Όραμα και Μεταμόρφωση : Μια εισαγωγή στο Ευγενές Οκταπλό Μονοπάτι του Βούδδα
Part 7
Οι πιο πολλές βουδδιστικές αναλύσεις του Τέλειου Λόγου (ή Σωστού Λόγου όπως συνήθως ονομάζεται), ιδίως οι πιο σύγχρονες, είναι μάλλον επιφανειακές και ηθικοπλαστικές. Παραμένουν στο καθαρά ηθικό επίπεδο χωρίς καμία προσπάθεια να εισχωρήσουν και να εξερευνήσουν τις ψυχολογικές και πνευματικές διαστάσεις του. Μπορούμε να πούμε ότι μια τέτοια τακτική χαρακτηρίζει τον τρόπο που πολλοί αντιμετωπίζουν τη διδασκαλία του Βούδδα, κυρίως δε, τη διδασκαλία του Ευγενούς Οκταπλού Μονοπατιού. Ορισμένοι ξεγελιούνται από τη φαινομενική απλότητά της, έτσι, όταν καταπιάνονται ή όταν ισχυρίζονται ότι καταπιάνονται με αυτήν, τείνουν να την απορρίπτουν ως κοινή και τετριμμένη. Δεν καταφέρνουν να διαπεράσουν την επιφάνεια για να δουν αυτά που πραγματικά εννοούσε ο Βούδδας.
Όσον αφορά τον Τέλειο Λόγο, πιστεύεται ότι η φιλαλήθεια, η τρυφερότητα, η αρωγή και η προαγωγή αρμονίας, ομόνοιας και ενότητας είναι τέσσερα διαφορετικά χαρακτηριστικά ή ιδιότητες του Τέλειου Λόγου, λες και από τη μια έχουμε τον Τέλειο Λόγο και από την άλλη αυτά τα τρία χαρακτηριστικά που εφάπτονται σ' αυτόν. Αλλά αν πάμε λίγο πιο βαθιά και εξετάσουμε αυτή την πλευρά του Οκταπλού Μονοπατιού πιο προσεχτικά, θα δούμε ότι οι λεγόμενες ιδιότητες του Τέλειου Λόγου στην πραγματικότητα αντιστοιχούν σε τρία διαφορετικά επίπεδα λόγου, εκ των οποίων το ένα βαθύτερο από το άλλο. Μπορούμε ακόμα να μιλήσουμε, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, για τα τέσσερα διαδοχικά επίπεδα της επικοινωνίας.
Υπό το φως αυτών των συλλογισμών, θα εξετάσουμε καθένα από τα τέσσερα επίπεδα του Τέλειου Λόγου. Αυτό θα μας δώσει τουλάχιστον μια κάποια αίσθηση, μια κάποια ιδέα, όχι μόνο για το τι σημαίνει Σωστός Λόγος ή ακόμα Τέλειος Λόγος, αλλά για το τι σημαίνει ιδανικό της ανθρώπινης επικοινωνίας, τι θα έπρεπε ή θα μπορούσε να είναι η ανθρώπινη επικοινωνία σύμφωνα με τις διδασκαλίες του Βούδδα. Θα δούμε πόσο απέχουμε από αυτό το ιδανικό του Τέλειου Λόγου, της ιδανικής επικοινωνίας. Από τη μία μιλάμε και επικοινωνούμε συνέχεια, αλλά από την άλλη, σχεδόν αδιαλείπτως, αποτυγχάνουμε να επικοινωνήσουμε ουσιαστικά. Ας δούμε λοιπόν τι σημαίνει αυτός ο Τέλειος Λόγος ή το ιδανικό της ανθρώπινης επικοινωνίας σύμφωνα με τη διδασκαλία του Βούδδα.
1. Το επίπεδο της φιλαλήθειας
Πρώτ' απ' όλα ο Τέλειος Λόγος ή ιδανική επικοινωνία είναι αληθής. Όλοι μας νομίζουμε ότι ξέρουμε τι εννοείται όταν αναφέρουμε ότι πρέπει πάντα να λέμε την αλήθεια. Από τα δύο μας, σαν τον Τζόρτζ Ουάσινκγτον,17 μας λέγανε να μη λέμε ψέματα . Ξέρουμε όμως τι σημαίνει να λέμε την αλήθεια; Αναλογιστήκαμε όλες τις παραμέτρους; Το να λέμε την αλήθεια δε σημαίνει μόνο ακριβή αναφορά των γεγονότων, το να λέμε π.χ. ότι αυτό εδώ το ύφασμα είναι κίτρινο και ότι εκείνο το αντικείμενο είναι ένα μικρόφωνο. Η έννοια της φιλαλήθειας δεν εξαντλείται τόσο εύκολα. Η ακριβής αναφορά των γεγονότων είναι αρκετά σημαντική καθώς αποτελεί μία από τις παραμέτρους της αλήθειας, δεν είναι όμως όλη η αλήθεια.
