Part 7
Η πρώτη σκέψις η επερχομένη εις το πνεύμα του ξένου επί τη θέα της αναριθμήτου πληθύος των εν λόγω τετραπόδων είνε πώς κατώρθωσε να πολλαπλασιασθή επί τοσούτον το γένος αυτών. Ο Βυζάντιος εν τη &Κωνσταντινουπόλει& αυτού (29) αναβιβάζει τον αριθμόν αυτών εις 50 χιλιάδας· αλλ' η ακρίβεια του υπολογισμού του είνε προβληματική, πρώτον διότι η απαρίθμησις δεν είνε εύκολος και δεύτερον διότι βεβαίως ο αριθμός αυτός ηυξήθη κατά πολύ ένεκα της επεκτάσεως και της συμπυκνώσεως των κατωκημένων μερών της πόλεως. Έπειτα αμέσως προβάλλεται το ερώτημα: είνε άρα γε επήλυδες ή αυτόχθονες; Ο ειρημένος συγγραφεύς της &Κωνσταντινουπόλεως& φρονεί ότι τα ζώα ταύτα, ιερά της Εκάτης, ήσαν επί των αρχαίων Βυζαντίων εις μέγα πλήθος εντός του άστεος και εις τας ωρυγάς [30] αυτών έμεινεν οφειλέτις η πόλις, σωθείσα εκ του πολιορκούντος αυτήν Φιλίππου, ετοίμου ήδη να εισχωρήση εις αυτήν δι' υπονόμου. Δεν είνε λοιπόν απίθανον, επιλέγει, να έλαβον έκτοτε προς αμοιβήν το δικαίωμα τούτο της ασυλίας. Πλην και ούτως αν έχη το πράγμα, επί των βυζαντινών αυτοκρατόρων βεβαίως δεν υπήρχε τοιαύτη πληθώρα κυνών εις την βασιλεύουσαν πόλιν, διότι άλλως οι χρονογράφοι της εποχής θα την ανέφερον. Ουδέ πάλιν μνημονεύεται επιδρομή αγέλης κυνών, ορμηθείσης εκ των στεππών της κεντρώας Ασίας και αναζητησάσης βίον ανετότερον παρά τας ευκραείς [31] ακτάς του Βοσπόρου κατ' απομίμησιν των Ούννων, των Αβάρων και των παντοίων άλλων βαρβάρων φύλων, των οποίων αι ατίθασοι ορδαί ως χείμαρροι κατέκλυζαν το σαθρόν κράτος των Καισάρων της Ανατολής και ών η ακατάσχετος φορά μόλις ανεκόπτετο από τα οχυρά της πρωτευούσης τείχη. Κατ' ανάγκην άρα πρέπει να παραδεχθώμεν ότι ο υπερβολικός πλεονασμός αυτών ήρξατο από της τουρκικής κατακτήσεως· η εικασία δε αύτη καθίσταται βασιμωτέρα, αν αληθεύη το λεγόμενον, ότι εις το στρατόπεδον Μωάμεθ του Πορθητού υπήρχε μέγας αριθμός τοιούτων ζώων, τα οποία εισήλασαν εις την πόλιν μετά των νικητών κατά την αποφράδα ημέραν της αλώσεως διά της Πύλης του Αγίου Ρωμανού. Εν τοιαύτη περιπτώσει οι κύνες του Βυζαντίου είνε κατά μέγα μέρος απόγονοι κατακτητών και ως τοιούτοι κέκτηνται επί του εδάφους, το οποίον κατέχουν δικαιώματα πολύ βασιμώτερα τουλάχιστον από τα των Βουλγάρων. Έκτοτε παρέμειναν ευρίσκοντες προστασίαν και περίθαλψιν παρά τοις Οθωμανοίς, οίτινες, ως γνωστόν, καίτοι η θρησκεία των θεωρεί τους κύνας ακαθάρτους, ιδιαιτέρως αγαπούν και περιθάλπουν εξ αισθήματος ευσπλαγχνίας τα ζώα ταύτα. Αλλά και πάλιν η τεραστία αύξησις του αριθμού των δεν εξηγείται διά τούτου και μόνου, καθότι και εις άλλας πόλεις καθαρώς τουρκικάς, τας οποίας επεσκέφθην, δεν έτυχε να παρατηρήσω τοσαύτην καταπληκτικήν περίσσειαν κυνών. Άλλως τε και εις αυτήν την Κωνσταντινούπολιν το εξαιρετικόν πλήθος των κυνών παρατηρείται όχι μόνον εις τας καθαρώς οθωμανικάς συνοικίας, αλλά και εις εκείνας εις τας οποίας υπερτερεί ή κυριαρχεί αποκλειστικώς ο χριστιανικός πληθυσμός, και εις τας παρά τη διπλή όχθη του Βοσπόρου κώμας και εις αυτάς τας νήσους της Προποντίδος. Ώστε πρέπει να παραδεχθώμεν ότι παρεκτός της ιδιαιτέρας περιθάλψεως οι κύνες ευρίσκουν και κλιματολογικάς και άλλης φύσεως συνθήκας ευνοούσας την εν Κωνσταντινουπόλει καταπληκτικήν ανάπτυξιν του γένους των.
