Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας
Part 1
Produced by Sophia Canoni
Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed. Words in italics are included in _, while bold words in &. Footnotes have been converted to endnotes and are included in (). I have also added explanation of words in endnotes. These are included in []. There are numerous references to other pages in the same book. The referenced pages are marked in {}. The book has been corrected as per the Table of Errors at its end.
Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό, κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις με πλαγίους χαρακτήρες έχουν σημειωθεί με _, ενώ λέξεις με έντονους με &. Οι υποσημειώσεις έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου και περικλείονται σε (). Έχω προσθέσει στο τέλος του βιβλίου επεξηγήσεις λέξεων. Αυτές έχουν σημειωθεί με []. Υπάρχουν πολυάριθμες αναφορές σε σελίδες του ιδίου βιβλίου. Οι σελίδες αυτές έχουν σημειωθεί με {}. Το βιβλίο έχει διωρθωθεί σύμφωνα με τον Πίνακα Παροραμάτων, που ευρίσκετο στο τέλος του.
Π. ΚΑΡΟΛΙΔΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΕΝ ΤΩ ΕΘΝΙΚΩ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΩ
ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
ΜΕΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΩΤΑΤΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ ΤΗΣ ΛΟΙΠΗΣ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΠΡΟΣ ΧΡΗΣΙΝ ΤΩΝ ΦΟΙΤΗΤΩΝ ΤΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ
ΕΚΔΟΤΗΣ: ΝΙΚ. ΤΖΑΚΑΣ ΛΕΩΦΟΡΟΣ ΠΑΝΕΠIΣΤΗΜIΟΥ, 81 1906
Παν αντίτυπον φέρει την υπογραφήν του συγγραφέως.
ΤΥΠΟΙΣ Π. ΠΕΤΡΑΚΟΥ, ΟΔΟΣ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ ΑΡΙΘ. 7.
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Το βιβλίον τούτο, συνταχθέν κυρίως προς χρήσιν των φοιτητών της Φιλοσοφικής Σχολής, εξεταζόμενον υπό καθόλου [1] επιστημονικήν έποψιν δεν δύναται βεβαίως ούτε κατά βάθος ούτε κατά πλάτος να θεωρηθή πραγματεία ιστορική επιστημονική, προωρισμένη να χρησιμεύση τοις κ. κ. φοιτηταίς εν ταις ειδικαίς αυτών ιστορικαίς επιστημονικαίς μελέταις. Ο σκοπός αυτού είναι μάλλον περιωρισμένος και μάλλον πρακτικός, αποβλέπων εις το να παράσχη τοις σπουδάζουσι βοήθημα πρόχειρον εν ταις προκαταρκτικαίς και προπαρασκευαστικαίς αυτών μελέταις. Οι φοιτηται της Φιλοσοφικής Σχολής, μελετώντες την ιστορίαν του Ελληνικού Έθνους κατά πάσας τας περιόδους αυτής, ικανά μεν ευρίσκουσι βοηθήματα επαρκή εν τη μελέτη της αρχαίας και της νεωτάτης ελληνικής ιστορίας, ελάχιστα δε, και ταύτα ως επί το πλείστον ανεπαρκή, εν τη μελέτη της μεσαιωνικής ή Βυζαντινής ελληνικής ιστορίας. Διότι αι μεν εκτενέστερον και επιστημονικώτερον συντεταγμέναι πραγματείαι του Κ. Παπαρρηγοπούλου και Σπ. Λάμπρου, αι περιλαμβάνουσαι εν τη όλη ιστορία του Ελληνικού Έθνους και την Βυζαντινήν, εισίν ως εκ του μεγέθους αυτών ουχί πάνυ ευπρόσιτοι τοις πλείστοις των φοιτητών και πρόχειροι εις τας μελέτας αυτών• πάντα δε τα άλλα διδακτικά λεγόμενα εγχειρίδια εισι κατά τε το ποσόν και το ποιόν ανεπαρκή. Το δε παρόν βιβλίον είναι μεν αρκούντως σύντομον και μικρόν, ώστε να καταστή πρόχειρον άμα και ευπρόσιτον τοις πάσιν, αρκούντως δε περιεκτικόν και πολυμερές εν τη συντομία, άμα δε και συστηματικόν εν τη διατάξει του περιεχομένου και τη παραστάσει της εσωτερικής συνοχής και ακολουθίας των ιστορουμένων, ώστε να χρησιμεύη ως αφετηρία ειδικωτέρας επιστημονικής μελέτης. Κέκτηται δε και το πλεονέκτημα ότι μετά της Βυζαντινής ιστορίας συνάπτει και συνδυάζει τα κυριώτατα κεφάλαια της όλης Μεσαιωνικής ιστορίας, ής μέρος είναι και η ιστορία η Βυζαντινή, και ιδίως τα της τοσούτον στενώς μετά της Βυζαντινής ιστορίας συνδεομένης ιστορίας της Χριστιανικής Δύσεως και της Μωαμεθανικής Ανατολής. Είναι δε και άλλως ανάγνωσμα ιστορικόν διδακτικόν εύληπτον τοις πάσι.
ΙΣΤΟΡΙΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΜΕΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΩΤΑΤΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ ΤΗΣ ΛΟΙΠΗΣ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Α'. Περί της Βυζαντινής καθόλου ιστορίας.
Ιστορία Βυζαντινή ή Βυζαντιακή λέγεται κυρίως η ιστορία του Ελληνικού έθνους η αρχομένη από των χρόνων, καθ' ούς ο αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος ο Μέγας, γενόμενος μόνος κύριος του Ρωμαϊκού Κράτους (324 μ. Χ.), κατέστησε το Βυζάντιον, ή ως μετωνομάσθη τότε η πόλις αύτη, την Κωνσταντινούπολιν νέαν πρωτεύουσαν του Ρωμαϊκού Κράτους (330 μ. Χ.), μεταθέσας την έδραν της Κυβερνήσεως από της Λατινικής Δύσεως εις την Ελληνικήν Ανατολήν, ήτις μετά τινα χρόνον απετέλεσεν ίδιον κράτος κατ' ουσίαν Ελληνικόν.
Είνε δε η ιστορία, αύτη εξωτερικώς και υπό έποψιν γενικήν μέχρι του τέλους του 5 μ. Χ. αιώνος συνέχεια της ιστορίας της Ρωμαϊκής, εν ή περιλαμβάνεται και η ιστορία του Ελληνικού έθνους από των χρόνων της εις το Ρωμαϊκόν κράτος καθυποτάξεως των Ελληνικών χωρών της Ανατολής και ιδίως της κυρίως Ελλάδος (146 π. Χ.). Δύναται δε η αυτή ιστορία να ονομασθή και ιστορία του Ελληνορωμαϊκού Κράτους ή του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους• διότι το Ελληνικόν κράτος, το παραχθέν εν τη Ανατολή διά του έργου του Κωνσταντίνου του Μεγάλου, και αφού εχωρίσθη εντελώς από της Λατινικής Δύσεως, ενώ κατ' ουσίαν ήτο Ελληνικόν, κατά τύπον έμεινε Ρωμαϊκόν και επισήμως εκαλείτο Ρωμαϊκόν κράτος, ενίοτε δε και Ανατολικόν Ρωμαϊκόν κράτος. Αλλ' ορθοτέρα πάντως και ακριβεστέρα υπό πραγματικήν έποψιν ονομασία είναι «Ιστορία μεσαιωνική του Ελληνικού έθνους», διότι είναι κατ' ουσίαν, μάλιστα από του τέλους του 5 μ. Χ. αιώνος, ιστορία του Ελληνικού έθνους κατά την μεγάλην εκείνην χρονικήν περίοδον της παγκοσμίου ιστορίας, ήτις καλείται «Μέσος αιών» ή «Μεσαίων» ή «περίοδος των μέσων αιώνων». Υπό καθόλου δε ιστορικήν έποψιν η Βυζαντινή ιστορία περιλαμβανομένη εν τη «Μεσαιωνική ιστορία» είνε μέρος αξιολογώτατον της ιστορίας ταύτης (2).
