Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας
Part 11
Οι οπαδοί του οίκου του Αλή ή των Φατιμιδών (ούτω καλουμένων από της θυγατρός του Προφήτου) μετά συμπαθούς λατρείας περιέβαλον την μνήμην του Αλή και των δύο υιών αυτού• τουναντίον δε εθεώρησαν ούτοι τους Ουμμεϊάδας ως ασεβείς σφετεριστάς της Χαλιφείας και διώκτας του οίκου του Προφήτου και παθητικώς μόνον υπετάσσοντο εις το κράτος αυτών. Αλλ' εις το εξ ιστορικών και δυναστικών λόγων προκύψαν τούτο σχίσμα προσετέθησαν μετ' ολίγον και λόγοι θρησκευτικοί δογματικοί. Οι οπαδοί των οίκων του Αλή, κάτοικοι ως επί το πολύ των Περσικών χωρών, εθεώρησαν ως μόνους νομίμους χαλίφας τον Αλήν και τους δύο υιούς αυτού, απεκήρυξαν δε τους τρεις πρώτους χαλίφας Αβού Βεκίρ, Ωμάρ, Οσμάν, ως παρανόμως καταλαβόντας την Χαλιφείαν, και ανεθεμάτισαν την μνήμην αυτών. Πλην της θρησκευτικής ταύτης διαφοράς επήλθον και δογματικαί. Μέρος των Μωαμεθανών (και τοιούτοι ήσαν οι τιμώντες την μνήμην και των 6 προ του Μωαβία χαλιφών) προς τω Κορανίω εδέξαντο και την ιεράν παράδοσιν ήτοι τους λόγους, τα αποφθέγματα και τας ρήτρας τας αποδιδομένας εις τον Προφήτην κατά παράδοσιν, και οι τοιούτοι ωνομάσθησαν Σουννίται (εκ του _σουννά_ = παράδοσις)• εν ώ η ετέρα μερίς {113} (και εις ταύτην ανήκουσι το πλείστον οι οπαδοί των Φατιμιδών) ουδέν εκτός του Κορανίου παραδέχονται ως προερχόμενον εκ του Προφήτου, και οι τοιούτοι ωνομάσθησαν Σεΐται = οπαδοί (του Αλή εννοείται) κατά την ονομασίαν των οπαδών του Αλή (83).
9. Εξακολούθησις των Αραβικών κατακτήσεων.
Αλλ' αι διαιρέσεις αύται αι διαιωνισθείσαι έκτοτε εν τω μωαμεθανικώ κόσμω δεν ανέκοψαν διαρκώς την προς τα πρόσω κατακτητικήν πορείαν των Αράβων. Αφού περί τα τέλη του 7ου αιώνος κατέπαυσαν οι εμφύλιοι πόλεμοι, η εκ των πολέμων τούτων αναρριπισθείσα πολεμική ορμή των Αράβων νέον εύρε στάδιον ενεργείας εις νέους κατά των απίστων υπέρ του Ισλάμ πολέμους. Ήδη επί του Μωαβία οι Άραβες επανέλαβον το μεγαλουργόν σχέδιον να καταλύσωσι το Ελληνικόν κράτος δι' ενός καιρίου πλήγματος κατά της Κωνσταντινουπόλεως και ούτω καταστώσι κύριοι απάσης της Ευρώπης• προς τούτο δε επί 7 έτη επολιόρκησαν, αλλ' άνευ επιτυχίας, την Κωνσταντινούπολιν.
Επί των Ουμμεϊαδών χαλιφών Αβδ-αλ-μαλέκ (685-705) και Αλ-Βαλίδ (705-713) οι Άραβες συνεπλήρωσαν την κατάκτησιν συμπάσης της Βορείας Αφρικής μέχρι του Ατλαντικού Ωκεανού, είτα δε διαπεραιωθέντες τον Ηράκλειον πορθμόν (84) εισήλασαν εις την Ισπανίαν (711 μ. Χ.) και κατέλυσαν το ενταύθα χριστιανικόν κράτος των Βησιγότθων το από της νοτίου Γαλατίας εκταθέν πέραν των Πυρηναίων (ίδ. κατωτέρω).
Αφού δ' ούτω περί τας αρχάς του 8 μ. Χ. αιώνος το Αραβικόν κράτος προς δυσμάς μεν εξετάθη μέχρι του Ατλαντικού Ωκεανού και των Πυρηναίων, προς ανατολάς δε μέχρι του Ινδού και του Ώξου, προς νότον μέχρι του Ινδικού Ωκεανού και προς βορράν μέχρι του Καυκάσου και των οχθών της Κασπίας, οι Άραβες επανέλαβον το μεγαλουργόν κατά της Κωνσταντινουπόλεως και του Ελληνικού κράτους σχέδιον, προσβάλλοντες εκ νέου την βασιλεύουσαν πόλιν του Ελληνικού κράτους κατά γην και κατά θάλασσαν επί ολόκληρον έτος (717-718), εισβαλόντες συγχρόνως και εις την Μικράν Ασίαν. Αλλ' εις τα τείχη του Χριστιανικού Βυζαντίου εθραύσθησαν τα κύματα του Αραβικού και μωαμεθανικού κατακλυσμού.
