Όραμα και Μεταμόρφωση : Μια εισαγωγή στο Ευγενές Οκταπλό Μονοπάτι του Βούδδα

Part 9

Chapter 9 8 words Public domain Markdown

Η Τέταρτη Αρχή είναι η αποχή από τον ψευδή λόγο. Με ψευδή λόγο εννοούμε το λόγο που πηγάζει από τον πόθο, το μίσος ή το φόβο. Όταν λέμε ένα ψέμα το κάνουμε είτε επειδή θέλουμε κάτι, είτε επειδή θέλουμε να βλάψουμε ή να πληγώσουμε κάποιον, είτε επειδή για τον άλφα ή βήτα λόγο φοβόμαστε να πούμε την αλήθεια. Έτσι, η ανειλικρίνεια πηγάζει από αδέξιες ψυχικές καταστάσεις. Και αυτό δε χρειάζεται καν απόδειξη. Η θετική πλευρά της αποχής από τον ψευδή λόγο είναι η σάτυα (παλί: σάκκα) ή ειλικρίνεια, για την οποία ήδη μιλήσαμε στο κεφάλαιο για τον Τέλειο Λόγο.

Η τελευταία των Πέντε Αρχών είναι η αποχή από την κατανάλωση ποτών και ναρκωτικών που μπορεί να οδηγήσουν σε απώλεια επίγνωσης. Υπάρχει μια κάποια διαφωνία ως προς την ακριβή ερμηνεία αυτής της αρχής. Σε ορισμένες βουδδιστικές χώρες ερμηνεύεται ως μία πλήρης αποχή από το αλκοόλ, ενώ σε κάποιες άλλες ερμηνεύεται σαν την κατανάλωση με μέτρο οποιασδήποτε ουσίας, της οποίας η κατάχρηση μπορεί να επιφέρει μέθη. Έτσι, είμαστε ελεύθεροι να διαλέξουμε μεταξύ των δύο ερμηνειών. Η θετική πλευρά αυτής της αρχής είναι η σμρίτι (παλί: σάτι): εγρήγορση ή επίγνωση. Αυτό είναι το πραγματικό κριτήριο. Αν δηλαδή μπορείς να πίνεις δίχως να επηρεάζεται η εγρήγορσή σου, τότε επιτρέπεται να πίνεις, αν όχι, τότε δεν επιτρέπεται. Ωστόσο πρέπει να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας και να μην ισχυριζόμαστε ότι βρισκόμαστε σε εγρήγορση όταν απλά μας έχει ευφράνει το αλκοόλ. Έτσι, ακόμα και αν ερμηνεύσουμε την πέμπτη Αρχή ως "παν μέτρον άριστον", αν λάβουμε υπόψη τη θετική πλευρά της, τότε η πλήρης αποχή παραμένει ένα απαραίτητο μέτρο στην πλειονότητα των περιπτώσεων.

Αυτές είναι λοιπόν οι Πέντε Αρχές με την αρνητική και θετική πλευρά τους, πασίγνωστες στο βουδδιστικό κόσμο ως ακρογωνιαίοι λίθοι της βουδδιστικής ηθικής. Θα αναφερθώ σε άλλες δύο ομάδες ηθικών αρχών.

Η Μπίκσου Σαμβάρα-σίλα και η Μποντισάττβα Σαμβάρα-σίλα

Η Μπίκσου Σαμβάρα-σίλα (παλί: Μπίκου Σαμβάρα-σίλα) αποτελείται από εκατόν πενήντα ηθικές αρχές που ακολουθούν οι χειροτονημένοι μοναχοί και οι οποίες αντιπροσωπεύουν την αβίαστα ενάρετη συμπεριφορά που διακρίνει όσους είναι πλήρως αφοσιωμένοι στην επίτευξη της Νιρβάνας. Με άλλα λόγια αν το μόνο πράγμα που έχουμε στο νου μας είναι η Νιρβάνα και η επίτευξη αυτής, αφιερώνοντας όλο το χρόνο και την ενέργειά μας στην πνευματική ζωή, τότε η συμπεριφορά μας θα προσεγγίσει αβίαστα τη συμπεριφορά που προδιαγράφεται μέσα από τη λίστα των εκατόν πενήντα αρχών. Δυστυχώς, αυτές οι εκατόν πενήντα αρχές, γίνονται συνήθως αντιληπτές απλά ως μια λίστα από κανόνες με αποτέλεσμα να χάνεται το πνεύμα που τις διέπει.

