Όραμα και Μεταμόρφωση : Μια εισαγωγή στο Ευγενές Οκταπλό Μονοπάτι του Βούδδα
Part 5
Δεν υπάρχει ένας καθολικός τρόπος αυταπάρνησης. Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να πει ότι αν κάποιος δεν απαρνήθηκε το άλφα ή το βήτα τότε δεν έχει Τέλεια Θέαση και επομένως δεν αξίζει να θεωρείται βουδδιστής. Διαφορετικά άτομα θα απαρνηθούν διαφορετικά πράγματα με διαφορετική σειρά αλλά το τελικό αποτέλεσμα πρέπει να είναι το ίδιο: να κάνουν τη ζωή τους πιο απλή και πιο λιτή. Οι πιο πολλοί από μας έχουμε ένα σωρό πράγματα που στην ουσία δεν χρειαζόμαστε. Αν εδώ και τώρα μας έλεγαν να πάρουμε χαρτί και μολύβι και να γράψουμε όλα τα πράγματα που δεν χρειαζόμαστε θα καταλήγαμε με μια ιδιαίτερα μεγάλη λίστα. Αλλά θα μας έπαιρνε πολύ καιρό να πάρουμε την απόφαση να ζήσουμε χωρίς αυτά.
Μερικές φορές το βλέπουμε σαν θυσία και μ' ένα σφίξιμο στο στομάχι αποφασίζουμε να απαρνηθούμε κάτι. Τα πράγματα όμως δεν πρέπει να είναι έτσι. Στο βουδδισμό δεν υπάρχει η έννοια της "απάρνησης" με αυτό τον τρόπο. Σύμφωνα με το βουδδισμό αυτό που απαιτείται από μας δεν είναι να απαρνηθούμε αλλά να εξελιχθούμε. Για τον ενήλικα, το να εγκαταλείψει τα παιδικά παιχνίδια δεν αποτελεί θυσία. Και με τον ίδιο τρόπο δεν πρέπει να αποτελεί θυσία για το πνευματικά ώριμο άτομο ή τουλάχιστον το άτομο που προσεγγίζει μία πνευματική ωριμότητα, να εγκαταλείψει τα παιχνίδια που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι για τη διασκέδασή τους. Δεν προτείνω να κάνουμε κάτι τέτοιο μ' ένα δραματικό ή βίαιο τρόπο, σαν το συμβάν που άκουσα στο ραδιόφωνο για ένα κύριο που ανέβηκε στον πύργο του Άιφελ και έριξε την τηλεόρασή του κάτω. (Διαμαρτυρόταν κατά της ποιότητας των γαλλικών προγραμμάτων και η πράξη του τουλάχιστον έδειξε ένα βαθμό έλλειψης προσκόλλησης στη συσκευή του!) Αυτό που προσπαθώ να μεταδώσω είναι ότι αν αντιλαμβανόμαστε ως ένα βαθμό την πραγματική φύση της ύπαρξης και έχουμε καταφέρει σε κάποιο επίπεδο να δούμε την ανεπάρκεια των υλικών, εγκόσμιων αγαθών, τότε η προσκόλλησή μας σ' αυτά πρέπει να έχει χαλαρώσει και θα πρέπει να είμαστε πρόθυμοι και ευτυχείς να απαρνηθούμε τουλάχιστον κάποια από αυτά - κάτι σαν να έχουμε μόνον ένα αμάξι!
Αβυαπάντα ή μη μίσος
Αβυαπάντα είναι το αντίθετο του βυαπάντα που κυριολεκτικά σημαίνει "κάνω κακό", και κατ' επέκταση "μίσος". Το μίσος, όπως ήδη είπαμε, σχετίζεται άμεσα με την επιθυμία. Πολύ συχνά βλέπουμε ότι το μίσος ή ο ανταγωνισμός κρύβει μία ανεκπλήρωτη επιθυμία. Και αυτό είναι ολοφάνερο στη συμπεριφορά των παιδιών. Αν δε δώσουμε σ' ένα παιδί κάτι που επιθυμεί σφοδρά, τότε θα εκνευριστεί και θα βάλει τις φωνές. Οι ενήλικες συνήθως δε συμπεριφέρονται έτσι. Οι αντιδράσεις τους σπανίως είναι τόσο απλές και ξεκάθαρες γιατί οι επιθυμίες τους είναι πολύ πιο πολύπλοκες. Δε διψάνε απλά για υλικά αγαθά αλλά για επιτυχία, αναγνώριση, έπαινο και τρυφερότητα. Όταν τους αρνιούνται αυτά τα πράγματα, ιδίως όταν αυτό συμβαίνει κατ' επανάληψη, τότε απογοητεύονται. Και αυτό έχει ως αποτέλεσμα να δημιουργείται σε πολλούς μία πικρία που εκφράζεται με συνεχή κριτική προς τους άλλους, παράπονα, γκρίνια και ένα σωρό άλλες αρνητικές εκδηλώσεις. Αλλά με τη μείωση της νευρωτικής επιθυμίας και τη χαλάρωση της προσκόλλησης, τουλάχιστον σε κάποια υλικά αγαθά, μειώνεται και το μίσος γιατί η πιθανότητα απογοήτευσης έχει σταδιακά ελαττωθεί. Έτσι λοιπόν, άλλο ένα ερώτημα που πρέπει να θέτουμε στον εαυτό μας είναι το εξής: "Από τότε που άρχισα να παίρνω το βουδδισμό στα σοβαρά, κατάφερα τουλάχιστον να συγκρατώ τα νεύρα μου;". Αν ακόμα και σ' ένα βουδδιστικό κύκλο συμβαίνουν μικροτσακωμοί και μικροπαρεξηγήσεις σημαίνει ότι τουλάχιστον κάποια άτομα δε βάζουν το βουδδισμό τους στην πράξη: ότι δε διαθέτουν ούτε Τέλεια Θέαση ούτε Τέλειο Συναίσθημα.