Μικρόν μετά την εν Ανατολή αποτυχίαν ταύτην, εν τη Δύσει υπερέβησαν τα Πυρηναία και εισελάσαντες εις την Γαλλίαν προυχώρησαν μέχρι της καρδίας της χώρας ταύτης απειλούντες ενταύθα την ύπαρξιν της μόλις κατά το ήμισυ Χριστιανικής τότε γενομένης Ευρώπης. Αλλ' όπως οι Έλληνες εν Ανατολή, ούτω και εν τη Δύσει οι χριστιανοί Φράγκοι ανέκοψαν την ορμήν των Αράβων και απέκρουσαν τους επιδρομείς πέραν των Πυρηναίων. Έκτοτε το Αραβικόν κράτος απέβαλε την οξύτητα και το τοις χριστιανοίς κινδυνώδες της κατακτητικής αυτού ορμής.
Η αιτία της τοιαύτης ορμητικότητος και της ταχείας προόδου του Αραβικού κράτους έγκειται κυρίως εν τούτω, ότι το κράτος τούτο δεν ήτο απλώς πολιτικόν, αλλά και θρησκευτικόν, και δη θρησκευτικόν άμα δε και στρατιωτικόν. Οι στρατιώται του Ισλάμ ήσαν εν ταύτω μαχηταί και απόστολοι της νέας θρησκείας• και εντεύθεν όλος εκείνος ο νεαρός έτι και ακμαιότατος θρησκευτικός ενθουσιασμός και φανατισμός, μεθ' ού ο φυσικώς βάρβαρος, αλλ' εύρωστος και αδιάφθορος Αραβικός λαός εκ της αφανείας της ερήμου εισήρχετο εις την σκηνήν της ιστορίας του κόσμου, καθίστατο δύναμις ακατάσχετος ηθική άμα και φυσική. Πας στρατιώτης του Ισλάμ τον πόλεμον τον υπέρ πίστεως εθεώρει ως το ύψιστον θρησκευτικόν αυτού καθήκον• εν τω θανάτω τω εν τοιούτω πολέμω έβλεπεν ανοιγομένας αυτώ τας πύλας του παραδείσου, επιζών δε τω πολέμω επέστρεφε μετά δόξης άμα δε και μετά λείας, ήν επορίζετο εκ του πολέμου. Προς τούτοις παρά τοις Μωαμεθανοίς από των χρόνων ήδη τούτων ανεπτύχθη τις ιδέα ηθική και θρησκευτική πείθουσα τον μαχητήν του Ισλάμ να περιφρονή απολύτως τον θάνατον. Η ιδέα αύτη είναι η του _πεπρωμένου_ (καδέρ), ότι δηλαδή παντός ανθρώπου η ζωή ή ο θάνατος, η ημέρα αυτή του θανάτου και ο τρόπος, καθ' όν μέλλει τις να αποθάνη, εισίν εκ των προτέρων καθωρισμένα υπό του Θεού και ουδεμία ανθρωπίνη δύναμις και ενέργεια δύναται να μεταβάλη το τοιούτον πεπρωμένον ή ειμαρμένον. Το Κοράνιον δεν έχει τοιαύτην διδασκαλίαν• αλλ' η εν αυτώ τοσούτον εντόνως εξαιρομένη ιδέα, ότι άνευ της θελήσεως του Θεού ουδέν γίνεται εν τω κόσμω και εν τοις ανθρώποις, συνδεομένη μετά της παρ' άπασι τοις έθνεσι (και παρ' αυτοίς τοις αρχαίοις Έλλησι) μάλλον ή ήττον επικρατούσης πίστεως εις το πεπρωμένον, συνετέλεσεν εις την εν τω Ισλάμ ερρίζωσιν της ιδέας του πεπρωμένου. Της ιδέας λοιπόν ταύτης εμφορούμενοι οι μαχηταί του Ισλάμ ατρόμητοι ερρίπτοντο εις τους κινδύνους του πολέμου και της μαχαίρας των πολεμίων φρονούντες ότι, ει μεν ήτο πεπρωμένον να αποθάνωσι την ημέραν ή την ώραν εκείνην, και φεύγοντες έμελλον να αποθάνωσιν, ει δε μη ήτο πεπρωμένον, πάντως έμελλον να σωθώσι και εις τον μέγιστον εκθέτοντες εαυτούς κίνδυνον. Πλην τούτου ο θάνατος εν τω πολέμω ημείβετο εν τη ιδέα του Μουσλίμ, ως είπομεν, διά του Παραδείσου, ενώ η εν πολέμω φυγή ήτο μεγίστη προς τον Θεόν αμαρτία πέμπουσα εις κόλασιν τον ρίψασπιν. Διό και εν ταις μάχαις ανεφώνουν οι αρχηγοί προς τους μαχητάς• «εμπρός υμών ο παράδεισος, οπίσω η κόλασις». Είπομεν δε ότι κατά το Κοράνιον η πύλη του παραδείσου είναι υπό την σκιάν των ξιφών των απίστων πολεμίων (ίδ. σελ. 102). Εάν δε προσθέσωμεν εις πάντα ταύτα ότι ο Άραψ ήτο τότε φυσικώς αδιάφθορος, όπως οι βάρβαροι Γερμανοί κατά τον 3 και 4 μ. Χ. αιώνα, και φύσει ορμητικός και οξύς τον χαρακτήρα και θερμουργός, και ότι οι λαοί, καθ' ών επολέμει, Έλληνες και Πέρσαι, είχον εν μέρει περιπέσει εις φυσικήν και ηθικήν αδράνειαν, ιδίως ένεκα του τελευταίου μεταξύ αυτών φοβερού πολέμου, εννοούμεν τα αίτια της των Αράβων τοσούτο καταπληκτικώς νικηφόρου και ταχείας πορείας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.
