Όραμα και Μεταμόρφωση : Μια εισαγωγή στο Ευγενές Οκταπλό Μονοπάτι του Βούδδα
Part 4
Αυτό το μέρος του δόγματος, ή της έκφρασης τής Τέλειας Θέασης διαμέσου εννοιών, παρουσιάζεται ιδιαίτερα ζωντανά, μερικές φορές σχεδόν παραστατικά, στις βουδδιστικές γραφές. Λέγεται ότι την παραμονή της φώτισης, ο Βούδδας και τα υπόλοιπα φωτισμένα όντα είδαν μία μεγάλη παρέλαση από γεννήσεις, θανάτους και επαναγεννήσεις, όχι μόνο δικές τους αλλά και άλλων όντων - όλων των υπολοίπων όντων. Ακολουθώντας την όλη διαδικασία του κάρμα, από τη μία ζωή στην άλλη, είδαν πολύ καθαρά πως οι άνθρωποι υποφέρουν ή βρίσκουν την ευτυχία εξαιτίας των προηγούμενων πράξεών τους και πώς επαναγεννιούνται ανάλογα με τον τρόπο που έζησαν στις προηγούμενες ζωές τους.
Οι κατηγορίες του δόγματος που ήδη αναφέρθησαν -οι Τέσσερις Ευγενείς Αλήθειες, τα Τρία Χαρακτηριστικά της Εξαρτημένης Ύπαρξης, το Κάρμα και η Επαναγέννηση- αποτελούν μέρος της προσπάθειας ν' αποδώσει κανείς με έννοιες μια Τέλεια Θέαση για τη φύση της ύπαρξης. Όλες αυτές οι κατηγορίες πηγάζουν από την παράδοση της Χιναγιάνας. Όμως η Τέλεια Θέαση μπορεί επίσης να εκφραστεί, πιθανότερα σε μεγαλύτερο βάθος, διαμέσου των δογματικών κατηγοριών της Μαχαγιάνας. Η πιο σημαντική από αυτές είναι οι Τέσσερις Σουνυάτας.
Οι Τέσσερις Σουνυάτας
Σουνυάτα σημαίνει στην κυριολεξία κενότητα, σημαίνει όμως πολύ περισσότερα απ' όσα εκφράζει αυτός ο όρος. Ανάλογα με τα συμφραζόμενα σουνυάτα μπορεί να σημαίνει "αληθινό", ή "μη αληθινό", ή "ούτε αληθινό ούτε μη αληθινό" - είναι όντως μια φοβερή λέξη! Ας εξετάσουμε λοιπόν τα οι τέσσερα είδη σουνυάτας, λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν είναι απλά αποκυήματα της φαντασίας μας, αλλά απόπειρες να μεταδώσουμε διαμέσου εννοιών ένα όραμα ή κάτι που τα Φωτισμένα Όντα είδαν και βίωσαν.
1. Σαμσκρίτα Σουνυάτα - Η κενότητα του Εξαρτημένου
Κενότητα του Εξαρτημένου σημαίνει ότι η εξαρτημένη, η φαινομενική, η σχετική ύπαρξη στερείται των χαρακτηριστικών του Μη Εξαρτημένου, του Απόλυτου, της Αλήθειας. Τα χαρακτηριστικά του Μη Εξαρτημένου είναι πρώτ' απ' όλα ευτυχία, μετά μονιμότητα (όχι χρονική μονιμότητα αλλά μονιμότητα που υπάρχει σε μία διάσταση όπου ο χρόνος είναι απών), και τέλος η αληθινή ύπαρξη, η Απόλυτη Πραγματικότητα.
Η εξαρτημένη ύπαρξη στερείται όλων αυτών των χαρακτηριστικών του Μη Εξαρτημένου. Τουναντίον, χαρακτηρίζεται από το ανικανοποίητο, την παροδικότητα και τη σχετική αλήθεια επειδή το Εξαρτημένο δεν εμπεριέχει το Μη Εξαρτημένο, η σαμσάρα δεν εμπεριέχει τη νιρβάνα. Σ' ένα πρακτικό επίπεδο αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει να περιμένουμε να βρούμε κατά τη διάρκεια της σχετικής ύπαρξης αυτό που μόνο το Μη Εξαρτημένο, το Απόλυτο, μπορεί να μας δώσει.
2. Ασαμσκρίτα Σουνυάτα - Η κενότητα του Μη Εξαρτημένου
Κενότητα του Μη Εξαρτημένου σημαίνει ότι το Μη Εξαρτημένο στερείται των χαρακτηριστικών του εξαρτημένου. Στο Μη Εξαρτημένο, στην κατάσταση της νιρβάνας, δεν υπάρχει δυστυχία ή πόνος, δεν υπάρχει παροδικότητα και μη πραγματικότητα, τα οποία είναι χαρακτηριστικά του εξαρτημένου. Τουναντίον, υπάρχουν τα αντίθετα χαρακτηριστικά στην πληρότητά τους. Όπως κανείς δε βρίσκει το Εξαρτημένο στο Μη Εξαρτημένο, έτσι δε βρίσκει και το Μη Εξαρτημένο στο Εξαρτημένο.