Η Μποντισάττβα Σαμβάρα-σίλα αποτελείται από εξήντα τέσσερις αρχές που ακολουθεί ο μποντισάττβας και αντιπροσωπεύουν τη φυσική συμπεριφορά κάποιου που έχει αφιερώσει τη ζωή του στην επίτευξη της Φώτισης για το καλό όλων. Με άλλα λόγια, αν έχεις αφιερώσει τη ζωή σου για την επίτευξη της Φώτισης ή της κατάστασης του Βούδδα, όχι μόνο για τον εαυτό σου -όχι γιατί θέλεις να βρίσκεσαι "εκεί ψηλά", πέρα απ' όλα αυτά και να νοιώθεις οίκτο για όλους αυτούς που παραμένουν στην σαμσάρα- αλλά έτσι ώστε όταν θα έχεις φτάσει στη Φώτιση να μπορείς να γυρίσεις και να βοηθήσεις τους άλλους· και αν αυτή είναι η μόνη σκέψη και φιλοδοξία σου, η οποία γίνεται γνώμονας για κάθε τι στη ζωή σου, τότε, η συμπεριφορά σου και η ομιλία σου θα συνταυτιστεί αβίαστα με τη συμπεριφορά που προδιαγράφεται μέσα από τις εξήντα τέσσερις Αρχές του Μποντισάττβα. Αλλά πάλι δεν πρόκειται για μια λίστα κανόνων από την οποία θα απαλλάσσαμε τον εαυτό μας για κάθε μία στην οποία ήμασταν πιστοί. Έχει να κάνει περισσότερο με το ζωντανό πνεύμα και την πάλλουσα καρδιά του Μποντισάττβα, που εκφράζεται ελεύθερα με τρόπο που προσεγγίζει τις Αρχές του Μποντισάττβα - ή μάλλον που βρίσκει έναν τρόπο έκφρασης για τον οποίο οι Αρχές δεν αποτελούν παρά μία προσέγγιση αυτού του ζωντανού πνεύματος.

Ακέραιη Συμπεριφορά

Αν και η φύση της Τέλειας Συμπεριφοράς πρέπει να έχει γίνει σαφής, παραμένει άλλο ένα σημείο που πρέπει να εξετάσουμε. Η Τέλεια Συμπεριφορά είναι επίσης ακέραιη συμπεριφορά ή ακόμα καλύτερα, ακέραιη πράξη: μια πράξη στην οποίο συμμετέχει ολόκληρο το άτομο. Τα πιο πολλά άτομα είναι υπερβολικά διχασμένα, υπερβολικά διχοτομημένα για να μπορούν να πράξουν με όλο τους τον εαυτό. Σχεδόν όλη την ώρα οι πράξεις μας εκτελούνται από ένα μόνο μέρος του εαυτού μας. Όταν πηγαίνετε στο γραφείο ή στο εργοστάσιο, βάζετε τον εαυτό σας ψυχή τε και σώματι σ' αυτό που έχετε να κάνετε; Μάλλον όχι. Μπορεί να βάζετε ένα μεγάλο μέρος της ενέργειάς σας στη δουλειά, αλλά αφήνετε ένα άλλο μεγάλο μέρος στο σπίτι ή δεσμευμένο κάπου αλλού. Δε βάζετε όλο σας τον εαυτό, δε βάζετε την πλήρη προσοχή, το ενδιαφέρον και τον ενθουσιασμό σας. Αν έχετε ένα χόμπι, πολύ σπάνια βάζετε όλο τον εαυτό σας σ' αυτό το χόμπι και σπανίως βάζετε όλο τον εαυτό σας στην οικιακή σας ζωή. Υπάρχει πάντα κάτι που παραλείπεται ή υπολείπεται κι έτσι, ό,τι κάνουμε το κάνουμε μόνο μ' ένα μέρος του εαυτού μας. Ακόμα και αν οι πράξεις μας πηγάζουν από τα πιο ευγενή κίνητρα της γενναιοδωρίας και της καλοσύνης, η πράξη μας δεν είναι ακέραιη, με την έννοια ότι παραμένουν μέσα μας μη γενναιόδωρες και μη καλοσυνάτες τάσεις, οι οποίες απλά τυχαίνει να μην εκφράζονται τη συγκεκριμένη στιγμή. Έτσι, ακόμα και η Σωστή μας Συμπεριφορά -ακόμα και η λεγόμενη Τέλεια Συμπεριφορά- παραμένει ατελής με την έννοια ότι δεν είναι ακέραιη.

Η Τέλεια Συμπεριφορά, με την πλήρη έννοια του όρου, είναι αποκλειστικό προνόμιο ενός που έχει φτάσει στο επίπεδο του Βούδδα: μόνο ένα φωτισμένο πνεύμα μπορεί να βάλει όλο του τον εαυτό σε κάτι, βάζοντας στην κάθε πράξη όλη του τη σοφία και την αγάπη δίχως να παραλείπει τίποτα. Αυτή η άποψη της Φώτισης ενσαρκώνεται στον πράσινο "αρχετυπικό" Βούδδα, τον λεγόμενο Αμογκασίντι ή Βούδδα της "Ανεμπόδιστης Επιτυχίας". Ο Αμογκασίντι συμβολίζει την ακέραιη συμπεριφορά στο υψηλότερο νοητό επίπεδο.

Σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να έχουμε μια πρόγευση της Τέλειας Συμπεριφοράς, με την έννοια της ακέραιης πράξης, ανάλογα με το επίπεδό μας. Μπορεί να βρεθούμε τελείως απορροφημένοι σε κάτι με όλη μας την ενέργεια, την προσπάθεια, τη συγκέντρωση, το ενδιαφέρον, τον ενθουσιασμό και την αγάπη. Η συμμετοχή μας σ' αυτό που κάνουμε είναι πλήρης, δινόμαστε ψυχή τε και σώματι. Τέτοιες στιγμές μάς κάνουν να συνειδητοποιούμε ότι μπορούμε να συμμετέχουμε με όλο μας τον εαυτό σε μία δραστηριότητα δίχως ν' αφήνουμε τίποτα απ' έξω. Συνειδητοποιούμε ότι είμαστε ικανοί, έστω και για μία στιγμή, να εκφραστούμε ολοκληρωμένα και ακέραια. Τα συναισθήματα χαράς, ανακούφισης -ακόμα και γαλήνης- που νιώθουμε σε τέτοιες στιγμές δεν μπορούν να βρεθούν αλλού. Πρέπει να φιλοδοξούμε να βρισκόμαστε συνεχώς στο υψηλότερο επίπεδο αυτής της κατάστασης: το επίπεδο της εξομοίωσης με το Βούδδα ή τη Φώτιση. Τότε όντως θα ξέρουμε τι σημαίνει Τέλεια Συμπεριφορά, τι σημαίνει τέλεια πράξη. Και μόνον τότε θα κατανοήσουμε, από την πηγή τους, τις ηθικές αρχές.

Κεφάλαιο 5

Δεν μπορούμε ν' αμφισβητήσουμε το γεγονός ότι όλοι μας βλέπουμε όνειρα. Σύμφωνα με τα λεγόμενα των ψυχολόγων, βλέπουμε όνειρα τέσσερις με πέντε φορές κάθε βράδυ. Λέγεται ότι ακόμα και τα ζώα βλέπουν όνειρα, όπως μπορεί και εμείς οι ίδιοι να διαπιστώσουμε αν έχουμε κατοικίδια. Όνειρα βέβαια δε βλέπουμε μόνο το βράδυ που κοιμόμαστε, αλλά επίσης και την ημέρα όταν ονειροπολούμε. Κατά τη διάρκεια ενός ευχάριστου και ηλιόλουστου απογεύματος ενώ π.χ. καθόμαστε σ' ένα παγκάκι και καθώς νιώθουμε άνετα και όμορφα, αυτόματα αρχίζουμε να ρεμβάζουμε. Αυτό είναι κάτι που όλοι κάνουμε κάποιες στιγμές της ζωής μας.

Η διαδικασία του ονειροπολήματος βέβαια δεν είναι παρά ένα είδος έκφρασης μιας επιθυμίας ή ενός ευσεβούς πόθου. Ονειρευόμαστε όλα αυτά που θα μας άρεσε να έχουμε ή να είμαστε και ο λόγος είναι ότι βρίσκουμε τη ζωή μας ανιαρή και δίχως ενδιαφέρον. Μπορεί να κάνουμε μια κουραστική και μονότονη δουλειά. Μπορεί να βρισκόμαστε σε μία δύσκολη περίοδο της ζωής μας. Μπορεί να είμαστε αναγκασμένοι να σχετιζόμαστε με ανθρώπους που δεν μας πολυαρέσουν. Μπορεί ακόμα όχι μόνο να βρίσκουμε τη ζωή μας ανιαρή και δίχως ενδιαφέρον αλλά και οδυνηρή. Έτσι προσπαθούμε να ξεφύγουμε απ' όλα αυτά δημιουργώντας ένα δικό μας κόσμο πέρα από τη συνήθη καθημερινότητά μας. Στο ονειροπόλημά μας φανταζόμαστε διάφορα πράγματα. Μπορεί να φανταζόμαστε μια καλύτερη ποιότητα ζωής. Μπορεί να φανταζόμαστε κάποιον ιδανικό κόσμο ή κοινωνία όπου έχουν εξαλειφθεί οι ατέλειες του κόσμου και της κοινωνίας μας. Εδώ βιώνουμε μιζέρια και δυστυχία αλλά μας αρέσει να φανταζόμαστε ένα άλλο μέρος, έναν άλλο κόσμο, όπου όλοι είναι ευτυχισμένοι και ανάμεσα σ' αυτούς αναμφισβήτητα και εμείς. Αυτό το είδος ονειροπολήματος δεν είναι και τόσο κακό πράγμα, υπό τον όρο ότι δεν το κάνουμε πολύ συχνά ή δεν το κάνουμε σε κάποια στιγμή που θα έπρεπε να κάνουμε κάτι άλλο.