Ο ΟΙΚΟΣ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ
1. Διάδοχοι του Ηρακλείου Κωνσταντίνος και Κώνστας.
Ο Ηράκλειος ετελεύτησεν, ως είπομεν, τω 641, αφού κατά τα τελευταία έτη της βασιλείας αυτού είχε την ατυχίαν να ίδη αμαυρουμένην την αίγλην και την μεγάλην δόξαν των προηγουμένων χρόνων και μεγάλας και ιστορικωτάτας εν Ασία και εν Αφρική χώρας αφαιρουμένας από του κράτους, να ίδη δε προς τούτοις αποτυχούσας και πάσας τας προς εκκλησιαστικήν εν τω κράτει ειρήνην ενεργείας αυτού. (85)Τον Ηράκλειον διεδέξατο ο υιός αυτού Κωνσταντίνος Γ', ολίγους μόνον βασιλεύσας μήνας. Τούτον δε τω 642 ο υιός αυτού Κώνστας Β' (641-668). Επί τούτου οι Άραβες, καθώς είδομεν, επί των χαλιφών Ωμάρ και Οσμάν εξακολούθησαν νικηφόρως την επί του Αβού Βεκίρ αρξαμένου κατά του Ελληνικού κράτους επιδρομήν και αφήρεσαν πολλάς εν Ασία και εν Αφρική επαρχίας. Και κατώρθωσαν μεν οι Έλληνες ν' ανακτήσωνται προσωρινώς (646) την Αλεξάνδρειαν διά του στόλου αυτών, αλλά μετ' ολίγον αυτοί οι Άραβες κατασκευάσαντες στόλον προσέβαλον και την Κύπρον, κυριεύσαντες την πρωτεύουσαν αυτής Κωνσταντίαν και τα παράλια της Μικράς Ασίας, εισβαλόντες συγχρόνως κατά ξηράν και εις την Μικράν Ασίαν. Εκυρίευσαν παροδικώς την Ρόδον εν ναυμαχία και παρά την νήσον ταύτην έτρεψαν εις φυγήν (654) τον Ελληνικόν στόλον. Αλλ' εν τη Μικρά Ασία, αφού κατέλαβον πλείστον μέρος αυτής, απεκρούσθησαν, όπως και εν Αφρική, δεν ηδυνήθησαν δε να επωφεληθώσι και τας κατά θάλασσαν νίκας αυτών ένεκα των επελθουσών εσωτερικών εν τω κράτει αυτών ταραχών, περί ών είπομεν. Ο Κώνστας ήτο άλλως και ηγεμών ηθικώς ασθενής. Περιπεσών δε και εις βαθείαν δυσθυμίαν ένεκα του φόνου του αδελφού αυτού Θεοδοσίου, ού ην ηθικός αυτουργός, κατέστη έτι ασθενέστερος την ψυχήν και το φρόνημα. {116} Τω 666 μετέβη εις Σικελίαν διελθών διά των Αθηνών, ένθα διήνυσε τον χειμώνα (86). Αλλά κατά την περιοδείαν ταύτην εδολοφονήθη τω 668 εν Συρακούσαις υπό συνωμοτών ανακηρυξάντων αυτοκράτορα εξ εαυτών τον Μιζίδιον.
2. Κωνσταντίνος Δ' ο Πωγωνάτος (668-685 μ. Χ.).
