Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας

Part 10

Chapter 1052 wordsPublic domain

Πας μουσλίμ ή μουσουλμάνος πρέπει κατά τον Μωάμεθ να εργάζηται διηνεκώς υπέρ του θριάμβου του Ισλάμ, ουχί μόνον διά του λόγου, αλλά και δι' έργου, ήτοι διά του ξίφους. Τούτο απαιτεί αυτή η σωτηρία του ανθρωπίνου γένους και η προς αυτό ευσπλαγχνία. Πας μη ων μουσλίμ, ήτοι μη πιστεύων εις το Ισλάμ, είναι καταδεδικασμένος εν τη μελλούση ζωή εις αιώνιον κόλασιν. Και επειδή η απιστία αύτη προέρχεται από διανοητικής και ηθικής τυφλώσεως, είναι ανάγκη οι λαοί και τα έθνη τα διατελούντα εν τω σκότει της απιστίας, και διά του ξίφους έτι, προς ίδιον μέγα όφελος, να προσέλθωσι διά του Ισλάμ εις την οδόν της σωτηρίας. {101} Αλλά μεταξύ των λαών των μη πιστευόντων εις το Ισλάμ, και κυρίως εις την διδασκαλίαν του Μωάμεθ, πρέπει να διακρίνωνται από των κυρίως απίστων (Καφίρ (71)) οι λεγόμενοι λαοί της Βίβλου (εχλ-ελ-κιτάπ), οίτινες είναι οι Χριστιανοί και οι Ιουδαίοι. Ούτοι, καίπερ μη πιστεύοντες εις την διά του Μωάμεθ γενομένην αποκάλυψιν του Ισλάμ, ουχ ήττον δεν είναι παντελώς ξένοι προς το Ισλάμ, αφού πιστεύουσιν εις την Βίβλον, εις τον Θεόν της Βίβλου και εις τους προφήτας (πλην του Iησού οι Ιουδαίοι, και πλην του Μωάμεθ Ιουδαίοι και Χριστιανοί). Οι τοιούτοι λοιπόν πρέπει να προσάγωνται εις το Ισλάμ ουχί διά του ξίφους, αλλά διά του λόγου. Διά τούτο ο Μωαμεθανισμός πανταχού, όπου ήρξεν, εξωλόθρευσε πάσαν άλλην θρησκείαν πλην της Χριστιανικής και της Ιουδαϊκής, εις άς αμφοτέρας επέτρεψεν ανεκτήν τινα ύπαρξιν.

Εκ των ειρημένων νοείται ότι η διδασκαλία του Μωάμεθ περιλαμβάνει και την εις την μέλλουσαν ζωήν πίστιν, ήτις και εν τω Μωαμεθανισμώ, ως εν τω Χριστιανισμώ, συνδέεται μετά της πίστεως εις ανάστασιν νεκρών και την εσχάτην κρίσιν και ανταπόδοσιν. Εν τη εσχάτη κρίσει πάντες οι μουσλίμ κριθήσονται μόνον κατά τας πράξεις αυτών και κολασθήσονται πάντοτε διά τας αμαρτίας αυτών εν τη γεέννη (δζεχεννέγκ) του πυρός, αλλά προσωρινώς μόνον, δικαιούμενοι εν τη αιωνιότητι διά της πίστεως αυτών. Αιώνιος κόλασις αναμένει μόνον τους απίστους, και αυτούς έτι τους Χριστιανούς και Ιουδαίους, τους μη δικαιουμένους εκ της πίστεως αυτών. Ούτοι, και αγαθοί αν ώσιν εν ταις πράξεσιν αυτών, κολασθήσονται αιωνίως διά την απιστίαν. Οι δίκαιοι και προ της κρίσεως της εσχάτης και μετά ταύτην μεταβαίνουσιν εις τον Παράδεισον (δζεννέτ) προς απόλαυσιν αιωνίου ζωής εν ευδαιμονία. Αι ηδοναί του Παραδείσου και αι τιμωρίαι της Κολάσεώς εισιν εν τω μωαμεθανισμώ υλικής φύσεως. Αλλ' υπάρχουσι και πνευματικωτέρας φύσεως ηδοναί, οία είναι το οράν το πρόσωπον του Θεού εν τω αιωνίω φωτί, ως και πνευματικωτέρας φύσεως τιμωρίαι, οία είναι το στερείσθαι της όψεως του Θεού.

Μετά της εις τον Θεόν και την αιώνιον ζωήν πίστεως συνδέεται και το ηθικόν μέρος της διδασκαλίας του Μωάμεθ.