Αυτά τα δύο πρώτα είδη σουνυάτας είναι κοινά σε όλες τις βουδδιστικές σχολές. Καθώς το ένα αποκλείει το άλλο εμφανώς εκφράζουν μια σχετικά δυϊστική προσέγγιση, που ωστόσο είναι μια απαραίτητη βάση, τουλάχιστον για τα προκαταρκτικά στάδια της πνευματικής ζωής. Πρέπει να κάνουμε αυτό το διαχωρισμό, να συνειδητοποιήσουμε ότι "εδώ είναι το Εξαρτημένο και εκεί είναι το Μη Εξαρτημένο· θέλω να πάω από εδώ ως εκεί". Μας είναι αδύνατον να λειτουργήσουμε διαφορετικά.
Σύμφωνα με τη Χιναγιάνα, Σοφία -το να βλέπουμε τα πράγματα όπως είναι στην πραγματικότητα- σημαίνει να βλέπουμε τα αντικείμενα και τα πρόσωπα του εξωτερικού τοπίου, καθώς και τα νοητικά φαινόμενα του εσωτερικού τοπίου ως -και θα χρησιμοποιήσω έναν τεχνικό όρο- ντάρμας. Η λέξη ντάρμα έχει πολλές σημασίες. Συνήθως σημαίνει "διδασκαλία" ή "δόγμα", αλλά εδώ σημαίνει κάτι αρκετά διαφορετικό. Σύμφωνα με τη Χιναγιάνα δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα αντικειμενικά υπαρκτά πράγματα όπως π.χ. ένα σπίτι, ένα δέντρο ή ένας άντρας. Αν τα κοιτάξουμε προσεχτικότερα, αν τα εξετάσουμε και τα αναλύσουμε, γίνονται, κατά κάποιο τρόπο, ανυπόστατα. Σ' ένα βαθύ επίπεδο τείνουν ν' ανάγονται σε μια ροή αναλλοίωτων στοιχείων από απρόσωπες, ανυπόστατες, ψυχοφυσικές διαδικασίες που είναι γνωστές ως ντάρμας.
Ωστόσο, σύμφωνα με τη Μαχαγιάνα, Σοφία -το να βλέπουμε τον κόσμο όπως πραγματικά είναι- σημαίνει αναγωγή των ντάρμας σε σουνυάτα. Το γεγονός ότι αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο υπό τη μορφή προσώπων και αντικειμένων πηγάζει, σύμφωνα με τη Μαχαγιάνα, από μία μείζονα πλάνη. Και αυτή μας η μείζονα πλάνη υπονομεύεται αν αποφασίσουμε να δούμε τα πρόσωπα και τα αντικείμενα ως ντάρμας. Αλλά η Μαχαγιάνα πάει ακόμα πιο μακριά λέγοντας ότι ακόμα κι αν βλέπουμε τα πρόσωπα και τα αντικείμενα ως ντάρμας δε μας εξασφαλίζεται η αντίληψη της απόλυτης πραγματικότητας. Βλέπουμε τα αντικείμενα ως ντάρμας εξαιτίας μιας ελάσσονος πλάνης, η οποία πρέπει με τη σειρά της να υπονομευτεί. Και αυτό γίνεται με το να συνειδητοποιήσουμε ότι ακόμα και τα ντάρμας είναι σουνυάτα. Η Σοφία στη Μαχαγιάνα είναι πιο γνωστή ως η Τελειοποίηση της Σοφίας, ως Πράγκνια Παραμίτα. Με την τελειοποίηση της Σοφίας βλέπουμε τη σουνυάτα πάντα και παντού, και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες.
Το τρίτο και το τέταρτο είδος σουνυάτας ανήκουν αποκλειστικά στη Μαχαγιάνα.
3. Μάχα Σουνυάτα - Η Μεγάλη Κενότητα
Στη Μαχαγιάνα, "Μάχα", εκτός από την κυριολεκτική της σημασία που σημαίνει "μεγάλος", επίσης σημαίνει "αυτό που έχει σχέση με τη σουνυάτα". Η Μαχαγιάνα είναι το "Όχημα της σουνυάτας".
