Αττικαί ημέραι

Part 6

Chapter 69 wordsPublic domain

— Πίσω θα πηγαίνη . . . Κύτταξε και το ρολόγι που είνε στην κάμερα της κυράς σου . . .

Η Θοδώρα μεταβαίνει και επιστρέφει:

— Αυτό λέει επτά και δέκα! Δεν μπορεί να είνε τόσο! Ας ρωτήσουμε και τον μπακάλη από το παράθυρον.

Ερωτάται ο μπακάλης και απαντά: — Επτά παρά τέταρτον.

Ο Λόρδας εν αμηχανία:

— Τώρα ποιο να πιστεύσουμε από τα τρία;

Επαναλαμβάνεται η τρυφερά διένεξις της σκηνής του κήπου μεταξύ Ρωμαίου και Ιουλιέττας περί της ώρας, κατά την οποίαν το άσμα του κορυδαλού αντικαθίσταται υπό των ύβρεων του αφεντικού της Θοδώρας, δυσανασχετούντος διά την βραδύτητα της υπηρετρίας του. Μεθ' ό ο Λόρδας απέρχεται εσπευσμένως.

ΣΚΗΝΗ Γ'.

Εις το οινοπωλείον και ξενοδοχείον ΜΗ ΜΟΥ ΑΠΤΟΥ. Διάφοροι στρατιώται του συντάγματος συνδειπνούν ευθύμως.

Ο Σταμάτης Λόρδας ψάλλει φαιδρώς το άσμα: &Στο ένα χέρι την Μανιώ και στ' άλλο την κανάτα·& έπειτα μεγαλοφώνως:

— Κάπελα! . . . μια οκά ακόμη και τον λογαριασμό.

Ο ξενοδόχος φέρει τον λογαριασμόν: Είκοσι και τριάντα πέντε.

Ο Λόρδας μεγαλοπρεπώς:

— Παιδιά: κερνώ εγώ απόψε! . . .

Δίδει το χαρτονόμισμα των 25 δραχμών, επευφημούντων μετ' εκπλήξεως των συνδαιτυμόνων. Οι στρατιώται συγκρούουν τα ποτήρια:

— Η ώρα η καλή! . . .

Ο Λόρδας μελαγχολικώς κατ' ιδίαν:

— Η ώρα η καλή! . . . αλλά! . . . χωρίς ρολόγι!

ΣΚΗΝΗ Δ'.

Εις την λεωφόρον Πανεπιστημίου. Ο Σταμάτης σπεύδων το βήμα και αποτεινόμενος προς ένα διαβάτην:

— Κύριε . . . παρακαλώ, τι ώρα έχετε;

Ο διαβάτης φέρων τας χείρας εις τα θυλάκια και κραυγάζων:

— Λωποδύται! . . . βοήθεια!

Ο Λόρδας τρέχων βιαίως και κρυπτόμενος εις το προ του Πανεπιστημίου άλσος;

— Να σε πάρ' η οργή, μαγκούφη! . . . έβαλε τον κόσμο άνω κάτω με τες φωνές του! . . . Τι σκοτάδι εδώ πέρα . . . πίσσα! . . . Να ημπορούσα να ιδώ το ρολόγι! . . . να είχα φως! . . . Έχω ένα κερί επάνω μου, αλλά σπίρτο; . . . &(Προχωρεί και διακρίνει εν τω σκότει σκιάν ανθρώπου καθημένου)&. Πατριώτη, έχεις κανένα σπίρτο; . . . Δεν μιλεί αυτός! . . . τουλάχιστον δεν μ' επήρε για λωποδύτη! . . . Δεν ακούς, πατριώτη; &(Πλησιάζει έτι μάλλον)& . . . Μπα, διάβολε! . . . στον Κοραή μιλούσα! . . .

ΣΚΗΝΗ Ε'.

Εις τον στρατώνα αναγινώσκεται ο κατάλογος της εσπερινής προσκλήσεως.

— Λόρδας Σταμάτης . . .

— Απών!

Ο επιλοχίας:

— Απών, έ; Κ' έμαθα πως είχε τσιμπούσι ο λιμοκοντόρος! . . . Σημείωσέ τον. Καλό γλέντι τον περιμένει.

ΣΚΗΝΗ ΣΤ'.

Εις το μαγειρείον. Η Θοδώρα σύννους παρασκευάζουσα το δείπνον.

— Τι να έγινε αυτός ο παραλυμένος; Πέντε μέρες έχει να φανή!

Ο Σταμάτης εμφανιζόμενος:

— Θοδώρα μου! . . . δεν σου τάλεγα; Την έφαγα την πεντάρα! . . . Μ' έχωσαν στη φυλακή γιατί επήγα αργά στην πρόσκλησι . . .