Αβιχίμσα ή μη σκληρότητα
Χίμσα σημαίνει βία ή κακό και βιχίμσα -το αντίθετο της οποίας είναι η αβιχίμσα- σημαίνει υστερόβουλη επιβολή πόνου ή δυστυχίας. Η βιχίμσα είναι πολύ δυνατή λέξη στα σανσκριτικά και στα παλί, και μεταφράζεται καλύτερα ως "σκληρότητα". Η σύνδεσή της με το μίσος είναι εμφανής, αλλά δηλώνει κάτι πολύ χειρότερο από το απλό μίσος γιατί υπονοεί μία τάση επιβολής πόνου δίχως συγκεκριμένο λόγο ή ένα αίσθημα ευχαρίστησης στο να επιφέρει κανείς πόνο. Στη βουδδιστική σχολή της Μαχαγιάνας, η σκληρότητα με αυτή την έννοια θεωρείται το μεγαλύτερο από τα μείζονα αμαρτήματα που μπορεί να διαπράξει κανείς. Συχνά, ωστόσο, ειδικά στην περίπτωση των παιδιών, η σκληρότητα οφείλεται απλά σε άγνοια και απερισκεψία. Μπορεί να είναι δύσκολο για ένα παιδί να καταλάβει ότι άλλες μορφές ζωής μπορούν να αισθανθούν πόνο. Γι' αυτό το λόγο είναι σημαντικό αυτοί που έχουν επαφή με παιδιά, είτε ως γονείς είτε ως εκπαιδευτικοί, να προσπαθήσουν να τους μεταδώσουν μια ευαισθησία στο γεγονός ότι όλα τ' άλλα αισθανόμενα όντα είναι εξίσου ζωντανά με αυτά, και θα πονέσουν αν, λόγου χάρη, βάλεις το δάχτυλο σου στο μάτι τους ή τα καρφιτσώσεις σ' ένα ευαίσθητο σημείο. Είναι δύσκολο για τα παιδιά να το καταλάβουν αυτό κι αν δούνε ένα ζώο που μόλις κλώτσησαν να κυλιέται και να ουρλιάζει μπορεί απλά να τους φανεί αστείο καθώς δεν έχουν συνείδηση του πόνου που προξένησαν.
Ένα συμβάν από την ζωή του Βούδδα σχολιάζει αυτό το πρόβλημα. Μια φορά, όταν ο Βούδδας πήγαινε να ζητήσει ελεημοσύνη, βρήκε μία συμμορία από αγόρια να βασανίζουν ένα κοράκι που είχε σπάσει το φτερό του και να το διασκεδάζουν όπως συχνά διασκεδάζουν με τέτοια πράγματα τα αγόρια. Ο Βούδδας σταμάτησε και τα ρώτησε: "Αν σας χτυπήσουν θα πονέσετε;" "Ναι", του απάντησαν. Ο Βούδδας συνέχισε, "έτσι γίνεται και με το κοράκι, αν το χτυπήσεις θα πονέσει. Όταν ξέρετε πόσο δυσάρεστο είναι το συναίσθημα του πόνου, γιατί το προξενείτε σ' ένα άλλο πλάσμα που υποφέρει εξίσου με σας;". Ένα τέτοιο απλό μάθημα τα παιδιά μπορούν να καταλάβουν και να ακολουθήσουν, πρέπει όμως να τους δοθεί σε μικρή ηλικία, γιατί αν μια τέτοια συμπεριφορά δεν αντιμετωπιστεί εγκαίρως μπορεί να χειροτερεύσει βαθμηδόν σε τέτοιο σημείο ώστε να καταλήξει σε φρικαλεότητες.