Στη Μάχα Σουνυάτα ή Μεγάλη Κενότητα συνειδητοποιούμε ότι ο διαχωρισμός μεταξύ Εξαρτημένου και Μη Εξαρτημένου παύει να ισχύει γιατί είναι αποτέλεσμα της δυϊστικής αντίληψης. Μπορεί να περάσουμε δέκα, δεκαπέντε, είκοσι χρόνια της πνευματικής μας ζωής λειτουργώντας με την υπόθεση ότι το εξαρτημένο είναι το εξαρτημένο και ότι το Μη Εξαρτημένο είναι το Μη Εξαρτημένο. Αλλά κάποια στιγμή πρέπει να δούμε την "κενότητα" αυτής της διαφοροποίησης - να καταλάβουμε ότι πρέπει να υπερβούμε αυτόν το διαχωρισμό. Πρέπει όχι απλά να υποθέσουμε ή να κατανοήσουμε διανοητικά ή θεωρητικά αλλά να δούμε και να βιώσουμε το ότι ρούπα και σουνυάτα -μορφή και κενότητα, Εξαρτημένο και Μη Εξαρτημένο, κοινά όντα και φωτισμένα όντα- μοιράζονται την ίδια ουσία, την ίδια απόλυτη Πραγματικότητα. Αυτό σημαίνει Μάχα Σουνυάτα, η Μεγάλη Κενότητα όπου όλες οι διαφοροποιήσεις και οι δυϊσμοί αναιρούνται. Είναι το μεγάλο κενό που τρομάζει τους ανθρώπους, ακόμα και τους πνευματικούς, καθώς φοβούνται μην τους καταπιεί. Θέλουν να παραμείνουν στους δυϊστικούς τρόπους σκέψης -εγώ και οι άλλοι, αυτό και εκείνο- αλλά τελικά όλα αυτά πρέπει να εξομοιωθούν. Αυτή είναι η Σπηλιά της Τίγρης, θαυμαστή γιατί πολλά ίχνη οδηγούν σ' αυτήν, αλλά κανένα έξω από αυτήν. Και γι' αυτό θέλει κανείς να μπει μέσα της.
4. Σουνυάτα Σουνυάτα - Η Κενότητα της Κενότητας
Η Κενότητα της Κενότητας μας διαβεβαιώνει ότι ακόμα και η κενότητα δεν είναι παρά μία έννοια, μία λέξη, ένας ήχος. Στη Μάχα Σουνυάτα συνεχίζουμε να στηριζόμαστε σε κάποια αμυδρά ίχνη νοητικών διαδικασιών, σε κάποιες ήσσονες δυϊστικές εμπειρίες. Ακόμα και αυτό πρέπει κάποτε να το εγκαταλείψουμε. Τότε θα φτάσουμε στη Σουνυάτα Σουνυάτα, και δε θα υπάρχει πλέον τίποτε άλλο για να ειπωθεί. Το μόνο που θα έχει μείνει θα είναι η σιωπή, αλλά μια βαρυσήμαντη σιωπή, μια "βροντερή σιωπή".
Όλες αυτές οι κατηγορίες του δόγματος, είτε πηγάζουν από τη Χιναγιάνα είτε από τη Μαχαγιάνα, προσπαθούν να αποδώσουν εννοιολογικά τη φύση της ύπαρξης. Αλλά παρ' όλη τη σημασία τους δεν πρέπει να εμμένουμε σ' αυτές πέραν του δέοντος, γιατί υπάρχει ο κίνδυνος να μπερδέψουμε την Τέλεια Θέαση με τη Σωστή Κατανόηση στο καθαρά θεωρητικό επίπεδο. Αν δεν κατάφερα τίποτε άλλο, τουλάχιστον ελπίζω να κατάφερα να τονίσω το γεγονός ότι η σάμυαγκ-ντρίστι είναι μία θέαση, μία ενόραση, μία πνευματική εμπειρία, μια βίωση της φύσης της ύπαρξης, σύμφωνα με την οποία πρέπει να μετουσιώσουμε κάθε επίπεδο και κάθε πλευρά της ζωή μας και του εαυτού μας.
Για ν' αποφύγω το κλείσιμο της ανάλυσης της Τέλειας Θέασης μ' ένα ψευδο-φιλοσοφικό τρόπο θα προτιμήσω να χρησιμοποιήσω μία παρομοίωση. Φανταστείτε ότι θέλουμε να κάνουμε ένα ταξίδι με απώτερο σκοπό την κατάκτηση της κορυφής ενός ψηλού βουνού. Τι θα κάνουμε; Πρώτα θα μελετήσουμε ένα χάρτη της ευρύτερης περιοχής, των γύρω πεδιάδων και τελικά του ίδιου του βουνού. Η μελέτη του χάρτη αντιστοιχεί στη θεωρητική μελέτη του βουδδιστικού δόγματος, τη μάθηση όλων όσων έχουν να κάνουν με τη Μαντυαμίκα, τις Γιογκατσάρα, τις Σαρβαστιβάδα κ.τ.λ. Αυτό που επείγει, όμως, είναι να ξεκινήσουμε το ταξίδι μας, να κάνουμε το πρώτο βήμα, για να φτάσουμε τουλάχιστον ως τον πρώτο καταυλισμό. Αυτό αντιστοιχεί στην προκαταρκτική άσκηση των διδασκαλιών του Βούδδα. Κάποια στιγμή, μετά από αρκετές μέρες, βδομάδες ή μήνες ταξιδιού, θα καταφέρουμε να δούμε, μακριά στον ορίζοντα, την κορυφή του βουνού που αποτελεί τον προορισμό του ταξιδιού μας. Έχουμε ακόμα πολύ δρόμο μπροστά μας, και παρόλο που είμαστε ακόμα μακριά από τις πλαγιές του βουνού, μπορούμε να δούμε την αντανάκλαση της χιονισμένης κορυφής. Έχουμε μια άμεση αντίληψη -μια θέαση- του βουνού αν και εκ του μακρόθεν.
