Part 9
Η ώρα της τελετής προσήγγιζεν. Είχον ήδη προσέλθει λαμπροστόλιστοι ο μέγας βεζύρης, οι υπουργοί και πάντες οι ανώτεροι λειτουργοί του Κράτους. Ανεμένετο η άφιξις του άνακτος και κατά το έθιμον ερρίπτετο διά πτύων μετά σπουδής υπό εργατών χώμα εκ μικρού φορτηγού αμαξίου εις το προαύλιον του ναού, όπως διέλθη επί απατήτου χώρου η Μεγαλειότης Του. Αίφνης το όμμα μου θαμβωμένον εκ τόσης λάμψεως έπεσεν επί τινος αντικειμένου αμαυρού, κειμένου ακριβώς εν τω μέσω της ηλιοφωτίστου οδού και αντικρύ της εισόδου του προαυλίου· ήτο κύων εύσωμος, χρώματος υπομέλανος, όστις είχε κατακλιθή εκεί, συνεσπειρωμένος με το ρύγχος παρά την ουράν, υπνώττων μακαρίως. Ανέμενα να ίδω τινά εκ των τόσων στρατιωτών, εκ των τόσων εκεί φυλάκων της τάξεως και επιτηρητών της ευπρεπείας μεταβαίνοντα και αποδιώκοντα αυτόν· αλλ' ουδείς εκινήθη. Εν τω μεταξύ αφίκετο ο Παδισάχ εφ' αμάξης ανοικτής, εν τω μέσω διπλού στοίχου στραταρχών και πασσάδων με στολάς καταχρύσους, με στήθη διάστερα εκ παρασήμων, πεζή βαινόντων, ενώ όπισθεν της αμάξης έβαινε μετά σπουδής σμήνος ευνούχων και ιπποκόμων, με τας χείρας ευσεβάστως συμπεπλεγμένας. Η λαμπρά συνοδία παρήλθεν ως οπτασία, ενώ δε αντήχουν ακόμη βροντώδεις αι κραυγαί των στρατιωτών &Παδισαχήμ τσοκ γιασά.!& έστρεψα πάλιν το βλέμμα εις την οδόν . . . Ο κύων ήτο ακόμη εκεί εξηπλωμένος. Έπειτα εγένετο στρατιωτική παρέλασις. Τα τύμπανα εδούπησαν, αι σάλπιγγες ήχησαν οξέως, τα σείστρα διά των οποίων είνε εφωδιασμέναι κατ' εξαίρεσιν αι τουρκικαί στρατιωτικαί μουσικαί εκωδώνισαν. Εκινήθησαν οι λόχοι και τα τάγματα με τας σημαίας αναπεπταμένας, οι γιγάντειοι σωματοφύλακες, οι ζουάβοι με τας πρασίνας κιδάρεις, οι νευρικοί και ευκίνητοι Αλβανοί με τα σελάχια [47], οι ηλιοκαείς Σύροι, οι άλκιμοι [48] πεζοναύται· διήρχοντο πάντες ευθυτενώς με βήμα έρρυθμον, υπό τους ενθουσιώδεις ήχους των εμβατηρίων και αι σημαίαι προσέκλινον και οι άνδρες ανεφώνουν προ του μονάρχου, θεωμένου από τινος των παραθύρων του τεμένους. Έπειτα ήλθεν η θύελλα του ιππικού· αι ίλαι προέβησαν καλπάδην, και παρήλασαν· οι λογχοφόροι με τα μικρά σημαιοστεφή δόρατα, οι ελαφροί ιππείς με τους μέλανας κιρκασιανούς σκούφους, με τα ξίφη γυμνά και σελαγίζοντα υπό τον ήλιον. Ακολούθως η αυτοκρατορική συνοδία επανήλθε μετά της αυτής πομπής εις τα ανάκτορα, επομένου μακρού στοίχου αμαξών, ζηλοτύπως εγκλειουσών τας τιμαφλείς και απροσίτους καλλονάς του γυναικωνίτου. Και ο κύων εξηκολούθει να μένη εκεί ακίνητος· η δόξα, ο πλούτος, η ισχύς, το κάλλος, όλα τα μεγαλεία του κόσμου τούτου παρήρχοντο ενώπιόν του, και αυτός ο πλάνης και ανέστιος, ώς τις φακίρης ή φιλόσοφος κυνικός, ουδέ κατεδέχετο να εγείρη τους οφθαλμούς και να τα παρατηρήση! Ότε μετ' ολίγην ώραν επέστρεφα ιλιγγιών εκ της λαμπρότητος του θεάματος και ανεπόλουν πάσας αυτού τας λεπτομερείας, η σκιαγραφία του παραδόξου και φανταστικού εκείνου ζώου παρέμενεν ως μελανόν στίγμα εις όλην την εικόνα και ενεθυμούμην τα πενιχράς παρατάξεις μας κατά τας εθνικάς ή βασιλικάς εορτάς και ανελογιζόμην εν τη συμπαραβολή πόσα άρα γε άγρια λακτίσματα κλητήρων και πόσους σπαθισμούς θα εδέχετο όχι μόνον ο αυθάδης κύων, αλλά και ο ελεύθερος πολίτης, ο εκλογεύς και ο εκλέξιμος, ο οποίος ήθελε τολμήσει να τοποθετηθή εν μέση οδώ Ερμού κατά τοιαύτην ημέραν.
