Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας
Part 12
Αιτία της τοιαύτης απραξίας του Λέοντος Γ' απέναντι των Μωαμεθανών ήσαν κατά μέγα μέρος αι εκ του τότε υπό του αυτοκράτορος αυτού κινηθέντος μεγάλου εκκλησιαστικού ζητήματος προελθούσαι εσωτερικαί έριδες και εμφύλιοι πόλεμοι. Ο Λέων Γ' μετά πολλών στρατιωτικών και πολιτικών ανδρών του κράτους εφρόνει ότι η εν τη χριστιανική Εκκλησία ειθισμένη προσκύνησις των εικόνων, ένεκα της αμαθείας και δεισιδαιμονίας του λαού καταντώσα πολλάκις εις λατρείαν εικόνων ήτοι εις ειδωλολατρίαν, αντέβαινεν εις το αληθές πνεύμα της χριστιανικής πίστεως. Είναι πιθανόν ότι ο βασιλεύς εφρόνει ότι η τοιαύτη λατρεία των εικόνων παρέλυε το υγιές θρησκευτικόν φρόνημα του λαού και εκώλυε την διά της θρησκείας ανύψωσιν του στρατιωτικού ιδίως αισθήματος, όπερ τοσούτον, ως είδομεν, ανέπτυξεν ο βασιλεύς Ηράκλειος εν τω στρατώ.
Υπό τοιούτων σκέψεων ελαυνόμενος ο Λέων Γ', έχων δε ομοφρονούντας αυτώ καί τινας του ανωτέρου κλήρου άνδρας, διέταξεν (726) να ιδρύωνται εν ταις Εκκλησίαις αι εικόνες υψηλότερον, ίνα μη δύνηται ο λαός να ασπάζηται αυτάς. Ότε δε το διάταγμα του βασιλέως εύρεν αντίστασιν παρά τω πολλώ λαώ, ιδίως παρά τη τάξει των μοναχών, εξ ών ως επί το πολύ ήσαν και οι καλλιτεχνούντες τας εικόνας, εντεύθεν δε συνέβησαν καί τινες αταξίαι εν τη πρωτευούση, ο αυτοκράτωρ εξέδωκε νέον διάταγμα διατάσσον την ολοσχερή των εικόνων από των ιερών ναών αφαίρεσιν. Τούτο εξήγειρεν εν τω κράτει, ιδίως εν ταις Ευρωπαϊκαίς επαρχίαις του κράτους, μεγάλας ταραχάς. Ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γερμανός είχεν αποχωρήσει εξ αρχής της έριδος από του θρόνου αντικατασταθείς υπό ομόφρονος τω αυτοκράτορι κληρικού. Αλλά νυν οι πάπαι Γρηγόριος Β' (ο προ ολίγων ετών εν εγκωμίοις κηρύξας το όνομα του αυτοκράτορος ανά την Ευρώπην την χριστιανικήν) και ο τούτου διάδοχος Γρηγόριος Γ' αφώρισαν τον Λέοντα, εξήγειραν δε συγχρόνως εις επανάστασιν κατά του βασιλέως τον λαόν της Μέσης Ιταλίας (η Άνω Ιταλία, ως είρηται εν τοις έμπροσθεν, είχεν αφαιρεθή προ πολλού υπό των Λαγγοβάρδων). Ο Λέων Γ' έπεμψε στρατόν και στόλον προς τιμωρίαν του Πάπα και των αποστατών. Αλλ' ο στόλος ούτος κατεποντίσθη υπό τρικυμιών. Επειδή δε μετ' ολίγον οι Φράγκοι βασιλείς, εφάνησαν εν τη Ιταλία ως προστάται του Πάπα, προστατεύοντες αυτόν εναντίον των Λαγγοβάρδων και έθεσαν υπό την προστασίαν αυτού την τε Ρώμην και την Μέσην Ιταλίαν, οι βασιλείς του Ελληνικού κράτους δεν επεχείρησαν πλέον την ανάκτησιν της Ιταλίας• και από των χρόνων τούτων το των Ελλήνων εν Ιταλία κράτος περιωρίσθη εις την Κάτω Ιταλίαν και Σικελίαν, και εν ταις χώραις ταύταις διετηρήθη το κράτος του Ελληνισμού επί 3 έτι αιώνας. Αλλ' οι πάπαι, εις ών την υπερτάτην εκκλησιαστικήν δικαιοδοσίαν υπήγοντο εκκλησιαστικώς μέχρι των χρόνων τούτων πάσαι αι χώραι της Ελληνικής χερσονήσου πλην της Θράκης, της Κάτω Μοισίας και των πέραν του Δανουβίου βαρβαρικών χωρών (υπαγομένων τούτων πασών εις τον πατριαρχικόν θρόνον Κωνσταντινουπόλεως), εξήγειραν