Το γένος τούτο των κυνών της Κωνσταντινουπόλεως είνε όλως ιδιάζον. Το ανάστημά των είνε μέτριον, η κεφαλή των απολήγει εις οξύ ρύγχος, τα ώτα των είνε βραχέα και ηνωρθωμένα· είνε δασύμαλλοι, ομοιάζουν πολύ προς τους ημετέρους ποιμενικούς κύνας, έχουν δε όλοι τρίχωμα μονόχρουν, φαιόν ή κιτρινόφαιον, ουδέποτε στικτόν, ως να ηρνείτο προνοητικώς η φύσις την πολυτέλειαν αυτήν εις δέρμα προωρισμένον να κυλίεται εντός του βορβόρου και ν' αποκτά εξ αυτού ρυπαράν ομοιομορφίαν. Ο ιδιαιτέρως σπουδάσας τα ήθη και έθιμα αυτών και γράψας περιεργοτάτην μονογραφίαν πολυμαθής ομογενής και αρχίατρος του Σουλτάνου Μαυρογένης πασάς (32) λέγει ότι το είδος αυτών αποτελεί ιδιαιτέραν απόχρωσιν μεταξύ του θωός [33] και του λύκου· ο δε διάσημος ζωολόγος Brehme τους κατατάσσει εις το είδος των chiens marrons. Το κύριόν των γνώρισμα είνε η οκνηρία· ότε ήκουα άλλοτε τους ναυτικούς συμπολίτας μου ν' αποκαλούν τους οκνηρούς και αναλγήτους «σκυλιά του Καράκιοϊ», ηπόρουν διά την παρομοίωσιν· πλην ότε αποβιβασθείς εις Γαλατάν ίδα το απερίγραπτον θέαμα της ραθυμίας των ζώων αυτών, επείσθην ότι η παραβολή ήτο ευστοχωτάτη. Εξηπλωμένοι νωχελώς εις το μέσον συνήθως του δρόμου, ανά είς, ανά δύο, ανά πέντε, ανά δέκα, με το ρύγχος χωσμένον μεταξύ των οπισθίων σκελών, κοιμώνται επί ώρας ολοκλήρους, αποτελούντες συμπλέγματα ποικίλα, ιδιότροπα, σωρούς νεκροζώους, οίτινες αγνοεί τις αν αποτελούνται εκ σωμάτων ζώντων ή εκ θνησιμαίων. Η ζωή τυρβάζει ποικιλόμορφος, σφριγηλή εν εκκωφαντική βοή πέριξ αυτών· διέρχονται διαβάται πεζοί και έφιπποι, Οθωμανοί σοβαροί με τον ποδήρη χιτώνα και με την κίδαριν [34], χανούμισσαι με εσθήτας ευρείας μεταξίνας, θροούσας ανά παν βήμα, και με το αλεξιβρόχιον πάντοτε ανοικτόν. Αρμένιοι και Έλληνες έμποροι πολυφρόντιδες και βιαστικοί, πλανόδιοι πωληταί Ιουδαίοι με κάνιστρα αβαθή και ευρύχωρα επί κεφαλής, στρατιωτικοί, ευνούχοι, κυρίαι κομψαί της ευρωπαϊκής συνοικίας του Πέραν, κλητήρες χρυσοστόλιστοι των πρεσβειών και των προξενείων, Πέρσαι με κωνοειδείς τριχωτούς πίλους, δερβίσαι, ξένοι περιηγηταί, λόχοι αχθοφόρων ωρυομένων, και εν τούτοις αυτοί μένουν ακίνητοι και τα κύματα του πλήθους αναγκάζονται να παρακάμπτουν ένθεν και ένθεν της οδού διά να μη προσκρούσουν επί των αδρανών εκείνων όγκων. Διότι πάντες φαίνονται σεβόμενοι την ανάπαυσιν των ακηδών [35] αυτών ζώων, ιδιαίτατα δε οι Οθωμανοί, και το σέβας τούτο προέρχεται ως λέγεται, εκ παραδόσεως, καθ' ήν ο Μωάμεθ προκληθείς