Τα χαρακτικά του Χόγκαρθ16 με τα "Τέσσερα Στάδια της Σκληρότητας" απεικονίζουν την εξής τρομακτική πραγματικότητα: στο πρώτο δείχνει το νεαρό Τομ Νέρο μαζί με τους φίλους του να βασανίζει ένα σκύλο· στο δεύτερο, ενήλικας πλέον, ο Τομ μαστιγώνει ένα άλογο μέχρι θανάτου· στο τρίτο πιάνεται επ' αυτοφώρω ενώ διαπράττει φόνο· τέλος, στο τέταρτο, το κουφάρι του, αφού κρεμάστηκε, τεμαχίζεται από μία ομάδα χειρουργών. Δε θα 'πρεπε ν' αψηφούμε τη σχέση μεταξύ αυτών των σταδίων. Όταν βλέπουμε ένα παιδί να βασανίζει ένα ζώο δε θα 'πρεπε να σκεφτόμαστε ότι "παιδί είναι δεν πειράζει" και ότι θα του "φύγει" μεγαλώνοντας. Θα πρέπει να του εξηγήσουμε τι ακριβώς κάνει, για ν' αποφύγουμε την καλλιέργεια της βίας και της σκληρότητας στη γένεσή της. Ιδού, λοιπόν, άλλο ένα ερώτημα που πρέπει να θέσουμε στον εαυτό μας: "Από τότε που άρχισα ν' ασχολούμαι με το βουδδισμό, κατάφερα να γίνω λιγότερο σκληρός;". Και σκληρότητα, ας μην ξεχνάμε, δεν σημαίνει μόνο σωματική σκληρότητα. Μπορεί να είναι και λεκτική. Πολλοί αρέσκονται στο να μιλάνε απότομα, με αγένεια και σαρκασμό πράγμα που αποτελεί μία μορφή σκληρότητας που ένας βουδδιστής, ή ένα άτομο που έχει βιώσει την Τέλεια Θέαση και το Τέλειο Συναίσθημα, θα έβρισκε δύσκολο να διαπράξει.
Για τον ίδιο λόγο θα πρέπει να είναι αδύνατο για ένα βουδδιστή να συμμετέχει σε αιματηρά σπορ. Μπορεί να μου πείτε ότι γνωρίζετε το Αμπιντάρμα σας πολύ καλά, αλλά αν την ίδια στιγμή λαμβάνετε μέρος σε αιματηρά σπορ κάθε Κυριακή δε θα λάβω αυτή σας τη γνώση ιδιαίτερα στα σοβαρά. Αυτή βέβαια είναι μια ακραία περίπτωση. Οι πιο πολλοί σήμερα δεν ασχολούνται με τέτοια σπορ, αν και μερικοί δυστυχώς όχι μόνο συνεχίζουν να το κάνουν, αλλά επίσης υπεραμύνονται αυτού του δικαιώματός τους. Όμως, από μία βουδδιστική οπτική γωνία -από την οπτική γωνία της Τέλειας Θέασης και του Τέλειου Συναισθήματος- τα αιματηρά σπορ είναι κάτι το απαράδεκτο, λόγω της κατάφωρης και άνευ λόγου σκληρότητας που τα χαρακτηρίζει.
Το ερώτημα της σκληρότητας μάς φέρνει στο ερώτημα της χορτοφαγίας. Πολλοί νοιώθουν ανίκανοι να φάνε ψάρι ή κρέας γιατί αυτό τους έκανε συνεργούς σε πράξεις ψυχρής και εσκεμμένης σκληρότητας. Αν και δεν υπάρχει ένας απόλυτος κανόνας που λέει ότι για να είναι κανείς βουδδιστής πρέπει να είναι χορτοφάγος, ωστόσο ένας ειλικρινής βουδδιστής -ένα άτομο που προσπαθεί ν' ακολουθήσει το Οκταπλό Μονοπάτι, το οποίο έχει βιώσει ως ένα βαθμό την Τέλεια Θέαση και το Τέλειο Συναίσθημα έχει αρχίσει να ξυπνάει μέσα του- αναμφισβήτητα θα κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση. Ο λόγος για τον οποίο συμβαίνει κάτι τέτοιο είναι ότι καθώς κανείς προχωράει στο πνευματικό μονοπάτι γίνεται ολοένα και πιο ευαίσθητος, έτσι φτάνει σ' ένα σημείο όπου πράγματα όπως το να μη θέλει να τρώει κρέας συμβαίνουν αυθόρμητα.
Η θετική άποψη του Τέλειου Συναισθήματος
Η θετική άποψη του Τέλειου Συναισθήματος αποτελείται από μία σειρά αλληλένδετων υγιών συναισθημάτων. Αυτά συμπεριλαμβάνουν τη θετική άποψη της αυταπάρνησης, του μη μίσους και της μη σκληρότητας, γνωστά στα σανσκριτικά ως ντάνα, μάιτρι (παλί: μέττα), και καρούνα, δηλαδή προσφορά, αγάπη και συμπόνια. Επίσης συμπεριλαμβάνονται η μουντίτα ή ενσυναισθητική χαρά, ουπέκσα (παλί: ουπέκκα) ή ηρεμία και σράντα (παλί: σάντα) ή πίστη και αφοσίωση. Η μάιτρι, καρούνα, μουντίτα και ουπέκσα είναι συλλογικά γνωστές ως οι μπράχμα βιχάρας ή "υψηλές καταστάσεις".