Αν και συνήθως το ονειροπόλημα ανήκει στην κατηγορία της μη παραγωγικής φαντασίωσης, μερικές φορές μπορεί να λειτουργήσει σαν ένα όραμα για το μέλλον. Κατά κάποιο τρόπο, το όνειρο τού σήμερα μπορεί να γίνει η πραγματικότητα τού αύριο. Ανατρέχοντας στην ιστορία της ανθρωπότητας, στην ιστορία της κουλτούρας, των θρησκειών, των τεχνών και της φιλοσοφίας, θα διαπιστώσουμε ότι μερικοί από τους σημαντικότερους ανθρώπους του παρελθόντος ανήκαν στην κατηγορία των ονειροπόλων. Αν πάμε πίσω στις μέρες της Αρχαίας Ελλάδας, στον Πλάτωνα για παράδειγμα -που είναι σίγουρα ένας από τους σπουδαιότερους ανθρώπους που έζησαν ποτέ- θα δούμε ότι και αυτός αρεσκόταν στο να οραματίζεται. Ένα από τα μεγαλύτερα οράματά του ήταν η Πολιτεία, αυτός ο εκτενής διάλογος σε δώδεκα τόμους στον οποίο αντικατοπτρίζεται το όραμά του για μία ιδανική κοινωνία, μία κοινωνία εδραιωμένη στη δικαιοσύνη. Πηγαίνοντας σε άλλο χρόνο και άλλον πολιτισμό -και άλλα οράματα- βρίσκουμε στην Αποκάλυψη του Ιωάννου, το τελευταίο μέρος της Αγίας Γραφής, αυτό το πανέμορφο όραμα μιας νέας Ιερουσαλήμ με τα τείχη από ίασπη και τις θύρες από μαργαριτάρια - ένα αρχετυπικό όραμα, ένας σημαντικότατος μύθος. Μετακινούμενοι προς τους καιρούς μας, έχουμε την Ουτοπία του More, τη Νέα Ατλαντίδα του Bacon, την Πόλη του Ηλίου του Campanella, κ.τ.λ., μέχρι να φτάσουμε στους Θεανθρώπους του H. G. Wells. Όλα αυτά είναι οράματα μιας ιδανικής κοινωνίας, ενός μεταστοιχειωμένου και μεταμορφωμένου κόσμου.

Ο βουδδισμός έχει κι αυτός τα δικά του οράματα. Το βουδδιστικό όραμα της τέλειας κοινωνίας βρίσκεται στην ιδέα της Σουκαβάτι, της "Αγνής Χώρας" του Αμιτάμπα, του Βούδδα του Άπειρου Φωτός, έτσι όπως αυτή περιγράφεται σε ορισμένες από τις Σούτρες της Μαχαγιάνας. Η Αγνή Χώρα -ή Ευτυχισμένη Χώρα- που αντιπροσωπεύεται από τη Σουκαβάτι -ιδίως όπως διδάσκεται στη σχολή Σιν του γιαπωνέζικου βουδδισμού- είναι ένα μέρος, ένας κόσμος, ένα επίπεδο ύπαρξης, δίχως πόνο, δυστυχία, φτώχια, χωρισμό, πένθος ή απώλεια οποιουδήποτε είδους. Είναι ένα μέρος δίχως γεράματα, αρρώστιες ή θάνατο. Είναι ένα απόλυτα ειρηνικό μέρος δίχως συγκρούσεις, πολέμους ή μάχες, δίχως ακόμα και παρεξηγήσεις - τόσο τέλειο και αρμονικό, αν αυτό είναι δυνατόν! Επίσης, οι Σούτρες της Μαχαγιάνας, μας πληροφορούν ότι στην Αγνή ή Ευτυχισμένη Χώρα δεν υπάρχουν διακρίσεις μεταξύ αρσενικού και θηλυκού και κανείς δε χρειάζεται να δουλέψει για να κερδίσει τα προς το ζην. Φαγητό και ρουχισμός εμφανίζονται από μόνα τους εκεί που χρειάζονται. Στην Αγνή Χώρα δεν κάνει κανείς τίποτα πέρα από το να κάθεται στο χρυσό, μαβί ή μπλε λωτό του, στα πόδια του Βούδδα, και ν' ακούει τις ομιλίες του για το Ντάρμα. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά τα ωραία, ιδίως για μας τους Άγγλους, ο καιρός στην Αγνή Χώρα υποτίθεται ότι είναι πάντα υπέροχος. Αυτό είναι το βουδδιστικό όραμα μιας τέλειας κοινωνίας και ενός τέλειου κόσμου.