Το κράτος των κυνών εν Κωνσταντινουπόλει θα διαρκέση άραγε επί πολύ; ο πληθυσμός αυτών θα προβαίνη διαρκώς πολλαπλασιαζόμενος; Το επ' εμοί πολύ αμφιβάλλω. Ο πολιτισμός εισχωρεί ραγδαίος και ακατάσχετος εις την γηραιάν καθέδραν των Σουλτάνων. Ο ατμός, ο δαίμων ο κυρίαρχος του αιώνος, βρέμει [49] ολίγα βήματα μακράν της Υψηλής Πύλης, όπου άλλοτε ωδηγούντο ταπεινωμένοι και περιδεείς οι πρέσβεις των ευρωπαϊκών κρατών, σύρων την επιμήκη αμαξοστοιχίαν, εκ της οποίας αποβιβάζεται απευθείας εκ Παρισίων προερχόμενος ο ξένος περιηγητής, με τον μακρόν αυτού αδιάβροχον μανδύαν και την θήκην των διόπτρων εξηρτημένην διά τελαμώνος [50] εκ των ώμων. Ο πολιτισμός παρορών τας ιστορικάς παραδόσεις, καταργών τα έθιμα, εκριζών τας προλήψεις θα επιβάλη και εκεί μίαν ημέραν συνθήκας κρείττονος δημοσίας υγιεινής και ευπρεπείας. Τότε το ταλαίπωρον των αδεσπότων κυνών γένος θα ελαττωθή επαισθητώς και ίσως εκλίπη παντελώς, μετ' αυτού δε θα συνεκλίπη και μία αφορμή αναμνήσεων, περιγραφών και δημοσίων αναγνωσμάτων.
ΟΙ ΠΑΡΑΔΑΡΜΕΝΟΙ
Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΔΙΑΣΚΕΔΑΖΕΙ
Ο κ. Ζαχαρίας Παραδαρμένος είνε έγγαμος, ετών 55, απολαύει του δικαιώματος της Ελληνικής ιθαγενείας, ως γεννηθείς υπό γονέων κλπ.
Είνε αρχαίος ειρηνοδίκης, έχων σύνταξιν εκ δραχ. 73,27. Κερδίζει άλλας τόσας περίπου διοριζόμενος, χάρις εις το αρχαίον του αξίωμα, πραγματογνώμων υπό του δικαστηρίου, και — αλλά τούτο να μένη μεταξύ μας, επειδή ο κ. Ζαχαρίας δεν επιθυμεί να γίνη γνωστόν — ετέρας 50 δραχμάς περίπου κατά μήνα, αντιγράφων οίκοι δικαστικά έγγραφα, τα οποία του δίδει δικηγόρος τις, όστις προ δεκαπέντε ετών είχεν υπάρξει δεύτερος εξάδελφος της Παραδαρμένου, συχνάζων κατά συγγενικόν καθήκον εις την οικίαν, καθ' ήν εποχήν ο σύζυγος εξετέλει την &ελλειπτικήν& τροχιάν, ευρισκόμενος υπό τον αστερισμόν του Αιγόκερω.
Διά των πόρων τούτων κατορθοί η οικογένεια να καταναλίσκη το ανάλογον μέρος καθ' εκάστην των θρεπτικών ουσιών, αι οποίαι ώρισται υπό της Προνοίας να διέρχωνται διά του πεπτικού σωλήνος αυτής, πριν ή φθάσουν εις την μητέρα γην. Δεν ηξεύρω όμως αν διά λόγους υγιεινής ή ένεκα ορμής φυλετικής η οικογένεια προτιμά ιδίως τας φυτικάς ουσίας· ο δε γάιδαρος του πλάνητος μανάβη, οσάκις διαβαίνει το πρωί εκ της οδού, ίσταται αυτομάτως προ της οικίας του κ. Ζαχαρία, βέβαιος ότι θα ελαφρυνθή εκείθεν ικανώς εκ του χλωρού αυτού φορτίου.