Το πρώτιστον ηθικόν καθήκον παντός μουσλίμ είναι το εργάζεσθαι υπέρ της εν τω κόσμω διαδόσεως και επικρατήσεως του Ισλάμ, ού το κράτος εν τω κόσμω είναι αυτή η εν τω κόσμω βασιλεία του Θεού. {102} Επειδή δε το κράτος τούτο δεν διαδίδεται εν τω κόσμω μόνον διά του λόγου, αλλά προ πάντων διά του ξίφους, καθήκον παντός μουσλίμ είναι το πολεμείν υπέρ πίστεως. Πας εν τω πολέμω τούτω αποθνήσκων είναι μάρτυς της πίστεως (σεχίτ) και μεταβαίνει απ' ευθείας εις τον Παράδεισον, πας δε μαχόμενος γενναίως και επιζών τω πολέμω είναι νικητής ή θριαμβευτής της πίστεως (γαζή). Υπό την σκιάν των ξιφών των απίστων είναι η πύλη του Παραδείσου, κατά το ιερόν βιβλίον του Ισλάμ, ήτοι πας όστις μαχόμενος προχωρεί τολμηρώς μέχρι της σκιάς του ξίφους του πολεμίου, είναι ήδη εν τω Παραδείσω.

Πρώτιστον ηθικόν καθήκον του ανθρώπου είναι ωσαύτως το λατρεύειν τον Θεόν εν καθαρά καρδία. Σπουδαιότατον δε μέρος της λατρείας είναι η προσευχή. Αύτη συνίσταται το μεν εις το διηνεκώς εν πάση στιγμή μνημονεύειν του ονόματος του θεού και ευλογείν αυτό, το δε εις πέντε κατά τας πέντε επί τούτω τεταγμένας ώρας του ημερονυκτίου γενομένας προσευχάς (72). Η προσευχή άλλως είναι πράξις όλως ιδιωτική, εν οιωδήποτε τόπω υπό του ανθρώπου τελουμένη, μετά συμβολικήν τινα κάθαρσιν χειρών και ποδών, ενδεικτικήν της καθάρσεως της ψυχής. Οι ναοί υπάρχουσι μόνον ίνα προσεύχωνται ομού πολλοί εν τω αυτώ τόπω, αλλ' έκαστος πάλιν και ενταύθα προσεύχεται κατ' ιδίαν, πλην ολίγων κοινών ευχών απαγγελλομένων υπό του Ιμάμη, ήτοι του επιστάτου του ναού• χρησιμεύουσι δε οι ναοί και προς διδασκαλίαν του λαού θρησκευτικήν και ηθικήν. Απαγορεύεται δε αυστηρώς πάσα εσωτερική δι' αγαλμάτων ή εικονογραφιών διακόσμησις αυτών, ως απαγορεύεται αυστηρώς πάσα εικονική παράστασις της θεότητος και πάσα εις εικόνας τιμή. Άλλως ούτε θυσιαστήριον υπάρχει παρά τοις Μωαμεθανοίς, ούτε θυσίαι και τελεταί, ούτε ιερείς και ιερωσύνη και κλήρος (73). Η θυσία η άπαξ του έτους γινομένη παρά τοις Μωαμεθανοίς διά σφαγής αρνός ή προβάτου είναι απλή αναμνηστική πράξις της θυσίας του υιού του Αβραάμ, γίνεται δε υπό παντός Μωαμεθανού έμπροσθεν του οίκου ή προ του ναού. Και εορταί δε παρά τοις Μωαμεθανοίς είναι δύο μόνον, η της αποκαλύψεως του Θεού εις τον προφήτην (το μέγα Βαϊράμ) γενομένη μετά το τέλος του ιερού μηνός της νηστείας Ραμαζάν και εν αρχή του μηνός Σεβάλ, και 70 ημέρας μετά τούτο το μικρόν Βαϊράμ, λεγόμενον και Βαϊράμ της θυσίας (κουρβάν-βαϊράμ) προς ανάμνησιν της θυσίας του Αβραάμ.

Νηστείαν διατάσσει ο νόμος του Μωάμεθ μόνον κατά μήνα Ραμαζάν. Αλλ' η νηστεία συνίσταται απλώς εις το απέχεσθαι βρωμάτων καθ' άπασαν την ημέραν, επιτρεπομένου παντός είδους τροφής μετά την ώραν της καταλύσεως της νηστείας (74), ήτοι μετά την δύσιν του ηλίου.

Ως ηθικόν καθήκον εις τους Μουσλίμ συνιστάται υπό της μωαμεθανικής θρησκείας η φιλανθρωπία, η ευποιία προς τους πάσχοντας και η ελεημοσύνη προς τους απόρους. Τα καθήκοντα δε της φιλανθρωπίας εν τω μωαμεθανισμώ συνδέονται προς την γενικωτέραν ηθικήν αρχήν ότι πάντες οι ανθρώποι εισιν ίσοι ενώπιον του Θεού και ότι ο πανοικτίρμων και πανελεήμων Θεός αποστρέφεται τους υπερηφάνους και αγαπά τους ταπεινόφρονας. Αι φιλανθρωπικαί δε αύται αρχαί της μωαμεθανικής ηθικής συνετέλεσαν ώστε και ο θεσμός της δουλείας, όν δεν κατώρθωσε να καταργήση ο μωαμεθανισμός, να κατασταθή ηπιώτερος και οι δούλοι να τυγχάνωσι φιλανθρώπου εκ μέρους των κυρίων αυτών περιθάλψεως.