Όλα αυτά μπορεί να φαίνονται πολύ μακρινά και μάλλον συμβολικά ή ακόμα και μυθικά, δίχως να μας αφορούν ιδιαίτερα, αλλά οι βουδδιστές, αν και μπορούν να ονειρεύονται, και να ονειρεύονται με χάρη, δεν αρκούνται στα όνειρα. Η διδασκαλία του Βούδδα σε σχέση μ' αυτά τα ερωτήματα διακρίνεται από ευφυΐα, πρακτικότητα και ρεαλισμό. Οι βουδδιστές δεν αρκούνται μόνο στο να ονειρεύονται μια ιδανική μελλοντική κοινωνία ή κάποιον ιδανικό κόσμο σε κάποιο άλλο επίπεδο, αλλά προσπαθούν να δημιουργήσουν την ιδανική κοινωνία, την ιδανική κοινότητα, εδώ και τώρα, σε τούτον δω τον κόσμο. Προσπαθούν, μ' ένα σωρό διαφορετικούς τρόπους, να μεταμορφώσουν και να μεταλλάξουν αυτόν τον κόσμο και αυτή την κοινωνία με γνώμονα την ιδανική εικόνα του μέλλοντος. Ένας από τους τρόπους με τους οποίους προσπαθούν να το κάνουν αυτό είναι η διδασκαλία της Σωστής Εργασίας, το πέμπτο βήμα του Ευγενούς Οκταπλού Μονοπατιού του Βούδδα.

Τα προηγούμενα στάδια του Ευγενούς Οκταπλού Μονοπατιού αφορούσαν την αρχική πνευματική εμπειρία ή ενόραση για τη φύση της ύπαρξης, συμπεριλαμβανομένης της δικής μας, και τη μετουσίωση της συναισθηματικής μας ζωής, της επικοινωνίας μας με τους άλλους και της καθημερινής συμπεριφοράς μας, διαμέσου αυτής της εμπειρίας. Με άλλα λόγια, μέχρι στιγμής, το Οκταπλό Μονοπάτι αφορούσε τη μετουσίωση του ξεχωριστού, ατομικού εαυτού μας. Σ' αυτό το βήμα, την Τέλεια Εργασία, επικεντρωνόμαστε στη μετουσίωση της συλλογικής ζωής, της ζωής τής κοινότητας, της κοινωνικής ζωής. Αυτή είναι μια παραμελημένη και υποτιμημένη πλευρά του βουδδισμού, μα η ιδέα της μετουσίωσης, όχι μόνο της προσωπικής μας ζωής αλλά επίσης και της κοινωνίας, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των διδασκαλιών.

Ο βουδδισμός αποσκοπεί όχι μόνο στη δημιουργία του τέλειου ατόμου αλλά και στη δημιουργία της τέλειας κοινωνίας. Σε τελική ανάλυση αποτελούμε όλοι μας μέρος της κοινωνίας, σχετιζόμαστε σε προσωπικό επίπεδο ο ένας με τον άλλο και επομένως είναι πολύ δύσκολο ν' αλλάξουμε τον εαυτό μας αν δεν αλλάξει η κοινωνία. Οι Ινδοί έχουν την εξής παροιμία: "Δεν μπορείς να δουλέψεις στην κουζίνα χωρίς να κολλήσει έστω και λίγη καπνιά πάνω σου" (Είναι κάπως δύσκολο να μαγειρέψει κανείς στην Ινδία χωρίς να λερωθεί). Παρομοίως, είναι αδύνατο να ζήσει και να δουλέψει κανείς σε μία διεφθαρμένη και ουσιαστικά ανήθικη κοινωνία διατηρώντας την αγνότητά του. Έτσι, ακόμα και για το καλό της ατομικής πνευματικής και ηθικής ζωής πρέπει κανείς να καταβάλει μια κάποια προσπάθεια για ν' αλλάξει την κοινωνία μέσα στην οποία ζει. Είναι όλα ωραία και καλά να μιλάμε για το λωτό που ανθίζει στο μέσο του βάλτου αλλά είναι πολύ δύσκολο να είναι κανείς λωτός όταν ο βάλτος είναι ιδιαίτερα βαθύς και βρώμικος!

Η συλλογική ύπαρξη αποτελείται από τρεις βασικές πλευρές -την καθαρά κοινωνική πλευρά, την πολιτική πλευρά και την οικονομική πλευρά- και ο βουδδισμός διαθέτει διδασκαλίες που καλύπτουν και τις τρεις.

Ο βουδδισμός εμπεριέχει διάφορες κοινωνικές διδασκαλίες, προσαρμοσμένες κυρίως στο πλαίσιο της αρχαίας ινδικής ζωής. Για παράδειγμα, ο Βούδδας δεν ήταν υπέρ του ταξικού συστήματος που ήταν κυρίαρχο χαρακτηριστικό τής κοινωνικής ζωής στην Ινδία την εποχή εκείνη και συνεχίζει να υφίσταται μέχρι τις μέρες μας. Σύμφωνα μ' αυτό το σύστημα η θέση ενός ατόμου στην κοινωνία εξαρτάται από την καταγωγή του. Αν ήσουν γιος βραχμάνου τότε γινόσουν βραχμάνος, αν ήσουν γιος εμπόρου τότε γινόσουν έμπορος και δεν μπορούσες να κάνεις τίποτα για ν' αλλάξεις αυτή την τάξη πραγμάτων. Ακόμα και σήμερα το σύστημα καστών είναι πολύ ισχυρό στην Ινδία, ιδίως στα χωριά, με συνέπεια να απονεκρώνει την οποιαδήποτε τάση πρωτοβουλίας. Γι' αυτό, ο Βούδδας δήλωσε ξεκάθαρα ότι το κριτήριο για τη θέση ενός ατόμου στην κοινωνία δεν πρέπει να είναι η καταγωγή του αλλά η αξία του. Αυτό είναι ένα παράδειγμα της κοινωνικής διδασκαλίας του.