επανάστασιν και εν ταις κυρίως Ελληνικαίς εν Ευρώπη χώραις (ταις καλουμέναις νυν Ελλαδικαίς) του κράτους. Οι κάτοικοι των χωρών τούτων και των νήσων του Αιγαίου (Ελλαδικοί) επαναστάντες κατά του εικονομάχου βασιλέως ανηγόρευσαν αυτοκράτορα εξ εαυτών καλούμενον Κοσμάν και επήλθον μετά στόλου εναντίον του εν Κωνσταντινουπόλει βασιλέως, καθ' όν ακριβώς χρόνον οι Άραβες εισέβαλον αύθις εις την Μικράν Ασίαν (727 μ. Χ.). (93)Αλλ' ο στόλος των επαναστατών κατεστράφη προ των τειχών της Κωνσταντινουπόλεως υπό του στόλου του βασιλικού και υπό του υγρού πυρός. Ο Κοσμάς και οι μετ' αυτού εθανατώθησαν και η επανάστασις των Ελλαδικών εντελώς κατεστάλη. Ο δε βασιλεύς Λέων τιμωρών τον Πάπαν αφήρεσεν από της δικαιοδοσίας αυτού πάσας τας εκκλησίας της Ελληνικής χερσονήσου και αυτάς τας της Κάτω Ιταλίας και Σικελίας και υπήγαγεν αυτάς υπό τον πατριαρχικόν θρόνον της Κωνσταντινουπόλεως, εδήμευσε δε και τα εν Καλαβρία της Κάτω Ιταλίας παπικά κτήματα. Υπό τοιούτων εσωτερικών ανωμαλιών περισπώμενος ο Λέων Γ' δεν ηδυνήθη μετά το μέγα κατόρθωμα του 718 να διαπράξη έργα μεγάλα εναντίον των Αράβων πλην της μνημονευθείσης μικρόν προ του θανάτου αυτού μεγάλης εν Ακροϊνώ νίκης.
Ο βασιλεύς ούτος και εν μέσω των δεινών εσωτερικών ταραχών και των εξωτερικών πολέμων ειργάσθη και υπέρ μεγάλων εσωτερικών μεταρρυθμίσεων του κράτους εκδούς νομοθεσίαν ιδίαν Ελληνιστί, την πρώτην μετά τας Νεαράς του Ιουστινιανού (σελ. 76) εκδοθείσαν εν τη ελληνική γλώσση συστηματικήν νομοθεσίαν και φέρουσαν το όνομα _Εκλογή_. Η νομοθεσία αύτη απέβλεπε προ πάντων εις την επί το φιλανθρωπότερον και συμφωνότερον προς τας ηθικάς αρχάς του Χριστιανισμού μεταρρύθμισιν των σχέσεων των αγροτών, πενεστών ή δουλοπαροίκων, προς τους μεγάλους ιδιοκτήτας της γης, και την ωσαύτως χριστιανικωτέραν διαρρύθμισιν των του γάμου και του οικογενειακού καθόλου δικαίου.
Ο μέγας εν πολέμοις και εν ειρήνη και μεγαλεπήβολος βασιλεύς Λέων Γ', ο αρχηγός οίκου βασιλικού βασιλεύσαντος επί 9 περίπου δεκαετηρίδας, ετελεύτησε τω 741 μ. Χ. καταλιπών τον θρόνον εις τον υιόν αυτού και συμβασιλέα αυτώ προ πολλού γενόμενον Κωνσταντίνον Ε'.
3. Ο Κωνσταντίνος Ε' (741-775).
Ο Κωνσταντίνος Ε' ήτο ανήρ γενναίος, αρχικός, πολεμικός και αυστηρός τον χαρακτήρα μέχρι τραχύτητος. Κληρονομήσας παρά του πατρός προς ταις πολιτικαίς και στρατιωτικαίς αρεταίς και τα εικονομαχικά τούτου φρονήματα αντεπεξήλθε κατά των αντιφρονούντων μετά μείζονος ή ο πατήρ ρώμης και αυστηρότητος. Εν αρχή της βασιλείας αυτού κατέστειλεν ισχυρώς στάσιν τινά, εξεγερθείσαν εν Κωνσταντινουπόλει, υπό των αντιπάλων της των εικονομάχων μερίδος αυτού απόντος εν στρατεία και τάχιστα επανελθόντος. Ίνα δε δώση εις το ζήτημα των εικόνων λύσιν σύμφωνον μεν ει δυνατόν προς τα φρονήματα, αυτού τε και του πατρός αυτού, αλλά και κανονικήν και νόμιμον, συνεκάλεσε Σύνοδον Οικουμενικήν εν Ιερεία (τη απέναντι της Κωνσταντινουπόλεως επί της Ασιατικής του Βοσπόρου ακτής κειμένη), ήτις κατεδίκασε την των εικόνων προσκύνησιν (753-754) (94) ως ειδωλολατρίαν. Αλλά της