Η ικανότητά μας να διακρίνουμε την κορυφή αντιστοιχεί στην Τέλεια Θέαση, και μας δίνει την έμπνευση και το κουράγιο να συνεχίσουμε το ταξίδι μας. Όπου κι αν βρισκόμαστε θα συνεχίσουμε να κοιτάμε την κορυφή και δε θα ξεφεύγουμε ποτέ από το στόχο μας, τουλάχιστον όχι παραπάνω από μερικά λεπτά. Το πόσο μακρύ θα είναι το ταξίδι, πόσες διανυκτερεύσεις πρέπει να κάνουμε, πόσο δύσκολη η διαδρομή, πόσο κρύο ή πόση ζέστη θα κάνει, μας είναι αδιάφορα. Όσο προχωράμε και παραμένουμε εστιασμένοι στην κορυφή, μπορεί ακόμα να μη μας ενδιαφέρει αν δεν έχουμε να φάμε. Μας γεμίζει χαρά η γνώση ότι μέρα με τη μέρα πλησιάζουμε όλο και περισσότερο και ότι κάποια στιγμή θα βρεθούμε στην πλαγιά του βουνού. Η διαδικασία του ταξιδιού, με την κορυφή εν όψει, αντιστοιχεί στη διάβαση των υπόλοιπων σταδίων του Ευγενούς Οκταπλού Μονοπατιού. Μία μέρα, μπορεί να φτάσουμε στις πλαγιές του βουνού. Μπορεί να βρεθούμε ακόμα και στα απάτητα χιόνια της ίδιας της κορυφής - και να συνειδητοποιήσουμε ότι επιτύχαμε τη Φώτιση ή την κατάσταση του Βούδδα.
Κεφάλαιο 2
Το δεύτερο στάδιο του Ευγενούς Οκταπλού Μονοπατιού μάς οδηγεί σ' ένα από τα σημαντικότερα ερωτήματα, για να μην πω προβλήματα, της πνευματικής ζωής. Αυτό είναι το ερώτημα της λογικής και του συναισθήματος14 . Όλοι ξέρουμε από την εμπειρία μας ότι είναι σχετικά εύκολο να κατανοήσουμε μία θρησκευτική ή φιλοσοφική διδασκαλία σε καθαρά διανοητικό ή θεωρητικό επίπεδο. Όσο δύσκολη, πολύπλοκη και απόκρυφη κι αν είναι ξέρουμε ότι συνήθως με μια κάποια διανοητική προσπάθεια και συστηματική μελέτη θα καταφέρουμε να την κατανοήσουμε δίχως μεγάλο κόπο. Αλλά όσον αφορά την εφαρμογή αυτής της διδασκαλίας στην πράξη, σαφώς τα πράγματα γίνονται πολύ πιο δύσκολα.