Ντάνα ή προσφορά
Κατά κάποιο τρόπο η ντάνα ή προσφορά είναι η βασική βουδδιστική αρετή χωρίς την οποία δεν μπορεί κανείς να ονομάζεται βουδδιστής. Ντάνα δεν είναι τόσο η πράξη καθαυτή του να δίνει κανείς, αλλά μάλλον η διάθεση τού να θέλει να δώσει και να μοιραστεί ότι έχει με τους άλλους. Αυτό το αίσθημα τού να θέλει κανείς να δώσει ή να μοιραστεί είναι συχνά η πρώτη εκδήλωση της πνευματικής ζωής - η πρώτη ένδειξη ότι η νευρωτική επιθυμία και η προσκόλληση έχουν κατά κάποιο τρόπο ελαττωθεί. Η ντάνα έχει σχολιαστεί εκτενώς στα βουδδιστικά κείμενα και πολλές διαφορετικές μορφές της έχουν απαριθμηθεί.
Κατά πρώτο λόγο έχουμε την προσφορά υλικών αγαθών ή το να μοιραζόμαστε ό,τι καλό έχουμε με τους άλλους: φαγητό, ρουχισμό, κ.τ.λ. Για μερικούς ανθρώπους στην Ανατολή, το να προσφέρουν κάθε μέρα κάτι υλικής φύσης αποτελεί μέρος της άσκησής τους, είτε αν είναι φαγητό σε ένα ζητιάνο, είτε ένα μικρό χρηματικό ποσό ή απλά ένα φλιτζάνι τσάι, έτσι ώστε κάθε μέρα κάτι να προσφέρεται ή να μοιράζεται, τουλάχιστον στο υλικό επίπεδο.
Κατά δεύτερο λόγο, έχουμε την προσφορά γνώσης, με την έννοια της προσφοράς πολιτισμού και εκπαίδευσης. Αυτό το είδος προσφοράς πάντα θεωρούταν πολύ σημαντικό στις βουδδιστικές χώρες. Η γνώση δεν πρέπει να περιορίζεται σ' ένα άτομο αλλά πρέπει να μοιράζεται σε όλους. Όλοι θα έπρεπε να μπορούν να ωφεληθούν από αυτήν. Αυτό τονιζόταν ιδιαίτερα στη βουδδιστική Ινδία γιατί η βραχμανική κάστα, η κάστα των ινδουιστών ιερέων, πάντα προσπαθούσε να έχει μονοπώλιο στη γνώση και να κρατήσει τις άλλες σε μία κατάσταση άγνοιας και υποτέλειας. Ο βουδδισμός πάντα τόνιζε το γεγονός ότι η γνώση, ακόμα και η κοσμική γνώση και πολιτισμός, δε θα έπρεπε να είναι το μονοπώλιο καμιάς κάστας ή τάξης ανθρώπων, αλλά να παρέχεται ελεύθερα σε όλη την κοινότητα.
Άλλο ένα σημαντικό είδος προσφοράς που αναφέρεται στις βουδδιστικές γραφές είναι η προσφορά θάρρους. Αυτό μπορεί ν' ακούγεται σαν ένα περίεργο είδος "δώρου". Δεν μπορείς να προσφέρεις θάρρος στο πιάτο ή συσκευασμένο σ' ένα πακετάκι και περιτυλιγμένο με κορδελίτσα. Αλλά μπορείς να μοιραστείς την αυτοπεποίθησή σου με τους άλλους. Μπορείς να εμπνεύσεις στους άλλους ένα αίσθημα αφοβίας ή ασφάλειας απλά με την παρουσία σου και τη συμπεριφορά σου. Για το βουδδισμό αυτή η ικανότητα να καθησυχάζει κανείς τους ανθρώπους με την παρουσία του έχει μεγάλη σημασία και αποτελεί μια σημαντικότατη προσφορά στη ζωή της κοινότητας.
Άλλη μία μορφή ντάνα πού αναφέρεται στις βουδδιστικές γραφές είναι η προσφορά ζωής και μέλους. Για χάρη των άλλων ή για χάρη του Ντάρμα, των Διδασκαλιών, πρέπει να είμαστε έτοιμοι να θυσιάσουμε τα ίδια μας τα μέλη, ακόμα και την ίδια μας την ζωή. Η ντάνα, η προσφορά ή γενναιοδωρία, μπορεί να φτάσει ως αυτό το σημείο.