Συνόδου αι αποφάσεις καταπολεμηθείσαι σφοδρώς υπό των μοναχών και των πολλών οπαδών της των εικόνων προσκυνήσεως επήνεγκον μεγάλας ταραχάς, άς κατέστειλεν ο αυτοκράτωρ μετά μεγάλης βίας. Τότε κατά διαταγήν του βασιλέως μοναστήρια διελύθησαν και μετεβλήθησαν εις στρατώνας και μοναχοί υπεχρεώθησαν να αποβάλωσι το σχήμα αυτών και οι ανθιστάμενοι ετιμωρήθησαν ενίοτε μετά πολλής αυστηρότητος. Εντεύθεν το όνομα του Κωνσταντίνου Ε' κατέστη και βραδύτερον λίαν μισητόν εις τους μοναχούς και το αμαθές πλήθος, και πολλά κατά του βασιλέως ελέχθησαν δύσφημα και υβριστικά επώνυμα εις αυτόν εδόθησαν, εν οίς επεκράτησε το Κοπρώνυμος. Και όμως ο Κωνσταντίνος Ε', μεθ' όλην την προς τους αντιπολιτευομένους αυτώ δειχθείσαν απηνή αυστηρότητα, ήτο βασιλεύς επιτελέσας έργα μεγάλα και εν ειρήνη, αλλά προ πάντων εν πολέμοις. Στρατεύσας κατά των Αράβων εν Ασία υπερέβη τα όρια του Αραβικού κράτους και εισέβαλεν εις αυτήν την βόρειαν Συρίαν, ενταύθα δ' ενίκησε νίκην λαμπράν κατά του στρατού του Χαλίφου και ανεκτήσατο σπουδαίον μέρος της από 100 και επέκεινα ετών υπό των Μωαμεθανών κατεχομένης ταύτης χώρας. Επροστάτευσε δε τους κατοίκους εκείνης της χώρας, οίτινες καταγόμενοι από Μωαμεθανών προ 100 ετών βία προσελθόντων εις το Ισλάμ νυν επέστρεφαν εις την πάτριον πίστιν. Το δε επόμενον έτος στόλος βασιλικός κατέστρεψε παρά την Κύπρον ολόκληρον εκ χιλίων πλοίων συγκείμενον Αραβικόν στόλον. Επετέλεσε δε ο Κωνσταντίνος Ε' πολλάς και κατά Βουλγάρων και νικηφόρους το πλείστον κατά γην και κατά θάλασσαν στρατείας, πολλήν επαγαγών φθοράν εις το βάρβαρον τούτο Τουρκικόν και ειδωλολατρικόν έθνος, όπερ μετ' αδαμάστου ορμής συχνοτάτας εποιείτο επιδρομάς εις τας εντεύθεν του Δανουβίου ελληνικάς χώρας. Ουδείς δε βασιλεύς του Βυζαντίου, εξαιρουμένου Βασιλείου Β' του Βουλγαροκτόνου, περί ού ποιησόμεθα λόγον βραδύτερον, εταπείνωσε τόσον τους Βουλγάρους όσον ο Κωνσταντίνος Ε'. Εν μια δε των στρατειών τούτων νοσήσας ετελεύτησε τω 775 μ. Χ.
Η μεγάλη πολεμική δύναμις και ενέργεια του Κωνσταντίνου Ε' καθίσταται πολλώ θαυμαστοτέρα, όταν αποβλέψωμεν εις τας μεγάλας εσωτερικάς δυσχερείας, καθ' ών είχε ν' αντιπαλαίση ο βασιλεύς, και μάλιστα εις τον φοβερόν λοιμόν, όστις ηρήμωσεν ολοκλήρους χώρας του κράτους και μέγα μέρος της Πελοποννήσου, ότε ο βασιλεύς ηναγκάσθη να επιτρέψη την εγκατάστασιν Σκλαβηνικών τινων παροικιών εν τοις ανατολικοίς τμήμασι της χερσονήσου.
Εκ των κοινωφελών δε δημοσίων έργων του Κωνσταντίνου Ε' άξια λόγου είναι η υπ' αυτού ανακαίνισις του μεγάλου υδραγωγείου της πρωτευούσης, εξ ού κυρίως υδρεύετο η πόλις αύτη, του κτισθέντος υπό του αυτοκράτορος Ουάλεντος και καταστραφέντος υπό των Αβάρων κατά την υπό τούτων γενομένην τω 626 πολιορκίαν της Κωνσταντινουπόλεως.
Τοιαύτη υπήρξεν η 34 έτη διαρκέσασα βασιλεία του Κωνσταντίνου Ε', πολλής δυνάμεως και μεγάλης και ουκ ολίγων έργων κοινωφελών γενομένη πάροχος εις το κράτος, αλλά και πολλαχώς κατακριθείσα διά την εκκλησιαστικήν αυτής πολιτείαν.
4. Λέων Δ' ο επικαλούμενος Χάζαρος (775-780 μ. Χ.).