Η γεωγραφική θέσις του κ. Παραδαρμένου είνε η εξής περίπου. Περιορίζεται προς βορράν υπό του κυλινδρικού πίλου του, ενδόξως αγωνισθέντος κατά εννέα χειμώνων και φέροντος τα ίχνη της ανδρείας του, και όστις, ενώ εγνώρισε πάντας τους δικολάβους της Στερεάς και της Πελοποννήσου, ουδέποτε ηθέλησε να σχετισθή και μετά τινος επιδιορθωτού πίλων· προς ανατολάς υπό της συζύγου του κ. Θεοδώρας και του μικρού γόνου αυτής Μιμίκου, προς δυσμάς υπό της θυγατρός του Ουρανίας, και προς νότον υπό της υπηρετρίας Βασίλως και του σκύλου του Μαύρου.
Ο μαθηματικός ορισμός της οικογενείας Παραδαρμένου είνε περίπου ο εξής: Θεοδώρα: Ζαχαρίαν + Μιμίκω + Ουρανία + Βασίλω + Μαύρω = 10 : 5, το οποίον δηλοί ότι η εν τη οικογενεία αξία της κ. Θεοδώρας είνε διπλασία του συνόλου της αξίας πάσης της λοιπής οικογενείας.
Σκιαγραφήσωμεν.
Η κ. Θεοδώρα — σχήμα σφαιρικόν, πρόσωπον επίπεδον. Εκ των 45 ετών αυτής εκράτησε 37, αγκυροβολήσασα εις αυτά και μη εννοούσα να εξέλθη. Αι δύο πλευραί αυτής, εις ικανήν απόστασιν απ' αλλήλων κείμεναι και στερούμεναι μέσων συγκοινωνίας, δεν έχουν πολλάς σχέσεις, και η μία αγνοεί τι πράττει η άλλη. Αγαπά τα κοπλιμέντα, τας όρνιθας και τα παγωτά.
Η δεσποινίς Ουρανία — κόρη χλωρωτική και ισχνή ως τσίρος· μύτη επικίνδυνος, στόμα σουφρωτόν. Αγαπά τας καραμέλας και τα μυθιστορήματα.
Ο Μιμίκος — ετών εννέα, χρώματος μεταξύ λάσπης και σοκολάτας, με δύο οφθαλμούς μεγάλους, με δύο μυκτήρας αείποτε καλλιρρόους, με δύο γόνατα πάντοτε χρωματισμένα. Αγαπά τα πάντα, ως και τα άωρα δαμάσκηνα της γειτόνισσας, και δεν αγαπά μόνον την Κατήχησιν και το καθάρσιον, το οποίον τακτικώς του χορηγεί ο πατήρ, διότι ανά πάσαν δεκαπενθημερίαν έχει και νέαν δυσπεψίαν.
Η Βασίλω — πρόσωπον στρογγύλον ως πανσέληνος, κολλημένον αμέσως εις τον κορμόν, άνευ της επεμβάσεως του λαιμού, κόμη εν αταξία πάντοτε ως νεοσυλλέκτων τάγμα, φουστάνια κοντά, πους φιλελεύθερος, μη αναγνωρίζων τον περιορισμόν του υποδήματος. Αγαπά τα μπαρμπατσόνια και τα κοκκινογούλια.
Ο κ. Ζαχαρίας εκέρδισεν εκτάκτως προ δύο ημερών εκ μιας πραγματογνωμοσύνης 33 δραχμάς· επειδή δε είχεν υποσχεθή εις την οικογένειαν μίαν διασκέδασιν, μετά τον οικονομολογικόν τούτον θρίαμβον, έγιναν διαβούλια περί του είδους της διασκεδάσεως. Ο κ. Ζαχαρίας επρότεινε να μεταβούν δι' αμάξης εις την Κηφισιάν, όπου εγνώριζεν ένα κουμπάρον, ν' αγοράσουν τα τρόφιμα και να πάρουν μαζί των και την Βασίλω διά να μαγειρεύση, αφού δε ήθελον διέλθει την ημέραν εις την εξοχήν, να επιστρέψουν το εσπέρας πεζοί. Η Ουρανία, άμα ήκουσε την ρομαντικήν ταύτην διασκέδασιν, κατεβίβασε τας κόρας και εστέναξεν. Ο Μιμίκος επρότεινε ν' αγοράσουν ένα ταψί μπακλαβάδες και ένα καλάθι ροδάκινα. Αλλ' η κυρία Θεοδώρα επεμβάσα επισήμως διεκήρυξεν ότι, επειδή είχεν ακούσει παρά μιας φιλαινάδας της, της οποίας η γυναικαδέλφη είχε μεταβή μίαν εσπέραν εις τον &«Απόλλωνα»,& ότι ο Φαύστος έπαιξε περίφημα την Τραβιάτα, διά τούτο έπρεπε να υπάγουν την Κυριακήν το εσπέρας εις τον &«Απόλλωνα& και δεν θέλει άλλα λόγια.