Όσοι από σας έχετε διαβάσει Μπόσγουελ18 , θα θυμόσαστε τη γνωστή παρατήρηση του Dr Johnson σχετικά με την ακριβή αναφορά των γεγονότων. Ο Dr Johnson υποστηρίζει ότι, αν το παιδί μας λέει ότι κάτι συνέβη σε ένα παράθυρο, όταν αυτό στην πραγματικότητα συνέβη στο άλλο, τότε θα πρέπει αμέσως να του γίνει παρατήρηση, γιατί αν και η παραμικρότερη απόκλιση από την αλήθεια γίνει συνήθεια, δεν ξέρουμε που μπορεί να φτάσει. Επομένως η ακριβής αναφορά των γεγονότων είναι ιδιαίτερα σημαντική, γιατί είναι η βάση ή το θεμέλιο του Τέλειου Λόγου. Αν το αποδεχτούμε αυτό, τότε θα πρέπει να εξοικειωθούμε μ' αυτό που ο Johnson ονομάζει "αφηγηματική ακρίβεια" - ένα είδος άσκησής στα υψηλότερα και πιο εκλεπτυσμένα είδη φιλαλήθειας. Συνήθως αποδεικνυόμαστε αναξιόπιστοι και επιπόλαιοι ακόμα και σ' αυτό το επίπεδο. Ελάχιστα άτομα εφαρμόζουν την αρχή της αφηγηματικής ακρίβειας. Συνήθως προτιμάμε ν' αλλάζουμε λιγάκι τα γεγονότα. Μας αρέσει να τα παραφουσκώνουμε, να τα υπερβάλλουμε, να τα υποτιμάμε ή να τα διανθίζουμε. Μπορεί απλά να είναι ένας ποιητικός ειρμός που μας οδηγεί σ' αυτό, ωστόσο το κάνουμε ακόμα και όταν βρισκόμαστε με τους καλύτερους ανθρώπους, ακόμα και στις καλύτερες συνθήκες.
Θυμάμαι, για παράδειγμα, έναν εορτασμό του Βέσακ σ' ένα βουδδιστικό κέντρο στην Ινδία. Πρέπει να παρευρίσκονταν γύρω στα εβδομήντα με ογδόντα άτομα. Λίγο καιρό αργότερα διάβαζα σ' ένα βουδδιστικό περιοδικό την περιγραφή του γεγονότος σαν "μία συνάντηση μαμούθ" όπου παρευρέθησαν χιλιάδες άνθρωποι. Ο συγγραφέας του άρθρου μπορεί να σκεφτόταν ότι έτσι βοηθούσε να εξαπλωθεί το Ντάρμα και να ζωντανέψει η πίστη και ο ενθουσιασμός, αλλά στην πραγματικότητα απείχε των ευθυνών του. Δε σεβόταν την αλήθεια, με την έννοια τού ότι δεν διατύπωνε με ακρίβεια τα γεγονότα.
Όλοι μας έχουμε μια τάση να διαστρεβλώνουμε, να διαστρέφουμε ή τουλάχιστον να παραποιούμε λιγάκι τα γεγονότα, έτσι ώστε να μας βολεύουν περισσότερο, γι' αυτό πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί. Αν πούμε, για παράδειγμα, ότι χτες ήταν μια υπέροχη μέρα πρέπει όντως να ήταν μια υπέροχη μέρα. Δεν πρέπει ούτε να υπερβάλλουμε ούτε να μειώνουμε τα γεγονότα. Αν πούμε ότι παρευρέθησαν δέκα άτομα στη συνάντηση ας σιγουρευτούμε ότι ήταν όντως δέκα. Αν ήταν χίλιοι ας πούμε ότι ήταν χίλιοι. Αλλά αν ήταν μόνο πενήντα ας μην τους κάνουμε εκατόν πενήντα. Ή στην περίπτωση που γίνεται συνάντηση σε κάποιον άλλο χώρο που εμείς δεν ανήκουμε, αν ήταν χίλιοι ας μην τους κάνουμε εκατόν πενήντα! Επομένως πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί στην ακριβή αναφορά των γεγονότων, αν και πάλι πρέπει να τονίσουμε ότι φιλαλήθεια κατά βάθος, στην πιο ακέραιη, στην πιο ολοκληρωμένη και πνευματική της διάσταση, σημαίνει κάτι πολύ παραπάνω από την ακριβή αναφορά των γεγονότων - όσο σημαντική κι αν είναι αυτή.