{128} Τον Κωνσταντίνον Ε' τελευτήσαντα τω 775 διεδέξατο ο υιός αυτού Λέων Δ', ο επικαλούμενος Χάζαρος ένεκα της καταγωγής της μητρός αυτού Ειρήνης από του γνωστού ημίν εν Κριμαία και τη περί αυτήν χώρα οικούντος Τουρκικού έθνους των Χαζάρων (95). Είχε δε ο Λέων Δ' και σύζυγον ομώνυμον τη μητρί Ειρήνην, αλλά ταύτην Ελληνίδα, καταγομένην απ' Αθηνών. Ο Λέων Δ', ων ανήρ σωματικώς και πνευματικώς ασθενής, ουδέν εξετέλεσεν επί της βασιλείας αυτού έργον άξιον λόγου, πλην μόνον ότι εν τω Εκκλησιαστικώ ζητήματι τας μεν περί της διαλύσεως των μοναστηρίων και των μοναχικών ταγμάτων διατάξεις του Κωνσταντίνου Ε' ανεκάλεσεν, ενέμεινε δε εν τη περί εικόνων πολιτεία του βασιλέως τούτου, του ζητήματος άλλως τε των εικόνων όντος κεκανονισμένου διά Συνόδου Εκκλησιαστικής. Ο Λέων Δ' ετελεύτησε τω 780, βασιλεύσας πέντε μόνον έτη.
5. Κωνσταντίνος ο πορφυρογέννητος και η βασίλισσα Ειρήνη (780-803 μ. X.).
Ο Λέων Δ' κατέλιπεν υιόν και διάδοχον τον Κωνσταντίνον Στ', καλούμενον _πορφυρογέννητον_ ως γεννηθέντα εν πορφύρα, ήτοι βασιλεύοντος (πορφύραν φέροντος) του πατρός. Τον Κωνσταντίνον ΣΤ' ανήλικον όντα επετρόπευσεν η μήτηρ Ειρήνη η Αθηναία. Αύτη άρχουσα νυν αρχήν πραγματικήν εφρόντισεν εν πρώτοις, ως ευσεβής γυνή, να καταπαύση τας θρησκευτικάς εν τω κράτει ταραχάς τας εκ του ζητήματος των εικόνων προελθούσας, ή μάλλον να λύση το ζήτημα αυτό των εικόνων κατά το πνεύμα των οπαδών της των εικόνων προσκυνήσεως, συνεκάλεσε δε Σύνοδον Οικουμενικήν νέαν προς τοιούτον σκοπόν αποβλέπουσαν. Αφού δε εματαιώθη υπό του στρατού η απόπειρα συγκροτήσεως τοιαύτης συνόδου εν Κωνσταντινουπόλει, συνεκροτήθη αύτη τω 787 εν Νικαία της Βιθυνίας (δευτέρα αύτη εν Νικαία οικουμενική μετά την τω 325 επί Κωνσταντίνου του Μεγάλου συγκροτηθείσαν εν τη πόλει ταύτη Α' Οικουμενικήν Σύνοδον). Η Σύνοδος αύτη ανεθεμάτισε τους συνελθόντας εις την Σύνοδον του 753-754 και την κατάργησιν της των εικόνων προσκυνήσεως διατάξαντας αρχιερείς και επανήγαγεν εις την Εκκλησίαν την προσκύνησιν των εικόνων και των λειψάνων των αγίων ανδρών. Αλλ' ενταυτώ εξηγήσατο την αληθή θρησκευτικήν έννοιαν της προσκυνήσεως, δογματίσασα ότι η προσκύνησις έχει έννοιαν απλώς τιμής προσφερομένης διά των εικόνων εις το πρωτότυπον (96) και διά των λειψάνων εις τους άνδρας τους αγίους, και ότι η προσκύνησις των εικόνων ή λειψάνων ουδέποτε πρέπει να λάβη χαρακτήρα ειδωλολατρίας ή κτισματολατρίας. Και ούτω μεν ελύθη οριστικώς υπό έποψιν δογματικήν το ζήτημα των εικόνων, αλλ' αι ταραχαί αι εικονομαχικαί μετά μικράν ανάπαυλαν επανελήφθησαν ύστερον σφοδρώς επί τινα έτι χρόνον.