— Καλά! . . . μα δεν είχες ρολόγι να ιδής την ώρα;

— Ρολόγι πού να στα λέγω! . . . Επήρα ένα ρολόγι, μα αυτό το καταραμένο επήγαινε τόσο εμπρός . . . μα τόσο πολύ εμπρός . . . ώστε . . .

— Ώστε; . . .

— Ώστε . . . δεν ημπορούσα να το ακολουθήσω . . . το έχασα απ' εμπρός μου . . .

— Έτσι ε . . . . το έχασες; . . . Και δεν μου χανόσουνε και συ μαζί μ' αυτό; . . .

— Θοδώρα! . . .

— Να χαθής, σου λέω! . . .

— Θοδώρα! . . . &(προσπαθεί να την εξευμενίση διά τρυφερού εναγκαλισμού)&.

— Γκρεμίσου απ' εδώ! . . . &(αρπάζουσα μίαν σιδηράν εσχάραν και αμυνομένη).&

— Θοδώρα, είσαι άσπλαγχνη, είσαι θηρίον! . . .

Εξακολουθεί δεινή σύγκρουσις, κατά την οποίαν ο Λόρδας δεχόμενος κατά κεφαλής μίαν πληγήν εσχάρας και κατά πρόσωπον μίαν πατσαβούραν με στάχτην τρέπεται εις φυγήν.

ΣΚΗΝΗ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ

Εις την αυλήν του στρατώνος. Ο Σταμάτης Λόρδας αναγινώσκων κατά μόνας βιβλίον και μονολογών.

— Ωρκίσθην να πάρω ένα ρολόγι . . . Ιδού! . . . έως ν' αποκτήσω το απαιτούμενον χρηματικόν ποσόν, ηγόρασα ωστόσον &Ωρολόγιον το Μέγα!& Διαβάζω με ευσέβειαν τους παρακλητικούς κανόνας και παρακαλώ να φωτίση ο Θεός το υπουργείον ή να βάλουν πάλιν σ' ενέργεια την Θοδώρα, ή να τοποθετήσουν πέντ' έξι ρολόγια εις την πόλι!

(1889)

Ο ΑΝΤΕΡΟΒΓΑΛΤΗΣ

(Επιστολή προς το «Άστυ»).

&Αγαπητοί φίλοι και συνάδελφοι.&

Εννοώ κάλλιστα την ανυπομονησίαν και την αγανάκτησίν σας· συναισθάνομαι το καθήκον, όπερ η προνοητική φύσις έταξεν εις εμέ, όπως έταξεν εις τους αστυνομικούς κλητήρας το καθήκον της χαρτοπαιξίας και εις τους επιδόξους υπουργούς της δημοσίας εκπαιδεύσεως το καθήκον της ανορθογραφίας. Δεν υπήρξε προσωπικότης οπωσούν έξοχος πατήσασα επί της κλασικής ταύτης γης και αλευρωθείσα εκ της κόνεώς της, δεν υπήρξε δίπουν ή τετράπουν, λογικόν ως αγόρευσις συνηγόρου εις το Πλημμελειοδικείον, ή άλογον ως εκείνα τα οποία ηγόραζον και μετεπώλουν αενάως κατά το παρελθόν αι κυβερνήσεις της πατρίδος μας, το οποίον να μη υπεβλήθη εις καταναγκαστικήν συνέντευξιν μετά του υποφαινομένου εις αυτάς ταύτας τας στήλας και υπό τον τυραννικόν ζυγόν του λογοπαιγνίου. Όπου και αν κατώκει, εις ξενοδοχείον ή εις ιδιωτικήν οικίαν, εις ανάκτορον ή εις χάνι, τον εύρισκα αμέσως και αι θύραι της κατοικίας του, απρόσιτοι δι' άλλους, ηνοίγοντο ευχερώς δι' εμέ, ως να ήσαν θύραι νομισματικού μουσείου.

Είχετε δίκαιον επομένως να λέγετε απορούντες περί εμού:

— Ακούς εκεί! . . . να είνε εδώ ο Τζακ ο Αντεροβγάλτης και αυτός να μη &τζακισθή& ακόμη να υπάγη να τον ιδή! . . .

Είχετε δίκαιον, αλλά . . . έχετε άδικον!

