοσχερώς υπέταξε και την εσωτερικήν ευνομίαν και τάξιν διά σοφών νόμων εστερέωσε και την υλικήν ευημερίαν της χώρας και την πολιτικήν ελευθερίαν του Αγγλικού λαού διά θεσμών φιλελευθέρων προήγαγε και περί αναπτύξεως και παιδεύσεως εφρόντισε.
Αλλά μετά τον Αλφρέδον (τελευτήσαντα τω 900 μ. Χ.) επανελήφθησαν αι Δανικαί επιδρομαί, υποβοηθούμεναι και υπό εσωτερικών ταραχών των επελθουσών μετά τον θάνατον του Αλφρέδου. Τέλος δε περί το τέλος του 10 αιώνος Σουήνων ο βασιλεύς της Δανίας κατέλαβε το πλείστον της χώρας. Ο δε του Σουήνωνος υιός Κανούτος ο Μέγας, ο βασιλεύς Δανίας άμα και Νορβηγίας, συνεπλήρωσε την κατάκτησιν της, Αγγλίας, κυβερνήσας άλλως την χώραν μετά δυνάμεως και συνέσεως. Μετά τον θάνατον του Κανούτου καί τινας περί της κτήσεως της Αγγλίας μεταξύ των τούτου υιών έριδας, το κράτος περιήλθε πάλιν εις τον εκ του Αγγλοσαξονικού οίκου του Εγβέρτου και Αλφρέδου Α' Εδουάρδον τον Ομοληγητήν (1042-66). {154} Αποθανόντος δε του Εδουάρδου (1066) άπαιδος, κατέλαβε τον θρόνον του Άγγλος τις ευπατρίδης ισχυρός, Αράλδος, αλλά κατά τούτου επήλθε νυν από Γαλλίας ο ηγεμών των εν τη βορείω Γαλλία από του 911 εγκαταστάντων Νορμανδών (ίδε κατωτέρω) Γουλιέλμος ο λεγόμενος Κατακτητής. Ούτος νικήσας εν Άστιγγι τον Αράλδον (14 Οκτωβρίου 1066), φονευθέντα εν τη μάχη, έγινε κύριος της Αγγλίας και ίδρυσεν εν αυτή βασιλικόν οίκον βασιλεύοντα διά των πλαγίων αυτού γραμμών μέχρι νυν εν Αγγλία. Η Νορμανδική κατάκτησις του 1066 επέδρασε μεγάλως επί τον Αγγλικόν βίον, ου μόνον δυναστικώς και πολιτικώς, αλλά και εθνικώς και γλωσσικώς και κοινωνικώς και αντικατέστησε τον καθαρώς Γερμανικόν Αγγλοσαξονικόν λαόν διά του νέου Αγγλικού έθνους, του προελθόντος εκ της αναμίξεως του έθνους του Αγγλοσαξονικού μετά του έθνους των εν Γαλλία εκγαλλισθέντων ή εκρωμανισθέντων Νορμανδών. Τοιαύτη η ιστορία της Αγγλίας μέχρι του 1066, αφ' ού χρόνου νέα άρχεται περίοδος εν τη ιστορία της χώρας ταύτης.
11. Τα τρία Σκανδιναυικά κράτη.
Αι τρεις βορειόταται χώραι της Ευρώπης, αι καλούμεναι Σκανδιναυικαί, ήτοι η Δανία, η Νορβηγία και η Σουηδία, πολύ βραδέως εισέρχοται εις την ιστορίαν. Εκ τούτων η Δανία ωκείτο ανέκαθεν υπό λαών Γερμανικών βαρβάρων, ών η ιστορία μέχρι των χρόνων του Καρόλου του Μεγάλου είνε όλως μυθώδης. Επί του Καρόλου δε του Μεγάλου αναφέρεται βασιλεύς τις ισχυρός εν Δανία καλούμενος Γοδοφρείδος, καταβληθείς και ούτος υπό της δυνάμεως του Καρόλου. Επί των διαδόχων δε του Καρόλου φέρεται ο βασιλεύς Γώρμος ο πρεσβύτερος (863 μ. Χ.) υποτάξας πάντας τους μικρούς ηγεμόνας της Δανίας (ήτοι της Κιμβρικής ή Ιουτλανδικής χερσονήσου και των περί αυτήν νήσων) και διά τούτο γενόμενος πραγματικός ιδρυτής του Δανικού κράτους. Εκατόν και επέκεινα έτη μετά τούτον αναφέρεται ο βασιλεύς Αράλδος Β', εφ' ού πρώτον ο Χριστιανισμός και μετά του Χριστιανισμού πολιτισμός τις εισήχθη εις την Δανίαν, εστερεώθη δε επί του εγγόνου αυτού Κανούτου του Μεγάλου, όστις, ως θα ίδωμεν, εξέτεινε το κράτος αυτού και επί την Νορβηγίαν και επί την Αγγλίαν αυτήν.