ποτε ν' απαντήση εις θεολογικόν πρόβλημα και θέλων να εγερθή επροτίμησε ν' αποκόψη την ευρείαν χειρίδα [36] του ιματίου του, επί της οποίας εκοιμάτο ο αίλουρός του, παρά να ταράξη την ησυχίαν του προσφιλούς του ζώου. Μόνον όταν διέρχεται άμαξα ελαύνουσα από ρυτήρος ή αμάξιον ογκώδες φορτηγόν, γοερώς τρίζον και στένον εκ του βάρους, μόνον τότε αποφασίζουν να μετακινηθούν, αλλά κατά τόσους μόνον δακτύλους όσοι απαιτούνται όπως αποφύγουν τους επικειμένους να διέλθουν εκ του σώματός των τροχούς. Ενίοτε το κίνημά των αυτό δεν εκτελείται εγκαίρως· ακούεται τότε θρηνώδης ολολυγμός, ο παθών εγείρεται σύρων το τραυματισμένον σκέλος του διά να κατακλιθή ολίγα βήματα απωτέρω και να συνεχίση τον ύπνον του, ενώ οι άλλοι μόλις αρκούνται ν' ανοίξουν τους νυσταλέους οφθαλμούς διά να ίδουν μετ' απαθείας την συμφοράν του συντρόφου των.
Οι κύριοι της οδού εν Κωνσταντινουπόλει είνε οι κύνες έχοντες δικαιώματα μονίμου κατοχής. Καταλαμβάνουν το πεζοδρόμιον και το δάπεδον των οδών και μένουν ακηδείς, είτε βροχή τους λούει, είτε ο ήλιος τους πυρακτώνει, είτε ο άνεμος τους μαστίζει, είτε η χιών τους περικαλύπτει με παγερόν στρώμα. Οι μάλλον προβλεπτικοί εκλέγουν εν ώρα χειμώνος ως μέρος διαμονής το έδαφος της οδού το κείμενον υπό τους προέχοντας υελοφράκτους εξώστας των οικιών, τους λεγομένους εν Κωνσταντινουπόλει &σαχνισί&· άλλοι, όταν η χιών είνε παχεία, ορύσσουν διά των ονύχων μικρούς λάκκους και συσπειρούνται εντός αυτών· την πρόνοιαν δε ταύτην ιδίως δεικνύουν αι θήλειαι, εγκυμονούσαι ή αρτίτοκοι, αι έχουσαι να περιθάλψουν πολυμελή και απροστάτευτον οικογένειαν. Οι λοιποί εντελώς αδιαφορούν περί των ατμοσφαιρικών επηρειών, εκ των οποίων μένουν απρόσβλητοι· το πολύ πολύ κατά τας χιονώδεις νύκτας εκλέγουν ως κοίτην το μέσον ακριβώς της οδού, όπου η χιών, ένθεν και ένθεν παρά τους τοίχους συνήθως στοιβαζομένη, είνε ολιγωτέρα. Επειδή δε αυτήν την οιονεί φάραγγα προτιμούν και οι πεζοί διαβάται, όχι σπανίως πατούν τους κοιμωμένους κύνας, μη διακρινομένους εν τω σκότει, και η περίπτωσις αύτη δεν είνε ακίνδυνος, διότι τότε οι την ημέραν συνήθως χειροήθεις [37] και άκακοι τετράποδες την ώραν εκείνην εν τη μοναξία εξαγριούνται και επιτίθενται κατά των απροσέκτων. Αφού κορεσθούν ύπνου, εγείρονται, αποτινάσσουν ομού με την νάρκην των και τον παχύν βόρβορον ή την κόνιν, εκ της οποίας περιβάλλονται, και αρχίζουν την ανά την οδόν περιπολίαν των. Ερευνούν όλας τας γωνίας· ίστανται προ των θυρών