Η ηθική του Μωάμεθ, η μη καταργήσασα την δουλείαν, και άλλην τινά μάστιγα ηθικήν του Ασιατικού βίου δεν κατώρθωσε να καταργήση, την πολυγαμίαν, την δηλητηριάζουσαν ηθικώς τον οικογενειακόν βίον και διά τούτου τον κοινωνικόν, την βάσιν ταύτην πάσης υγιούς πολιτείας και υγιούς εθνικού βίου.

Καθήκον ηθικόν παντός Μωαμεθανού, κατά την διδασκαλίαν του Μωάμεθ, είναι και η ιερά αποδημία, ήν πας Μωαμεθανός οφείλει άπαξ τουλάχιστον εν τη ζωή αυτού να ποιήσηται εις την ιεράν πόλιν Μέκκαν, ίνα προσκυνήση τον ενταύθα ιερόν ναόν και τον εν αυτώ ιερόν λίθον. Άξιον δε σημειώσεως ότι ο Μωάμεθ ουδέ διενοήθη καν να καταργήση την λατρείαν ή την προσκύνησιν του μετεωρολίθου τούτου, το λείψανον αυτό της Αραβικής κτισματολατρίας (75). Τουναντίον μάλιστα αυτός διέταξεν ίνα οι μουσλίμ προσευχόμενοι στρέφονται πάντοτε προς την διεύθυνσιν του Κααβά.

3. Το Κοράνιον.

Το ιερόν βιβλίον το περιέχον την διδασκαλίαν του Μωάμεθ λέγεται _Κοράνιον_ (Κοράν = ανάγνωσμα). Το βιβλίον τούτο, το περιεχόμενον δηλαδή αυτού, πεμφθέν, καθώς λέγει ο Μωάμεθ, ουρανόθεν απεκαλύφθη διά του αρχαγγέλου Γαβριήλ εις τον Μωάμεθ, καίπερ μη ειδότα αναγινώσκειν, εννοήσαντα δε τα λεγόμενα εν αυτή υπό του Θεού διά της θείας, ως ενόμιζεν, εμπνεύσεως. Εν τω Κορανίω απ' αρχής μέχρι τέλους παρίσταται λέγων ο Θεός και αποκαλύπτων εις τον Μωάμεθ την σοφίαν και πάσαν την βουλήν αυτού. Είναι δε το Κοράνιον κατά τον Μωάμεθ αντίγραφον του εν ουρανοίς από καταβολής κόσμου δι' ακτίνων του φωτός γεγραμμένου βιβλίου περιέχον πάσαν την αλήθειαν και αληθή θεογνωσίαν. Η Παλαιά Γραφή και το Ευαγγέλιον είναι αντίγραφα ατελή του βιβλίου τούτου. Τέλειον αντίγραφον είναι το Κοράνιον, το συμπληρούν πάσας τας εν τοις άλλοις ιεροίς βιβλίοις κηρυχθείσας αληθείας.

Το Κοράνιον διαιρείται εις 114 κεφάλαια (Σουρά), άτινα εγράφοντο απαγγελλόμενα προφορικώς υπό του Μωάμεθ, είτα δε συναχθέντα επί των διαδόχων αυτού απετέλεσαν έν βιβλίον, όπερ έκτοτε έμεινεν αναλλοίωτον κατά το περιεχόμενον αυτού ιερόν βιβλίον του μωαμεθανικού κόσμου.

4. Κατακτήσεις Αραβικαί. Οι διάδοχοι του Μωάμεθ. Το κράτος των Χαλιφών.

Ο Μωάμεθ διά της υπ' αυτού κηρυχθείσης νέας θρησκείας, ήν επέβαλεν εις τους ομοφύλους Άραβας ου μόνον απλώς διά του λόγου αλλά και διά του ξίφους, ίδρυσεν ου μόνον θρησκείαν, ου μόνον Εκκλησίαν, ούτως ειπείν, αλλά και πολιτείαν και κράτος. Διότι κατά την τότε ανάπτυξιν την κοινωνικήν και πνευματικήν του Αραβικού έθνους δεν ήτο δυνατόν να διακριθή η θρησκευτική πολιτεία από της κυρίως πολιτείας, και ο ιδρυτής θρησκείας και θρησκευτικής πολιτείας ήτο εξ ανάγκης ιδρυτής και κράτους πολιτικού. Ο δε Μωάμεθ αποθνήσκων κατέλιπεν εις το έθνος αυτού κράτος θρησκευτικώς άμα και πολιτικώς συγκεκροτημένον, όπερ μετά τον θάνατον αυτού έπρεπε να έχη τους άρχοντας αυτού. Οι άρχοντες ούτοι εκλήθησαν _Χαλίφαι_, ήτοι Διάδοχοι, ως διαδεξάμενοι τον Μωάμεθ ουχί εν τη προφητική τούτου ιδιότητι, διότι ο Μωάμεθ, ως ο έσχατος των προφητών, κατά την πίστιν των Μωαμεθανών, δεν ηδύνατο να έχη διάδοχον, αλλ' εν τη ιδιότητι μόνον αυτού ως άρχοντος του νεωστί διά της θρησκείας συσταθέντος Αραβικού κράτους. Οι τοιούτοι μετά τον Μωάμεθ άρχοντες του Αραβικού κράτους είτε εκλεγόμενοι προς το αξίωμα τούτο, είτε ως εγίνετο εν αρχή, είτε κληρονομικώς λαμβάνοντες αυτό, ως εγίνετο βραδύτερον, εκαλούντο _Χαλίφαι_ (Χαλίφ), ήτοι Διάδοχοι. Και τοιούτος διάδοχος εγένετο μετά τον θάνατον του Μωάμεθ ο Αβού Βεκίρ, ο από της δευτέρας γυναικός του Μωάμεθ πενθερός αυτού, εκλεγείς εις το αξίωμα υπό των αρχηγών των Αραβικών φυλών (76).