Υπάρχει μία πασίγνωστη ιστορία που πηγάζει από τη βουδδιστική ιστορία και περιγράφει με έξοχο τρόπο αυτό ακριβώς το πρόβλημα. Στην αρχαία Ινδία, οι μοναχοί είχαν την τάση να μεταναστεύουν σε μεγάλους αριθμούς στην Κίνα για να κηρύξουν το Δόγμα. Σε μία περίοδο μάλιστα της κινέζικης ιστορίας υπήρχε ένας πολύ ευσεβής αυτοκράτορας που ήταν πάντα πρόθυμος να καλοδεχτεί τους μεγάλους Ινδούς σοφούς και δασκάλους. Μια μέρα λοιπόν, ένας από τους μεγαλύτερους Ινδούς δασκάλους έφτασε στην πρωτεύουσα της Κίνας, και ο αυτοκράτορας, μόλις έμαθε τα νέα της άφιξής του, χάρηκε ιδιαίτερα. Πίστεψε ότι θα του δινόταν η ευκαιρία να κάνει μια όμορφη φιλοσοφική συζήτηση με το νεοφερμένο δάσκαλο. Έτσι τον κάλεσε στο παλάτι, όπου τον υποδέχτηκε με το δέοντα σεβασμό και το ανάλογο τελετουργικό. Όταν όλες οι τυπικότητες είχαν τελειώσει και ο δάσκαλος κάθισε δίπλα στον αυτοκράτορα, εκείνος του έθεσε το πρώτο ερώτημα. "Πες μου", του είπε, "ποια είναι η θεμελιώδης αρχή του βουδδισμού;" και στρογγυλοκάθησε περιμένοντας να πάρει την απάντηση του κατευθείαν από το στόμα του ειδικού. Ο δάσκαλος απάντησε, "Να μην κάνεις κακό, να μάθεις να κάνεις το καλό, να εξαγνίζεις την καρδιά σου - αυτή είναι η θεμελιώδης αρχή του βουδδισμού". Ο αυτοκράτορας ξαφνιάστηκε. Τα είχε ξανακούσει όλα αυτά. (Όλοι μας τα έχουμε ξανακούσει αυτά!) και έτσι είπε, "αυτά είναι όλα λοιπόν; Αυτή είναι η θεμελιώδης αρχή του βουδδισμού;" "Ναι", απάντησε ο σοφός, "Αυτά είναι όλα. Να μην κάνεις κακό, να μάθεις να κάνεις το καλό, να εξαγνίζεις την καρδιά σου. Όντως, αυτή είναι η θεμελιώδης αρχή του βουδδισμού". "Μα αυτό είναι τόσο απλό που ακόμα και ένα παιδί τριών χρονών μπορεί να το κατανοήσει", διαμαρτυρήθηκε ο αυτοκράτορας. "Μάλιστα μεγαλειότατε", είπε ο δάσκαλος, "έχετε δίκιο. Είναι τόσο απλό που ακόμα και ένα παιδί των τριών μπορεί να το κατανοήσει, αλλά τόσο δύσκολο που ακόμα και ένας γέρος ογδόντα χρονών δεν μπορεί να το εφαρμόσει στην πράξη".
Η ιστορία δείχνει τη μεγάλη διαφορά που υπάρχει μεταξύ θεωρίας και πράξης. Να καταλάβουμε κάτι θεωρητικά, μας είναι εύκολο. Μας είναι εύκολο να καταλάβουμε το Αμπιντάρμα, μας είναι εύκολο να καταλάβουμε τη Μαντυαμίκα, μας είναι εύκολο να καταλάβουμε τη Γιογκατσάρα, μας είναι εύκολο να καταλάβουμε τον Πλάτωνα, μας είναι εύκολο να καταλάβουμε τον Αριστοτέλη, μας είναι εύκολο να καταλάβουμε τα Τέσσερα Ευαγγέλια: μας είναι εύκολο να καταλάβουμε τα πάντα. Αλλά το να εφαρμόσουμε στην πράξη ακόμα και ένα μικρό μέρος αυτής της γνώσης και να την κάνουμε ν' αλλάξει κάτι στη ζωή μας είναι κάτι που το βρίσκουμε ιδιαίτερα δύσκολο. Σύμφωνα με τα περίφημα λόγια του Αποστόλου Παύλου, "Το αγαθό που θέλω δεν το πράττω, ενώ το κακό που δεν θέλω το πράττω15 ". Ξέρει τι θα έπρεπε να κάνει αλλά είναι ανίκανος να το κάνει και αυτό που ξέρει ότι δεν πρέπει να κάνει δεν μπορεί παρά να το κάνει. Για άλλη μία φορά βλέπουμε αυτήν τη φοβερή και τρομερή ασυνέπεια μεταξύ θεωρίας και πράξης.
Αυτή η κατάσταση δεν είναι η εξαίρεση του κανόνα. Δεν είναι το πρόβλημα μόνο του Κινέζου αυτοκράτορα ή του Αποστόλου Παύλου. Όλα τα άτομα που ασχολούνται με τη θρησκεία βρίσκουν τον εαυτό τους σ' αυτή τη φοβερή και τραγική κατάσταση - μερικές φορές για χρόνια ολόκληρα. Γνωρίζουν τη λογική της αλήθειας, την ξέρουν απ' έξω και ανακατωτά. Μπορούν να μιλήσουν, να γράψουν και να δώσουν διαλέξεις για την αλήθεια. Αλλά είναι ανίκανοι να την εφαρμόσουν στην πράξη. Γι' αυτούς που είναι ειλικρινείς με τον εαυτό τους, κάτι τέτοιο μπορεί να αποτελέσει πηγή μεγάλης δυστυχίας. Μπορεί να νιώσουν ότι "το γνωρίζω πολύ καλά, το βλέπω καθαρότατα, αλλά είμαι ανίκανος να το εφαρμόσω στην πράξη, να το φέρω εις πέρας". Είναι σαν να υπάρχει κάποιο τυφλό σημείο στον εαυτό τους, κάποιος άγνωστος παράγοντας που συνεχώς παρακωλύει τις προσπάθειές τους. Μόλις καταφέρουν και σηκώσουν τον εαυτό τους μερικά εκατοστά, ξαναπέφτουν προς τα κάτω έχοντας την αίσθηση ότι κατρακύλησαν ολόκληρο χιλιόμετρο.
Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί υπάρχει αυτό το φοβερό κενό, αυτό το φοβερό χάσμα, μεταξύ θεωρίας και πράξης, μεταξύ της κατανόησής μας και της εφαρμογής της στην πράξη; Γιατί οι περισσότεροι από εμάς τον περισσότερο καιρό είμαστε ανίκανοι να πράξουμε σύμφωνα μ' αυτό που ξέρουμε ότι είναι αληθές, αυτό που ξέρουμε ότι είναι σωστό; Γιατί αποτυγχάνουμε παταγωδώς ξανά και ξανά;
Για να βρούμε μιαν απάντηση σ' αυτή την ερώτηση πρέπει να ψάξουμε στα βάθη της ανθρώπινης φύσης. Μπορεί να ισχυριζόμαστε ότι "γνωρίζουμε" κάτι, αλλά το γνωρίζουμε μόνο με το συνειδητό μέρος του μυαλού μας, με το λογικό μέρος του εαυτού μας. Το γνωρίζουμε θεωρητικά, διανοητικά, αφηρημένα. Αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι δεν αποτελούμαστε μόνο από το συνειδητό μας μέρος. Δεν είμαστε σκέτη λογική - αν και θα θέλαμε να πιστεύαμε ότι είμαστε. Υπάρχει άλλο ένα μέρος του εαυτού μας -πολύ μεγαλύτερο απ' ό,τι θα παραδεχόμασταν- το οποίο είναι εξίσου σημαντικό με τη λογική μας. Αποτελείται από ένστικτα, συναισθήματα και επιθυμίες και είναι περισσότερο ασυνείδητο παρά συνειδητό. Και αυτό το ευρύτερο, βαθύτερο και εξίσου σημαντικό μέρος του εαυτού μας δεν μπορούμε να το επηρεάσουμε με τη λογική ή διανοητική μας γνώση καθώς ακολουθεί τη δική του πορεία, σέρνοντας κατά κάποιο τρόπο το διανοητικό μέρος, το οποίο συνεχίζει να διαμαρτύρεται.
Έτσι συνειδητοποιούμε ότι δεν μπορούμε να πάμε κόντρα στα συναισθήματα. Tα συναισθήματα είναι πιο ισχυρά από τη λογική. Αν θέλουμε να εφαρμόσουμε στην πράξη αυτό που ξέρουμε ότι είναι σωστό, πρέπει κατά κάποιο τρόπο να εξασφαλίσουμε τη συνεργασία των συναισθημάτων. Πρέπει να ανοίξουμε αυτές τις βαθύτερες πηγές του εαυτού μας και να τις θέσουμε στην υπηρεσία της πνευματικής μας ζωής, έτσι ώστε να μπορέσουμε να εφαρμόσουμε στην πράξη αυτό που ξέρουμε ότι είναι σωστό και αληθές. Για τους περισσότερους από εμάς το κεντρικό πρόβλημα της πνευματικής ζωής είναι το να βρούμε συναισθηματικά ισοδύναμα, αντίστοιχα της θεωρητικής μας κατανόησης. Αν δεν το κάνουμε αυτό, η περαιτέρω πνευματική εξέλιξη καθίσταται αδύνατη. Γι' αυτό, το Τέλειο Συναίσθημα έρχεται ως το δεύτερο στάδιο ή δεύτερη άποψη του Ευγενούς Οκταπλού Μονοπατιού, αμέσως μετά από την Τέλεια Θέαση.
Σάμυακ-σαμκάλπα - Τέλειο Συναίσθημα
Το δεύτερο μέλος του Ευγενούς Οκταπλού Μονοπατιού λέγεται στα σανσκριτικά σάμυακ-σαμκάλπα (παλί: σάμμα-σανκάπα). Το σάμυακ-σαμκάλπα θα μπορούσε προσωρινά να μεταφραστεί ως Σωστή Αποφασιστικότητα, αλλά αυτό είναι ανεπαρκές. Όπως είδαμε, σε σχέση με το πρώτο μέρος του Ευγενούς Οκταπλού Μονοπατιού, σάμυακ σημαίνει ολόκληρο, τέλειο, ακέραιο, ολοκληρωμένο. Οι μεταφραστές συνήθως αποδίδουν το σαμκάλπα ως σκέψη, πρόθεση, σκοπό, ή σχέδιο, αλλά κανένα από αυτά δεν είναι ικανοποιητικό.