Η ιστορία αύτη αρχομένη από της μοναρχίας του Μεγάλου Κωνσταντίνου (323 μ. Χ.) ή, ως λέγεται συνήθως, από της κτίσεως της Κωνσταντινουπόλεως (330 μ. Χ.), κατέρχεται μέχρι των χρόνων της εντελούς καταλύσεως του Βυζαντιακού ή Ελληνορωμαϊκού κράτους της επελθούσης τω 1453, ήτοι περιλαμβάνει περίοδον χρονικήν υπερχιλιετή διαιρουμένην εις δύο κυρίως ελάσσονας περιόδους• α') την από κτίσεως της Κωνσταντινουπόλεως μέχρι του τέλους του 5 μ. Χ. αιώνος, ήν δυνάμεθα να καλέσωμεν Ρωμαϊκήν ή Ελληνορωμαϊκήν, και β') την από του τέλους του 5 μ. Χ. αιώνος μέχρι του 1453, ήν δυνάμεθα να ονομάσωμεν περίοδον ακραιφνώς Ελληνικήν. Και η μεν πρώτη περίοδος περιλαμβάνει τα γεγονότα εκείνα τα ιστορικά, δι' ών το Ανατολικόν τμήμα του Ρωμαϊκού κράτους χωριζόμενον κατά μικρόν εντελώς από του Δυτικού καθίσταται ίδιον κράτος αυτοτελές Ελληνικόν• η δε δευτέρα περίοδος περιλαμβάνει αυτήν ταύτην την ιστορίαν του εξελληνισθέντος Βυζαντιακού κράτους την εκτεινομένην από του τέλους του 5 μ. Χ. αιώνος μέχρι της κατά το 1453 επελθούσης πτώσεως του κράτους τούτου. Αλλά της όλης ταύτης ιστορίας ανάγκη να προταχθή η αφήγησις των γεγονότων εκείνων της Ρωμαϊκής ιστορίας, άτινα συνδέονται μετά της ιστορίας της βασιλείας του Μεγάλου Κωνσταντίνου, να εκτεθώσι δε πρώτιστα τα γενικώτερα αίτια, ών ένεκα εκ του Ρωμαϊκού κράτους παρήχθη κράτος Ελληνικόν, το καλούμενον Βυζαντιακόν.
Β'. Πώς εκ του Ρωμαϊκού κράτους παρήχθη το Βυζαντιακόν ή Βυζαντινόν καλούμενον Ελληνικόν κράτος.
Η γένεσις του Ελληνικού κράτους από του παγκοσμίου Ρωμαϊκού κράτους, όπερ κατά τους χρόνους της του Χριστού γεννήσεως εξετείνετο από τον Ατλαντικού Ωκεανού μέχρι του Ευφράτου, και από του Βρεττανικού πορθμού και της Βορείου θαλάσσης μέχρι των καταρρακτών του Νείλου και της μεγάλης ερήμου της Βορείας Αφρικής, εξηγείται διττώς• α') εκ του εσωτερικού ιστορικού βίου και πολιτισμού του Ρωμαϊκού τούτου κράτους, και β') εκ των εξωτερικών γεγονότων της όλης ιστορίας του Ρωμαϊκού κράτους και των μετά ταύτης συνδεομένων μεγάλων γεγονότων της παγκοσμίου ιστορίας.
α') Εσωτερικώς, υπό την έποψιν δηλονότι του εσωτερικού βίου και πολιτισμού του Ρωμαϊκού κράτους, η εκ τούτου γένεσις του ελληνικού κράτους είχεν αιτίαν κατά μέγιστον μέρος αυτήν την εν τω Ρωμαϊκώ κράτει πνευματικήν, ηθικήν και εκπολιτιστικήν δύναμιν του Ελληνισμού. Ως γνωστόν, από των χρόνων έτι, καθ' ούς οι Ρωμαίοι ήλθον εις σχέσεις προς τους Ελληνικούς λαούς της Ανατολής και κατά μικρόν υπέταξαν εαυτοίς πάσας τας ελληνικάς χώρας, από των αρχών δηλονότι του Β' π. Χ. αιώνος, σύμπασα η Ανατολή από του Αδρίου μέχρι του Ευφράτου ήτο Ελληνική. Αι αρχαίαι ελληνικαί αποικίαι, βραδύτερον δε αι κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου και τα υπό των Διαδόχων τούτου πολλαχού της Ανατολής, εν Αιγύπτω, Συρία, Περγάμω και αλλαχού ιδρυθέντα κράτη, προ πάντων δε αυτή η μεγάλη ηθική και εκπολιτιστική δύναμις του Ελληνισμού είχον επενέγκει το τοιούτον αποτέλεσμα. Καθ' όν δε χρόνον πάσαι αι Ελληνικαί χώραι υπετάγησαν εις τους