Επί του Χαλίφου Αβού Βεκίρ, όστις ήρξε δύο μόνον έτη, εξηκολούθησεν ο από του Μωάμεθ ήδη αρξάμενος εναντίον των απίστων πόλεμος. Ο Μωάμεθ, γενόμενος κύριος απάσης της Αραβίας, είχε συλλάβει την ιδέαν να υποτάξη όλον τον κόσμον εις το κράτος αυτού, τουτέστι να διαδώση το Ισλάμ εις όλον τον κόσμον, όστις ούτως έμελλε ν' αναγνωρίση αυτόν ως προφήτην και ως υπέρτατον επί γης άρχοντα. Και προς τον σκοπόν τούτον είχε πέμψει πρέσβεις προς τους ηγεμόνας των δύο ομόρων τη Αραβία μεγάλων κρατών, τον Ηράκλειον και τον Χοσρόην Β'. Και ο μεν Ηράκλειος εδέξατο οπωσούν φιλοφρόνως τους πρέσβεις του νέου Προφήτου, απορρίψας απλώς τας προτάσεις αυτών, αλλ' ο Χοσρόης εθανάτωσεν αυτούς.

5. Κατάλυσις του Περσικού κράτους των Σασανιδών.

{105} Ο πόλεμος, ού ήρξατο ο Μωάμεθ εναντίον αμφοτέρων των Κρατών, διεκόπη ευθύς υπό του θανάτου αυτού. Αλλά και επί της διετούς αρχής του Αβού Βεκίρ ο πόλεμος ο εναντίον των Ελλήνων περιωρίσθη εις την υπό των Αράβων άλωσιν φρουρίων τινών του Ελληνικού Κράτους εν τη νοτίω Συρία, τη Παλαιστίνη κειμένων, ιδίως της περίφημου πάλαι Φιλισταϊκής, νυν δ' εξηλληνισμένης Γάζης, έλαβε δε μεγάλας διαστάσεις και επί του Χαλίφου Ωμάρ (634- 644) του εκλεγέντος μετά τον θάνατον του Αβού Βεκίρ. Επ' αυτού δύο στρατιαί Αραβικαί επέμφθησαν κατά δύο διευθύνσεις, η μεν υπό τον Καλίδ εναντίον του Ελληνικού, η δε υπό τον Σαΐδ εναντίον του Περσικού κράτους των Σασσανιδών.