Ήδη από του Σαββάτου λοιπόν τα πάντα ήσαν άνω κάτω εν τη οικία. Η κυρία Θεοδώρα ετακτοποίει έν φόρεμα μελιτζανί, το οποίον, ως η ιερά σημαία του Προφήτου, εξεθάπτετο μόνον εις ωρισμένας ημέρας από του κιβωτίου, παραστάν ως μάρτυς καθ' απάσας τας επισήμους περιστάσεις της οικογενείας Παραδαρμένου. Η δεσποινίς Ουρανία ίστατο πολλάκις προ του κατόπτρου, στριφογυρίζουσα το πρόσωπον, ίνα ίδη εις οποίαν στάσιν η μύτη της εφαίνετο ολιγώτερον σουβλερή. Η Βασίλω, αφού εκαθάρισε τεσσαράκοντα επτά κολοκύνθια, έπλυνεν ένα πανταλόνι του κ. Ζαχαρία, χρώματος κιτρίνου. Ο Μιμίκος εζήτει επιμόνως να μάθη αν εντός του θεάτρου επώλουν κουραμπιέδες, έτρεχε δι' όλης της ημέρας εις τον δρόμον, πετροβολών την δαμασκηνέαν του αντικρύ κήπου, ότε δε εισήρχετο εις την οικίαν, έκοπτε πάντοτε υπερμέγεθες τεμάχιον άρτου, προς μεγίστην απελπισίαν της κ. Θεοδώρας.
Την εσπέραν, ότε ήλθεν ο κ. Ζαχαρίας, παρεκάθισαν εις το δείπνον, και μετά τούτο εξήλθον προ της οικίας αφόβως και απαθώς την εσπέραν εκείνην, διότι από πρωίας είχον πληρώσει τα οφειλόμενα εις τον αντικρυνόν μπακάλην. Προ της θύρας της οικίας ήτο συνήθεια να γίνεται μικρά συναναστροφή, εις την οποίαν ελάμβανε μέρος είς απόστρατος ανθυπασπιστής, μία μαία και μία σύζυγος δικαστικού κλητήρος. Η κυρία Θεοδώρα έστρεψεν επίτηδες την συνομιλίαν επί το θέμα των διασκεδάσεων, διά να αναγγείλη εις την ομήγυριν την μεγάλην απόφασιν. Ο γέρων ανθυπασπιστής εγρύλλισεν, ειπών ότι προτιμά έν εκατοστάρι ρητινίτου από το καλύτερον θέατρον του κόσμου. Η σύζυγος του κλητήρος είπεν ότι μίαν ημέραν κατά τύχην μετέβη εις το Φάληρον μετά τινος κυρίας, όπου είδε τας Γαλλίδας δεικνυούσας τον πόδα γυμνόν μέχρι του γόνατος και εσταυροκοπήθη. Τότε παρεμβάς ο κ. Ζαχαρίας ανέφερεν ότι προ ένδεκα ετών είχεν ίδει εις έν μέρος της Πελοποννήσου ένα των σπουδαιοτέρων θεατρικών θιάσων, συγκείμενον εκ τριών άρκτων και τεσσάρων πιθήκων, προσέθηκε δ' ότι το θέατρον είνε η διανοητική συγχρώτισις της αλληλουχίας του πνεύματος, συνδυαζομένη μετά της συνθηματικής αποσκιρτήσεως του ανθρωπίνου γένους.
Με αυτήν την γλώσσαν ωμίλει συνήθως κατά τας επισήμους στιγμάς ο κ. Ζαχαρίας, την δε γνώμην ταύτην επεδοκίμασεν η μαία, κλίνουσα επανειλημμένως την κεφαλήν.
Μετά την λέσχην η συναναστροφή διελύθη, η δε οικογένεια εισήλθεν εντός του οίκου. Την εσπέραν εκείνην είχε λάβει προς αντιγραφήν δεκατρία έγγραφα, και ότε η εργασία ήτο υπερβάλλουσα, η αξιέραστος Ουρανία συνήθιζε να βοηθή τον γεννήτορα, αντιγράφουσα και αυτή.
Ο Μιμίκος εκάθητο πλησίον των μελετών το μάθημα της Κατηχήσεως, αλλ' εις το πνεύμα του ανεκυκάτο η ιδέα του θεάτρου και των κουραμπιέδων.