Τον Κώνσταντα Β' διεδέξατο ο Κωνσταντίνος Δ', ο επικαλούμενος Πωγωνάτος. Ο Κωνσταντίνος ην εν Βυζαντίω, ότε εφονεύθη ο πατήρ αυτού. Αναρρηθείς δε αυτοκράτωρ, επί τω ακούσματι του φόνου του πατρός, μετέβη μετά στόλου εις την Σικελίαν, και τιμωρήσας τους δολοφόνους του πατρός, φονεύσας δε και τον Μιζίδιον, επανήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν (φέρων ήδη πώγωνα, ενώ είχεν απέλθει αγένειος έτι ών, εντεύθεν δε και Πωγωνάτος επικληθείς), καταβαλών δε και ενταύθα άλλην στάσιν υπέρ άλλων αδελφών αυτού γενομένην, εστερέωσε την αρχήν αυτού.
Βασιλεύοντος του Κωνσταντίνου Δ', ο της Χαλιφείας την αρχήν σφετερισάμενος τότε διοικητής της Δαμασκού Μωαβίας (ίδ. σελ. 112) έπεμψε στόλον μέγαν εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως, ταυτοχρόνως δε και στρατόν κατά ξηράν εις την Μικράν Ασίαν, σκοπών διά της εκπορθήσεως της Κωνσταντινουπόλεως να καταλύση άπαν το Ελληνικόν κράτος. Επί επτά έτη (672-679) η Κωνσταντινούπολις επολιορκίθη υπό των Αράβων κατά γην και κατά θάλασσαν. Αλλά και οι πολιορκούμενοι αγωνιζόμενοι τον περί ζωής και θανάτου αγώνα ουχί απλώς υπέρ της πόλεως, αλλά και υπέρ του όλου κράτους και της πίστεως, αντέταξαν κρατεράν άμυναν, χρησιμοποιήσαντες το λεγόμενον Ελληνικόν ή υγρόν ή πολεμικόν, ως καλείται, πυρ, επινοηθέν κατά χρόνους προγενεστέρους, αλλά νυν πρώτον τελεσφόρως χρησιμοποιηθέν (87). Η πολιορκία μετά 7 έτη απέτυχεν εντελώς, ο στόλος ο Αραβικός κατεστράφη κατά μέγα μέρος, τα δε λείψανα του στόλου απώλοντο υπό τρικυμίας κατά την επιστροφήν, και η Κωνσταντινούπολις σωθείσα έσωσε και το κράτος, ως συνέβη και κατά τας προγενεστέρας βαρβαρικάς επιδρομάς. Αλλ' η σωτηρία του Ελληνικού κράτους από της φοβεράς επιδρομής έσωσε και όλην την Ευρώπην, ήτις τότε οικουμένη υπό βαρβάρων εν μέρει προσελθόντων, εν μέρει δε μη προσελθόντων έτι εις τον Χριστιανισμόν, ταχέως ηδύνατο, υποτασσομένη υπό των Αράβων, να εξισλαμισθή, καταστρεφομένου ούτως εν σπέρματι του Ευρωπαϊκού χριστιανικού πολιτισμού. Η Κωνσταντινούπολις εφάνη νυν μέγα και δυσπόρθητον προπύργιον της Ευρώπης και του Χριστιανικού κόσμου.
Οι Άραβες ου μόνον ηττήθησαν, αλλά και υπεβλήθησαν εις ταπεινωτικούς όρους ειρήνης, αφού ο Χαλίφης υπεχρεώθη να τελή καθ' έκαστον έτος τρισχιλίας λίτρας χρυσού (περίπου 3,700,000 δραχμ.), πεντήκοντα ίππους ευγενείς Αραβικούς και να αποδίδη ετησίως 8 χιλιάδας αιχμαλώτων Χριστιανών εκ των απείρων τοιούτων αιχμαλώτων, ούς μέχρι νυν εν πολέμοις και επιδρομαίς ηχμαλώτιζον οι Άραβες.