αναμένοντες να ριφθούν εις την οδόν αι ακαθαρσίαι, επί τον οποίων ορμούν βουλιμιώντες, ανασκάπτοντες αυτάς μανιωδώς προς ανεύρεσιν των αποφαγίων· σχηματίζουν κύκλον, ερωτικώς προσβλέποντες τα σφάγια, τα οποία εκθέτει προς πώλησιν ο κρεοπώλης, της συνοικίας, λείχοντες το αίμα ή ελλοχώντες τα απορριπτόμενα άχρηστα τεμάχια των εντοσθίων. Σταθμεύουν προ των εδωδιμοπωλείων επί τη ελπίδι μικράς ελεημοσύνης. Συνάπτουν κρατερούς αγώνας περί της κατοχής ενός απογυμνωμένου οστού, ή περί της ερωτικής προτιμήσεως φιλαρέσκου θηλείας, παίζουν μεταξύ των — διότι έχουν ενίοτε όρεξιν να παίζουν οι ταλαίπωροι! Έπειτα πάλιν συσπειρούνται καθ' ομίλους και κοιμώνται, ο μεν με κενόν τον στόμαχον, ο δε μόλις κατορθώσας να φάγη τόσον, ώστε να μη αποθάνη της πείνης. Την νύκτα ηχούν αδιάκοποι αι υλακαί των, παρακολουθούσαι τα βήματα υπόπτου διαβάτου. Αι υλακαί αύται καθίστανται άγριαι και λυσσώδεις, οσάκις φανή ανατέλλουσα εις την οδόν η αμυδρά λάμψις του φανού του ρακοσυλλέκτου. Ωπλισμένος δι' ακοντίου φέροντος εις το άκρον αρπάγιον ο ρακοσυλλέκτης περιέρχεται τας οδούς, όταν ο θόρυβος και η κίνησις κοπάζουν, και διά της ράβδου του ερευνά και αναμοχλεύει τους σωρούς των σαρωμάτων. Οι κύνες, οίτινες έχουν ήδη ενεργήσει ανασκαφάς και εξαντλήσει παν το φαγώσιμον, εφορμούν κατ' αυτού και τον υλακτούν εμμανώς, διότι τρέφουν ακατανίκητον έχθραν προς αυτόν, υποπτευόμενοι ότι υπεξαιρεί την πενιχράν και ελλιπεστάτην τροφήν των. Ενίοτε η οργή των είνε τοιαύτη, ώστε συνάπτεται πεισματώδης μάχη μεταξύ του δίποδος επιδρομέως και των τετραπόδων, κατά την οποίαν εξέρχεται μεν νικητής ο πρώτος χάρις εις το αρπάγιόν του, αποκομίζων όμως ουκ ολίγα ίχνη των πειναλέων οδόντων των εχθρών του. Άλλην έκφρασιν όλως ιδιάζουσαν έχουν αι υλακαί των τας νύκτας κατά τας οποίας συμβαίνει πυρκαϊά. Από του ύψους του ενετικού πύργου του Γαλατά ο κατοπτεύων φρουρός δίδει το σύνθημα, οι δε &μπεκτσήδες&, οι νυχτοφύλακες της συνοικίας, οι περιερχόμενοι τας οδούς και διά βαρείας ράβδου κρουομένης ερρύθμως επί του λιθοστρώτου απαριθμούντες τας ώρας, εκφέρουν την κραυγήν &γιαγκίν βαρ,& αναγγέλλοντες και την συνοικίαν και την οδόν εν τη οποία εξερράγη η πυρκαϊά με φωνήν θρηνητικήν, τρομώδη, παρατεταμένην. Εις την φωνήν ταύτην απαντούν αμέσως οι κύνες της οδού με ωρυγάς θρηνώδεις και οξείας· η γοερά δε αύτη συναυλία, της οποίας οι εναλλάσσοντες ήχοι δονούνται παλμώδεις εν τη σιγή της νυκτός, έχει τι το απαισίως πένθιμον.