Ο κ. Ζαχαρίας υπαγορεύει:
— «Ο αντίδικος διά της από 11 Μαρτίου εφέσεώς του . . . »
Αίφνης ο Μιμίκος διακόπτει:
— Μπαμπά, διατί λέγεται Σύμβολον της Πίστεως;
— Σύμβολον της Πίστεως λέγεται διότι συμβάλλει εις την Χριστιανικήν πίστιν, ήτις διαιρείται εις την Κατήχησιν και την Χρηστομάθειαν . . . το οποίον τα καλά παιδία δεν πρέπει να σκοτίζουν τον πατέρα των, όταν γράφη . . . . . «εφέσεως ενώπιον των εν Παρνασίδι . . . »
Ο Μιμίκος ψιθυρίζει αποστηθίζων:
— Το Σύμβολον της Πίστεως διαιρείται εις άρθρα . . . Αιφνιδίως αποτεινόμενος προς τον κ. Ζαχαρίαν λέγει υψηλοφώνως:
— Μπαμπά, εχθές είδα που εκόλλησαν ένα χαρτί κόκκινο και έλεγε «Ριγολέττος». Τι θα ειπή Ριγολέττος;
— «Των εν Παρνασίδι Πρωτοδικών . . . ». Ριγολέττος είνε λέξις σύνθετος. &Ριγώ& ελληνιστί σημαίνει &κρυώνω&, letto δε ιταλιστί σημαίνει &κρεββάτι&. Αρά Ριγολέττος είνε εκείνος, όστις κρυώνει εις το &κρεββάτι&.
— Ας σκεπασθή με το πάπλωμα, λέγει η κυρία Θεοδώρα παρακαθημένη και πλέκουσα κάλτσαν. Και η Βασίλω ακούσασα απέρχεται καγχάζουσα επί τη αστειότητι ταύτη της κυρίας της.
Και ούτως εξακολουθεί η σκηνή, μέχρις ότου ο μεν Μιμίκος αποκοιμάται επί της τραπέζης και φέρεται υπό της μητρός του εις την κλίνην, η δε δεσποινίς Ουρανία θέτει το τελευταίον «πληρεξούσιος δικηγόρος». Η οικογένεια τότε κατακλίνεται.
Την επαύριον άμα τη εξεγέρσει επικρατεί αληθής αναστάτωσις εν τη οικία. Η κυρία ηγέρθη επίτηδες πρωί και μετέβη εις την εκκλησίαν, όπως επιδείξη το &μελιτζανί&, εύρε δε ταυτοχρόνως τον τρόπον μεταξύ δύο σταυροκοπημάτων ν' αναγγείλη την έκτακτον απόφασιν εις μίαν φίλην. Μετά την επάνοδόν της εκ της εκκλησίας ο κ. Ζαχαρίας εξέρχεται όπως αγοράση τα εισιτήρια. Η κυρία Θεοδώρα προβαίνουσα από του παραθύρου φωνάζει εις τον σύζυγόν της μεγαλοφώνως, όπως ακουσθή υπό των γειτόνων, να εκλέξη τέσσαρα καλά εισιτήρια, και να είνε μεσαία, διότι αυτά είνε καλύτερα. Ο κ. Ζαχαρίας στρέφεται και την καθησυχάζει. Ο πίλος του υπό τας ακτίνας του ηλίου αποκτά χροιάν αιματόχρουν, το δε πανταλόνιόν του θαμβώνει τον κόσμον, αντανακλών τον ήλιον ως κάτοπτρον. Υπό θέρμην 36 βαθμών μεταβαίνει εις τον &«Απόλλωνα»&, αλλ' εκεί μανθάνει ότι κατά την ώραν εκείνην τα εισιτήρια πωλούνται εις το καφενείον &«Παρθενώνα»&. Επιστρέφει λοιπόν βλασφημών, οπτός ως &ροσμπίφ&, αγοράζει τα εισιτήρια εις τον &«Παρθενώνα»& και φθάνει εις την οικίαν του περίρρυτος εκ του ιδρώτος, όστις διαφεύγει και μέσον των υποδημάτων αυτού.
Η κυρία Θεοδώρα παρατηρούσα τα εισιτήρια και βλέπουσα 95, 97 κλπ. αρχίζει να επιτιμά τον σύζυγόν της ότι δεν είνε κατά σειράν. Ο κ. Ζαχαρίας ουδ' αυτός δύναται να εξηγήση το φαινόμενον· αλλ' επειδή τον διεβεβαίωσαν ότι οι αριθμοί ήσαν συνεχείς, υποθέτει ότι εις τα θέατρα, κατά το νεώτερον σύστημα, κατήργησαν τους διπλούς αριθμούς διά να φαίνωνται περισσότεροι οι θεαταί.