Η βασιλομήτωρ και ως βασιλίς κυβερνώσα το κράτος εν ονόματι του υιού αυτής Ειρήνη ετιμήθη μεν υπό της Εκκλησίας διά την ευσέβειαν αυτής (97), αλλ' υπήρξεν άλλως γυνή φίλαρχος και μέχρι ωμότητος και κακουργίας αφιλόστοργος, ήκιστα δε κηδομένη [98] και των συμφερόντων του κράτους. Ένεκα της φιλαρχίας αυτής εσφετερίσθη την εις τον υιόν νομίμως ανήκουσαν υπερτάτην αρχήν μη καταλιπούσα ταύτην και μετά την ενηλικίωσιν του Κωνσταντίνου ΣΤ'. Ότε δε έδειξεν ούτος διαθέσεις ν' απαλλαγή της τοιαύτης αυθαιρέτου διηνεκούς μητρικής κηδεμονίας, ετιμωρήθη ασπλάγχνως και απανθρώπως υπό της Ειρήνης διά της αφαιρέσεως της οράσεως. Διά της βαρβάρου άμα και φρικωδώς απανθρώπου τιμωρίας εσκόπει η αχαλίνωτος εν τη φιλαρχία αυτής γυνή να καταστήση και πρακτικώς αδύνατον την υπό του παιδός αυτής ανάληψιν της εξουσίας. Η δ' ούτω σκληρώς προς τον ίδιον υιόν προσενεχθείσα κακότροπος γυνή, περιστοιχιζομένη και υπό συμβούλων ουχί αγαθών και γενναίων, πολλαχώς έβλαψε τα συμφέροντα του κράτους και ιδίως τα στρατιωτικά. Διέλυσε, χάριν σκοπών αντιμαχομένων προς τα συμφέροντα και την ασφάλειαν του κράτους, τα άριστα και γενναιότατα παλαίμαχα τάγματα του στρατού και ανεπλήρωσεν αυτά διά νεοσυλλέκτων αγυμνάστων. Ούτω δε γυμνώσασα στρατιωτικώς το κράτος, παρέδωκε τας μεν Ευρωπαϊκάς επαρχίας εις την διάκρισιν των αγρίων Βουλγαρικών επιδρομικών στιφών, τας δε Ασιατικάς εις την των νυν υπό την νέαν χαλιφικήν δυναστείαν των Αββασιδών (ίδε κατωτέρω) μετά νέας δυνάμεως υλικής και ηθικής εν τοις πεδίοις των μαχών αναφαινομένων Αράβων. {130} Επί της αθλίας κυβερνήσεως της Ειρήνης ο του χαλίφου Αλ-Μαχαδί υιός και επίδοξος διάδοχος, ο βραδύτερον «περίφημος χαλίφης Αρούν-αλ-ρασίτ, στρατεύσας εις την Μικράν Ασίαν, διήλασε πάσαν ταύτην την χώραν κατά μήκος και πλάτος μέχρι των ακτών του Ευξείνου Πόντου και μέχρι των προθύρων της Χρυσουπόλεως, δεινάς διαπράττων λεηλασίας, και καταστροφάς• απεχώρησε δε επιβαλών φόρον υποτελείας εις την Ειρήνην.
Μόνον εν Πελοποννήσω τα στρατεύματα της Ειρήνης εξετέλεσαν ανάξια λόγου υπό στρατιωτικήν έποψιν έργα, υποτάξαντα τας σποράδην εν τη χερσονήσω ταύτη κατά τα όρη, ιδίως τας βορείους κλιτύς του Ταϋγέτου, οικούσας ποιμενικάς Σλαυικάς φυλάς.
Εν μέσω τοιαύτης καταστάσεως πραγμάτων η κυβέρνησις της Ειρήνης πολλήν παρήγεν εν τω κράτει, και ιδίως εν τη πρωτευούση, δυσαρέσκειαν παρά πάσι τοις μη εκ θρησκευτικών λόγων επουσιωδών τυφλώττουσι προς τα μεγάλα συμφέροντα του κράτους. Η δε δυσαρέσκεια αύτη έτι μάλλον ηυξήθη, ότε τω 800 μ. Χ. ο τότε αυτοκράτωρ του Δυτικού Ρωμαϊκού κράτους αναγορευθείς βασιλεύς των Φράγκων Κάρολος Α' έπεμψε πρεσβείαν προς Ειρήνην, αναγγέλλουσαν προς αυτήν τα κατά την ανάρρησιν αυτού εις τον Ρωμαϊκόν αυτοκρατορικόν θρόνον της Δύσεως. Διά ταύτης ο Κάρολος εζήτει παρά της Ειρήνης, ως αυτοκρατείρας του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους, την αναγνώρισιν του νέου αξιώματος αυτού, έτι δε προέτεινε συμμαχίαν μεταξύ των δύο μεγάλων χριστιανικών αυτοκρατοριών, επί πάσι δε και συνοικέσιον μεταξύ του βασιλέως των Φράγκων και του νέου αυτοκράτορος της Δύσεως προς την από του 780 χήραν διατελούσαν βασίλισσαν ή αυτοκράτειραν της Ανατολής.