Εν Περσία από του τέλους του μεγάλου προς τον Ηράκλειον πολέμου, ότε ανήλθεν εις τον θρόνον ο του Χοσρόου Β' υιός Καβάδης, Β' Σιρόης, μέχρι του έτους, καθ' ό οι Άραβες επί του Αβού Βεκίρ εστράτευσαν κατά του κράτους τούτου, εν διαστήματι 4 ετών δέκα περίπου ηγεμόνες ανήλθαν εις τον Περσικόν θρόνον, εν ελαχίστοις χρονικοίς διαστήμασι διαδεχόμενοι αλλήλους καθαιρουμένους ή φονευομένους. Τέλος τω 632 ο υπό των Αράβων επικείμενος κίνδυνος επήνεγκέ τινα ομόνοιαν μεταξύ των αρχόντων και τω 632 ανεγνώρισαν ούτοι τον 15ετή παίδα Ισδέγερδον Β' (έγγονον του Χοσρόου) και έσπευδον προθύμως εις τον εναντίον των Αράβων πόλεμον. Αλλ' ο Περσικός στρατός ο υπό τον στρατηλάτην Ρουστάν εναντίον των υπό τον Σαΐδ Αράβων πεμφθείς συνεκρούσθη μετά τούτου εν Καδησία της Βαβυλωνίας (636). Η μάχη αύτη, καθ' ήν οι Άραβες έμειναν νικηταί, δεν έκρινε μόνον μεταξύ των δύο Ασιατικών κρατών, του παλαιού Περσικού και του νεαρού Αραβικού, ή μεταξύ δύο φυλών, αλλά και μεταξύ δύο θρησκευμάτων, της αρχαιοτάτης θρησκείας του Ζωροάστρου, της θρησκείας του φωτός και του πυρός, εκπροσωπουμένης εν τω υψίστω πνεύματι του Κόσμου, τω θεώ Ωρομάσδη, και της νεωτάτης θρησκείας της υπό του Μωάμεθ κηρυχθείσης, της θρησκείας του Ισλάμ. Η δε ήττα των Περσών επήνεγκε και τον όλεθρον του τε Περσικού κράτους και της αρχαίας Περσικής θρησκείας. Διότι οι νικηταί Άραβες, δι' ούς είπομεν λόγους, διά του ξίφους κατέστρεψαν νυν την θρησκείαν του Ζωροάστρου και επέβαλον τον Ισλαμισμόν εις απάσας τας υπ' αυτών καταλαμβανομένας Περσικάς χώρας. Ο Ισδέγερδος μετά την ήτταν της Καδησίας επειράθη ν' αναχαιτίση την ορμήν του εις τας Περσικάς χώρας εισβαλόντος Αραβικού χειμάρρου, αλλ' ουδέν κατώρθωσε. Διότι ηττηθείς υπό των πολεμίων εγκατελείφθη και υπ' αυτών των Περσών και εφονεύθη υπό των ιδίων αυτού υπηκόων (631). Ούτω δε το κράτος των Σασσανιδών κατελύθη διά παντός μετά της θρησκείας της Ζωροαστρικής. Πάσα η Περσία εγένετο μωαμεθανική, οι δε μείναντες πιστοί εις το πάτριον θρήσκευμα Πέρσαι κατέφυγον εις τας Ινδίας φέροντες μεθ' εαυτών το άσβεστον ιερόν πυρ, διατηρούντες δε μέχρι σήμερον την πάτριον λατρείαν εν πολλαίς πόλεσι της Ινδικής και καλούμενοι Πάρσοι (υπό των ομοφύλων δε Μωαμεθανών Περσών Γουέβροι (Γκιαούρ) = άπιστοι).

Διά της καταλύσεως του Περσικού κράτους η δύναμις του Ισλάμ διεδόθη ανά τας ευρυτάτας χώρας της Ασίας τας εκτεινομένας μεταξύ του Τίγρητος και του Ώξου, του Καυκάσου, της Κασπίας και του Ινδικού Ωκεανού και ηλλοιώθη ηθικώς και πολιτικώς η όψις της Δυτικής Ασίας πριν ή παρέλθωσιν 20 έτη από του θανάτου του Μωάμεθ.

6. Οι πόλεμοι των Αράβων κατά του Ελληνικού κράτους.

Καθ' όν χρόνον ο Αραβικός Μωαμεθανικός χείμαρρος κατέκλυζε τας ιστορικωτάτας χώρας της Δυτικής και της Μέσης Ασίας, αι μεγάλαι και κάλλισται εν Ασία και Αφρική και ιστορικώταται χώραι του Ελληνικού κράτους κατελαμβάνοντο αλλεπαλλήλως υπό των ακαθέκτων στρατιών του Ισλάμ. Εκ των δύο στρατιών, αίτινες υπό του Χαλίφου Ωμάρ εξεπέμφθησαν εναντίον των Ελλήνων και των Περσών, η υπό τον στρατηλάτην Καλίδ, διελάσασα άνευ αντιστάσεως πάσαν την Παλαιστίνην, επήλθε κατά της εν τη Κοίλη Συρία μεγάλης και ονομαστοτάτης Ελληνικής πόλεως Δαμασκού, ήν και επολιόρκησεν. Ο Ηράκλειος, όστις ευρίσκετο έτι εν Συρία, έπεμψε στρατόν εναντίον του Καλίδ υπό τον γνωστόν ημίν εκ της ιστορίας του Περσικού πολέμου αδελφόν αυτού Θεόδωρον• αλλ' ο στρατός ούτος ηττήθη εγγύς της Δαμασκού υπό των Αράβων (634). Δεύτερος στρατός υπό του βασιλέως πεμφθείς προς ελευθέρωσιν της Δαμασκού ηττήθη αύθις, και τότε η μεγάλη και αρχαιοτάτη πόλις, ο «οφθαλμός της Ανατολής», μετά εξάμηνον πολιορκίαν περιήλθεν εις τας χείρας των Αράβων. Ο βασιλεύς Ηράκλειος, όστις έσπευσε να επανέλθη εις την πρωτεύουσαν, ίνα φροντίση περί αποστολής νέου στρατού, έπεμψε πράγματι νέον στρατόν υπό τον υιόν αυτού Κωνσταντίνον και τον στρατηγόν Μανουήλ. Αλλ' εν τη παρά τον Ιερομίακα ποταμόν μάχη ηττήθησαν και αύθις οι Χριστιανοί (696) και οι Άραβες ταχέως μετά την αναχώρησιν του βασιλέως εγένοντο κύριοι της Συρίας απάσης. Πάσαι αι μεγάλαι και περίφημοι ενταύθα πόλεις Αντιόχεια, Βηρυτός, Έμεσα, Ιερουσαλήμ, Καισάρεια η εν Παλαιστίνη εκυριεύθησαν μέχρι του 639 υπό των μαχητών του Ισλάμ.