Ρωμαίους, ούτοι ου μόνον δεν εξηφάνισαν τον τοιούτον Ελληνικόν πολιτισμόν, αλλά και εσεβάσθησαν και ετίμησαν και εκαλλιέργησαν αυτόν εν τη ιδία αυτών πατρίδι, σπουδάζοντες την Ελληνικήν γλώσσαν, τα Ελληνικά γράμματα, την Ελληνικήν φιλοσοφίαν, την Ελληνικήν ρητορικήν και αυτάς έτι τας Ελληνικάς Καλάς Τέχνας. Διότι οι Ρωμαίοι δεν ήσαν μεν κατά τους χρόνους εκείνους πεπολιτισμένοι εις όν βαθμόν οι Έλληνες, αλλά δεν ήσαν και βάρβαροι, και δη βάρβαροι ανεπίδεκτοι Ελληνικού πολιτισμού. Ούτω δε καθ' όλους τους μετά την κατάκτησιν ιδία της Ελλάδος χρόνους της Ρωμαϊκής δημοκρατίας, έπειτα δε και επί της αυτοκρατορίας μέχρι των χρόνων του Μεγάλου Κωνσταντίνου, πολλώ δε πλέον από των τούτου χρόνων, ου μόνον εν Ελλάδι και εν απάσαις ταις εξηλληνισμέναις χώραις της Ανατολής, αλλά και εν αυτή τη Ιταλία (ένθα η Κάτω Ιταλία και η Σικελία αρχαιόθεν ήδη ήσαν εξηλληνισμέναι) και εν Ρώμη και εν άλλοις έτι τόποις της Δύσεως επεκράτει Ελληνικός πολιτισμός και εκαλλιεργούντο τα ελληνικά γράμματα. Εν Ρώμη αυτοί οι αυτοκράτορες και αι αυτοκράτειραι και οι ευγενείς εφιλοτιμούντο να λαλώσι και να γράφωσιν ελληνιστί. Αυτοί οι αυτοκράτορες είχον εν Ρώμη ίδιον γραφείον ελληνικόν ήτοι γραφείον της εν τη ελληνική γλώσση διεξαγομένης κυβερνητικής υπηρεσίας και αλληλογραφίας, υπό περιφήμων Ελλήνων λογίων διευθυνόμενον. Σχολαί δε ήκμαζον ρητορικαί και φιλοσοφικαί εν Ρώμη και εν τη λοιπή Ιταλία και εν άλλαις χώραις της Δύσεως, εν αίς εδιδάσκετο η ελληνική γλώσσα και η φιλολογία. Και εν αυταίς δε ταις ρητορικαίς και φιλοσοφικαίς σχολαίς των Αθηνών οι αυτοκράτορες διετήρουν, ιδία δαπάνη, έδρας καθηγητών διδασκόντων ρητορικήν και φιλοσοφίαν.
Εν ταις Ανατολικαίς δε χώραις του Ρωμαϊκού κράτους, ών αι πλείσται ήσαν ελληνικαί ή εξηλληνισμέναι, αυτή η Ρωμαϊκή κατάκτησις είχε συντελέσει εις την επί μάλλον διάδοσιν και επικράτησιν του Ελληνισμού. Διότι η συγκέντρωσις η διοικητική η επελθούσα διά της Ρωμαϊκής κατακτήσεως και αι μεγάλαι στρατιωτικαί οδοί, δι' ών διηυκολύνετο η συγκοινωνία του κράτους, ηύξανον έτι μάλλον την μεταξύ των λαών πνευματικήν συνάφειαν και επικοινωνίαν, ήτις εγίνετο προ πάντων διά της Ελληνικής γλώσσης.
Μάλιστα δε πάντων συνετέλεσε κατά τους χρόνους της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας εις την έν τισι χώραις της Ανατολής μείζονα ενίσχυσιν και παγίωσιν του Ελληνισμού η από των χρόνων των πρώτων αυτοκρατόρων της Ρώμης αρξαμένη ισχυρά εν Ανατολή διάδοσις του Χριστιανισμού. Διότι η γλώσσα, εν ή εδιδάσκετο η νέα θρησκεία και εγράφοντο τα ιερά βιβλία, ήτο η Ελληνική. Και εν ταις πόλεσι της Ανατολής, της Συρίας δηλονότι και της Μικράς Ασίας, της Μακεδονίας και των άλλων Ελληνικών χωρών ιδρύθησαν αι πρώται και αρχαιόταται χριστιανικαί εκκλησίαι. Ούτως ηδύνατό τις να είπη ότι ολόκληρον τα Ανατολικόν τμήμα του Ρωμαϊκού κράτους ήτο, υπό έποψιν ου μόνον εθνικήν, αλλά και ηθικήν και εκπολιτιστικήν, Ελληνικόν δυνάμενον να μεταβληθή και πολιτικώς εις κράτος Ελληνικόν ευθύς ως ήθελε λάβει πολιτικόν τι κέντρον εν εαυτώ.