Η ημέρα παρήλθεν άνευ ετέρων επεισοδίων. Μόνον σφοδρά λογομαχία ηγέρθη περί της αιφνιδίου απωλείας 30 λεπτών, προωρισμένων διά πετρέλαιον, τα οποία είχε κλέψει ο Μιμίκος και εξοδεύσει ήδη εξ αυτών 15 διά ροδάκινα. Η κυρία Θεοδώρα υπώπτευεν ως ένοχον της κλοπής την Βασίλων και επεφυλάσσετο να κάμη την επαύριον τας ανακρίσεις φοβουμένη μη την ημέραν εκείνην ζητήση η υπηρέτρια να φύγη, αν της εγίνετο παρατήρησις, και ματαιωθή ούτως η διασκέδασις. Η δεσποινίς Ουρανία ανέγνωσεν είκοσι σελίδας του μυθιστορήματος, το οποίον ανεγίνωσκεν ολόκληρον τακτικώς κατά διμηνίαν. Η Βασίλω έχαιρε κρυφά και ηγαλλία διότι έμελλε την εσπέραν να μείνη μόνη, πράγμα σπάνιον και ασύνηθες εις την οικίαν εκείνην. Είχε δε λόγους να χαίρη περισσότερον, διότι την πρωίαν μεταβάσα εις του μπακάλη προς αγοράν βουτύρου, ανήγγειλε γεγωνυία τη φωνή την μέλλουσαν νυκτερινήν έξοδον της οικογενείας, και τούτο καθότι ευρίσκετο εντός Ανδριός τις επίστρατος, συμπατριώτης, πολλάκις διά λόγων και διά βλεμμάτων θερμών εκφράσας εις αυτήν την φλόγα του, όστις εκέρασεν επί τω ακούσματι 15 λεπτών μαστίχαν τους συντρόφους του.
Προς το εσπέρας η οικογένεια, κατά πάντα ενδυμένη και καλλωπισμένη, εδείπνησεν εν βία, διότι η ώρα της αναχωρήσεως προσήγγιζεν. Ο κ. Ζαχαρίας δι' όλου του απογεύματος κατείχετο υπό μελομανίας και εξετέλεσεν εξάκις ταπεινοφώνως έν &χερουβικόν&. Εις την τράπεζαν δεν είχεν όρεξιν πολλήν, διό παρήγγειλεν εις την Βασίλων να του φυλάξη το δείπνον, διά να το φάγη μετά το θέατρον. Τέλος εξεκίνησαν εν πομπή και παρατάξει μετά θορύβου τοιούτου, ως να εξεκίνει διά τα σύνορα τοπομαχική πυροβολαρχία. Η Βασίλω προέβη από του παραθύρου, στηριζομένη επί των χονδρών αγκώνων και μειδιώσα ηλιθίως, ο δε κ. Ζαχαρίας εκ της οδού συνέστησεν εις αυτήν μεγαλοφώνως να φυλάττη το σπίτι, μη τύχη και συμβή τίποτε. Οι γείτονες, η μαία, η σύζυγος του κλητήρος, ο μπακάλης προέβησαν από του παραθύρου, παριστάμενοι εις την παρέλασιν. Η κυρία Θεοδώρα εχαιρέτα εναβρυνομένη [51], ο δε κ. Ζαχαρίας προσεπάθει να καταβιβάση το κίτρινον πανταλόνιον, το οποίον βραχυνθέν κατά το πλύσιμον εξικνείτο μέχρι του μέσου της κνήμης, αφήνον να φαίνωνται ολόκληρα τα χάσματα των υποδημάτων. Παρά το κίτρινον πανταλόνιον ήστραπτεν εις τας τελευταίας λάμψεις του λυκαυγούς το &μελιτζανί& της κυρίας Θεοδώρας και τα δύο εφαίνοντο εντός της αμφιλύκης [52] ως φωτεινά μετέωρα, απέναντι των οποίων ωχρία η λευκή εσθής της Ουρανίας, περιπατούσης με οφθαλμούς ημικλείστους και διαγραφούσης καμπύλας διά της ρινός εις τον αέρα. Ο Μιμίκος εξηκολούθει ροκανίζων τεμάχιον άρτου, μη προφθάσας να ρίψη την τελευταίαν πέτραν κατά της δαμασκηνέας. Ο σκύλος της οικογενείας Μαύρος ητοιμάσθη σαίνων την ουράν, να τους ακολουθήση, αλλ' ο κ. Ζαχαρίας και ο Μιμίκος κατεδίωξαν αυτόν διά ραβδισμών και λιθοβολισμών μέχρι της οικίας.
Από την συνοικίαν του αγίου Κωνσταντίνου, όπου κατώκουν, έφθασαν εις την πλατείαν της Ομονοίας. Εκεί η κυρία Θεοδώρα, κατανοήσασα το μήκος της οδού, εξέφρασε την επιθυμίαν περί αμάξης. Αλλ' ο αμαξηλάτης, προς τον οποίον απετάθη ο κ. Ζαχαρίας δεικνύων εν τη παλάμη τέσσαρα εικοσιπενταράκια, απήντησε μετά σπανίας ευγενείας ότι ημπορούσε να τα κρεμάση εις τον λαιμόν της γυναικός του. Η απάντησις εξήψε την οργήν του κ. Ζαχαρία και του ήλθεν όρεξις να εκπλύνη δι' αίματος την ύβριν. Αλλά, συλλογισθείς ότι, αν συνέβαινέ τι εις τον ηνίοχον, τα άλογα έμελλον να μείνουν ορφανά, εκινήθη εις τον οίκτον και υπέμεινε χριστιανικώς την αυθάδειαν.