Ιστορικώς αξιοσημείωτος είναι ο τρόπος, καθ' όν η Ιερουσαλήμ περιήλθεν εις την εξουσίαν των Αράβων. Η αγία πόλις πολιορκηθείσα τω 636 μετά την ατυχή τοις Έλλησι μάχην του Ιερομίακος αντέταξεν αντίστασιν γενναίαν προς τους πολιορκητάς, καίπερ ούσα εγκαταλελειμμένη εις εαυτήν και μόνον αρχηγόν και προστάτην έχουσα τον περίφημον Πατριάρχην Σωφρόνιον. Τέλος δε αναγκασθείσα να παραδοθή διά συνθήκης απήτησε να συνομολογήση την συνθήκην της παραδόσεως προς αυτόν τον Χαλίφην, ουχί δε προς τον αρχηγόν του πολιορκητικού στρατού Αβού Οβεϊδά, τον προ μικρού αντικαταστήσαντα εν τη αρχιστρατηγία τον Καλίδ. Και τότε ο χαλίφης Ωμάρ απήλθεν από Μέκκας και διανύσας μακροτάτην οδόν διά της ερήμου εν πάση απλότητι των τότε Χαλιφών (77) αφίκετο προ της αγίας πόλεως, ήν και οι Μωαμεθανοί εσέβοντο και σέβονται ως αγίαν πόλιν και καλούσαν αυτήν μέχρι και νυν ούτω (Κουδούς ή Κουδούς σερίφ) ως ούσαν πόλιν του προφήτου και του Χριστού και συνωμολόγησε προς τον Πατριάρχην Σωφρόνιον την περί παραδόσεως της πόλεως συνθήκην. Η συνθήκη αύτη ήτο κατά τούτο ιδίως σπουδαία ότι ήτο η πρώτη μεταξύ Μωαμεθανών και Χριστιανών συνθήκη, ή μάλλον η πρώτη επίσημος εκ μέρους του Μωαμεθανικού κράτους πράξις η καθορίζουσα την θέσιν των Χριστιανών εν μωαμεθανικώ κράτει κατά τας αρχάς του Κορανίου (ίδ. 101) και αποτελούσα την βάσιν και αφετηρίαν πασών των βραδύτερον υπό διαφόρων μωαμεθανών ηγεμόνων τοις Χριστιανοίς παρασχεθεισών θρησκευτικών ελευθεριών (78). Κατά την συνθήκην ταύτην του Ωμάρ εις πάντας τους Χριστιανούς ασφαλίζεται η ζωή και η περιουσία και η ελευθέρα τέλεσις της θρησκευτικής λατρείας αυτών επί ετησία αποτίσει του κεφαλικού λεγομένου φόρου (χαράτζ), δι' ού ο Χριστιανός εξαγοράζει ούτως ειπείν το δικαίωμα της υπάρξεως• απηγορεύετο εις τους Χριστιανούς να ιδρύωσι σταυρούς έξωθεν επί των ναών αυτών ή να κρούωσι σήμαντρα ή κώδωνας αγγέλλοντας την ώραν της προσευχής• έτι δε επεβάλλετο να διακρίνωνται κατά την ενδυμασίαν από των Μωαμεθανών, απαγορευομένης ιδίως αυστηρώς της χρήσεως του πρασίνου χρώματος (79) Και ούτω μεν η Συρία μετ' αυτής δε και η Μεσοποταμία, δύο δηλονότι χώραι, αίτινες από των χρόνων των διαδόχων του Αλεξάνδρου επί 950 περίπου έτη υπήρξαν εστία ελληνικού πολιτισμού, ελληνικής παιδείας, ελληνικής φιλολογίας, κοιτίς του Χριστιανισμού και του Χριστιανικού Ελληνισμού και της χριστιανικής φιλολογίας και ρητορικής, κατελήφθησαν εντός 9 μόνον ετών υπό νέου έθνους, νέου κράτους, νέας θρησκείας και νέου βίου Ασιατικού επενεγκόντος κατά μικρόν την εξαφάνισιν του Ασιατικού Ελληνισμού εν τη λαμπροτάτη κοιτίδι και τη φωτεινοτάτη εστία αυτού. Μόνη η Χριστιανική πίστις και Εκκλησία έσωσαν και σώζουσιν έτι τα ελάχιστα λείψανα, του πάλαι πνευματικού μεγαλείου του Ελληνισμού των χωρών τούτων. (80) 7. Κατάληψις της Αιγύπτου υπό των Μωαμεθανών.