Η αλήθεια έχει επίσης μια ψυχολογική και πνευματική διάσταση. Πέρα από την ακριβή αναφορά των γεγονότων, το να λέει κανείς την αλήθεια απαιτεί μια διάθεση εντιμότητας και ειλικρίνειας. Απαιτεί να λέμε αυτό που πραγματικά πιστεύουμε. Λέμε την αλήθεια μόνον όταν λέμε όλη την αλήθεια, μόνο αν λέμε ό,τι όντως υπάρχει στη καρδιά και στο μυαλό μας - δηλαδή αυτό που πραγματικά αισθανόμαστε και αυτό που πραγματικά σκεφτόμαστε. Αν δεν κάνουμε αυτό όταν λέμε την αλήθεια τότε στην ουσία δεν επικοινωνούμε.
Αλλά εδώ μπαίνει άλλο ένα ερώτημα: ξέρουμε στ' αλήθεια τι σκεφτόμαστε ή τι αισθανόμαστε; Οι περισσότεροι από μας ζούμε ή υπάρχουμε σε μια κατάσταση χρόνιας πνευματικής σύγχυσης, παραζάλης, χάους και ταραχής. Αναλόγως των περιστάσεων μπορεί να επαναλάβουμε αυτά που διαβάσαμε και αυτά που ακούσαμε. Μπορεί ακόμα και να τα αναμασήσουμε όταν οι περιστάσεις το απαιτούν, όπως σε περίοδο διαγωνισμών για τους μαθητές και σε κοινωνικές συγκεντρώσεις για τους υπόλοιπους. Αλλά το κάνουμε χωρίς να ξέρουμε τι λέμε. Πώς είναι δυνατόν, κάτω από αυτές τις συνθήκες, να ισχυριζόμαστε ότι λέμε την αλήθεια; Πώς μπορούμε να λέμε την αλήθεια από τη στιγμή που δεν ξέρουμε τι σκεφτόμαστε;
Αν θέλουμε να δώσουμε φωνή στην αλήθεια με την πλήρη έννοια του όρου ή τουλάχιστον να προσεγγίσουμε αυτό το ιδανικό, πρέπει πρώτα να ξεκαθαρίσουμε τις ιδέες μας. Πρέπει να βάλουμε κάποια τάξη σ' αυτό το πνευματικό χάος του μυαλού μας. Πρέπει να ξέρουμε ξεκάθαρα και σίγουρα τι σκεφτόμαστε και τι δεν σκεφτόμαστε, τι αισθανόμαστε και τι δεν αισθανόμαστε. Και πρέπει να έχουμε ένα υψηλό επίπεδο επίγνωσης του εαυτού μας. Πρέπει δηλαδή να έχουμε επίγνωση των κινήτρων και των ιδανικών μας, να γνωρίζουμε τι κρύβεται πίσω από τις ενέργειές μας. Και αυτό απαιτεί να είμαστε απόλυτα ειλικρινείς με τον εαυτό μας. Και για να είμαστε απόλυτα ειλικρινείς με τον εαυτό μας πρέπει να τον γνωρίζουμε. Αν δεν γνωρίζουμε τον εαυτό μας, τα ύψη και τα βάθη του, αν δεν μπορούμε να βυθοσκοπήσουμε τη δική μας ψυχή και έτσι ν' αποκτήσουμε κάποια διαφάνεια για τους άλλους, αν δεν υπάρχει καθαρότητα και εσωτερική λάμψη - τότε δεν είμαστε σε θέση να μπορούμε να πούμε την αλήθεια.
Και αυτό είναι κάτι που όλοι μας πρέπει να το συνειδητοποιήσουμε. Τότε θα δούμε ότι δεν είναι και τόσο εύκολο να λέει κανείς την αλήθεια. Μπορούμε ακόμα να ισχυριστούμε -χωρίς να υπερβάλλω- ότι οι περισσότεροι από μας, τον περισσότερο καιρό, δεν λέμε την αλήθεια. Και αν τα πούμε πιο ωμά τα πράγματα, οι περισσότεροι από μας, κατά παράδοξο τρόπο, σχεδόν όλη την ώρα, λέμε ψέματα. Και η επικοινωνία μας είναι συνήθως ένα ψέμα, γιατί δεν είμαστε ικανοί για τίποτα καλύτερο. Είμαστε ανίκανοι να πούμε την αλήθεια, με την πλήρη έννοια του όρου. Αν το καλοσκεφτούμε, μπορεί να φτάσουμε στο συμπέρασμα ότι οι περισσότεροι από μας περνάμε τη ζωή μας -χρόνο με το χρόνο, από την παιδική ηλικία μέχρι τα γεράματα- χωρίς να είμαστε ικανοί ν' αρθρώσουμε την αλήθεια, με την πλήρη και ακέραιη έννοια αυτού του πολυπαθέστατου όρου, έστω και για μία φορά.