{155} Εν Σουηδία ανέκαθεν ώκουν λαοί δύο διακεκριμένων γλωσσικώς απ’ αλλήλων φυλών, ο μεν Γερμανικής καταγωγής (οι Σουηδοί), ο δε Τουρκικής ή Φιννοτουρκικής (την γλώσσαν) καταγωγής. Ο Τουρκικής καταγωγής ούτος λαός, όστις κατώκει και εν ταις ανατολικαίς ακταίς της Βαλτικής, εν τη νυν Φιλλανδία της Ρωσίας (ένθα λαλείται έτι η Φιννική γλώσσα) (117), εν Σουηδία εξηφανίσθη ή απερροφήθη υπό των ΓερμανοΣουηδών. Οι Γερμανικής καταγωγής Σουηδοί, οίτινες μετά την εξαφάνισιν των Φίννων απετέλεσαν τον μόνον λαόν, της Σουηδίας, παρήχθησαν εκ της αναμίξεως δύο λαών, των κυρίως Σουηδών και των Γότθων. Εκ της Σουηδικής δε ταύτης χώρας των Γότθων, της μέχρι νυν καλουμένης Γοθλανδίας (= χώρας Γότθων) και των απέναντι ακτών της Βαλτικής, κατέβησαν και εις τας μεσημβρινωτέρας χώρας της Ευρώπης οι γνωστοί ημίν Βησιγότθοι και Ουστρογότθοι. Αι Σουηδικαί Γοτθικαί φυλαί έζων εν Σουηδία βίον βάρβαρον μέχρι του 9 μ. Χ. αιώνος, ότε διά τινος εκ της βορείου Γαλλίας καταγομένου ιεραποστόλου Άνσγαρ, του καλουμένου «ιεραποστόλου του Βορρά», διεδόθησαν εν τη χώρα τα πρώτα σπέρματα του Χριστιανισμού (830). Αλλ' η Χριστιανική πίστις μόλις επί του βασιλέως Ολάφ (βαπτισθέντος τω 1001 μ. Χ.) διεδόθη οριστικώς εν τη χώρα. Και μόλις από των χρόνων τούτων η Σουηδία ήρξατο να εκπολιτίζηται.
Εν δε τη Νορβηγία κατώκουν ανέκαθεν λαοί Γερμανικής καταγωγής, εις πολλάς διαιρούμενοι φυλάς βαρβάρους υπό ιδίων ηγεμόνων αρχομένας, άς πάσας ήνωσεν εις έν κράτος περί τα τέλη του 9 μ. Χ. αιώνος ο ηγεμών Αράλδος, ο εκ της ωραίας αυτού κόμης κληθείς Χααρφάγαρος (Haarfagar = έχων ωραίαν κόμην). Επί δε του εγγόνου τούτου Ολάφ Α' (συγχρόνου του Ολάφ Α' της Σουηδίας βασιλεύσαντος περί τα 1000 μ. Χ.), είτα δε επί του Ολάφ Β' (1020) διεδόθη ο Χριστιανισμός εν Νορβηγία. Οι κάτοικοι Νορβηγίας, Δανίας, Σουηδίας καλούνται και δι' ενός κοινού ονόματος _Νορμανδοί_, ήτοι βόρειοι ανθρώποι (Nordmannen και κατά νεώτερον τύπον Normannen), και υπό το όνομα τούτο εποιήσαντο από του 8 μέχρι του 10 αιώνος πολλάς επιδρομάς κατά θάλασσαν εις διαφόρους ευρωπαϊκάς χώρας και ίδρυσαν διάφορα κράτη.