Ευθύς δ' ως συνεπληρώθη η κατάκτησις της Συρίας, περιήλθεν υπό το κράτος του Ισλάμ και άλλη ιστορικωτάτη χώρα και επί αιώνα και αυτή φαεινοτάτη διατελέσασα εστία του Ελληνικού πολιτισμού και των Ελληνικών γραμμάτων. Ο χαλίφης Ωμάρ έπεμψεν από Συρίας τω 640 νέον στρατόν προς κατάκτησιν της Αιγύπτου υπό τον αυτόν εκείνον Άραβα στρατηλάτην, όστις επί του χαλίφου Αβού Βεκίρ είχεν εισβάλει εις την νότιον Συρίαν καταλαβών προς τοις άλλοις την ισχυράν Γάζαν (σ. 105). Ο Αμρού κατώρθωσε μετά μικρού στρατού εν διαστήματι ολίγων μηνών να καταλάβη πάσαν σχεδόν την Αίγυπτον νικήσας εν πολλαίς μάχαις τα Ελληνικά στρατεύματα και καταλαβών εξ εφόδου την ακρόπολιν της Μέμφιδος, πρωτευούσης της Μέσης Αιγύπτου (81). είτα δε και πάσαν την Αίγυπτον, πλην της Αλεξανδρείας. Αύτη υπερησπίζετο από θαλάσσης ισχυρώς υπό του Ελληνικού στόλου, ενόσω έζη ο Ηράκλειος. Αλλά τω 641 αποθανόντος του Ηρακλείου κατελήφθη υπό των Αράβων και η ελληνικωτάτη αυτή μεγαλόπολις, παυσαμένη έκτοτε ούσα εστία Ελληνικών γραμμάτων και Ελληνικού Χριστιανικού πολιτισμού. Ούτω δε μετά της καταλύσεως της εν Αιγύπτω Ελληνορωμαϊκής αρχής απώλετο και το εν Αιγύπτω επί 960 έτη περίπου ανθήσαν πνευματικόν κράτος του Ελληνικού, είτα δε και του Ελληνικού Χριστιανικού βίου και πολιτισμού (82).

Εις την τοσούτο ταχείαν και ευχερή κατάλυσιν της εν Αιγύπτω Ελληνικής εξουσίας συνετέλεσαν πολύ οι Κόπται ήτοι οι Χριστιανοί απόγονοι των αρχαίων Αιγυπτίων, οίτινες δεν είχον αφομοιωθή προς τους Έλληνας της χώρας. Οι Κόπται ούτοι, αποτελούντες τότε τον πολυπληθέστατον λαόν της Αιγύπτου, εμίσουν πολύ τους Έλληνας, διότι και θρησκευτικώς τότε ήσαν κεχωρισμένοι απ' αυτών ως όντες Μονοφυσίται και τους Έλληνας θεωρούντες Νεστοριανούς (διότι οι Μονοφυσίται τους οπαδούς της εν Χαλκηδόνι Συνόδου συνέχεον προς τους Νεστοριανούς). Ένεκα λοιπόν του μίσους τούτου προσεχώρησαν ούτοι αθρόοι εις τους επιδρομείς Άραβας και παρείχον αυτοίς πάσαν συνδρομήν συντελούντες ισχυρώς εις την επιτυχίαν αυτών• εξ άλλου και οι Άραβες παρεχώρησαν εις τους Κόπτας εν ευρυτάτω μέτρω τας εις τους Χριστιανούς υπό του Κορανίου επιτρεπομένας ελευθερίας, και αυτόν τον κεφαλικόν φόρον καθορίσαντες μετριώτατον. Μεθ' όλα ταύτα πολλοί των Χριστιανών Αιγυπτίων ή Κοπτών προσήλθον εκουσίως εις το Ισλάμ, και τούτων των αρνησιθρήσκων απόγονοι εισιν οι νυν Φελλάχοι της Αιγύπτου, ενώ οι εμμείναντες εν τη πατρίω πίστει καλούνται μέχρι νυν Κόπται.

8. Εμφύλιος πόλεμος εν τω Αραβικώ κράτει. Σουννίται και Σεΐται.