Τότε οι εν Κωνσταντινουπόλει ανώτατοι πολιτικοί και στρατιωτικοί λειτουργοί του κράτους, φοβούμενοι μη αι τοιαύται σχέσεις μεταξύ της Ειρήνης και του Καρόλου και ιδίως το του γάμου σχέδιον, εις όν εφαίνετο πρόθυμος η Ειρήνη, επενέγκωσι την καθυπόταξιν του κράτους εις τον Φράγκον ηγεμόνα της Δύσεως, συνομόσαντες κατά της Ειρήνης, καθήρεσαν αυτήν από του θρόνου (803)• ανεβίβασαν δε εις αυτόν τον εκ των υπουργών του κράτους, ή ως ελέγοντο ούτοι εν Βυζαντίω, εκ των Λογοθετών τον λογοθέτην των Γενικών (των Οικονομικών του κράτους) ή Γενικόν λογοθέτην καλούμενον Νικηφόρον. Η Ειρήνη εξώσθη εις την Πριγκιπόνησον, είτα δε εις Λέσβον, ένθα και ετελεύτησε μετ' ολίγον τω αυτώ έτει εν εξορία. Μετά της Ειρήνης εξέλιπε και η δυναστεία των Ισαύρων, διότι ο επιζήσας αύτη υιός Κωνσταντίνος δεν εβασίλευσε πλέον ούτε άλλος εκ του οίκου των Ισαύρων.
Το ανωτέρω μνημονευθέν γεγονός της ανακηρύξεως του ηγεμόνος των Φράγκων Καρόλου Α' ως Ρωμαίου αυτοκράτορος της Δύσεως, η ανανέωσις τρόπον τινά της από του 476 μ. Χ. εκλιπούσης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας της Δύσεως, είναι γεγονός σπουδαιότατον εν τη ιστορία της Δύσεως και της όλης Ευρώπης. Είναι σπουδαιότατον και ως προς το παρελθόν, ως προς την εξέλιξιν δηλονότι των γεγονότων των αποληξάντων, εις την εν τω Φραγκικώ κράτει υπό νέον τύπον και μορφήν ανανέωσιν του δυτικού Ρωμαϊκού κράτους, και ως προς το μέλλον, ως προς την περαιτέρω δηλονότι εν τη ευρωπαϊκή ιστορία εξέλιξιν των πραγμάτων της δυτικής Φραγκορωμαϊκής αυτοκρατορίας και πάσης της μετά ταύτης συνδεομένης πολιτικής καταστάσεως της Ευρώπης. Ενώ δε περί τα τέλη του 8 μ. Χ. αιώνος τοιαύτην εν τη δυτική Ευρώπη τα πράγματα λαμβάνουσι σπουδαίαν φάσιν, περί τα μέσα του αυτού αιώνος (750 μ. Χ.) σπουδαία μεταβολή πραγμάτων επεγένετο και εν τη μωαμεθανική Ασία. Ενταύθα τω 750 η δυναστεία των Ουμμεϊαδών, ανατραπείσα δι' εμφυλίου πολέμου, αντικαθίσταται διά νέας δυναστείας Αραβικής, της των Αββασιδών• μόνον δε εν Ισπανία εξακολουθεί έτι άρχουσα η εν Ασία πεσούσα δυναστεία. Ένεκα των γεγονότων τούτων, άτινα έχουσι μεγάλην ροπήν επί την καθόλου ιστορίαν του κόσμου, ου σμικράν δε και επί την ιστορίαν του Ελληνικού κράτους, καταλείπομεν επί μικρόν την ιστορίαν του Ελληνικού κράτους ίνα αφηγηθώμεν τα γινόμενα εν τη Δύσει.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΑΠΟ ΤΗΣ ΚΑΤΑΛΥΣΕΩΣ ΤΗΣ ΡΩΜΑΪΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ ΕΝ ΤΗ ΔΥΣΕΙ ΜΕΧΡΙ ΤΗΣ ΙΔΡΥΣΕΩΣ ΤΗΣ ΦΡΑΓΚΟΛΑΤΙΝΙΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΚΑΡΟΛΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ
1. Η ιστορία των βαρβαρικών Γερμανικών κρατών από του τέλους του 5 μέχρι του τέλους του 8 αιώνος.
Είδομεν ότι από των αρχών ήδη του 6 μ. Χ. αιώνος και καθ' όλον τον ρουν του αιώνος τούτου διάφορα ιδρύθησαν βαρβαρικά κράτη υπό των εις τας Ρωμαϊκάς χώρας επιδραμόντων ποικιλωνύμων Γερμανικών λαών. Οι Φράγκοι ίδρυσαν περί τα μέσα του 5 μ. Χ. αιώνος κράτος εν τη βορειανατολική Γαλατία• οι Βουργούνδιοι εν τη νοτιανατολική Γαλατία (414), οι Βησιγότθοι εν τη νοτίω Γαλατία και τη βορεία Ισπανία (416)• οι Σουήβοι και Αλανοί εν τη βορειοδυτική Ισπανία (416)• οι Βανδήλοι εν Ισπανία και είτα εν Αφρική (429) και οι Άγγλοι εν Βρεττανία.