Αλλά πλην της μεγάλης ηθικής δυνάμεως του Ελληνισμού, και άλλο τι γεγονός αναγόμενον εις την εσωτερικήν ιστορίαν αυτής της Ρώμης και του Ρωμαϊκού κράτους συνετέλεσεν εμμέσως εις την από του κράτους τούτου γένεσιν κράτους Ελληνικού, και διηυκόλυνεν αυτήν.
Η Ρώμη, ενόσω ως πόλις και κράτος εκυβερνάτο πράγματι δημοκρατικώς, συνεκέντρου και περιώριζεν εν εαυτή και μόνη άπασαν την αρχήν και εξουσίαν του Ρωμαϊκού κράτους. Το κράτος απετελείτο, κυρίως ειπείν, από μιας πόλεως, ής οι πολίται ήσαν και οι μόνοι πολίται του όλου κράτους, οι έχοντες δικαίωμα πολιτικόν εν αυτώ. Πάντες οι άλλοι λαοί του κόσμου οι υποταχθέντες κατά διαφόρους χρόνους και καιρούς εις το Ρωμαϊκόν κράτος, μέχρι τινός δε και αυτοί οι λαοί της Ιταλίας, ήσαν απλοί υπήκοοι του κράτους της Ρώμης, ή μάλλον του λαού της Ρώμης, συνδεόμενοι προς την κοσμοκράτειραν πόλιν διά ποικίλων τρόπων και βαθμών υπηκοότητος• δεν ήτο δε εύκολον να γείνη τις πολίτης Ρωμαίος, ήτοι να έχη δικαιώματα πολίτου Ρωμαίου. Αλλ' η κατάστασις αύτη των πραγμάτων ήρξατο να μεταβάλληται κατά μικρόν και προ της αυτοκρατορίας και μάλιστα επί της αυτοκρατορίας. Το δικαίωμα Ρωμαίου πολίτου εδίδετο νυν ευκολώτερον εις τους υπηκόους του κράτους και μάλιστα εις τους Έλληνας, οίτινες απέλαυσαν της εξαιρετικής ευνοίας μεγάλων τινών αυτοκρατόρων του Β' μ. Χ. αιώνος, Αδριανού, Αντωνίου του Ευσεβούς και Μάρκου Αυρηλίου. Τότε δε βλέπομεν και άνδρας Έλληνας σοφούς επιφανή κατέχοντας πολιτικά αξιώματα εν τω Ρωμαϊκώ κράτει. Τέλος δε κατά τον 3 μ. Χ. αιώνα, επί της κυβερνήσεως του αυτοκράτορος Καρακάλλα (211-218), εδόθη ισοπολιτεία εις πάντας τους ελευθέρους (μη δούλους δηλονότι) κατοίκους του Ρωμαϊκού κράτους. Έκτοτε πάντες οι λαοί του Ρωμαϊκού κράτους, ιδίως οι Έλληνες, οίτινες απετέλουν εν τω Ανατολικώ ιδίως τμήματι του Ρωμαϊκού κράτους τον πολυπληθέστατον και πνευματικώς υπεροχώτατον λαόν του Ρωμαϊκού κράτους, ηδύναντο να μετέχωσι πάσης αρχής και εξουσίας εν τω κράτει, καταλαμβάνοντες πλείστας και σπουδαιοτάτας θέσεις εν τη δημοσία υπηρεσία. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, αφού η Ρώμη, η πρώην μόνη άρχουσα του παγκοσμίου κράτους πόλις, κατέστη νυν απλώς πρωτεύουσα του κράτους, μία απλώς μετάθεσις της πρωτευούσης από της Δύσεως εις την Ανατολήν ηδύνατο να καταστήση τους Έλληνας κατ' ουσίαν κυρίους του κράτους και της Κυβερνήσεως, τουλάχιστον εν τω Ανατολικώ τμήματι του κράτους. Και αι περιστάσεις δε αι εσωτερικαί και εξωτερικαί δεν εβράδυναν να δώσωσιν αφορμήν εις την τοιαύτην μετάθεσιν, γενομένην ακριβώς περί τας αρχάς του 4 μ. Χ. αιώνος, επί του αυτοκράτορος Κωνσταντίνου του Μεγάλου.