Πώς τρέφονται όλαι αύται αι λεγεώνες των ενδεών τετραπόδων είνε αληθώς μυστήριον. Φευ! Εκ της ισχνότητός των είνε κατάδηλον ότι δι' αυτούς τουλάχιστον ουδέποτε υπήρξεν η φημιζομένη ευδαίμων εποχή του χρυσού αιώνος, κατά την οποίαν έδενον τους σκύλους με τα λουκάνικα! Τρέφονται με όλα και με τίποτε, πρέπει δε να παραδεχθώμεν ότι ο αήρ της Κωνσταντινουπόλεως περιέχει ιδιαίτερα στοιχεία ικανά προς θρέψιν των σκύλων, διότι άλλως έπρεπε κατά εκατοντάδας να αποθνήσκουν την ημέραν εξ ασιτίας. Παν ό,τι ρίπτεται εις την οδόν είνε κτήμα των. Αποφάγια, λείψανα κρέατος, κόκκαλα ιχθύων, εντόσθια οδωδότα [38], καρποί σαπροί, τεμάχια άρτου απολιθωμένου, φύλλα λαχάνων, όλα καταβροχθίζονται. Βλέπετε συναπτομένους αγώνας φονικούς περί της κατοχής οστού, εκ του οποίου παν μόριον σαρκός έχει προ πολλού αφαιρεθή και το οποίον μολαταύτα περιλείχει ο δι' αγώνος και αίματος αποκτήσας αυτό μετά τρυφής ίσης προς εκείνην την οποίαν δοκιμάζει γαστρίμαργος καταβροχθίζων εκλεκτόν κατασκεύασμα πεφημισμένου πλακουντοποιού [39]. Ο φοβερός αγών περί του βίου παρέχει κατά πάσαν στιγμήν θεάματα φρικτά εις τας οδούς της Κωνσταντινουπόλεως. Το ρητόν του Βίσμαρκ beati possidentes δεν ισχύει παρά τον Βόσπορον, τουλάχιστον ως προς τον κυνικόν πληθυσμόν, παρά τω οποίω ο κανών ο ρυθμίζων τας σχέσεις συνοψίζεται εις το φοβερόν λόγιον: ουαί τοις ασθενεστέροις! Ο κύων εν Κωνσταντινουπόλει δεν είνε ζώον σαρκοβόρον, αλλά παμφάγον. Παν αντικείμενον δυνάμενον να περιέχη έστω και εις αδιόρατον ποσότητα μερικά θρεπτικά στοιχεία καθίσταται βορά αυτών. Το επ' εμοί δεν ήθελον συγκατατεθή ποτέ ν' αφήσω ούτε καν τα υποδήματά μου εις την οδόν επί μίαν ώραν, διότι ήθελα αναγκασθή κατόπιν ν' αναζητώ τα τεμάχιά των εις τον στόμαχον είκοσι κυνών. Μόνον τας πέτρας δεν τρώγουν και τούτο είνε ευτύχημα, καθόσον άλλως το λιθόστρωτον των οδών της πόλεως έπρεπε ν' ανανεούται κατά πάσαν εβδομάδα.