Ούτως ενδόξως επερατώθη ο προς τους Άραβας πόλεμος και συνωμολογήθη η πρώτη προς αυτούς από της ιδρύσεως του Αραβικού κράτους, συνθήκη ειρήνης, μία των ενδοξοτάτων συνθηκών, άς συνωμολόγησε το Ελληνικόν Χριστιανικόν κράτος προς ξένα κράτη. Αλλά και άλλα εγένοντο έργα σπουδαία επί της βασιλείας του Κωνσταντίνου Δ'. Επί τούτου εγένετο η εγκατάστασις των Βουλγάρων εις την Κάτω Μοισίαν, την έκτοτε απ' αυτών Βουλγαρίαν καλουμένην. Τα κατά το γεγονός τούτο έχουσιν ως εξής: Ως ερρήθη εν τοις έμπροσθεν, οι Βούλγαροι, αφού εκ της Ασίας ή εκ της Ανατολικής Ρωσίας (εκ των περί τον Καύκασον, Κασπίαν και Βόλγαν χωρών) μετενάστευσαν κατά τον 5 μ. Χ. αιώνα εις τας περί Τύραν (Δνίστερ) χώρας της νοτιοδυτικής Ρωσίας, όθεν εποιήσαντο τας πρώτας περί τα τέλη του 5 μ. Χ. αιώνος μεγάλας εις το Ελληνικόν κράτος επιδρομάς αυτών, υπετάχθησαν υπό το μέγα βαρβαρικόν κράτος, των Αβάρων. Υπό τον Χαγάνον των Αβάρων εστράτευσαν εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως επί του Ηρακλείου. Μετά την αποτυχίαν της μεγάλης εκείνης εν συμμαχία μετά των Περσών γενομένης επιδρομικής στρατείας φαίνεται ότι το Αβαρικόν κράτος, όπερ εν ταις νυν χώραις της Ουγγαρίας και της Αυστρίας διετηρήθη μέχρι τέλους του 8ου αιώνος, εξησθένησεν εν ταις Ανατολικαίς χώραις. Πρώτοι επανέστησαν κατά των Αβάρων οι Βούλγαροι υπό τον Κουβράτ Χαν (88) (635). Είς δε των υιών τούτου ο Ασπαρούχ συναινέσει του Κωνσταντίνου Δ' εγκατέστη μετά των Βουλγάρων αυτού εν τη μεταξύ του Δανουβίου και του Αίμου χώρα. Η χώρα αύτη καλουμένη Κάτω Μοισία, οικουμένη δε παλαιότερον υπό Θρακών, είχεν εξελληνισθή κατά τους χρόνους της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Ως είδομεν, τω 374 επί του Ουάλεντος εγκατέστησαν ενταύθα οι Βησιγότθοι. Μετά την τούτων δε περί τα τέλη του 4 αιώνος υπό τον Αλάριχον εκ Μοισίας μετανάστευσιν η χώρα αύτη επανήλθεν υπό την άμεσον αρχήν των αυτοκρατόρων Κωνσταντινουπόλεως. Αλλ' από των μέσων του 6 μ. Χ. αιώνος, από των χρόνων του Ιουστινιανού, ήρξαντο να μεταναστεύωσιν εις την Κάτω Μοισίαν Σλαυικοί λαοί λεγόμενοι Σκλαβηνοί των επτά γενών. Νυν ο Κωνσταντίνος Δ' παρέδωκε την χώραν εις τους Βουλγάρους, ίνα ούτοι εισερχόμενοι ούτως εντός των ορίων του Κράτους διάγωσιν εν ειρήνη προς αυτό, κωλύωσι δε και τας Σλαυικάς επιδρομάς, και μάλιστα τας των Αβάρων, ών ήσαν πολέμιοι (89). Εν Κάτω Μοισία οι Τούρκοι το γένος και την γλώσσαν Βούλγαροι, αναμιχθέντες μετά των αυτόθι Σλαύων, αφωμοιώθησαν κατά μικρόν προς αυτούς και εξεσλαυίσθησαν μετά αιώνας, λησμονήσαντες την εαυτών εθνικήν τουρκικήν γλώσσαν και προσλαβόντες την σλαυικήν γλώσσαν των υπηκόων. Ούτως ο Κωνσταντίνος Δ' εγκατέστησεν εν τη Ελληνική χερσονήσω και εν τη γειτονία των Ελλήνων τους Βουλγάρους, όπως ο πάππος αυτού Ηράκλειος τους Σέρβους και Κροάτας.
Επί του Κωνσταντίνου Δ' εγένετο και η έκτη οικουμενική Σύνοδος (680) προς λύσιν των εκ της αιρέσεως των Μονοφυσιτών θρησκευτικών ερίδων, χωρίς μηδέν να επενέγκη αποτέλεσμα ως προς το ζήτημα τούτο (90) . Ο Κωνσταντίνος Δ' ετελεύτησε τω 685 καταλιπών τον θρόνον εις τον υιόν αυτού Ιουστινιανόν Β'.
3. Ιουστινιανός Β' (685 711 μ. Χ.).