Τελικά, ξεπερνώντας ακόμα και τη θυσία της ζωής υπάρχει αυτό που λέγεται στο βουδδισμό η προσφορά του δώρου του Ντάρμα: το δώρο της ίδιας της αλήθειας, το δώρο της γνώσης ή της κατανόησης του δρόμου προς τη Φώτιση, τη Χειραφέτηση ή τη Νιρβάνα. Το δώρο αυτού του είδους της γνώσης ξεπερνάει όλα τα άλλα δώρα.
Αυτά είναι μερικά από τα πράγματα που μπορεί να δώσει κανείς, γεγονός που μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε πόσο δυναμική και εκτενής μπορεί να γίνει η άσκηση της προσφοράς. Σύμφωνα με τη βουδδιστική διδασκαλία πρέπει να δίνουμε συνέχεια με οποιοδήποτε τρόπο και σε οποιοδήποτε επίπεδο μας είναι δυνατόν. Στη βουδδιστική Ανατολή η ντάνα ή προσφορά διαπερνάει και εμποτίζει κάθε πλευρά της κοινωνικής ή θρησκευτικής ζωής. Αν πηγαίνεις σ' ένα ναό, για παράδειγμα, δεν πηγαίνεις με άδεια χέρια: παίρνεις λουλούδια, κεριά, θυμίαμα και τα προσφέρεις. Με τον ίδιο τρόπο όταν επισκέπτεσαι ένα φίλο, ακόμα και αν η επίσκεψη δεν είναι προγραμματισμένη, πάντα φέρνεις ένα δώρο. Όταν έμενα στην Καλιμπόνγκ και συναναστρεφόμουν αρκετούς Θιβετιανούς, διαπίστωσα ότι αυτό ήταν εθιμοτυπικώς επιβεβλημένο. Ένας φίλος σου δε θα τολμούσε να διανοηθεί να εμφανιστεί στο κατώφλι σου δίχως ένα κουτί μπισκότα ή κάποιο άλλο δώρο κάτω από τη μασχάλη του. Έτσι, το πνεύμα της προσφοράς διέπει κάθε άποψη της ζωής σε πολλές βουδδιστικές χώρες. Αναμφισβήτητα, αυτό καταντάει κατά κάποιο τρόπο να γίνεται απλά ένα έθιμο και συχνά δεν το κάνει κανείς με την καρδιά του. Ωστόσο, όταν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο δίνουμε συνέχεια, αυτό δεν μπορεί παρά να έχει κάποια επιρροή πάνω μας - ακόμα κι αν το κάνουμε γιατί έτσι πρέπει να γίνει. Το να δίνει κανείς και να μοιράζεται γίνεται μια συνήθεια, έτσι σκεφτόμαστε λιγάκι και τους άλλους αντί να σκεφτόμαστε συνέχεια τον εαυτό μας.
Μάιτρι ή αγάπη
Η σανσκριτική λέξη μάιτρι συνδέεται ετυμολογικά με τη λέξη μίτρα, που σημαίνει φίλος. Σύμφωνα με τα βουδδιστικά κείμενα μάιτρι είναι η αγάπη που νιώθει κανείς για κάποιον που είναι πολύ κοντινός και αγαπητός, πολύ οικείος, για ένα φίλο, αλλά επεκτείνεται με σκοπό να συμπεριλάβει τους πάντες. Οι αγγλικές λέξεις "φίλος" και "φιλία" αυτές τις μέρες δε σημαίνουν και πολλά πράγματα, και η φιλία θεωρείται ως ένα ήπιο συναίσθημα. Αλλά τα πράγματα είναι διαφορετικά στην Ανατολή όπου η μάιτρι ή φιλία θεωρείται ένα πολύ δυνατό και θετικό συναίσθημα και συνήθως ορίζεται ως έντονη επιθυμία για το καλό και την ευτυχία του άλλου ατόμου, όχι μόνο στο υλικό επίπεδο, αλλά και στο πνευματικό. Οι βουδδιστικές διδασκαλίες μάς ενθαρρύνουν συνέχεια να καλλιεργήσουμε τέτοια συναισθήματα για τους κοντινότερους φίλους μας και σταδιακά να συμπεριλάβουμε τους πάντες. Αυτή η διάθεση συνοψίζεται στη φράση "Sabbe satta sukhi hontu" (παλί) ή "Είθε όλα τα όντα να είναι ευτυχισμένα!" που εκφράζει επακριβώς την εγκάρδια επιθυμία όλων των βουδδιστών. Αλλά αν τρέφουμε αυτή την εγκάρδια επιθυμία -όχι απλά την ιδέα του συναισθήματος αλλά το καθεαυτό συναίσθημα- τότε διαθέτουμε μάιτρι.