Παρομοίως, στον πολιτικό στίβο ο βουδδισμός υποστηρίζει -ή μάλλον συνήθιζε να υποστηρίζει- το ιδανικό της λεγόμενης Νταρμαράτζα στο οποίο έχουν αφιερωθεί αρκετές σούτρες. Ντάρμα σημαίνει αλήθεια, αρετή, πραγματικότητα. Ράτζα σημαίνει βασιλιάς ή ακόμα και κυβέρνηση. Έτσι το ιδανικό της Νταρμαράτζα είναι μια ιδανική κυβέρνηση που διέπεται από αρετή: ότι οι ηθικοί και πνευματικοί προβληματισμοί και αξίες ακόμα και στις πολιτικές υποθέσεις πρέπει να είναι πάνω απ' όλα. Αντιπροσωπεύει την ιδέα ότι η πολιτική δεν πρέπει να είναι απλά ένα πεδίο διενέξεων αντιπάλων συμφερόντων και φατριών, ούτε ένα ζήτημα δόλιων μέσων και μηχανορραφιών, αλλά θα πρέπει να διέπεται από ηθικές και πνευματικές αξίες οι οποίες θα εφαρμόζονται στο επίπεδο της συλλογικής ύπαρξης. Στην Ινδία, η ύψιστη ενσάρκωση τέτοιων ιδανικών σε πολιτικό επίπεδο ήταν ο Αυτοκράτορας Ασόκα. Ήταν ο μέγας κυβερνήτης της δυναστείας των Μαουρία και έζησε δύο αιώνες μετά από το Βούδδα. Ο πατέρας του του κληροδότησε το βασίλειο της Μαγκάντα, το οποίο διεύρυνε απορροφώντας σχεδόν όλα τα υπόλοιπα κράτη της Ινδίας. Μια σειρά επιχειρήσεων εκκαθάρισης εξέτεινε τη Μαγκάντα πέρα από τα όρια της σημερινής Ινδίας και του Πακιστάν. Η τελευταία περιοχή που κατέκτησε ο Ασόκα, όταν δεν είχε γίνει ακόμα βουδδιστής, ήταν η Καλίνγκα, στην ανατολική ακτή που αναλογεί περίπου στην σημερινή Ορίσα. Όπως μας λέει ο ίδιος, σε μία από τις Λίθινες Επιγραφές του, "εκατόν πενήντα χιλιάδες άτομα αιχμαλωτίστηκαν, εκατό χιλιάδες σφαγιάσθησαν και πολλαπλάσια αυτών απεβίωσαν".

Βλέποντας την καταστροφή γύρω του ο Ασόκα συνειδητοποίησε τη δυστυχία που επέφερε ο πόλεμος και η φιλοδοξία του για νέες κατακτήσεις. Σύμφωνα με τα ίδια του τα λόγια: "Ένιωσα βαθύτατη θλίψη και μετάνιωσα φριχτά γιατί η κατάκτηση λαών που δεν είχαν κατακτηθεί ποτέ στο παρελθόν, απαιτούσε σφαγή, θάνατο και εξορισμό... ακόμα και εκείνοι που γλύτωσαν από την καταστροφή, ένοιωσαν μεγάλη θλίψη για τις κακουχίες που υπέστησαν οι φίλοι, οι σύντροφοι, γνωστοί και συγγενείς τους για τους οποίους έτρεφαν μιαν απέραντη στοργή". Έτσι εγκατέλειψε την καριέρα του κατακτητή - πιθανότατα το μόνο παράδειγμα που μας δίνει η ιστορία ενός μεγάλου κατακτητή που διέκοψε την καριέρα του γιατί συνειδητοποίησε πόσο ανήθικες ήταν οι πράξεις του. Ο Ασόκα όχι μόνο παραιτήθηκε των προτέρων φιλοδοξιών του αλλά άλλαξε τελείως πορεία. Αντί να είναι γνωστός με το όνομα Τσαντασόκα (Ασόκα ο Τρομερός), όπως τον ονόμαζαν πριν τον "προσηλυτισμό" του, έγινε γνωστός ως Νταρμασόκα (Ασόκα ο Ενάρετος) και έκτοτε έβλεπε τον εαυτό του ως τον πατέρα του λαού του.