Γ'. Το Ρωμαϊκόν κράτος κατά τας αρχάς του 4 μ. Χ. αιώνος.
Η μεγάλη έκτασις, ήν είχε το Ρωμαϊκόν κράτος κατά τους χρόνους καθ' ούς από του Οκταβιανού Αυγούστου η κατ' όνομα Ρωμαϊκή δημοκρατία εγίνετο πράγματι μοναρχία στρατιωτική, κυβερνωμένη υπό ενός άρχοντος αυτοκράτορος (imperator) καλουμένου, καθίστα λίαν δυσχερή την διοίκησιν του κράτους από Ρώμης ως κέντρου, ιδίως μάλιστα την διοίκησιν την στρατιωτικήν. Διότι το κράτος υπέκειτο μεν εις κινδύνους εξωτερικούς και εν τη Δύσει, αλλά προ πάντων εκινδύνευεν εν τη Ανατολή. Οι εν τη Δύσει κίνδυνοι προήρχοντο μόνον από των πέραν των Άλπεων οικουσών Γερμανικών φυλών, αίτινες μόναι εν τοις λαοίς της Δυτικής και Μέσης Ευρώπης μη υποταχθείσαι εις τους Ρωμαίους εποιούντο διηνεκώς επιδρομάς εις την Ιταλίαν και εις τας εκείθεν του Ρήνου Ρωμαϊκάς χώρας της Γαλατίας• και οι Ρωμαίοι ηναγκάζοντο να διατηρώσι περί τον Ρήνον και εν τη νοτίω Γερμανία, ιδίως εν ταις περί τον άνω Δανούβιον χώραις, πολλούς λεγεώνας προς προφύλαξιν των ορίων του κράτους από των Γερμανικών επιδρομών. {10} Αλλά τους μεγαλειτέρους κινδύνους των βαρβαρικών επιδρομών υφίσταντο αι Ανατολικαί χώραι του κράτους, η Ευρωπαϊκή Ελλάς η από του Δανουβίου μέχρι της Πελοποννήσου τότε εκτεινομένη, και αι εν Ασία Ελληνικαί χώραι, ιδίως η Μικρά Ασία, έτι δε και αι νήσοι του Αιγαίου Πελάγους. Αι επιδρομαί αύται εγίνοντο από Βορρά, υπό λαών ως επί το πολύ Γερμανικής καταγωγής και ιδίως υπό των Γότθων. Οι Γότθοι ούτοι, όντες λαός Γερμανικής καταγωγής, κατήλθον περί τας αρχάς του 3 μ. Χ. αιώνος από των βορειοτέρων χωρών της Ευρώπης, από της Σκανδιναυικής χερσονήσου και από των ακτών της Βαλτικής θαλάσσης, εις τας χώρας τας μεταξύ του κάτω Δανουβίου και του Τανάιδος (Δων) ποταμού. Εν ταις ευρείαις ταύταις χώραις εγκαταστάντες οι Γότθοι ίδρυσαν δύο κράτη Γοτθικά εκτεινόμενα από της Βαλτικής μέχρι του Ευξείνου Πόντου, το μεν ανατολικώτερον μεταξύ Ταναΐδος ή Δων και του Βορυσθένους ή Δανάπρεως, το δε δυτικώτερον μεταξύ του Βορυσθένους και του Δανουβίου, εντεύθεν δε διηρέθησαν εις ανατολικούς Γότθους (Ουστρογότθους) και εις δυτικούς Γότθους (Βησιγότθους). Από των χωρών δε τούτων ορμώμενοι οι Γότθοι περί τα μέσα του 3 μ. Χ. αιώνος ενήργουν επιδρομάς φοβεράς κατά γην και κατά θάλασσαν εις τας προς νότον της χώρας αυτών εκτεινομένας επαρχίας του Ρωμαϊκού κράτους. Και κατά γην μεν εισέβαλλον οι Βησιγότθοι εις τας προς νότον του Δανουβίου εκτεινομένας Ελληνικάς χώρας την Κάτω Μοισίαν (την νυν Βουλγαρίαν), Θράκην, Μακεδονίαν και τας έτι νοτιώτερον κειμένας Ελληνικάς χώρας, κατά θάλασσαν δε πλέοντες διά του Ευξείνου μετά πλήθους πειρατικών πλοίων προσέβαλλον πάσας τας κατά