12. Νορμανδοί ή Βάραγγοι.
_Νορμανδοί_ εκλήθησαν οι κάτοικοι των τριών Σκανδιναυικών χωρών Δανίας, Νορβηγίας, Σουηδίας, ουχί εν τη ιδία αυτών χώρα, ούτε αυτοί εις εαυτούς έδοσαν το τοιούτον όνομα, αλλ' εκλήθησαν ούτως υπό των Γερμανών και έπειτα υπό των άλλων κατοίκων της Δυτικής Ευρώπης, των Ρωμανικών δηλονότι λαών, εν ταις μεγάλαις επιδρομικαίς αυτών θαλασσοπορίαις, άς ήρξαντο να επιχειρώσιν από του τέλους του 8 μ. Χ. αιώνος. Τω 787 εγένοντο αι πρώται Νορμανδικαί επιδρομαί εις τα ανατολικά παράλια της Αγγλίας, αίτινες μικρόν κατά μικρόν υπήγαγον την χώραν κατά τον 10 αιώνα καθ' ολοκληρίαν υπό το κράτος του Κανούτου. Από δε των αρχών του 9 αιώνος ήρξαντο Νορμανδικαί επιδρομαί γενόμεναι εις τα παράλια των βορείων Γερμανικών χωρών, ζώντος έτι του Καρόλου του Μεγάλου. Επί δε των διαδόχων του Καρόλου, ιδίως εν τοις εμφυλίοις τούτων προς αλλήλους πολέμοις, οι Νορμανδοί δεν περιωρίζοντο να προσβάλλωσι τα παράλια της Γερμανίας, αλλά διά των στομίων των μεγάλων Γερμανικών ποταμών εισέπλεον διά των πειρατικών ή επιδρομικών αυτών πλοίων εις τα ένδον των Γερμανικών χωρών, λεηλατούντες και καίοντες τας μεγάλας παραποταμίους πόλεις της νυν Ολλανδίας και της Γερμανίας (ιδίως το Αμβούργον, το Ακουίσγρανον και την Κολωνίαν). Συγχρόνως δε οι επιδρομικοί στόλοι των Νορμανδών ελυμαίνοντο τα βόρεια και τα δυτικά παράλια της Γαλλίας (τας πόλεις Ρουέν, Βορδώ, Νάντην). Τω 845 εισεχώρησαν μέχρι Παρισίων. Ωσαύτως δε τω 885-886 πολλά στίφη Νορμανδικά επολιόρκησαν τους Παρισίους, οίτινες εσώθησαν τότε διά του ισχυρού Παρισινού ευπατρίδου Όδωνος. Και τα παράλια δε της Ιβηρικής χερσονήσου τα κατά τον Ατλαντικόν έπαθον ουκ ολίγα από Νορμανδικών πειρατικών επιδρομών. Ταυτοχρόνως δε οι πειρατικοί ούτοι στόλοι διά του Ηρακλείου πορθμού (ή πορθμού Γιβραλτάρ) εισέπλεον εις την Μεσόγειον και ελυμαίνοντο τα νότια παράλια της Γαλλίας και εισέδυον εισπλέοντες διά του Ροδανού εις τα ένδον της νοτίου Γαλλίας, συγχρόνως δε επετίθεντο και κατά των δυτικών παραλίων της Ιταλίας, λεηλατήσαντες και καύσαντες προς τοις άλλοις την Πίσαν. Άλλοι Νορμανδοί κατά τους αυτούς χρόνους κατελάμβανον χώρας παραλίους της Σκωτίας και της Ιρλανδίας• άλλοι απώκισαν την Ιρλανδίαν, άλλοι δε προυχώρησαν μέχρι της Γροιλλανδίας και της βορειανατολικής Ευρώπης, αιώνας ολοκλήρους προ της ανακαλύψεως της ηπείρου ταύτης υπό του Κολόμβου, χωρίς, εν τούτοις, να νοήσωσιν ότι ευρίσκοντο επί νέας ηπείρου. Αλλ' αι υπερθαλάσσιαι επιδρομαί των Νορμανδών εξετάθησαν και εις τας ανατολικάς ακτάς της Βαλτικής, οπόθεν εισέδυσαν μετ' ου πολύ και εις τα ένδον της Ρωσίας και κατήλθον μέχρι του Κιέβου ιδρύσαντες εν ταις χώραις ταύταις δύο κράτη Ρωσικά (862), εξ ών παρήχθη μετ' ολίγον το ενιαίον Ρωσικόν κράτος. Αλλά περί της ιδρύσεως του Ρωσικού κράτους υπό των Νορμανδών ποιησόμεθα λόγον εν τη ιστορία τη Βυζαντιακή.