Διαισθανόμαστε ωστόσο ότι το να βρίσκεται κανείς σε θέση να πει την αλήθεια μπορεί να του δώσει μεγάλη ανακούφιση. Συνήθως δεν συνειδητοποιούμε πόσα ψέματα λέγαμε, μέχρι να μας προκύψει κάποια στιγμή, μάλλον αραιά και που, όπου λέμε την αλήθεια. Όλοι ξέρουμε ότι θα ήταν μεγάλη ανακούφιση αν δίναμε έκφραση σε κάτι που στριφογυρνάει στο νου μας και βαραίνει την καρδιά μας, αν μιλούσαμε ανοικτά και ανεπιφύλακτα, αν λέγαμε σε κάποιον την αλήθεια γι' αυτό που μας βασανίζει. Δυστυχώς, για τους περισσότερους κάτι τέτοιο συμβαίνει σπανιότατα στη ζωή τους, αν όχι ποτέ.
Το να λέμε την αλήθεια σημαίνει να είμαστε ο εαυτός μας. Όχι με τη συμβατική, κοινωνική, έννοια του όρου, όπως όταν μας λένε σ' ένα πάρτι "να είσαι ο εαυτός σου" που σημαίνει να μην είσαι καθόλου ο εαυτός σου, αλλά με την έννοια τού να δίνουμε έκφραση διαμέσου του λόγου σ' αυτό που πραγματικά είμαστε, σ' αυτό που πραγματικά ξέρουμε ότι είμαστε. Το να λέμε την αλήθεια, ακόμα και μ' αυτόν τον πλήρη, εκλεπτυσμένο, βαθύ, πνευματικό τρόπο, δεν είναι κάτι που πέφτει στο κενό. Δεν πάμε στην κορυφή ενός ουρανοξύστη να φωνάξουμε την αλήθεια στ' αστέρια. Η αλήθεια πάντοτε έχει να κάνει με κάποιο άλλο άτομο, κάποιο άλλο ανθρώπινο ον. Και αυτό μας οδηγεί στο δεύτερο επίπεδο του Τέλειου Λόγου ή το δεύτερο επίπεδο της επικοινωνίας.
2. Το επίπεδο της τρυφερότητας
Ο Τέλειος Λόγος δεν είναι μόνο αληθής, με την πλήρη έννοια του όρου, είναι επίσης τρυφερός και στοργικός. Είναι η αλήθεια που αρθρώνεται λόγω αγάπης και διαμέσου της αγάπης. Αυτό δε σημαίνει ότι πρέπει να λέμε γλυκόλογα ή τίποτα τέτοιο. Το να λέει κανείς την αλήθεια μ' αυτό τον τρόπο σημαίνει να λέει ολόκληρη την αλήθεια με πλήρη επίγνωση του ατόμου στο οποίο απευθύνεται. Πόσοι από μας μπορούμε να το κάνουμε αυτό; Αν το καλοσκεφτούμε θα διαπιστώσουμε ότι όταν μιλάμε στους άλλους σπανίως τους κοιτάμε. Το έχουμε προσέξει ποτέ αυτό; Ίσως δεν ισχύει μόνο για τον τρόπο που μιλάμε εμείς στους ανθρώπους αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο εκείνοι μας μιλάνε. Όταν τους μιλάμε ή όταν μας μιλάνε απλά δεν κοιτιόμαστε. Κοιτάμε πάνω από τους ώμους τους, το μέτωπό τους, πάνω στο ταβάνι, κάτω στο πάτωμα - σχεδόν οπουδήποτε εκτός από το πρόσωπο του ατόμου στο οποίο μιλάμε. Αν δεν κοιτάμε τους άλλους στα μάτια δεν μπορούμε να τους γνωρίσουμε (και αυτό είναι ένα από τα πράγματα που προσπαθούμε να διορθώσουμε με τις ασκήσεις επικοινωνίας, όπως μερικοί από σας θα ξέρουν προς μεγάλη δυσανασχέτησή τους!).
Μπορούμε να πούμε ότι αγάπη, με την έννοια που τη χρησιμοποιούμε εδώ, σημαίνει επίγνωση της ύπαρξης ενός άλλου ατόμου. Εάν, δεν ξέρουμε τον άλλο, πώς θα του μιλήσουμε με τρυφερότητα; Είναι αδύνατο. Μας αρέσει να πιστεύουμε ότι αγαπάμε τους άλλους, ότι είμαστε φιλόστοργοι, αλλά σπανίως κάτι τέτοιο αληθεύει. Συνήθως τους βλέπουμε μέσα από το πλαίσιο των δικών μας συναισθηματικών αντιδράσεων. Αντιδρούμε συναισθηματικά μ' ένα συγκεκριμένο τρόπο και μετά αποδίδουμε τη συναισθηματική μας αντίδραση σε αυτούς, σαν να ήταν ένα δικό τους, αυτογενές, χαρακτηριστικό. Αν για παράδειγμα οι άλλοι κάνουν αυτό που θα θέλαμε να κάνουν για μας τότε λέμε ότι είναι καλοπροαίρετοι, ιπποτικοί, ότι βοηθάνε τον κόσμο, κ.τ.λ. Με αυτήν την τακτική δεν επικοινωνούμε με τον άλλο. Αντιθέτως, αυτό που πραγματικά συμβαίνει τις περισσότερες φορές είναι ότι επικοινωνούμε ή προσπαθούμε να επικοινωνήσουμε ή ακόμα υποκρινόμαστε ότι επικοινωνούμε, με τις δικές μας ψυχολογικές προβολές.