τον Εύξεινον Ελληνικάς πόλεις, προχωρούντες και εις τα ενδοτέρω της Μικράς Ασίας και φοβεράς επιφέροντες καταστροφάς εις τους ενταύθα Ελληνικούς λαούς και μυριάδας εκ τούτων απάγοντες αιχμαλώτους. Εισερχόμενοι δε από του Ευξείνου εις τον Βόσπορον και την Προποντίδα και λεηλατούντες τας εκατέρωθεν ακτάς της θαλάσσης ταύτης, έπλεον διά του Ελλησπόντου εις το Αιγαίον Πέλαγος, τας αυτάς επιφέροντες και ενταύθα καταστροφάς εις τε τας νήσους και εις τας κατά τας Ευρωπαϊκάς και Ασιατικάς ακτάς της θαλάσσης ταύτης κειμένας Ελληνικάς πόλεις και εκτείνοντες τας κατά θάλασσαν επιδρομάς ταύτας μέχρι Αιγύπτου. Ενίοτε δε οι από θαλάσσης ούτω προσβάλλοντες τας παραλίας των εν Ευρώπη Ελληνικών χωρών, Θράκης και Μακεδονίας, Ουστρογότθοι συνηντώντο ενταύθα μετά των από του Δανουβίου κατά γην κατερχομένων αδελφών αυτών Βησιγότθων, άγοντες μεθ' εαυτών μυριάδας αιχμαλώτων Ελλήνων.
Αλλ' οι βάρβαροι ούτοι Γότθοι και οι ομόφυλοι αυτοίς άλλοι βάρβαροι Γερμανικοί λαοί δεν ήσαν οι μόνοι επιδρομείς των Ελληνικών χωρών• αι εν Ασία Ελληνικαί χώραι υφίσταντο τας φοβερωτέρας επιδρομάς και άλλου τινός πολεμίου, όστις ήτο το νέον Περσικόν κράτος, το καλούμενον εκ της εν αυτώ αρχούσης βασιλικής δυναστείας κράτος των _Σασσανιδών_.
Είναι γνωστόν ότι το μέγα εν τη αρχαία ιστορία και περίφημον κράτος των Περσών, ούτινος ήρχον βασιλείς καλούμενοι _Αχαιμενίδαι_, κατελύθη υπό του Μεγάλου Αλεξάνδρου περί τα 330 π. Χ. Έκτοτε επί 80 περίπου έτη (330-250 π. Χ.) αι χώραι της Ασίας αι αποτελούσαι τας κυρίως Περσικάς χώρας υπέκυπτον εις το κράτος του Αλεξάνδρου και των εν τη Ασία διαδόχων αυτού. {11} Αλλ' από των μέσων του 3 π. Χ. αιώνος (250 π. Χ.) οι αρχαίοι κάτοικοι της χώρας, ιδίως η φυλή των Πάρθων, επαναστάντες κατά της Ελληνικής εν Μέση Ασία κυριαρχίας έθεσαν κατά μικρόν οριστικόν τέρμα εις αυτήν (περί τα μέσα του 2 π. Χ. αιώνος). Και το Παρθικόν λεγόμενον κράτος ή το κράτος των Αρσακιδών (διότι ούτως εκαλούντο οι δυνάσται του κράτους από του αρχηγέτου αυτών και ιδρυτού του κράτους Πάρθου Αρσάκου) εκταθέν μέχρι του Τίγρητος και του Ευφράτου περιήλθεν εις πολλούς πολέμους προς τους εν Συρία διατηρουμένους έτι Έλληνας βασιλείς (τους Σελευκίδας), είτα δε προς τους Ρωμαίους τους καταλαβόντας τας εν Ασία Ελληνικάς χώρας. Οι μεταξύ Πάρθων και Ρωμαίων περί Αρμενίας και Μεσοποταμίας πόλεμοι, αρξάμενοι ιδίως από των τελευταίων χρόνων της ελευθέρας πολιτείας ή δημοκρατίας των Ρωμαίων, εγίνοντο συχνοί επί της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας μέχρι του 3 μ. Χ. αιώνος. Αλλά τω 226 μ. Χ. εναντίον των Πάρθων επανέστησαν αυτοί οι ομόφυλοι Πέρσαι, ο λαός δηλονότι εκείνος, εξ ού κατήγοντο