{158} Νορμανδοί είναι γνωστοί εν Βυζαντίω υπό το έτερον όνομα αυτών Βάραγγοι ή Βαριγαίοι (Wäringen = θαλασσοπόροι (118)), χρησιμεύοντες ως μισθοφόροι, ιδίως δε αποτελούντες την αυτοκρατορικήν φρουράν.
Εν ταις τοιαύταις υπερθαλασσίαις επιδρομικαίς στρατείαις αυτών οι Νορμανδοί ίδρυσαν, ως είπομεν, και κράτη. Εκ των κρατών τούτων τα σπουδαιότατα είνε, πλην του Ρωσικού και του εν Αγγλία Δανικού κράτους του Σουήνωνος και Κανούτου, το Νορμανδικόν κράτος το ιδρυθέν εν αρχή του 10 αιώνος (911) εν τη βορείω Γαλλία, ής μέγα μέρος φέρει μέχρι νυν το όνομα αυτών (καλούμενον Νορμανδία, Normandie). Κατά τον χρόνον τούτον οι Νορμανδοί υπό τον αρχηγόν αυτών Ρόλλωνα απέσπασαν από του εν Γαλλία ασθενούς βασιλέως της Γαλλίας Καρόλου του Απλού την ειρημένην χώραν και ίδρυσαν κράτος, όπερ ανεγνωρίσθη και υπό του βασιλέως της Γαλλίας ως υποτελές, αλλ' ονόματι μόνον, τη Γαλλία κράτος. Οι εν Γαλλία Νορμανδοί παρέλαβον παρά των κατοίκων της χώρας, ήν υπέταξαν, τον Χριστιανισμόν και την γλώσσαν την Γαλλικήν ή Φραγκορωμανικήν, λησμονήσαντες, όπως προ αυτών αυτοί οι Φράγκοι, την ιδίαν αυτών Σκανδιναυικήν Γερμανικήν γλώσσαν αλλά διετήρησαν τα πολεμικά ήθη και τον πολεμικόν αυτών χαρακτήρα. Εκ της Νορμανδίας δε της εν Γαλλία ορμηθέντες οι Νορμανδοί υπό τον ηγεμόνα αυτών Γουλιέλμον τον κατακτητήν, καθά ήδη είπομεν (σ. 154), κατέλυσαν εν Αγγλία το των Αγγλοσαξόνων κράτος και ίδρυσαν νέον κράτος Αγγλικόν μετά νέων θεσμών (1066). Εκ της αυτής δε Νορμανδίας στίφη Νορμανδών κατελθόντα εις την κάτω Ιταλίαν έλαβον μισθοφορικήν στρατιωτικήν υπηρεσίαν υπό τους άρχοντας της χώρας Βυζαντινούς Έλληνας, αλλά μετ' ολίγον από μισθοφόρων στρατιωτών κατέστησαν αυτοί κύριοι της χώρας• υποτάξαντες δε και την Σικελίαν ίδρυσαν νέον κράτος ένθεν και εκείθεν του Σικελικού πορθμού• είτα δε επεχείρησαν την κατάλυσιν αυτού του Ελληνικού κράτους στρατεύσαντες επί τας εν Ευρώπη Ελληνικάς χώρας. Αλλά περί τούτων γενήσεται λόγος εν τη Βυζαντιακή ιστορία.
13. Σαρακηνοί πειραταί.