{132} Τινά των Γερμανικών τούτων κρατών ταχέως κατελύθησαν, ως το των Σουήβων εν Ισπανία, υποταχθέντος του έθνους τούτου εις τους Βησιγότθους• το των Βανδήλων 100 περίπου έτη μετά την ίδρυσιν αυτού κατελύθη υπό του Ελληνικού κράτους• το δε των Βουργουνδίων κατελύθη υπό των Φράγκων (514). Ούτοι και τους Βησιγότθους ηνάγκασαν ν' αποχωρήσωσι της Γαλατίας• αλλά τότε οι Βησιγότθοι κατέλαβον πάσαν την πέραν των Πυρηναίων εκτεινομένην Ιβηρικήν χερσόνησον (την νυν Ισπανίαν ομού και Πορτογαλλίαν). Το κράτος τούτο των Βησιγότθων διήρκεσε μέχρι του 711, ότε, ως είδομεν, κατελύθη υπό των εξ Αφρικής ελθόντων Αράβων. Μόνον δε εν ταις ορειναίς κατά τα βόρεια της Ιβηρικής χερσονήσου κειμέναις χώραις οι ενταύθα καταφυγόντες Χριστιανοί ίδρυσαν μικρά ορεινά κράτη, εξ ών βραδύτερον απετελέσθη μετά την έξωσιν των Μωαμεθανών, νέον μέγα Ισπανικόν κράτος (99).
Εν Βρεττανία, το Αγγλικόν κράτος έμεινε διαρκές. Περί των εν Ιταλία δύο αλλεπαλλήλως ιδρυθέντων και καταλυθέντων Γερμανικών κρατών, του εκ ποικίλων Γερμανικών εθνών σχηματισθέντος κράτους του Ρουγίου Οδοάκρου, και του Ουστρογοτθικού κράτους του Θευδερίχου, εγένετο ήδη λόγος εν τοις έμπροσθεν ως δε ερρήθη, ουδέτερον των κρατών τούτων κατέλυσεν εν Ιταλία την εσωτερικήν Ρωμαϊκήν πολιτείαν και τον Ρωμαϊκόν βίον. Γερμανικόν κράτος μεταβαλόν τα πάντα πολιτικώς και τους Ρωμαίους κατοίκους καθυποτάξαν και αφομοιώσαν πολιτικώς προς τους βαρβάρους ιδρύθη εν τη βορείω Ιταλία, περί τα τέλη του 6 μ. Χ. αιώνος• ήτο δε το κράτος των Λαγγοβάρδων το διατηρηθέν μέχρι της δευτέρας πεντηκονταετίας του 8 μ. Χ. αιώνος και είτα καταλυθέν υπό των Φράγκων. Το δε εν Δακία κατά τον 5 αιώνα ιδρυθέν κράτος των Γεπιδών κατελύθη κατά τον 6ον υπό των Λαγγοβάρδων και Αβάρων (σημ. 61).
Πάντα ταύτα τα Γερμανικά κράτη, ως και το σπουδαιότατον εξ αυτών, το Φραγκικόν, ιδρυθέντα εν χώραις Ρωμαϊκαίς ή Λατινικαίς ή μάλλον Ρωμανικαίς ή νεολατινικαίς (ίδε σημ. 21), ήτοι εκλελατινισμέναις χώραις της Δύσεως, εγένοντο κατά μικρόν ρωμαϊκά, πλην του μέχρι του 11 μ. Χ. αιώνος ακραιφνώς Γερμανικού μείναντος Αγγλικού ή Αγγλοσαξονικού. Διότι υπερίσχυσεν εν αυτοίς ο Λατινικός πολιτισμός και η Λατινική γλώσσα (εξ ής εσχηματίσθησαν νυν παρά τοις λαοίς τούτοις αι διάφοροι νεολατινικαί ή ρωμανικαί γλώσσαι, Γαλλική, Ιταλική, Ισπανική). Ουχ ήττον το Γερμανικόν στοιχείον και ιδίως ο Γερμανικός στρατιωτικός βίος ισχυρώς επέδρασεν επί την γένεσιν και διαμόρφωσιν των λαών τούτων• και αι Ρωμανικαί δε γλώσσαι των λαών τούτων προσέλαβον και διετήρησαν ολίγα τινά Γερμανικά στοιχεία γλωσσικά. Κυρίως δε ο Λατινικός πολιτισμός επέδρασεν επί τα Γερμανικά ταύτα κράτη και τους ιδρύσαντας ταύτα Γερμανικούς λαούς διά του Χριστιανισμού και της χριστιανικής Εκκλησίας. Πλείστοι των Γερμανικών τούτων λαών των ιδρυσάντων κράτη εν Ρωμανικαίς χώραις (Βησιγότθοι, Ουστρογότθοι, Βανδήλοι, Βουργούνδιοι, Λαγγοβάρδοι) ήσαν ήδη χριστιανοί (Αρειανοί εν αρχή, είτα Ορθόδοξοι), καθ' όν χρόνον εισβαλόντες εις τας Ρωμανικάς χώρας ίδρυσαν τα ειρημένα κράτη. Μόνοι οι Φράγκοι και οι Άγγλοι διετήρουν την πολυθεϊστικήν θρησκείαν των Αρχαίων Γερμανικών λαών. Και οι μεν Φράγκοι ουχί πολύ μετά την ίδρυσιν του κράτους αυτών προσεχώρησαν εις τον Χριστιανισμόν και εξερρωμανίσθησαν• οι δε Άγγλοι, εξολοθρεύσαντες τους εκρωμανισθέντας χριστιανούς Βρεττανούς, διετήρησαν τον Γερμανικόν αυτών βίον και γλώσσαν, επί τινα δε χρόνον και την Γερμανικήν αυτών πολυθεΐαν, μόλις περί τα τέλη του 5 μ. Χ. αιώνος γενόμενοι χριστιανοί (100) .