Ήρχισαν λοιπόν την πεζοπορίαν υπό οιωνούς κακούς, και διά τούτο τα επεισόδια καθ' οδόν ήσαν θλιβερά. Κυκλοτερές ήμισυ λεμονίου ριφθέν υπό μιας μάγκας καθ' ετέρας επέτυχεν απεναντίας και κατεσπίλωσε το &μελιτζανί& φόρεμα της κυρίας Θεοδώρας, ήτις αφήκε κραυγήν λεαίνης πληγείσης. Ενώ δε ο κ. Ζαχαρίας έστρεφε τα νώτα όπως παρατηρήση, μικρός πωλητής του &«Εθνικού Πνεύματος»&, ελαύνων από ρυτήρος, συνεκρούσθη μετ' αυτού, και εκ του τιναγμού ο σεβάσμιος πίλος έπεσε κατά αυτού, κυλισθείς εντός του βορβόρου. Η ρις της δεσποινίδος Ουρανίας παρ' ολίγον συνεκρούετο με μίαν άμαξαν. Ο Μιμίκος κατά πάντα πέντε λεπτά ηφανίζετο καθ' οδόν, όπως αγοράση αχλάδια ή κώνους αραβοσίτου ψητούς, η δε οικογένεια ηναγκάζετο να στέκη και να τον αναζητή μετά φωνών· την τρίτην φοράν μάλιστα οι σύζυγοι Παραδαρμένου ήρχισαν ν' ανησυχούν σπουδαίως, διότι ο Μιμίκος δεν ευρίσκετο. Η κυρία Θεοδώρα ωρύετο ότι τον κατεπλάκωσεν άμαξα· ο κ, Ζαχαρίας εγύριζεν ωσάν σβούρα κράζων το τεκνίον και ερωτών τους διαβάτας. Εκ του κανθού του οφθαλμού της Ουρανίας έν δάκρυ επειράθη να εξέλθη επί ματαίω. Τέλος ο άρρην απόγονος της οικογενείας Παραδαρμένου ανευρέθη ερίζων μετά τινος κουλουρτζή και ζητών ν' αγοράση τρεις κουλούρας αντί δέκα λεπτών. Ο κ. Ζαχαρίας συνέλαβεν αυτόν εκ του ωτίου και το άκρον του πέλματός του απετέθη τότε ως εξ ενστίκτου ουχί πολύ απαλώς επί των νώτων του γόνου αυτού.
Τέλος μεθ' όλας τας περιπετείας ταύτας η οικογένεια αφίκετο σώα εις τον κήπον του &«Απόλλωνος»&. Ηναγκάσθησαν να περιμένουν, διότι αι θύραι ήσαν ακόμη κλεισταί· και μετέβησαν περιπατούντες μέχρι της γέφυρας του Ιλισσού. Ο κ. Ζαχαρίας έδειξεν εις την οικογένειαν το Στάδιον, εξηγήσας εις αυτήν ότι εις την αρχαιότητα έκειτο εκεί η οδός Σταδίου, ήτις είνε σήμερον παρακάτω, και εις την ερώτησιν του Μιμίκου απήντησεν ότι εκαλείτο ούτω διότι και οι αρχαίοι συνήθιζον να πίνουν &μισή στα δύο&. Αφού περιειργάσθησαν, επέστρεψαν και εισήλθον εις το θέατρον. Σύμπασα η οικογένεια είχε καταστή επιμήκης. Το πρόσωπον της κυρίας Θεοδώρας είχε καταβιβασθή· η κοιλία του Μιμίκου είχε προεκταθή· η ρις της δεσποινίδος Ουρανίας είχει λάβει διαστάσεις τολμηράς ως το κωδωνοστάσιον του Στρασβούργου. Το μόνον πράγμα το οποίον είχε βραχυνθή ήτο το κίτρινον πανταλόνιον του κ. Ζαχαρία, φωσφορίζον υπό την λάμψιν του φωταερίου.