Κάτι τέτοιο συμβαίνει πολύ συχνά με άτομα που -υποτιθέμενα- είναι πιο κοντινά και αγαπητά. Οι γονείς και τα παιδιά, τ' αδέλφια μεταξύ τους, οι σύζυγοι, όλοι αυτοί πολύ σπάνια γνωρίζουν ο ένας τον άλλο. Μπορεί να έχουν συζήσει για δέκα, είκοσι, τριάντα χρόνια αλλά να μην γνωρίζονται. Το μόνο πράγμα που γνωρίζουν είναι οι συναισθηματικές τους αντιδράσεις στον άλλο, αντιδράσεις που φυσικά τις αποδίδουν ο ένας στον άλλο λες και ήταν δικό του αυτογενές χαρακτηριστικό. Έτσι νομίζουν ότι τους ξέρουν, αλλά στην πραγματικότητα δεν τους ξέρουν καθόλου. Το μόνο που ξέρουν είναι οι δικές τους εγκεφαλικές και συναισθηματικές καταστάσεις όπως αυτές έχουν προβληθεί πάνω σ' αυτούς.
Και αυτή είναι μία σκέψη που σοκάρει. Μια παλιά παροιμία έλεγε: "σοφός είναι ο πατέρας που γνωρίζει το παιδί του". Λοιπόν, με τον ίδιο τρόπο που είναι σοφός ο πατέρας που γνωρίζει το παιδί του, είναι σοφή η γυναίκα που γνωρίζει τον άνδρα της και είναι πολύ σοφός ο άντρας που γνωρίζει τη γυναίκα του - γιατί όσο πιο πολύ ζούμε με τους άλλους, ιδίως αυτούς με τους οποίους μας δένουν δεσμοί αίματος ή στενοί συναισθηματικοί δεσμοί, τόσο λιγότερο, με την αληθινή πνευματική έννοια της λέξης, τους γνωρίζουμε. Σε τελική ανάλυση τι είναι η μητέρα για το μωρό; Μητέρα για το μωρό σημαίνει απλά μια όμορφη αίσθηση ζεστασιάς, άνεσης, ασφάλειας και σιγουριάς: αυτό αντιπροσωπεύει η μητέρα για το μωρό. Το παιδί δε γνωρίζει τη μητέρα του ως πρόσωπο. Το ίδιο ισχύει για άλλες σχέσεις και παραμένει έτσι καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής μας με κάποιες μικροβελτιώσεις και εκλογικεύσεις από καιρό σε καιρό. Τα παραπάνω ισχύουν σχεδόν πάντα για τους περισσότερους.
Γι' αυτό γίνονται τόσες παρεξηγήσεις, τόσες αποτυχημένες απόπειρες επικοινωνίας, τόσες απογοητεύσεις, ιδίως δε στις πιο τρυφερές σχέσεις. Οι άνθρωποι δε συγκάνουν, γιατί δε γνωρίζουν ο ένας τον άλλο και επομένως είναι αδύνατο να γεννηθεί η αγάπη. Υπάρχει μόνο μια ψευτοεπικοινωνία μεταξύ προβολών και τίποτα παραπάνω. Το ξέρω ότι κάτι τέτοιο ακούγεται ακραίο και μάλλον τρομακτικό, αλλά είναι αλήθεια. Πιστεύω ότι είναι καλύτερο και πιο υγιές να δούμε την αλήθεια σχετικά με μας και τους άλλους όσο το γρηγορότερο δυνατόν, και να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτό που ονομάζουμε "σχέσεις", στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν είναι παρά ένας λαβύρινθος αμοιβαίων προβολών, δίχως ίχνος αμοιβαίας επίγνωσης και κατανόησης - για να μη μιλήσουμε για αμοιβαία αγάπη.