Στο βουδδισμό η ανάπτυξη της μάιτρι δεν αφήνεται στην τύχη. Μερικοί πιστεύουν ότι ή νιώθει κανείς αγάπη για τους άλλους ή δε νιώθει και το ότι αν δεν νοιώθει τότε τόσο το χειρότερο γιατί δεν μπορεί να κάνει τίποτα για να τ' αλλάξει. Στο βουδδισμό υπάρχουν συγκεκριμένες πρακτικές, συγκεκριμένες ασκήσεις, για την καλλιέργεια της μάιτρι ή της αγάπης - αυτό που ονομάζουμε μάιτρι-μπάβανα (παλί: μέττα μπάβανα). Αυτές οι πρακτικές όμως κάθε άλλο παρά εύκολες είναι. Δε θα είναι εύκολο ν' αναπτύξουμε την αγάπη, αλλά αν επιμείνουμε και επιτύχουμε τότε η εμπειρία θα μας επιβραβεύσει για τις προσπάθειές μας.
Καρούνα ή συμπόνια
Είναι φυσικό η συμπόνια να συνδέεται στενά με την αγάπη. Η αγάπη μεταμορφώνεται σε συμπόνια όταν βρεθεί αντιμέτωπη με τη δυστυχία ενός ατόμου που αγαπάμε. Αν αγαπάμε κάποιον και τον δούμε να υποφέρει, αυτόματα η αγάπη μας θα μεταμορφωθεί σ' ένα έντονο συναίσθημα συμπόνιας. Σύμφωνα με το βουδδισμό η καρούνα ή συμπόνια είναι το πιο πνευματικό απ' όλα τα συναισθήματα, και είναι επίσης το κατ' εξοχήν συναίσθημα που χαρακτηρίζει τους Βούδδες και τους Μποντισάττβες. Ωστόσο, ορισμένοι Μποντισάττβες ενσαρκώνουν τη συμπόνια περισσότερο από τους άλλους: για παράδειγμα ο Αβαλοκιτεσβάρα, "ο Προσβλέπων Κύριος (που κοιτάει με συμπόνια)", είναι ανάμεσα στους Μποντισάττβες η βασική "ενσάρκωση" ή το αρχέτυπο της συμπόνιας. Υπάρχουν διάφορες απεικονίσεις του Αβαλοκιτεσβάρα. Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες είναι αυτή που έχει έντεκα κεφάλια και χίλια χέρια, που αν και μπορεί να μας φανεί περίεργη, είναι ιδιαίτερα εκφραστική. Τα έντεκα κεφάλια συμβολίζουν το γεγονός ότι η συμπόνια ατενίζει προς τα έντεκα σημεία του ορίζοντα -δηλαδή σε όλες τις δυνατές κατευθύνσεις- ενώ τα χίλια χέρια συμβολίζουν την ατέρμονη συμπονετική δραστηριότητα.
Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα ιστορία σχετικά με τη γέννηση της συγκεκριμένης εικόνας, μία ιστορία που δεν ανήκει απλά στη "μυθολογία", αλλά βασίζεται πάνω στα γεγονότα της πνευματικής ψυχολογίας. Μια φορά κι ένα καιρό, λέγεται ότι ο Αβαλοκιτεσβάρα συλλογιζόταν τα βάσανα των έμβιων όντων. Καθώς κοίταξε έξω στον κόσμο, είδε τους ανθρώπους να υποφέρουν με τόσους πολλούς τρόπους: μερικοί πέθαιναν πρόωρα λόγω φωτιάς, ναυαγίου, ή εκτέλεσης, άλλοι υπέφεραν τις οδύνες του πένθους, της απώλειας, της αρρώστιας, της πείνας και της δίψας. Τότε, μέσα στην καρδιά του γεννήθηκε ένα τόσο αφόρητο και φοβερό αίσθημα συμπόνιας, που έκανε το κεφάλι του να σπάσει σε έντεκα κομμάτια. Αυτά έγιναν τα έντεκα κεφάλια που θα κοιτούσαν στα έντεκα σημεία του ορίζοντα και χίλια χέρια εμφανίστηκαν για να βοηθήσουν όλους αυτούς που υπέφεραν. Έτσι, αυτή η πολύ όμορφη ιδέα του Αβαλοκιτεσβάρα με τα έντεκα κεφάλια και τα χίλια χέρια, αποτελεί μία απόπειρα έκφρασης της ουσίας της συμπόνιας, δείχνοντας πώς αισθάνεται μία συμπονετική καρδιά για τα βάσανα και τη δυστυχία του κόσμου.
Άλλη μία εικόνα Μποντισάττβα που ενσαρκώνει τη συμπόνια, αυτή τη φορά με θηλυκή μορφή, είναι η Τάρα, της οποίας το όνομα σημαίνει "λυτρωτής" ή "αστέρι". Υπάρχει μια πολύ όμορφη ιστορία που περιγράφει πώς γεννήθηκε η Τάρα μέσα από τα δάκρυα του Αβαλοκιτεσβάρα καθώς αυτός θρηνούσε για τα βάσανα και τις κακουχίες του κόσμου.