Ο Ιουστινιανός Β' υπήρξε καθ' όλην την βασιλείαν αυτού ανήρ πολύτροπος, άμα δε και κακεντρεχής και φαύλος. Ούτως εν τη κακοτροπία αυτού διά μηδαμινούς λόγους διέρρηξε την προς τους Άραβας επί τοσούτον επωφελέσιν όροις υφισταμένην ειρήνην και περιήλθεν εις πόλεμον προς το αύθις επί του χαλίφου Αβδ-αλ-μαλέκ (ίδ. σ. 113) ισχυρόν γενόμενον Αραβικόν κράτος• ηττήθη δ' αισχρώς εν τω πολέμω τούτω απολέσας πάντα τα πλεονεκτήματα της τέως υφισταμένης συνθήκης ειρήνης και εκθέσας το κράτος εις νέον κίνδυνον. Αλλ' εκ τούτου προεφύλαξεν αυτό η μεγάλη στρατηγική ικανότης του στρατηγού Λεοντίου, όστις πολλάς μετά ταύτα ήρατο νίκας εναντίον των Αράβων. Ο Ιουστινιανός Β' ένεκα της φαυλότητος της καθόλου κυβερνήσεως αυτού προυκάλεσε καθ' εαυτού στάσιν και καθαιρεθείς από του θρόνου και την ρίνα τμηθείς (εκ τούτου εκλήθη Ρινότμητος) εξωρίσθη εις Χερσώνα (91), εις δε τον θρόνον ανήλθεν ο μνημονευθείς Λεόντιος (695). Αλλά και ο Λεόντιος μετ' ολίγον εγένετο θύμα νέας στρατιωτικής ανταρσίας και καθηρέθη, έλαβε δε τον θρόνον ο Αψίμαρος ή Τιβέριος Γ'. Επί τούτου πολλάς κατά των Αράβων ήρατο νίκας ο του αυτοκράτορος αδελφός στρατηγός Ηράκλειος. Αλλά εναντίον του Τιβερίου Γ' επήλθεν ο έκπτωτος βασιλεύς Ιουστινιανός Β'. Ούτος φυγών από Χερσώνος μετέβη εις τον Χαγάνον των εν Κριμαία Τούρκων Χαζάρων, οίτινες νυν είχον προσέλθει εις τον Χριστιανισμόν, και ενυμφεύθη την αδελφήν του Χαγάνου Θεοδώραν. Φυγών δ' έπειτα και εντεύθεν εις την Βουλγαρίαν και λαβών σύμμαχον τον Χάνον των Βουλγάρων Τέρβελιν επήλθε μετ' αυτού εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως (705), ήν και κατέλαβε διά δόλου εισελθών αυτός διά των αγωγών υδραγωγείου τινός και ανοίξας πύλην τινά μετά τριών ημερών γενναίαν αντίστασιν των κατοίκων. Ούτως ο Ιουστινιανός γενόμενος το δεύτερον αυτοκράτωρ εβασίλευσεν άλλα έξ έτη (705-711) μετά της αυτής και μείζονος τυραννικής φαυλότητος ουδέν άλλο ποιών ή τιμωρών αγριώτατα τους συντελέσαντας πρότερον εις την καθαίρεσιν αυτού, εν οίς εφονεύθησαν και οι πρώην βασιλείς Λεόντιος και Τιβέριος Γ'.
Τέλος δε ότε έπεμψε στόλον ολόκληρον προς τιμωρίαν των κατοίκων της Χερσώνος, ως μη περιποιηθέντων αυτόν προσηκόντως κατά την ενταύθα εξορίαν αυτού. Ο στόλος ούτος αφικόμενος εις Χερσώνα επανέστη μετά των κατοίκων της Χερσώνος εναντίον του Ιουστινιανού Β'. Αναγορεύσας δε, βασιλέα ευπατρίδην τινά Φιλιππικόν καλούμενον, εκ Κωνσταντινουπόλεως εκεί εξωρισμένον, επανήλθε μετ' αυτού εις Κωνσταντινούπολιν. Ο Ιουστινιανός Β', εγκαταλειφθείς νυν υπό πάντων, συνελήφθη υπό του αρχηγού του στόλου και εφονεύθη, εγένετο δε βασιλεύς ο Φιλιππικός.
Επί της αθλίας υπό πάσαν έποψιν βασιλείας του Ιουστινιανού Β' κατελήφθησαν εν Αφρική υπό των Αράβων η Καρχηδών και πάσαι αι μέχρι του Ατλαντικού εκτεινόμεναι κτήσεις του Ελληνικού κράτους. Επί της πρώτης δε βασιλείας αυτού συνεκροτήθη εν Κωνσταντινουπόλει (691) και η Πενθέκτη λεγομένη Σύνοδος.
4. Φιλιππικός. Αναστάσιος Β' και Θεοδόσιος Γ'.