Μετά την κατάληψιν της Αιγύπτου οι Άραβες εξέτειναν τας κατακτήσεις αυτών προς νότον μεν μέχρι των ορίων της Αιθιοπίας, προς δυσμάς δε κατέλαβον την Κυρηναϊκήν και εκείθεν τας λοιπάς Ρωμαϊκάς χώρας της Βορείου Αφρικής. Αλλά τούτο εγένετο μετά τον θάνατον του Ηρακλείου. Τα μεγάλα γεγονότα, ών αφηγήθημεν την ιστορίαν, συνέβησαν επί του χαλίφου Ωμάρ. Αλλά και επί του διαδόχου αυτού Οσμάν (654-655) όντος επί Μωάμεθ γραμματέως αυτού, γενομένου δε νυν χαλίφου δι' εκλογής, αι Αραβικαί κατακτήσεις ηκολούθησαν την νικηφόρον αυτών πορείαν προς τε την Μέσην Ασίαν και προς τα βόρεια παράλια της Αφρικής. Συγχρόνως δε οι Άραβες, οι κατέχοντες νυν την Συρίαν, εκ των περιφήμων κέδρων του Λιβάνου κατασκευάσαντες στόλον προσέβαλλον τας παραλίους πόλεις της Μικράς Ασίας και την Κύπρον και παρά την Ρόδον συνεκρότουν ναυμαχίας νικηφόρους προς τον ελληνικόν στόλον. Αλλά κατά τα τελευταία έτη της χαλιφείας του Ωμάρ εσωτερικαί ταραχαί εκραγείσαι εν τω Αραβικώ κράτει ανέκοψαν επί μακρόν την ορμητικήν κατακτητικήν πορείαν των Αράβων. Ο διαδεξάμενος τω 655 τον κατά το έτος τούτο φονευθέντα εν Μέκκα χαλίφην Οσμάν Αλής, ο εξάδελφος και επί θυγατρί γαμβρός του Μωάμεθ, περιεπλάκη ευθύς εξ αρχής της χαλιφείας αυτού εις εσωτερικάς έριδας και εμφυλίους πολέμους. Κατά του Αλή τούτου, όστις ένεκα της διπλής στενωτάτης προς τον Μωάμεθ συγγενείας είχε μείζονα δικαιώματα φυσικά επί της χαλιφείας ή οι προκάτοχοι αυτού, επανέστη ο της Δαμασκού διοικητής Μωαβίας εκ του γένους Ουμμέια, ουδεμίαν έχων συγγένειαν προς τον οίκον του προφήτου, αλλ' απλώς πεποιθώς επί τας ιδίας δυνάμεις. Ο εμφύλιος ούτος πόλεμος διαρκέσας επί έτη έληξε διά του φόνου του Αλή και της υπό του Μωαβία καταλήψεως της Χαλιφείας.

Αλλά τότε μεγάλη επήλθε μεταβολή εις τον χαρακτήρα της Χαλιφείας. Ενώ οι μέχρι τούδε Χαλίφαι ελάμβαναν το αξίωμα δι' εκλογής, και ήρχον την αρχήν ταύτην ως πατριαρχικοί αιρετοί άρχοντες λαού κατά βάθος δημοκρατουμένου, νυν ο Μωαβίας κατέστησε την αρχήν κληρονομικήν και μετέθηκε το κέντρον και την πρωτεύουσαν του κράτους και την έδραν της Κυβερνήσεως από της Αραβίας εις την Δαμασκόν της Συρίας. Νυν ο απλούς και λιτός βίος των δημοκρατικών αρχόντων των Αράβων μετεβλήθη εις πολυτελή και αβροδίαιτον αυλήν κληρονομικού ηγεμόνος απολυταρχικού, όστις την ιεράν ιδιότητα της Χαλιφείας εχρησιμοποίει απλώς προς ηθικήν εμπέδωσιν του δεσποτισμού. Η τέως δημοκρατική θεοκρατία παρά τοις Άραψι μετεβλήθη εις θεοκρατίαν μοναρχικήν και ο Αραβικός λαός από ελευθέρου τέκνου της έρημου κατά μικρόν κατέστη αγέλη δούλων του δεσπότου Χαλίφου. Αλλά θρησκευτικός φανατισμός και ηθική ζωτικότης συνετήρησαν έτι επί μακρόν την κατακτητικήν ορμήν του Αραβικού κράτους.

{112} Επί του Μωαβία αι ταραχαί επανελήφθησαν εν τω Αραβικώ κράτει και αφού ο Μωαβίας κατέστη χαλίφης και απόλυτος κύριος του κράτους (660 μ. Χ.) και ίδρυσε δυναστείαν κληρονομικήν καλουμένην δυναστείαν Ουμμεϊαδών (από του πάππου του Μωαβία Ουμμέια). Επί του υιού και διαδόχου του Μωαβία Ιεζίτ, οι οπαδοί του Αλή, πολυπληθείς όντες καθ' άπαν το Χαλιφικόν κράτος, επανέστησαν (683) υπέρ του οίκου του Αλή και των δύο υιών αυτού Χασάν και Χουσεΐν. Αλλ' εν τω αύθις εκραγέντι εμφυλίω πολέμω απώλοντο αμφότεροι οι υιοί του Αλή, οίτινες ήσαν και εγγονοί του Προφήτου εκ της θυγατρός αυτού Φατιμάς. Αλλ' ο όλεθρος των δύο τούτων εγγόνων του Προφήτου και η ήττα της μερίδος, καίπερ εξωτερικώς εμπεδώσαντα το κράτος των Ουμμεϊαδών επί τινα χρόνον, εσωτερικώς διήρεσαν το Αραβικόν κράτος και σύμπαντα τον Μωαμεθανικόν κόσμον εις δύο μέχρι σήμερον αδιαλλάκτους προς αλλήλας διατελούσας μερίδας.