Αλλ' ακριβώς αυτή η παμφαγία των είνε και το προτέρημά των. Χάρις εις αυτήν εκτελούν το έργον των οδοκαθαριστών μετά παραδειγματικής ευσυνειδησίας. Η υπηρεσία της καθαριότητος είνε ανατεθειμένη εν Κωνσταντινουπόλει εις αυτάς τας λεγεώνας των πειναλέων ζώων, οψέποτε δε ταύτα ήθελον εκλίπει, ο δήμος της πρωτευούσης του οθωμανικού κράτους θα υπεβάλλετο εις σημαντικήν δαπάνην δι' εργασίαν εκτελουμένην σήμερον και αμισθί και μετ' επιμελείας. Ούτος δε είνε είς εκ των κυριωτέρων λόγων διά τους οποίους η οχληρά των κυνών πληθύς τυγχάνει όχι μόνον ανοχής αλλά και προστασίας. Διατρίψας υπέρ τον μήνα εν Κωνσταντινουπόλει δεν έτυχε ν' απαντήσω ουδ' έν θνησιμαίον ελαχίστου ζώου, ενώ εις τας οδούς του ιοστεφάνου ημών άστεως ο έχων ανεκτικήν την όσφρησιν δύναται να σπουδάση την ζωολογίαν επί των δαψιλώς [40] διεσπαρμένων πτωμάτων εκ πάντων των γενών του ζωικού βασιλείου. Σημειωτέον ότι ως προς αυτό το ζήτημα μ' εξέπληξε και μία άλλη παρατήρησις. Ουδέποτε έτυχε να ίδω εις τας οδούς πτώμα κυνός. Τώρα οι ταλαίπωροι αυτοί κύνες δεν είνε βεβαίως αθάνατοι· μάλιστα, ως εκ των συνθηκών του εστερημένου βίου τον οποίον διάγουν, η θνησιμότης παρ' αυτοίς θα είνε μεγάλη. Τι γίνονται λοιπόν τα ελεεινά των λείψανα; αποκομίζονται υπό της αστυνομίας ή οι ομόφυλοί των μετά στωικής απαθείας τα χρησιμοποιούν εις τα εκαταία δείπνα των, διά να πληρωθή κατά γράμμα το λεγόμενον «τρώγονται ωσάν σκυλιά»; Ομολογώ ότι δεν έλαβα καιρόν ούτε όρεξιν όπως ενδιατρίψω περί την λύσιν της απορίας μου.
Οι κατοικούντες εις καθαρώς οθωμανικάς συνοικίας κύνες τρέφονται κάλλιον, χάρις εις την ευσπλαγχνίαν των κατοίκων. Από πάσης οικίας ρίπτονται εις την οδόν αποφάγια επαρκή, πολλάκις δε Οθωμανοί ελεήμονες, εξερχόμενοι των οικιών των μετά το γεύμα, διανέμουν ιδιοχείρως την τροφήν εις το αναμένον έξωθεν πειναλέον στίφος. Αγγείον ύδατος ευρίσκεται παρά πάσαν θύραν, ιδίως κατά το θέρος, όπως σβύνουν την δίψαν των εξ αυτού οι κύνες, οίτινες εις τας άλλας συνοικίας ποτίζονται εκ του λιμνάζοντος παρά τας δημοσίας κρήνας ύδατος ή εκ του ακαθάρτου ρείθρου των οδών. Ευτυχείς επίσης είνε οι κύνες οι κατοικούντες παρά τα οθωμανικά τεμένη και ιδίως τα κοινόβια τα λεγόμενα &τεκέδες&. Η τροφή των εκεί είνε τακτική και σχεδόν επαρκής, τυγχάνουν δε ιδιαζούσης προστασίας παρά των εν τω ναώ βιούντων. Εις τι παρά τον Γαλατάν τζαμίον είδα ημέραν τινά ιερόπαιδα εξελθόντα οργίλον και καταδιώξαντα επί πολύ διάστημα διά ράβδου αυθάδη κύνα, όστις εισήλασεν εντός του περιβόλου και απεπειράθη ν' αρπάση το γεύμα του τροφίμου του τεμένους κυνός. Αλλ' ακόμη ευτυχέστεροι