Σαμκάλπα, είναι μία λέξη που υπάρχει στην ίδια μορφή στις σύγχρονες ινδικές γλώσσες και σημαίνει "βούληση". Σάμυακ-σαμκάλπα δε σημαίνει απλά Σωστή Αποφασιστικότητα. Είναι πιο κοντά στη έννοια της Τέλειας Βούλησης ή του Ακέραιου Συναισθήματος και συμβολίζει την εναρμόνιση της βουλητικής και συναισθηματικής πλευράς του εαυτού μας με την Τέλεια Θέαση, τη θέαση της αληθινής φύσης της ύπαρξης.
Είδαμε ότι το Ευγενές Οκταπλό Μονοπάτι αποτελείται από δύο μέρη, το Μονοπάτι της Θέασης και το Μονοπάτι της Μεταμόρφωσης. Το Μονοπάτι της Θέασης αντιστοιχεί στο πρώτο στάδιο του Οκταπλού Μονοπατιού, την Τέλεια Θέαση, ενώ το Μονοπάτι της Μεταμόρφωσης αντιστοιχεί στα υπόλοιπα στάδια. Έτσι το Τέλειο Συναίσθημα είναι το πρώτο στάδιο του Μονοπατιού της Μεταμόρφωσης, και αντιπροσωπεύει τη μεταστοιχείωση της συναισθηματικής μας φύσης σε συμφωνία με την Τέλεια Θέαση. Κατά κάποιο τρόπο το Τέλειο Συναίσθημα λειτουργεί ως μεσάζοντας μεταξύ της Τέλειας Θέασης και των τελευταίων έξι σταδίων του Μονοπατιού, γιατί είναι αδύνατο ν' ακολουθήσουμε το Μονοπάτι -είναι αδύνατο να ασκηθούμε στη Σωστή Ομιλία, στη Σωστή Συμπεριφορά κ.τ.λ.- αν δεν έχουμε πρώτα μεταστοιχειώσει ολόκληρη τη συναισθηματική μας φύση και διαμέσου αυτής της μεταστοιχείωσης να εκλυθεί αρκετή ενέργεια για τα υπόλοιπα στάδια του Μονοπατιού. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το πρόβλημα τής λογικής και του συναισθήματος έχει μια τόσο κεντρική θέση στην πνευματική ζωή. Για να το πούμε απλά, δεν υπάρχει πνευματική ζωή αν δεν συμμετέχει η καρδιά. Άσχετα με το πόσο ενεργός είναι ο εγκέφαλος ή σε τι επίπεδο διανοητικής κατανόησης έχουμε φτάσει, αν δεν συμμετέχει η καρδιά κι αν δεν έχουμε αρχίσει να νοιώθουμε ότι έχουμε καταλάβει -αν δε συμμετέχουν τα συναισθήματά μας- δεν υπάρχει πνευματική ζωή με την ουσιαστική έννοια του όρου.
Τι εννοούμε όμως όταν λέμε Τέλειο Συναίσθημα; Πριν αποπειραθώ να απαντήσω σ΄ αυτή την ερώτηση θα ήθελα πρώτα να ξεκαθαρίσω δύο πιθανές παρεξηγήσεις.
Πρώτα απ' όλα όταν λέω ότι πρέπει να χρησιμοποιούμε τα συναισθήματα στην πνευματική ζωή, δε θα 'θελα να εννοηθεί αρνητικά. Με άλλα λόγια δε συνεπάγεται τη χρήση χοντροκομμένων, αμετουσίωτων συναισθημάτων με άλογες ψευδοθρησκευτικές έννοιες και συμπεριφορές. Για παράδειγμα, ας υποθέσουμε ότι κάποιος μαθαίνει πως η αίθουσα της εκκλησίας χρησιμοποιείται για χοροεσπερίδες τις Κυριακές και εξοργίζεται που η κυριακάτικη αργία βεβηλώνεται, με τη χρήση του ιερού χώρου για τέτοιους ανήθικους σκοπούς. Και πάνω στην έξαψη και στην αγανάκτησή του γράφει ένα γράμμα στους Times καταγγέλλοντας την ανηθικότητα της νέας γενιάς και προβλέποντας την πτώση του πολιτισμού μας. Εδώ μπορεί να νομίσουμε ότι τα συναισθήματά του πηγάζουν όντως από κάποιου είδους θρησκευτικό προβληματισμό. Αλλά αυτό δεν έχει τίποτα να κάνει με το Τέλειο Συναίσθημα, γιατί αυτού του είδους τα συναισθήματα δεν αποτελούν έκφραση της Τέλειας Θέασης. Απλά βασίζονται σ' ένα σωρό προκαταλήψεις και εκλογικεύσεις στο όνομα της θρησκείας. Άλλα παραδείγματα αυτού του είδους συναισθήματος και συμπεριφοράς βρίσκει κανείς στα διαβόητα ιδρύματα της Ιεράς Εξέτασης και των Σταυροφοριών. Αναμφισβήτητα, τα άτομα που ήταν αναμεμειγμένα σ' αυτά διέπονταν από έντονο συναίσθημα και ορισμένοι μπορεί να το χαρακτηρίσουν θρησκευτικό. Ωστόσο, δεν ήταν Τέλειο Συναίσθημα με τη βουδδιστική έννοια. Αν και αδιαφιλονίκητα αυτό το συναίσθημα ήταν συνδεδεμένο με τη θρησκεία, του έλειπε παντελώς κάθε στοιχείο Τέλειας Θέασης. Αυτό είναι το πρώτο είδος παρεξήγησης που πρέπει να αποφεύγουμε.