Ώστε εκ των Γερμανικών κρατών των ιδρυθέντων εν χώραις Ρωμανικαίς μόνον το Αγγλικόν διετήρησεν επί μακρόν ακραιφνή τον Γερμανικόν αυτού χαρακτήρα, πάντα δε τα άλλα εξερρωμανίσθησαν, προ πάντων διά της ισχυράς επιδράσεως του Χριστιανισμού. Αλλά πλην των Γερμανικών τούτων λαών των ιδρυσάντων κράτη Γερμανικά εκρωμανισθέντα εν Ρωμανικαίς χώραις, υπήρχον έτι πλείστα Γερμανικά έθνη εν τη εντεύθεν του Ρήνου Γερμανία, εν ταις ανέκαθεν δηλονότι Γερμανικαίς χώραις, ών τα πολλά, κατ' ακολουθίαν της Μεγάλης Μεταναστεύσεως των λαών (σελ. 35-36), μετανέστησαν εκ των βορειοτέρων και ανατολικωτέρων Γερμανικών χωρών εις τας νοτίους και δυτικάς Γερμανικάς χώρας. Τοιαύτα Γερμανικά έθνη ήσαν οι Αλαμαννοί και Σουήβοι καλούμενοι, Θυρίγγιοι, Βαυαροί, Φρείσιοι, Σάξονες• ύπερθεν δε τούτων οι βορειότατοι Σκανδιναυικοί λαοί Δανοί, Σουηδοί, οίτινες δεν έχουσιν έτι σημασίαν εν τη ιστορία των χρόνων τούτων. Μεταξύ δε των Γερμανικών εθνών των μεταξύ του Ρήνου και της Γερμανικής ή Βορείου θαλάσσης, του Δανουβίου και των Άλπεων οικούντων, περιφημότατα είναι το των εν τη βορείω Γερμανία Σαξόνων και το των εν τη νοτίω Γερμανία Βαυαρών. Πάντα ταύτα τα Γερμανικά έθνη μέχρι του 8 μ. Χ. αιώνος διετήρησαν την αρχαίαν αυτών Γερμανικήν πολυθεϊστικήν θρησκείαν και έμειναν βάρβαρα μέχρι των ειρημένων χρόνων. Τότε δε διά της μεταξύ αυτών διαδόσεως του Χριστιανισμού και της κατά μικρόν επ' αυτά επεκτάσεως του Φραγκικού κράτους ήλθον εις στενωτέραν συνάφειαν προς τον Ρωμανικόν κόσμον της Δύσεως• και διά της τοιαύτης συναφείας, ιδίως δε διά του Χριστιανισμού, διεμόρφωσαν τον νέον αυτών Γερμανικόν βίον, και εισελθόντα εις βίον ιστορικόν επετέλεσαν μέγα Γερμανικόν κράτος και ενιαίον Γερμανικόν έθνος. Μετά τους Γερμανούς δε τούτους εισήλθον κατά μικρόν εις τον ιστορικόν βίον και οι βορειότατοι Γερμανικοί ή Σκανδιναυικοί λαοί (Δανοί, Σουηδοί, Νορβηγοί). Αλλά τούτων η ιστορία μόλις από του 9 και 10 αιώνος λαμβάνει τινά σπουδαιότητα. Ώστε μέχρι του 8 μ. Χ. αιώνος η ιστορία της Δυτικής Ευρώπης περιορίζεται μόνον σχεδόν εις τα Ρωμανικά έθνη τα προκύψαντα εκ της συγχωνεύσεως Γερμανικών και νεολατινικών λαών, από δε του 8 αιώνος επεκτείνεται και εις τους κυρίως Γερμανούς. Δεσμός και στοιχείον συναφείας μεταξύ των Ρωμανικών και των κυρίως Γερμανικών λαών υπήρξαν οι Φράγκοι και το Φραγκικόν κράτος. Καθόλου δε μέχρι του 8 και 9 αιώνος τα δύο μεγάλα εν τη Δύσει στοιχεία της ιστορικής εξελίξεως είναι το Φραγκικόν κράτος και η Εκκλησία της Ρώμης. Και διά τούτο περί εκατέρου τούτων ανάγκη να πραγματευθώμεν ενταύθα συντόμως.
2. Το Φραγκικόν κράτος από του 6 μέχρι του 8 μ. Χ. αιώνος.