Ο Ασόκα δεν εγκατέλειψε την πολιτική, αλλά έκανε σαφές ότι το ιδανικό του ήταν να υπηρετήσει το λαό, θέτοντας τις ανάγκες του στο επίκεντρο της πολιτικής του. Επίσης υποστήριξε το βουδδισμό στέλνοντας ιεραπόστολους, όχι μόνο σε διαφορετικά μέρη της Ινδίας και της Σρι Λάνκα, αλλά και στην Αλεξάνδρεια, την Παλαιστίνη και την Ελλάδα. Δυστυχώς πολύ λίγοι από τους υποτιθέμενους βουδδιστές κυβερνήτες ακολούθησαν τα βήματα του. Ο Ασόκα αποτελεί πιθανότατα το μόνο παράδειγμα, στην ινδική ιστορία, κάποιου που πραγματικά προσπάθησε να θέσει σε έμπρακτη εφαρμογή βουδδιστικές διδασκαλίες στην πολιτική ζωή - πράγμα για το οποίο του αξίζει έπαινος. Μερικοί από σας μπορεί να έχετε διαβάσει τo συγκινητικό εγκώμιο του Χ. Τζ. Ουέλς για τον Ασόκα στην Ιστορική Ανασκόπηση. "Ανάμεσα στους δεκάδες χιλιάδες μονάρχες που γεμίζουν τις σελίδες της ιστορίας", γράφει ο Ουέλς, "ανάμεσα στις Μεγαλειότητες, τις Χάρες, τις Γαληνότητες, τις Βασιλικές Υψηλότητες και τα τοιαύτα, το όνομα Ασόκα λάμπει, και λάμπει σχεδόν μόνο του, σαν αστέρι".

Η τρίτη άποψη της συλλογικής μας ύπαρξης είναι η οικονομική. Εδώ ο βουδδισμός διδάσκει την Τέλεια Εργασία, δηλαδή την τέλεια και ολοκληρωτική μεταμόρφωση, υπό το φως της Τέλειας Θέασης, της οικονομικής πλευράς της συλλογικής μας ύπαρξης.

Σ' αυτό το σημείο γεννάται ένα ερώτημα. Είδαμε ότι η συλλογική μας ύπαρξη αποτελείται από τρεις βασικές πλευρές, την κοινωνική, την πολιτική και την οικονομική, ωστόσο η Τέλεια Εργασία αντιπροσωπεύει μόνο μία από αυτές, την οικονομική. Πώς εξηγείται αυτό; Δεδομένου ότι το πέμπτο μέρος του Ευγενούς Οκταπλού Μονοπατιού έχει να κάνει με τη συλλογική μας ύπαρξη, πώς εξηγείται ότι εξετάζει μόνο την οικονομική πλευρά; Γιατί οι πολιτικές και κοινωνικές διαστάσεις δε συμπεριλαμβάνονται στον Μονοπάτι; Γιατί να έχουμε μόνο Τέλεια Εργασία και όχι Τέλεια Υπηκοότητα ή Τέλεια Διαχείριση; Αν το Μονοπάτι αφορά την κάθε άποψη της συλλογικής και ατομικής μας ύπαρξης γιατί να έχουμε τότε μόνο Τέλεια Εργασία;

Η απάντηση σ' αυτήν την ερώτηση βρίσκεται εν μέρει στην ινδική πραγματικότητα των ημερών του Βούδδα. Το κοινωνικό σύστημα ήταν σχετικά απλό και ανοργάνωτο (ευτυχώς!) και εκτός από τις κάστες δεν υπήρχαν και πολλά άλλα πράγματα που να απαιτούσαν αναθεώρηση. Όσον αφορά την πολιτική, ο Βούδδας κήρυξε το Ντάρμα κυρίως σε περιοχές όπου η μοναρχία ήταν το μόνο υπάρχον πολιτικό σύστημα, πράγμα που σημαίνει ότι ο απλός λαός δε συμμετείχε στην πολιτική ζωή ή σε πολιτικές δραστηριότητες. Επομένως θα ήταν παράλογο να ζητήσει κανείς από τον κόσμο να δώσει σημασία στην Τέλεια Διακυβέρνηση ή την Τέλεια Διαχείριση ή ακόμα και την Τέλεια Υπηκοότητα, από τη στιγμή που δεν τους έπεφτε λόγος για τέτοια θέματα. Ωστόσο, όλοι ήταν υποχρεωμένοι να δουλεύουν. Μπορεί να μην είχαν δικαίωμα ψήφου και να μην ήξεραν τι σκαρώνει ο βασιλιάς, άλλα όλοι έπρεπε να βγάλουν τα προς το ζην, έτσι το θέμα της Τέλειας Εργασίας τους αφορούσε όλους ακόμα και από τον καιρό του Βούδδα και, αναμφισβήτητα, γι' αυτό το λόγο η Τέλεια Εργασία συμπεριλαμβάνεται στο Ευγενές Οκταπλό Μονοπάτι. Θα μπορούσαμε ίσως να αποτολμήσουμε την υπόθεση ότι ο Βούδδας διαισθάνθηκε ότι η οικονομική πλευρά της συλλογικής ύπαρξης ήταν πολύ πιο βασική από την κοινωνική και την πολιτική και αυτό είναι ένας επιπλέον λόγος για τον οποίο συμπεριέλαβε την Τέλεια Εργασία, ως αντιπρόσωπο της οικονομικής πλευράς, στο Ευγενές Οκταπλό Μονοπάτι. Κατά τη διάρκεια της ζωής του Βούδδα το εμπόριο, οι επιχειρήσεις και η οικονομία γενικότερα, αναπτύσσονταν ραγδαία, πράγμα που πρέπει να υπέπεσε στην προσοχή του. Ορισμένοι από τους πιο κοντινούς λαϊκούς μαθητές του ήταν έμποροι και η επιχειρηματική τους δραστηριότητα έφτανε σε μέρη τόσο μακρινά όσο η Βαβυλώνα.