Μπορεί να δούμε αυτούς τους μύθους σαν απλές ιστοριούλες και οι πιο διανοούμενοι μπορεί ακόμα να γελάσουν μ' αυτές. Αλλά δεν είναι απλές ιστορίες - δεν είναι καν ερμηνευτικές ιστορίες. Διέπονται από μία βαθιά, αληθινή, συμβολική, ακόμα και αρχετυπική σημασία, και αντιπροσωπεύουν την ενσάρκωση της φύσης της συμπόνιας σε μία συγκεκριμένη μορφή.
Στη βουδδιστική Σχολή της Μαχαγιάνας, δηλαδή στις διδασκαλίες της "Μεγάλης Οδού", η συμπόνια θεωρείται το πιο σημαντικό συναίσθημα. Όντως, σε μία από τις Σούτρες τις Μαχαγιάνας, ο Βούδδας παρουσιάζεται να υποστηρίζει ότι ο Μποντισάττβας -αυτός δηλαδή που φιλοδοξεί να γίνει Βούδδας- δε χρειάζεται να διδαχτεί πολλά πράγματα. Αν διδαχτεί μόνο τη συμπόνια και την ενσωματώσει αυτό θα είναι υπεραρκετό. Δε χρειάζεται να γνωρίζει για την αλληλοεξαρτώμενη καταγωγή, τη Μαντυαμίκα, τη Γιογκατσάρα ή το Αμπιντάρμα - ούτε καν για το Οκταπλό Μονοπάτι. Αν ο μποντισάττβας είναι εξοικειωμένος μόνο με τη συμπόνια, αν η καρδιά του είναι γεμάτη μόνο από συμπόνια, τότε αυτό αρκεί. Σε άλλα κείμενα ο Βούδδας λέει ότι αν κανείς έχει μόνο συμπόνια για τα βάσανα των άλλων έμβιων όντων τότε, με τον καιρό, όλες οι άλλες οι πνευματικές αρετές, όλα τα υπόλοιπα πνευματικά επιτεύγματα, ακόμα και η ίδια η Φώτιση, θ' ακολουθήσουν.
Μια πολύ συγκινητική ιστορία από την Ιαπωνία δείχνει τη σημασία της συμπόνιας. Κάποτε ζούσε ένας πολύ σπάταλος νεαρός. Αφού ξόδεψε μέχρι και την τελευταία του δεκάρα γλεντοκοπώντας, έφτασε στο σημείο να μην έχει μείνει τίποτα που να μην τον αηδιάζει, συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού του. Τότε, αποφάσισε ότι δεν του έμενε τίποτε άλλο να κάνει παρά να πάει σ' ένα Ζεν μοναστήρι και να γίνει μοναχός. Αυτή ήταν η τελευταία του ελπίδα. Δεν ήθελε στ' αλήθεια να γίνει μοναχός, απλά δεν του είχε απομείνει τίποτε άλλο. Έτσι πήγε στο μοναστήρι και υποθέτω πως έμεινε γονατιστός για τρεις μέρες έξω στο χιόνι, όπως έχει το εθιμοτυπικό για τους επίδοξους μοναχούς. Τελικά ο ηγούμενος, ένας γεροπαράξενος, συμφώνησε να τον δει. Άκουσε προσεχτικά ό,τι είχε να του πει ο νεαρός, δίχως ο ίδιος να λέει πολλά, και αφού τελείωσε, του έθεσε το εξής ερώτημα: "Χμ, λοιπόν... είσαι καλός σε κάτι, οτιδήποτε;". Ο νεαρός συλλογίστηκε για λίγο και του αποκρίθηκε, "Ναι, κάτι ξέρω από σκάκι". Τότε ο ηγούμενος φώναξε τον ακόλουθό του και του ζήτησε να καλέσει ένα συγκεκριμένο μοναχό.
Ο μοναχός έφτασε. Ήταν γέρος και είχε περάσει πολλά χρόνια στο μοναστήρι. Μετά ο ηγούμενος είπε στον ακόλουθό του, "Φέρε μου το σπαθί μου". Ο ακόλουθος έφερε το σπαθί και το απόθεσε δίπλα στον ηγούμενο. Τότε ο ηγούμενος απευθύνθηκε στο γέρο μοναχό και στο νεαρό, "Τώρα θα παίξετε μια παρτίδα σκάκι. Όποιος χάσει θα του κόψω το κεφάλι μ' αυτό το σπαθί!". Τον κοίταξαν καλά και κατάλαβαν ότι το εννοούσε. Έτσι ο νεαρός έκανε την πρώτη κίνηση. Ο γέρος, που δεν ήταν και κακός παίχτης, έκανε τη δική του. Ο νεαρός έκανε την επόμενη κίνηση. Ο γέρος ανταπέδωσε. Μετά από λίγο ο νεαρός άρχισε να λούζεται στον ιδρώτα. Έτσι αποφάσισε να συγκεντρωθεί όσο μπορούσε, τα έδωσε όλα στο παιχνίδι και κατάφερε να αντεπιτεθεί επιτυχώς στις απειλητικές κινήσεις του μοναχού. Τότε ανάσανε με ανακούφιση, "Α, το παιχνίδι δεν πάει και πολύ άσχημα!". Αλλά ακριβώς εκείνη τη στιγμή, όταν ήταν σίγουρος ότι θα νικήσει, σήκωσε το κεφάλι του και πρόσεξε το πρόσωπο του γέρου μοναχού. Όπως είπα, ήταν γέρος και είχε περάσει πολλά χρόνια στο μοναστήρι - ίσως είκοσι, ίσως τριάντα ή ακόμη και σαράντα. Είχε υποφέρει πολύ στη ζωή του και είχε ζήσει με μεγάλη αυταπάρνηση και λιτότητα. Είχε ασκηθεί πολύ στο διαλογισμό. Το πρόσωπο του ήταν αδύνατο, φαγωμένο και ασκητικό.