οι παλαιοί Αχαιμενίδαι βασιλείς του Περσικού κράτους. Αρχηγός της επαναστάσεως ήτο ανήρ τις Πέρσης καλούμενος Αρταξέρξης, υιός Σασσάν. Ούτος καταλύσας την δυναστείαν των Αρσακιδών καλουμένων Πάρθων βασιλέων ίδρυσεν ιδίαν δυναστείαν κληθείσαν (από του ονόματος του πατρός του Αρταξέρξου Σασσάν) δυναστείαν των Σασσανιδών. Οι Σασσανίδαι γενόμενοι κύριοι ευχερώς του Παρθικού κράτους, όπερ μετεβλήθη νυν εις νέον Περσικόν κράτος (3), και θεωρούντες εαυτούς απογόνους και κληρονόμους των αρχαίων βασιλέων της Περσίας (των Αχαιμενιδών) είχον την αξίωσιν να άρξωσιν απασών των εν Ασία χωρών, αίτινες ανήκον το πάλαι εις το Κράτος των Αχαιμενιδών. Διά τούτο δε από του χρόνου αυτού της ιδρύσεως του κράτους αυτών ήρξαντο μεγάλοι μεταξύ του κράτους τούτου και του Ρωμαϊκού πόλεμοι, επαναλαμβανόμενοι συχνότατα εν τοις έπειτα χρόνοις. {12} Ούτως αι εν τη Ανατολή χώραι του Ρωμαϊκού κράτους ήσαν εκτεθειμέναι από του 3 μ. Χ. αιώνος συγχρόνως εις τας επιδρομάς των από βορρά Γότθων και των απ' ανατολών Περσών. Αι σύγχρονοι αύται επιδρομαί φοβεράς επέφερον καταστροφάς εις τας ανατολικάς επαρχίας του Ρωμαϊκού κράτους, ενώ ταυτοχρόνως αι δυτικαί επαρχίαι του κράτους έπασχον από των επιδρομών των πέραν των Άλπεων και εντεύθεν του Ρήνου Γερμανικών φυλών. Η κατάστασις αύτη επεδεινώθη σφόδρα τω 260 μ. Χ., ότε ο αυτοκράτωρ Ουαλεριανός στρατεύσας κατά Περσών ηττήθη και ηχμαλωτίσθη. Οι Πέρσαι οι εισβαλόντες εις τας Ασιατικάς επαρχίας του κράτους προυχώρησαν μέχρι της καρδίας της Μικράς Ασίας απειλούντες να καταλύσωσιν άπαν το εν Ασία κράτος των Ρωμαίων, ενώ συγχρόνως οι Γότθοι από των βορείων παραλίων της Μικράς Ασίας, όπου έπλευσαν διά του πειρατικού στόλου αυτών, προυχώρουν λεηλατούντες και αιχμαλωτίζοντες εις τα ένδον της χερσονήσου ταύτης, εν τη Δύσει δε οι Αλαμαννοί, Γερμανικός λαός ισχυρός (4), υπερβάς τας Άλπεις εισέβαλεν εις την άνω Ιταλίαν. Εν μέσω τοιαύτης καταστάσεως πραγμάτων ήτο αδύνατον να κυβερνηθή το όλον Ρωμαϊκόν κράτος υφ' ενός αυτοκράτορος εδρεύοντος εν Ρώμη. Ένεκα δε τούτου εξ ανάγκης ανεκηρύσσοντο συγχρόνως αυτοκράτορες πολλοί στρατηγοί εν πολλαίς χώραις του κράτους, οι πλείονες τούτων μετά ειλικρινούς σκοπού να σώσωσι τας υπ' αυτούς χώρας από των βαρβάρων. Εκ των πολλών αυτοκρατόρων (19 τον αριθμόν εν όλω) των ανακηρυχθέντων μετά την του Ουαλεριανού αιχμαλωσίαν, οι πλείστοι εξέλιπον ευθύς μετά την απόκρουσιν των βαρβάρων, οι δε μείναντες ολίγοι, εν οίς ονομαστοτάτη υπήρξεν η εν Ανατολή, εν Συρία, άρξασα περίφημος βασίλισσα Ζηνοβία, κατελύθησαν πάντες υπό του αυτοκράτορος Αυρηλιανού (269-275 μ. Χ.) του αποκαταστήσαντος αύθις επί μικρόν την ενότητα του Ρωμαϊκού κράτους.