Ωστόσο, υπάρχει κάτι το οποίο μπορούμε να ονομάσουμε αμοιβαία επίγνωση και αμοιβαία αγάπη. Και αν είμαστε ικανοί να λέμε την αλήθεια στους άλλους -που σημαίνει να τους αγαπάμε, αν βέβαια συμφωνούμε ότι αγάπη είναι η επίγνωση του άλλου- τότε θα ξέρουμε επίσης και τι έχουν ανάγκη. Αν πραγματικά τους γνωρίζουμε, θα ξέρουμε τι έχουν ανάγκη - σε αντίθεση με το να νομίζουμε τι θα έπρεπε να έχουν ανάγκη, γιατί θα μας βόλευε αν είχαν έτσι τα πράγματα, όπως συχνά το εννοούν οι άνθρωποι με τη φράση "ξέρω τι είναι καλό γι' αυτόν". Το να ξέρουμε τι έχουν ανάγκη οι άλλοι, σημαίνει να ξέρουμε με αντικειμενικότητα τι είναι καλό γι' αυτούς, δίχως να το συσχετίζουμε με τις δικές μας ανάγκες. Μόνον τότε θα ξέρουμε τι χρειάζεται να δώσουμε, τι χρειάζεται να τους προσφέρουμε και με ποιο τρόπο μπορούμε να τους βοηθήσουμε. Και αυτό μας οδηγεί στο τρίτο επίπεδο του Τέλειου Λόγου, ή το τρίτο επίπεδο επικοινωνίας.
3. Το επίπεδο της αρωγής
Σύμφωνα με το Βούδδα αυτά που λέμε πρέπει να βοηθάνε τους άλλους, με την έννοια τού να συνεισφέρουν στην καλλιέργεια, κυρίως την πνευματική καλλιέργεια, του ατόμου με το οποίο συνομιλούμε. Δε χρειάζεται βέβαια να αναπτύσσουμε θρησκευτικές διδασκαλίες, αν και αυτό μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμο. Σε γενικές γραμμές, αυτή η πλευρά του Τέλειου Λόγου -το να βοηθάμε τους άλλους με τα λεγόμενά μας- απαιτεί να μιλάμε με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να εξυψώνουμε τη συνείδηση των ατόμων στα οποία απευθυνόμαστε αντί να την υποβιβάζουμε. Και αν δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι τέτοιο τουλάχιστον ας δείχνουμε εκτίμηση και ας εμπνέουμε θετικότητα. Δυστυχώς, οι πιο πολλοί άνθρωποι είναι αρνητικοί. Τους λες για κάτι καλό που σου συνέβη και σ' έκανε ευτυχισμένο και αυτοί είτε μουτρώνουν είτε το υποτιμάνε είτε προσπαθούν να σε αποκαρδιώσουν. Στο τέλος μπορεί να καταλήξεις να νιώσεις ένοχος επειδή κάτι σ' έκανε να χαρείς ή επειδή εκτίμησες την ομορφιά του. Επομένως πρέπει να είμαστε θετικοί και ενθαρρυντικοί, γιατί αν έχουμε μια τέτοια διάθεση βοηθάμε τους άλλους να εξελιχθούν. Αντιθέτως όταν είμαστε αρνητικοί, επικριτικοί ή καταστροφικοί δε βοηθάμε καθόλου19 .
Υπάρχει μια όμορφη ιστορία παρμένη από τα απόκρυφα ευαγγέλια που μας δείχνει τη σημασία των παραπάνω. (Στα πρώτα βήματα του χριστιανισμού, δεν υπήρχαν μόνο τα τέσσερα ευαγγέλια που βρίσκουμε στην Αγία Γραφή, αλλά δεκάδες, ακόμα και εκατοντάδες άλλα. Μερικά από τα διασωθέντα περιέχουν ρητά και ιστορίες που δεν υπάρχουν σε αυτήν.) Σύμφωνα με αυτή την ιστορία, ο Ιησούς περπατούσε μαζί με τους μαθητές του κάπου στη Γαλιλαία, όταν έπεσαν πάνω σ' ένα ψόφιο σκυλί. Σπάνια βλέπουμε ψόφια σκυλιά στους δρόμους του Λονδίνου, αλλά στην Ανατολή αποτελεί σύνηθες θέαμα ακόμα και τώρα, και όσοι έχετε διαβάσει το σχετικό ποίημα του Μπωντλαίρ20 , θα ξέρετε ότι ένα ψόφιο ζώο δεν είναι και πολύ όμορφο θέαμα. Το σκυλί της ιστορίας πρέπει να ήταν ψόφιο βδομάδες, γιατί καθώς το αντίκρισαν οι μαθητές αντέδρασαν με τρόμο και αηδία. Ο Ιησούς ωστόσο χαμογέλασε λέγοντας: "Τι όμορφα δόντια!" Μπορούσε να βρει κάτι το ωραίο ακόμα και σ' έναν ψόφιο σκύλο.