Εκάθισαν τέλος εις τα θρανία και ήρχισαν να ρίπτουν περίεργα βλέμματα. Ο Μιμίκος, όπως εύρη το ιδικόν του κάθισμα, ήρχισε να μετρά μεγαλοφώνως τους αριθμούς, πατών δεξιά και αριστερά τους παρακαθημένους, οι οποίοι τον απεδίωκον σπρώχνοντες μετ' αγανακτήσεως. Η κυρία Θεοδώρα ήρχισε να παραπονήται ότι το φανάρι την εμποδίζει να βλέπη, και απήτει να μεταβή ο σύζυγός της να ειπή να το εκβάλουν εκείθεν. Η δεσποινίς Ουρανία, ιδούσα επίκουρόν τινα ιατρόν καθίσαντα ολίγον απωτέρω και περιέργως ενατενίσαντα αυτήν, αφήκε στεναγμόν, εξυπνίσαντα γέροντά τινα παρ' αυτήν καθήμενον και υπνώττοντα ησύχως. Κατ' αρχάς ωμίλουν ταπεινοφώνως, αλλ' άμα είδον ότι πάντες ωμίλουν υψηλή τη φωνή, ήρχισαν και αυτοί να ωρύωνται συνομιλούντες και σχολιάζοντες. Ο κ. Ζαχαρίας ενεθυμήθη την Βασίλων, τι να κάμνη κατ' εκείνην την ώραν. Ακούσασα το όνομα της υπηρετρίας η κυρία Θεοδώρα ενθυμήθη την κλοπήν των τριάκοντα λεπτών και πορφυρά γενομένη εκ της οργής, εδήλωσε μεγαλοφώνως ότι αύριον θα την πνίξη με τα χέρια της. Τόσον δε φοβερά ήσαν και η όψις της και οι λόγοι της, ώστε νέα κυρία, εισερχομένη κατ' εκείνην την στιγμήν εις την αυτήν σειράν των θρανίων, ετρόμαξε και εφοβείτο να προχωρήση. Ο Μιμίκος κατεβασάνιζε τον γεννήτορα δι' ερωτήσεων:
— Μπαμπά, αυτό που είνε ζωγραφισμένο είνε η Τραβιάτα; . . .
— Σιώπα, ανόητε· αυταί είνε αι τρεις Χάριτες, ήγουν η Ατροπός, η Κλεοπάτρα . . . και η Καλλιόπη.
— Μπαμπά, διατί παίζει η μουσική;
— Η μουσική παίζει διά να διασκεδάζουν αυτοί οπού τραγουδούν, και διά να ακούη ο κόσμος.
— Μπαμπά, εκείνη είνε η Καλλιόπη η κόρη της κυρά- Χρίσταινας; . . .
— Η Καλλιόπη ήτο βασίλισσα των Αργοναυτών και σύζυγος του Οιδίποδος, η οποία . . . μου εσκότισες το κεφάλι.
Τέλος η αυλαία ανεσύρθη. Η οικογένεια Παραδαρμένου επίστευεν ότι εδίδετο η &Τραβιάτα&, ενώ απεναντίας παριστάνετο το Ballo in Maschera. Επομένως εζήτουν να μάθουν πού είνε η Τραβιάτα. Ότε ετελείωσεν η πρώτη πράξις, ο κ. Ζαχαρίας απεφάνθη δογματικώς ότι αυτό το παιδί, εννοών τον Οσκάρ, έκαμε πολύ καλά το μέρος του. Μόλις εφάνη κατά την δευτέραν πράξιν η Αμαλία, και η κυρία Θεοδώρα ανεβόησεν ότι αυτή πρέπει να ήτο η Τραβιάτα, αλλά δεν της εφαίνετο πολύ φθισική, ως είχεν ακούσει παρά της Ουρανίας, ήτις είχεν αναγνώσει το μυθιστόρημα. Η παρατήρησις αύτη υψηλοφώνως γενομένη εν τω μέσω της σιγής εφείλκυσε την προσοχήν των παρακαθημένων, στραφέντων και παρατηρούντων αυτούς μετά περιέργου μειδιάματος. Τέλος είς των γειτόνων ευσπλαγχνίσθη αυτούς και εξήγησεν εις τον κύριον Ζαχαρίαν το λάθος των, ομιλήσας εις αυτόν περί των μελοδραμάτων, τα οποία είχον δοθή εις τον &«Απόλλωνα»& διότι ήτο θαμών του &« Απόλλωνος»&, συχνάζων τακτικώς πάσαν Κυριακήν, και ηθέλησε να δείξη την περί τα θεατρικά υπεροχήν του. Ο κ. Ζαχαρίας, προσέχων εις το μελόδραμα και ακούων ταυτοχρόνως τους λόγους του κυρίου εκείνου, μετεβίβασε τας πληροφορίας ταύτας εις την οικογένειαν, ειπών ότι το παριστανόμενον μελόδραμα δεν ήτο η &Τραβιάτα& αλλά το Ballo in Maschera, ήγουν &Χορός Μεταχειρισμένων&, εις το οποίον λαμβάνει μέρος η Λίνδα, της οποίας ο σύζυγος δεν θέλει να της επιτρέψη να χορεύση και διά τούτο φονεύει τον καταστηματάρχην του χορού, η δε Λίνδα τρελλαίνεται. Ο Μιμίκος ηρώτησε πώς τρελλαίνεται, ο δε κ. Ζαχαρίας απήντησεν ότι ο εγκέφαλος της ανθρωπίνης διανοίας είνε αφετηρία, διά της οποίας το μουσικόν αίσθημα εγκαθίσταται εις το πνεύμα του ανθρώπου, όταν προσέχη εις το μελόδραμα.