είνε οι βιούντες παρά τους στρατώνας. Το συσσίτιον αυτών είνε άφθονον και τα απομεινάρια του γεύματος πλούσια. Περί την μεσημβρίαν συμβαίνει τακτικώς εκεί σκηνή αξιοθέατος. Οι κύνες των πέριξ, οι έχοντες κεκτημένα δικαιώματα ως εκ της γειτνιάσεώς των εις την τροφοδοσίαν ταύτην, ακριβείς ως χρονόμετρα, συνέρχονται εις μέγαν αριθμόν και αναμένουν. Μετά προσδοκίαν λεπτών τινων ανοίγεται τέλος μία πύλη και εμφανίζεται στρατιώτης κομίζων εντός χειραμάξης το προωρισμένον διά την αγέλην γεύμα. Το φορτίον αποτίθεται χαμαί και τότε όλος ο συρφετός ορμά και αποτελεί κύκλον και τα ρύγχη βυθίζονται βουλιμιώντα εντός του σωρού της πανδαισίας. Αλλά υπάρχουν κύνες εύσωμοι και κύνες μικροί, κύνες ρωμαλέοι και κύνες ασθενικοί. Οι τελευταίοι δεν τολμούν οι δυστυχείς να πλησιάσουν, αλλ' αποτελούν δεύτερον κύκλον πέριξ των ισχυροτέρων. Τώρα τι νομίζετε ότι είνε φυσικόν και επακόλουθον; να φάγουν μέχρι κορεσμού οι ισχυρότεροι και να μείνουν νήστεις οι άλλοι. Και όμως απατάσθε· τρώγουν όλοι εξ ίσου και ιδού πώς. Οι ρωμαλεώτεροι τρώγοντες υποβλέπουν αλλήλους, έως ότου παρουσιάζεται μεταξύ του σωρού ογκώδες τι και ορεκτικόν τεμάχιον· την κατοχήν αυτού διαφιλονεικούν δύο ή τρεις, και εις το τέλος συμπλέκονται· αυτήν την ευκαιρίαν αναμένουν οι εν τη δευτέρα γραμμή αποκλεισθέντες, οίτινες ορμούν τότε, αρπάζουν ό,τι δυνηθή έκαστος και τρέπονται δρομαίοι εις φυγήν. Διά της μεθόδου ταύτης ζουν μικροί και μεγάλοι, δεν δύναμαι δε να βεβαιώσω αν την μέθοδον αυτήν εδιδάχθησαν οι κύνες από την πολιτικήν των μικρών και μεγάλων ευρωπαϊκών κρατών, οποία εφηρμόσθη εις προσφάτους περιστάσεις, ή τανάπαλιν αν εδανείσθησαν αυτήν τα ευρωπαϊκά κράτη από τα θυμόσοφα ταύτα ζώα. Τέλος οι κατοικούντες παρά τινας παραλίους συνοικίας της πόλεως δύνανται να συγκαταλεχθούν ωσαύτως, μεταξύ των ευνοημένων υπό της μοίρας·, επειδή εκτός της εν τη συνοικία διά του συνήθους τρόπου αποκτωμένης τροφής έχουν και τα τυχερά των, ούτως ειπείν, συνιστάμενα εις την εκμετάλλευσιν των εις το παράλιον κομιζομένων και εις την θάλασσαν ριπτομένων κάρρων των ακαθαρσιών. Είνε αληθές ότι τα φορτία ταύτα έχουν ήδη υποστή την λεπτομερή έρευναν των κυνών των διαφόρων οδών, εκ των οποίων αποκομίζονται. Αλλά διά της ακαταπονήτου επιμονής των πάντοτε ουχ ήττον κατορθούν ν' ανεύρουν έν οστούν λησμονηθέν, ή άλλο τι φαγώσιμον αντικείμενον παροραθέν. Διό καραδοκούν την άφιξιν των αμαξίων, συνοδεύουν αυτά περιχαρείς μέχρι του μέρους της εκφορτώσεως, οι δε μάλλον ανυπόμονοι διά ν' αποκτήσουν δικαιώματα προτεραιότητος πηδούν επί του κάρρου και αρχίζουν εκείθεν τας ανασκαφάς.