Μια τέτοιου είδους νοοτροπία απαιτείται γι' αυτό το επίπεδο του Τέλειου Λόγου. Θα πρέπει να είμαστε σε θέση να δούμε την όμορφη, τη λαμπερή, τη θετική πλευρά των πραγμάτων και όχι να επικεντρωνόμαστε στην αρνητική πλευρά τους. Δεν πρέπει να μας διακατέχει μια κριτική μανία ή μια τάση να ισοπεδώνουμε τα πάντα. Υπάρχει η κατάλληλη ώρα για την κριτική, ακόμα και για καυστική κριτική - η κριτική είναι μια πλήρως αποδεκτή δραστηριότητα. Αλλά οι περισσότεροι από μας, βρίσκουμε πολύ πιο εύκολο το να κριτικάρουμε, παραμελώντας έτσι τη θετική πλευρά των πραγμάτων. Ακόμα και αν δεν είμαστε σε θέση να καθοδηγήσουμε πνευματικά κάποιον ή να βοηθήσουμε τους άλλους να φτάσουν στη φώτιση -που έτσι κι αλλιώς ελάχιστοι το μπορούν, έστω και σε στοιχειώδη επίπεδο- μπορούμε τουλάχιστον να είμαστε θετικοί. Μπορούμε να δείξουμε την εκτίμησή μας για οτιδήποτε καλό βλέπουμε ν' αναπτύσσεται ή να αναδύεται μέσα από τον άλλο. Έτσι κι αλλιώς, έστω κι αν κάποτε προσπαθήσουμε να καθοδηγήσουμε πνευματικά κάποιον, κάτι τέτοιο θα λειτουργήσει μόνο αν γίνει με καλή θέληση, μ' ένα θετικό και δημιουργικό πνεύμα.
Για ν' ανακεφαλαιώσουμε, αν επικοινωνούμε με τον τρόπο που περιγράψαμε, δηλαδή, αν λέμε την αλήθεια, όλη την αλήθεια και τίποτα εκτός από την αλήθεια· αν μιλάμε με αγάπη, δηλαδή με επίγνωση της ύπαρξης του άλλου· αν μιλάμε με τρόπο που να διευκολύνει την ανάπτυξη του άλλου, που να τον επηρεάζει θετικά και να προωθεί την πνευματική του υγεία· αν νοιαζόμαστε περισσότερο για τις ανάγκες των άλλων παρά τις δικές μας· αν δεν προβάλλουμε τα δικά μας συναισθήματα και δε χρησιμοποιούμε ή εκμεταλλευόμαστε τους άλλους· τότε το αποτέλεσμα θα είναι κάθε φορά που μιλάμε ή επικοινωνούμε μ' ένα άτομο να ξεχνάμε τον εαυτό μας. Αυτό μας οδηγεί στο τέταρτο και υψηλότερο επίπεδο του Τέλειου Λόγου ή το τέταρτο και τελικό στάδιο επικοινωνίας.
4. Το επίπεδο που προάγει την ομόνοια, την αρμονία και την ενότητα
Ο Τέλειος Λόγος, εκτός από τις ιδιότητες που ήδη περιγράψαμε, πρέπει επίσης να προάγει την ομόνοια, την αρμονία και την ενότητα. Αυτό βέβαια δε σημαίνει μόνο λεκτική κατάφαση, δε σημαίνει να λέμε "ναι, ναι" όλη την ώρα. Δε σημαίνει καν ότι μοιραζόμαστε τις ίδιες ιδέες - δεν πρόκειται για ενότητα του στυλ "εσύ πιστεύεις στο βουδδισμό, εγώ πιστεύω στο βουδδισμό". Δεν εννοούμε τίποτα τέτοιο. Αυτό που πραγματικά σημαίνει ο "λόγος που προάγει την ομόνοια, την αρμονία και την ενότητα" είναι η αμοιβαία βοήθεια, βασισμένη στην ειλικρίνεια και στην επίγνωση της ύπαρξης και των αναγκών του άλλου για την επίτευξη μιας αμοιβαίας υπέρβασης του εαυτού. Αυτή η αμοιβαία υπέρβαση είναι ο κατ' εξοχήν Τέλειος Λόγος. Δεν είναι απλά ο Τέλειος Λόγος, αλλά επίσης και η τελειότητα στην επικοινωνία. Όταν αυτού του είδους η ομόνοια, η αρμονία και η ενότητα, αυτού του είδους η κατανόηση, έχει φτάσει σ' ένα στάδιο πληρότητας και τελειότητας, δε χρειάζεται πλέον να ειπωθεί τίποτα παραπάνω. Ακόμα και σε καθημερινό επίπεδο, όταν πρωτογνωρίζουμε κάποιον μιλάμε πολύ. Προσπαθούμε να τον γνωρίσουμε καλύτερα, ν' ανταλλάξουμε ιδέες, αλλά όσο περισσότερο τον γνωρίζουμε, κατά κάποιο τρόπο τόσο λιγοστεύουν αυτά που έχουμε να πούμε. Όταν ο Τέλειος Λόγος κορυφώνεται μέσα σε αρμονία, ενότητα και αμοιβαία υπέρβαση του εαυτού, τότε κορυφώνεται επίσης και μέσα στη σιωπή.