Ο νεαρός ξαφνικά σκέφτηκε, "Υπήρξα τέτοιος χαραμοφάης! Δεν βοήθησα κανέναν στη ζωή μου. Και αυτός ο μοναχός που έζησε μια τόσο άγια ζωή τώρα θα πρέπει να πεθάνει". Έτσι τον συνεπήρε ένα κύμα συμπόνιας. Ένιωσε φοβερή λύπη για το γέρο μοναχό, που καθόταν εκεί αδιαμαρτύρητα και συνέχιζε να παίζει, σύμφωνα με τις διαταγές του ηγουμένου, και όπου να 'ναι θα έχανε και θα έπρεπε να πεθάνει. Μια φοβερή συμπόνια πλημμύρισε την καρδιά του και σκέφτηκε, "Δεν μπορώ να το επιτρέψω αυτό". Έτσι έκανε επίτηδες μια λάθος κίνηση. Ο μοναχός έκανε τη δική του. Μετά, ο νεαρός έκανε επίτηδες άλλη μία λάθος κίνηση και ήταν εμφανές ότι έχανε και ότι θα του ήταν αδύνατο να ξαναπάρει τα ηνία του παιχνιδιού. Τότε, ξαφνικά, ο ηγούμενος χάλασε την σκακιέρα και είπε: "Κανείς δεν κέρδισε και κανείς δεν έχασε". Μετά απευθύνθηκε στο νεαρό λέγοντάς του: "Έμαθες δύο πράγματα σήμερα: την αυτοσυγκέντρωση και τη συμπόνια. Και αφού έμαθες τη συμπόνια - αυτό μου αρκεί!".
Όπως και οι Σούτρες της Μαχαγιάνας, το δίδαγμα της ιστορίας είναι ότι η συμπόνια είναι απαραίτητη. Ενώ ο νεαρός είχε ζήσει μια τόσο άσωτη και αμαρτωλή ζωή μπορούσε ακόμα να νιώθει συμπόνια. Αυτό σήμαινε ότι υπήρχε ακόμα ελπίδα γι' αυτόν. Ήταν πρόθυμος να θυσιάσει τη δικιά του ζωή για χάρη του μοναχού, πράγμα που σημαίνει ότι κρυβόταν μια πολύ μεγάλη συμπόνια στο βάθος της καρδιάς αυτού του κατά τα φαινόμενα ανάξιου νεαρού. Ο ηγούμενος κατάφερε να διακρίνει αυτήν τη δυνατότητα και σκέφτηκε: "Εδώ έχουμε έναν εκκολαπτόμενο Μποντισάττβα", και έπραξε αναλόγως.
Μουντίτα ή Ενσυναισθητική Χαρά
Μουντίτα ή Ενσυναισθητική Χαρά, είναι η ευτυχία που νιώθουμε για την ευτυχία των άλλων. Αν δούμε κάποιον άλλο να είναι ευτυχισμένος πρέπει και εμείς να νιώθουμε ευτυχισμένοι, αλλά δυστυχώς τα πράγματα δε συμβαίνουν πάντα έτσι. Ένας κυνικός κάποτε είπε ότι νοιώθουμε μία κρυφή ικανοποίηση για τις ατυχίες των φίλων μας. Δυστυχώς, αυτό είναι συχνά αληθές. Την επόμενη φορά που κάποιος σας λέει για κάτι στραβό που του έτυχε, προσέξτε την αντίδρασή σας. Θα προσέξετε, αν και μόνο για μία στιγμή, ένα ανασκίρτημα ικανοποίησης - μετά από αυτό βέβαια η επιβαλλόμενη αντίδραση θα συγκαλύψει την αρχική, την αληθινή αντίδραση. Αυτή η κρυφή χαρά για τις ατυχίες των άλλων μπορεί να εξαλειφθεί με τη βοήθεια της επίγνωσης καθώς και με μία συνειδητή προσπάθεια να μοιραστεί κανείς την ευτυχία των άλλων.