{121} Ο Φιλιππικός μετά διετή βασιλείαν καθηρέθη ειρηνικώς υπό των ανωτάτων πολιτικών και στρατιωτικών αρχηγών του κράτους ως ανίκανος να κυβερνά το κράτος απέναντι του εκ των Αράβων επικειμένου νέου κινδύνου, και ανηγορεύθη αυτοκράτωρ ο τέως _πρωτοασηκρήτις_ ήτοι βασιλικός αρχιγραμματεύς Αναστάσιος Β' (713). Επί του Αναστασίου Β' οι Άραβες, οίτινες ουδέποτε από του άφρονος πολέμου, όν ο Ιουστινιανός Β' είχεν επιχειρήσει κατ' αυτών, συνωμολόγησαν ειρήνην προς το κράτος και έμενον διαρκώς εν Αφρική και εν Μικρά Ασία, μεγάλας εποιήσαντο επιδρομάς εις την χώραν ταύτην, παρεσκευάζοντο δε να επέλθωσι και εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως. Ο Αναστάσιος Β' παρασκευαζόμενος εκ των ενόντων εις άμυναν της πρωτευούσης έπεμψε συγχρόνως και στόλον εις τα παράλια της Φοινίκης, ίνα, ει δυνατόν, επιπέση απροσδοκήτως επί τον κατά της Κωνσταντινουπόλεως παρασκευαζόμενον στόλον και κατακαύση αυτόν. Αλλ' ο στόλος ούτος εστασίασε κατά τον πλουν και εφόνευσε τον υπό του βασιλέως ταχθέντα αρχηγόν. Ίνα δε αποφύγη την διά την πράξιν ταύτην τιμωρίαν, εστασίασε και κατά του αυτοκράτορος και επανερχόμενος εις Κωνσταντινούπολιν, ότε αφίκετο εις Αδραμύττιον, υπεχρέωσέ τινα εκεί εισπράκτορα των δημοσίων φόρων, Θεοδόσιον καλούμενον, να λάβη το αυτοκρατορικόν αξίωμα. Ελθόντος δε του στόλου εις την πρωτεύουσαν, ο Αναστάσιος μετά μικράν αντίστασιν έφυγε καταλιπών την πόλιν, εις ήν εισήλασε νυν ο Θεοδόσιος ως αυτοκράτωρ (716). Αλλά του Θεοδοσίου η αρχή μόλις διήρκεσεν ολίγους μήνας. Υπήρχεν ανήρ εν Μικρά Ασία αρχιστράτηγος των εκεί πολεμουσών εναντίον των Αράβων ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων, Λέων ο Ίσαυρος, στρατηγός γενναιότατος. Ούτος βλέπων ένθεν μεν το μέγεθος του επικειμένου εις το κράτος κινδύνου, ένθεν δε την αθλιότητα των εν Κωνσταντινουπόλει πραγμάτων, επεχείρησε να σώση το κράτος αναλαμβάνων εις τας στιβαράς αυτού χείρας την των όλων πραγμάτων διεύθυνσιν. Επελθών λοιπόν εναντίον του μόλις καταλαβόντος την αρχήν Θεοδοσίου και νικήσας παρά την Νικομήδειαν τον κατ' αυτού πεμφθέντα στρατόν του Θεοδοσίου, εισήλασεν εν θριάμβω εις την πρωτεύουσαν (717), του Θεοδοσίου παραιτησαμέου την αρχήν επί τη υποσχέσει της ασφαλείας της ζωής αυτού.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'.
Η ΔΥΝΑΣΤΕΙΑ ΤΩΝ ΙΣΑΥΡΩΝ
1. Λέων ο Ίσαυρος. Δευτέρα πολιορκία της Κωνσταντινουπόλεως.
Ο Λέων ο Ίσαυρος εγεννήθη εν Γερμανικεία (νυν Μαράς) της ανατολικής Μικράς Ασίας, εκλήθη δε Ίσαυρος, διότι ο οίκος αυτού κατήγετο από της Ισαυρίας της Μικράς Ασίας. Ήτο ανήρ οικογενείας ταπεινής και απαίδευτος, αλλ' είχε πολλάς φυσικάς αρετάς και προ πάντων ανδρείαν στρατιωτικήν, πνεύμα στρατηγικόν και φύσιν αρχικήν. Και τα προτερήματα αυτού ταύτα ανέδειξεν εν τοις κατ' Αράβων πολέμοις του Λεοντίου και Ηρακλείου, προαχθείς έκτοτε εις ανώτερα στρατιωτικά αξιώματα, επί δε του Αναστασίου Β' γενόμενος στρατηγός των Ανατολικών ήτοι αρχιστράτηγος πασών των εν ταις Ανατολικαίς χώραις του κράτους στρατιωτικών δυνάμεων. Νυν δε ανελθών εις τον θρόνον τον βασιλικόν εν κρισιμωτάτη στιγμή, ότε ο στρατός ο Αραβικός προήλαυνε διά της Μικράς Ασίας προς την πρωτεύουσαν, στόλος δε μέγας εξ εκατοντάδων πλοίων συγκείμενος επήρχετο κατά θάλασσαν εναντίον της βασιλευούσης πόλεως, ο Λέων εύρεν ευκαιρίαν να δείξη