Κατά δεύτερο λόγο, είναι αδύνατο να μετουσιώσει κανείς τη συναισθηματική του φύση διαμέσου της επιρροής της διανοητικής ή λογικής του πεποίθησης. Δεν μπορούμε να φτάσουμε σε μία κατάσταση Τέλειου Συναισθήματος διαμέσου λογικής επιχειρηματολογίας. Είναι δυνατόν να μετουσιώσουμε ολοκληρωτικά τα αισθήματά μας μόνο διαμέσου της Τέλειας Θέασης, η οποία είναι ένα είδος ενόρασης ή πνευματικής εμπειρίας.
Το Τέλειο Συναίσθημα αντιπροσωπεύει μια τέτοια επιρροή της Τέλειας Θέασης πάνω στη συναισθηματική μας φύση ώστε να τη μεταμορφώσει ολοκληρωτικά. Έχει την αρνητική και τη θετική του άποψη.
Η αρνητική άποψη του Τέλειου Συναισθήματος
Η αρνητική άποψη του Τέλειου Συναισθήματος αποτελείται απ' ό,τι ονομάζεται στα σανσκριτικά ναϊσκράμυα (παλί: νεκάμα), αγιαπάντα (παλί και σανσκρ.), και αβιχίμσα (παλί και σανσκρ.): "μη επιθυμία", "μη μίσος", και "μη σκληρότητα".
Ναϊσκράμυα σημαίνει μη επιθυμία, αυταπάρνηση, αποποίηση ή προσφορά. Αποτελεί ένα πολύ σημαντικό μέρος του Τέλειου Συναισθήματος. Όπως είδαμε, το Τέλειο Συναίσθημα ακολουθεί την Τέλεια Θέαση - θέαση της αληθινής φύσης των πραγμάτων ή της φύσης της ύπαρξης. Ένα από τα χαρακτηριστικά της Τέλειας Θέασης είναι η ικανότητα να διακρίνει το ανικανοποίητο που χαρακτηρίζει την εξαρτημένη ύπαρξη ή τη ζωή όπως τη βιώνουμε συνήθως. Αυτό το είδος ενόρασης πρέπει από μόνο του να έχει κάποια πρακτικά αποτελέσματα. Αυτό το πρακτικό αποτέλεσμα είναι η ναϊσκράμυα ή μη επιθυμία. Αντιπροσωπεύει τη μείωση της νευρωτικής επιθυμίας που είναι αποτέλεσμα της θέασής μας στην αληθινή φύση των εξαρτημένων πραγμάτων. Συνειδητοποιούμε την ανεπάρκειά τους και έτσι προσκολλούμαστε λιγότερο και τα αναζητούμε λιγότερο. Η συνήθως σπασμωδική προσκόλλησή μας στα εγκόσμια αρχίζει να χαλαρώνει.
Καθώς η νευρωτική επιθυμία είναι η βασική επιβλαβής ψυχική κατάσταση, θα έπρεπε να ελέγξουμε τον εαυτό μας θέτοντάς του το εξής ερώτημα: "Από τότε που άρχισα να παίρνω το βουδδισμό στα σοβαρά, πόσα πράγματα απαρνήθηκα;" Αν έχουμε αναπτύξει την ενόρασή μας, αν έχουμε πειστεί όχι μόνο διανοητικά αλλά πνευματικά ότι τα εγκόσμια δεν είναι πλήρως ικανοποιητικά, τότε η προσκόλλησή μας σ' αυτά πρέπει να έχει χαλαρώσει. Ο βουδδισμός πρέπει να έχει αλλάξει τη ζωή μας. Δεν πρέπει να κάνουμε ό,τι κάναμε και πριν. Αν η ζωή μας δεν έχει αλλάξει σημαίνει ότι δεν είχαμε ούτε καν μια φευγαλέα και ατελή ματιά της Τέλειας Θέασης, και ότι το μέχρι τώρα ενδιαφέρον μας, αν και μπορεί να είναι γνήσιο, δεν είναι τίποτε άλλο παρά διανοητικό, θεωρητικό, ή ακόμα και ακαδημαϊκό.