Υπό τοιαύτας συνθήκας βίου και με τοιαύτην δίαιταν η ευρωστία και η ευεξία δεν είνε πλεονεκτήματα συνήθη εις τα ατυχή ταύτα ζώα. Απορίας άξιον είνε μάλιστα πώς αντέχουν επί τοσούτον εις τόσας στερήσεις και κακουχίας. Ευρίσκονται βεβαίως και τινες εύρωστοι και ρωμαλέοι και σφριγηλοί μεταξύ των, αλλ' οι πλείστοι είνε αξιοθρήνητοι την θέαν, καχεκτικοί, ασθενικοί, με το δέρμα κολλημένον επί των οστών, με τας πλευράς προεχούσας, φάσματα αληθή τετραπόδων· η ψωρίασις τους μαστίζει οικτρώς· οι πλείστοι ταλαιπωρούνται από ειδεχθή έλκη, αηδώς επιδεικνύμενα εν μέση οδώ, υπό τον φλέγοντα ήλιον, επί των οποίων περιίπτανται βομβούντα σύννεφα μυιών. Ολίγοι είνε οι άρτιοι, οι περισσότεροι είνε ανάπηροι, χωλοί, στρεβλοί, μονόφθαλμοι· του ενός λείπει το έν ωτίον, του άλλου λείπει ολόκληρον τεμάχιον σαρκός εκ των νώτων, και άλλος τις φαίνεται οιονεί ζώσα και κινουμένη περγαμηνή, διότι η δορά του απώλεσεν ολόκληρον το τρίχωμα. Ως προς την ουράν, αυτή είνε το συνηθέστερον ελλείπον μέλος και τόση είνε η πληθύς των κολούρων, ώστε άγεταί τις να πιστεύση κατ' αρχάς ότι εκ γενετής φέρουν αυτό το διακριτικόν γνώρισμα, την έλλειψιν κέρκου. Η ουρά, λέγει επιχαρίτως ο &Δε Αμίτσης&, εις τους κύνας της Κωνσταντινουπόλεως είνε αντικείμενον πολυτελείας μετά δίμηνον δημόσιον βίον. Όλα ταύτα τα τραύματα και αι ακρωτηριάσεις προέρχονται μεν εκ των καθημερινών δεινοπαθημάτων, των ραβδισμών, των τυχαίων συμβάντων, αλλ' είνε ως επί το πολύ και αποτελέσματα των εμφυλίων ερίδων. Ουδέποτε είδα κύνας μάλλον φιλέριδας, και αύται δε αι θήλειαι διακρίνονται διά το ευέξαπτον και μάχιμον αυτών. Ενώ παίζουν και αστεΐζονται και ανταλλάσσουν ως ασπασμούς ελαφρά δήγματα, κυλιόμενοι εντός του κονιορτού ή του βορβόρου, αίφνης διά την παραμικράν αιτίαν συμπλέκονται. Ορθούνται επί των οπισθίων ποδών, ακροβατούντες επί πολλά λεπτά της ώρας και προσπαθούν να κατασπαράξουν αλλήλους, ενώ το αίμα εκρέει άφθονον από τους φλογισμένους αυτών φάρυγγας. Μάρτυς της σκηνής ταύτης, εθεώμην πολλάκις ιστάμενος μετά περιεργείας τας διαφόρους περιπετείας της εμμανούς πάλης και τοιαύτη ήτο η λύσσα των μαχομένων, ώστε ανέμενα να ίδω πραγματοποιούμενον το απίθανον συμβάν το αναφερόμενον υπό του τερατολόγου βαρώνου Μυγχάουζεν, περί των δύο ανταγωνιζομένων λεόντων, οίτινες τέλος αλληλεφαγώθησαν τόσον τελείως, ώστε δεν απέμεινεν εξ αμφοτέρων ειμή η ουρά. Και όταν είνε μονομαχία, υπομονή· αλλ' ενίοτε συμβαίνει να προστρέχουν εις βοήθειαν των μαχομένων πολλοί εκατέρωθεν αγωνισταί και η συμπλοκή λαμβάνει τότε χαρακτήρα μάχης εκ του συστάδην. Πυκνός κονιορτός περιβάλλει τας διαμαχομένας στρατιάς, ως η νεφέλη η αποκρύπτουσα άλλοτε τους εις τα πεδία της Τροίας μαχομένους ήρωας και ημιθέους. Τηλικούτος δε προσγίνεται θόρυβος εκ της οιμωγής και ευχωλής ολλύντων τε ολλυμένων, ώστε οι γείτονες αναγκάζονται να εξέλθουν εις την οδόν και με τα προστυχόντα όπλα ανηλεώς παίοντες ν' αποδιώξουν την μανιώδη αγέλην.