Αυτό που ο Βούδδας αποκαλεί Τέλειο Λόγο αντιπροσωπεύει το άκρον άωτον της αρχής της επικοινωνίας, ωστόσο δεν πρέπει να μας κάνει να πιστεύουμε ότι ο λόγος, ακόμα και ο Τέλειος Λόγος, είναι το μοναδικό μέσο επικοινωνίας. Στο Βατζραγιάνα βουδδισμό -το βουδδισμό του Αδαμάντινου Μονοπατιού- υπάρχουν τρία επίπεδα μετάδοσης των διδασκαλιών του Βούδδα. Το πρώτο, το χαμηλότερο δηλαδή επίπεδο, είναι το λεκτικό. Σ' αυτό το επίπεδο οι διδασκαλίες -η πνευματική εμπειρία- μεταδίδονται διαμέσου του προφορικού ή του γραπτού λόγου. Το επόμενο επίπεδο είναι η μετάδοση διαμέσου σημαδιών ή συμβόλων, όπως π.χ. στη Ζεν ιστορία όπου ο Βούδδας κρατούσε ένα χρυσό λουλούδι στο μέσο μιας συγκέντρωσης. Αυτό ήταν ένα σημάδι. Το μήνυμά του κατανοήθηκε μόνο από τον Μαχακάσιαπα, και διαμέσου αυτού του σήματος, ή διαμέσου της σημασίας αυτού του σήματος, η ουσία της πνευματικής εμπειρίας του Βούδδα μεταδόθηκε στον Μαχακάσιαπα, και από αυτόν σ' όλους τους υπόλοιπους μεγάλους δασκάλους του Ζεν. Αλλά σύμφωνα με τη Βατζραγιάνα το υψηλότερο επίπεδο μετάδοσης είναι η τηλεπαθητική επικοινωνία, η οποία φυσικά συντελείται στη σιωπή. Είναι η άμεση επικοινωνία δύο πνευμάτων, χωρίς την παρέμβαση γραπτού ή προφορικού λόγου, οπτικών σημάτων και συμβόλων. Είναι το πνεύμα το οποίο αναμεταδίδει με απόλυτη αμεσότητα όχι σήματα αλλά την ίδια του την ουσία σ' ένα άλλο πνεύμα, δίχως μεσάζοντες και δίχως κάποιο μέσο αναμετάδοσης. Με άλλα λόγια επιτελείται συγχώνευση δύο διαφορετικών πνευμάτων.
Δεν πρέπει ν' αντιλαμβανόμαστε τη σιωπή απλά ως απουσία ήχου. Όταν ο κάθε θόρυβος σβήνει -από το θόρυβο του κυκλοφοριακού έξω στο δρόμο, το τρίξιμο της καρέκλας στο δωμάτιο και το θόρυβο της αναπνοής μας, ακόμα και αν ο "θόρυβος" των ιδίων μας των σκέψεων έχει κατασιγάσει- δεν απομένει κάτι το αρνητικό ή κάτι το νεκρό, ούτε καν το κενό. Αυτό που απομένει είναι μια ζωντανή σιωπή.
Και μιλώντας για ζωντανή σιωπή μου έρχεται στο νου το μεγάλο παράδειγμα του Ινδού δασκάλου Ραμάνα Μαχάρσι, που πέθανε το 1950. Είχα την καλή τύχη να βρεθώ μαζί του για λίγο καιρό, περίπου ένα χρόνο πριν το θάνατο του, και να ομολογήσω ότι αποτελούσε το τέλειο παράδειγμα αυτής της νοοτροπίας. Τον έβρισκες σε μία εξέδρα, στην κυρίως αίθουσα του ναού, καθισμένο σ' έναν καναπέ με κάλυμμα από δέρμα τίγρης και την περισσότερη ώρα δεν έλεγε απολύτως τίποτα. Τον έβλεπες να κάθεται στην ίδια θέση για σαράντα ολόκληρα χρόνια και παρ' όλο που η αίθουσα ήταν γεμάτη κόσμο, μόλις έμπαινες ένιωθες να δονείσαι από την περίεργη συνήχηση αυτής της σιωπής. Ένοιωθες ότι κυριολεκτικά η σιωπή αναδυόταν από μέσα του. Μπορούσες σχεδόν να δεις τα κύματα της σιωπής να ρέουν, να αγκαλιάζουν όλους τους παρευρισκόμενους, να εισρέουν μέσα στην καρδιά και το νου τους και να τους καθησυχάζουν. Και αν καθόσουν και συ, θα ένιωθες κυριολεκτικά αυτήν τη σιωπή να σε αγκαλιάζει, να σε ηρεμεί, να γαληνεύει το νου σου. Δε μιλάω ποιητικά ή μεταφορικά: αυτή τη σιωπή την ένιωθες στην κυριολεξία. Την ένιωθες σαν μία κυματόμορφη θετική δύναμη που κυλούσε αδιάλειπτα προς εσένα. Αυτή είναι η σιωπή - η πραγματική σιωπή, η αληθινή σιωπή που τόσο όμορφα ενσάρκωνε ο Ραμάνα Μαχάρσι.