τα μεγάλα αυτού προτερήματα ως αρχηγού του στρατού και του κράτους. Έξ μήνας μετά την εις Κωνσταντινούπολιν είσοδον του Λέοντος και την στέψιν αυτού η Κωνσταντινούπολις απεκλείσθη αύθις κατά γην και κατά θάλασσαν υπό των Αράβων, και η τύχη άπαντος του κράτους, εκρέματο αύθις από της τύχης της βασιλευούσης ταύτης πόλεως. Αλλ' ανήρ μέγας και στρατηγός μεγαλοφυής ήτο νυν ο δι' αγρύπνου, βλέμματος και στιβαρών βραχιόνων διευθύνων την άμυναν και τοις πάσιν εμπνέων, ελπίδα και θάρρος. Ημέρας και νυκτός επιβλέπων από της ακροπόλεως τα γινόμενα και τα πάντα γινώσκων, διά των ταχυπλόων δρομώνων διασχίζων τον αποκλεισμόν και επισιτίζων τους πολιορκουμένους και διά του υγρού πυρός φοβεράς επιφέρων καταστροφάς εις τον εχθρικόν στόλον, κατώρθωσεν επί έν ολόκληρον έτος να αντιτάξη θαυμασίαν άμυναν εναντίον των επιδρομέων. Και ο ενσκήψας δε κατά το έτος, εκείνο (717-718) βαρύτατος χειμών επεβοήθησε τω έργω των αμυνομένων. Μάτην ο εν τω μεταξύ τον Σουλεϊμάν διαδεξάμενος ανεψιός αυτού Ωμάρ Β' έπεμψε κατά το έαρ του 718 νέον στόλον και στρατόν. Κατά την συμπλήρωσιν ακριβώς ενός έτους από της αρξαμένης κατ' Αύγουστον του 717 προσβολής της βασιλευούσης ηναγκάσθησαν να αποπλεύσωσι τα ελεεινά λείψανα του στόλου άγοντα και τα υπολειπόμενα έτι συντρίμματα του κατά γην εις δέκα μυριάδας εν αρχή ανερχομένου, και είτα αύθις ενισχυθέντος, νυν δε τέλεον σχεδόν κατεστραμμένου στρατού. Αλλά και τα λείψανα ταύτα κατεστράφησαν κατά την επάνοδον υπό δεινών τρικυμιών, και έν μόνον πλοίον, καθά λέγεται, διασωθέν ηδυνήθη να αγγείλη τω Χαλίφη το φοβερόν τέλος της στρατείας. Αύτη υπήρξεν η τελευταία των Αράβων κατά της Κωνσταντινουπόλεως προσβολή. Έκτοτε ουδέποτε οι Άραβες Μωαμεθανοί, καίπερ πολλάκις κατά ξηράν εν Μικρά Ασία πολεμήσαντες εναντίον των Ελλήνων, διενοήθησαν να επιχειρήσωσι στρατείαν απ' ευθείας κατά της Κωνσταντινουπόλεως. Η υπό του Ισλάμ άλωσις του μεγάλου τούτου προπυργίου της Χριστιανικής πίστεως και του Ευρωπαϊκού πολιτισμού, η προρρηθείσα υπό του Μωάμεθ αυτού και ού σμικρόν πιθανώτατα επιδράσασα επί τα μέχρι τούδε επανειλημμένα κατά της βασιλευούσης των πόλεων βουλεύματα αυτών, επεφυλάσσετο εις άλλην φυλήν, εις άλλον λαόν μωαμεθανικόν, ουχί τον Αραβικόν, εις λαόν μέλλοντα μετά 7 αιώνας να εκπληρώση την πρόρρησιν ή διαθήκην εκείνην του ιδρυτού του Ισλάμ. (92) Ο Λέων Γ', ο σώσας την Κωνσταντινούπολιν και μετά ταύτης και διά ταύτης άπαν το κράτος το Ελληνικόν, εγένετο αληθώς σωτήρ της χριστιανικής Ευρώπης και του χριστιανικού κόσμου. Τούτο κάλλιστα εννοών ο πάπας Γρηγόριος Β' διεφήμισε το όνομα του μεγάλου ηρωικού βασιλέως ανά πάσαν την Ευρώπην, πέμψας εις τους χριστιανούς ηγεμόνας των Ευρωπαϊκών χωρών εικόνας του Λέοντος Γ'.
2. Η εσωτερική πολιτεία του Λέοντος Γ'. Το ζήτημα των αγίων εικόνων.
Ο Λέων Γ', ο νικητής και τροπαιούχος αναδειχθείς εν τη αμύνη της Κωνσταντινουπόλεως εναντίον των Αράβων, δεν ηδυνήθη να επωφεληθή την μεγάλην αυτού νίκην ίνα επιτεθή κατά των Αράβων και εισβάλη εις το κράτος αυτών. Τουναντίον δε οι Άραβες επανέλαβον μετά τινα χρόνον τας κατά ξηράν επιδρομάς αυτών, αλλ' ηττήθησαν ολοσχερώς τω 740, το προτελευταίον έτος της βασιλείας του Λέοντος Γ', εν τη εν Ακροϊνώ της Μικράς Ασίας μάχη, και ηναγκάσθησαν να εκκενώσωσιν άπαντα σχεδόν τα υπ' αυτών κατεχόμενα μέρη της Μικράς Ασίας.