Αφού κατανοήσαμε μερικούς από τους κύριους λόγους για τους οποίους η Τέλεια Εργασία συμπεριλαμβάνεται στο Μονοπάτι, ήρθε η ώρα να διερευνήσουμε με λεπτομέρεια την πραγματική σημασία του όρου. Ωστόσο δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αυτό το στάδιο δεν έχει να κάνει μόνο με τη μετουσίωση της οικονομικής πλευράς αλλά κάθε πλευράς της συλλογικής μας ύπαρξης -κάθε πλευράς της κοινωνικής και κοινοτικής μας ζωής- και όχι μόνο της οικονομικής πλευράς. Με άλλα λόγια το στάδιο αυτό συμβολίζει τη δημιουργία μιας ιδανικής κοινωνίας: μιας κοινωνίας που θα μας διευκολύνει ν' ακολουθήσουμε το Μονοπάτι, μιας κοινωνίας που δεν μας αναγκάζει να ερχόμαστε σε σύγκρουση με τα πάντα γύρω μας όταν αποφασίζουμε να το ακολουθήσουμε, όπως αναπόφευκτα συμβαίνει σήμερα.

Όπως ήδη ανέφερα, ο Βούδδας συμπεριέλαβε την Τέλεια Εργασία στο Ευγενές Οκταπλό Μονοπάτι γιατί ο καθένας ήταν υποχρεωμένος να εργαστεί, πράγμα που ισχύει μέχρι και σήμερα. Μπορούμε να πούμε ότι σήμερα, το γεγονός ότι πρέπει ο καθένας να εργάζεται ισχύει περισσότερο από ποτέ, γιατί σήμερα -περισσότερο απ' ό,τι πριν δυόμισι χιλιάδες χρόνια- αφιερώνουμε περισσότερο χρόνο της μέρας μας στην εργασία απ' ό,τι σ' οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα. Στα χρόνια του Βούδδα οι εργαζόμενοι ήταν ελεύθεροι καθ' όλη τη διάρκεια της εποχής των βροχών (ήταν αδύνατο τότε να δουλέψει κανείς σε εξωτερικούς χώρους), ενώ σήμερα οι διακοπές μας περιορίζονται σε δύο με τρεις βδομάδες το χρόνο, σε παραθεριστικά κέντρα.

Από τη στιγμή που η εργασία απορροφά το μεγαλύτερο μέρος της μέρας μας, αναπόφευκτα θα εξασκεί μια μεγάλη επιρροή πάνω μας, σε κάθε επίπεδο της ζωής μας. Δεν ξέρω αν το συνειδητοποιούμε, αλλά αν κάνουμε κάτι για επτά με οκτώ ώρες τη μέρα, πέντε μέρες την εβδομάδα, πενήντα εβδομάδες το χρόνο, για είκοσι, τριάντα ή σαράντα χρόνια από τη ζωή μας, τότε δεν πρέπει ν' αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι μπορεί ν' αφήσει τα σημάδια του πάνω μας, για να μην πω τίποτα χειρότερο. Ο τρόπος με τον οποίο μας επηρεάζει η εργασία είναι κάτι που πρέπει να εξετάσουμε από μόνοι μας. Τον παλιό καιρό, μπορούσε κανείς να καταλάβει το επάγγελμα κάποιου από τα σημάδια που άφηνε στο κορμί του. Τα χέρια του βαφέα ήταν πάντα ποτισμένα από τα χρώματα του κάδου, ενώ ο ράφτης θα είχε καμπούρα. Ακόμα και σήμερα μπορεί κανείς να καταλάβει έναν υπάλληλο γραφείου από τους στρογγυλεμένους ώμους του και τη μη αθλητική του εμφάνιση.