Νομίζετε, ότι δεν το εσκέφθην εγώ; νομίζετε, ότι δεν με συνεκίνησαν μέχρι δακρύων τα δεινοπαθήματα της κυρά- Γιάνναινας, τα τόσον τραγικώς περιγραφέντα εις τας εφημερίδας, και το μαρτύριον εις το οποίον υπεβλήθη ο φοβερός υπαστυνόμος του Πειραιώς, ηναγκασμένος να διατελή &επί ποδός&, ένεκα των διαδόσεων περί της αφίξεως του απαισίου Αντεροβγάλτη; Νομίζετε, ότι δεν με επτόησε το θάρρος με το οποίον παρέβαινε τας περί γραμματοσήμου διατάξεις, κολλών εις τα παράθυρα τας επιστολάς του, αντί να τας στέλλη διά του ταχυδρομείου, και δεν με εξέπληξεν η ικανότης μετά της οποίας έμαθε την γλώσσαν μας εντός δύο ή τριών ημερών, ώστε να την γράφη καλύτερον από μερικούς δημοσιογράφους;

Ή νομίζετε ότι δεν αντελήφθην και εγώ τον φόβον, όστις διεσπάρη εις τας τάξεις του λαού μας και δεν ήκουσα τας τερατώδεις διαδόσεις περί του μυστηριώδους αυτού επισκέπτου; Ολίγον έλειψε μάλιστα να γίνω αφορμή δυστυχήματος και ιδού πώς.

Ειργαζόμην προχθές εντός του δωματίου μου, ενώ έξω εις την αυλήν εκάθητο εις τον ήλιον η οικοδέσποινά μου κυρά-Πανώρηα πλέκουσα κάλτσαν και συνδιαλεγομένη μετά της γειτονίσσης της κυρά-Βασίλαινας και του μπαρμπα-Θεοδόση αποστράτου ενωμοτάρχου και νοικάρη της. Το θέμα της συνομιλίας των ήτο ο απαίσιος Αντεροβγάλτης· η κυρά-Πανώρηα διετείνετο, ότι τον είδαν τες περασμένες εις το νταμάρι του Στρέφη να ροκανίζη τα κόκκαλα τριών γυναικών οπού είχε σφάξει· η κυρά-Βασίλαινα, η οποία είχε πλύσιν, έτρεμεν εις την ιδέαν, ότι έμελλε ν' αφήση έξω εις την αυλήν τα απλωμένα ρούχα και ο μπαρμπα-Θεοδόσης αρειμανίως στρέφων τον ψαρόν μύστακα έλεγεν, ότι εις το εξής κάθε βράδυ οπού επήγαινε και «επέρναγε την ώραν του» εις έν μπακάλικον της συνοικίας, θα έπαιρνε μαζί του και ένα τουφέκι παλαιόν της Εθνοφυλακής, οπού είχεν εις το δωμάτιόν του. Διά μιας ήνοιξεν η θύρα του δωματίου μου και εισήλθε κάποιος.

Ήτο ο φίλος μου Ησαΐας, φοιτητής εκ Παμφυλίας, όστις, αφού διήκουσεν επί έν έτος τα μαθήματα της Θεολογικής σχολής, ενεγράφη το επόμενον εις την Φαρμακευτικήν. Εφόρει πρότερον ασιατικήν ενδυμασίαν και επειδή κατ' εκείνην την στιγμήν διά πρώτην φοράν τον έβλεπα ενδεδυμένον ευρωπαϊκά δεν τον ανεγνώρισα αμέσως.

— Εσύ είσαι, καλέ;

— Εγώ, δεν με ανεγνώρισες;

— Μα τι τα έκαμες τα αντεριά; [23]

— Τα αντεριά; τα έβγαλα!

— Τα έβγαλες! ανεβόησα μετά φρίκης, μα τότε λοιπόν είσαι και συ Αντεριοβγάλτης!

Μόλις επρόφερα τον κακόν αυτόν αστεϊσμόν και παρευθύς εις την αυλήν, ένθα οι συνδιαλεγόμενοι ήκουσαν τον ανωτέρω διάλογον, εξερράγη φοβερός πάταγος. Η κυρά-Βασίλαινα ώρμησε μετά κραυγών και εκρύφθη υπό τον κάλαθον της αλυσίβας. Ο μπαρμπα-Θεοδόσης έτρεξε να πάρη το τουφέκι της Εθνοφυλακής· η κυρά-Πανώρηα ωπλίσθη γενναίως με έν από τα τσόκαρά της· η Φουντούκω, το κυνάριον της οικοδεσποίνης, υλάκτει μανιωδώς και αι όρνιθες έτρεχον πτήσσουσαι μετά ισχυρού κακαβισμού εντός της αυλής, ενώ από τα γειτονικά παράθυρα ηκούοντο έντρομοι φωναί γυναικών και παίδων:

«Ο Αντεροβγάλτης! ο Αντεροβγάλτης!»

Μετά κόπου ηδυνήθην να σώσω τον εμβρόντητον απομείναντα Ησαΐαν από της μανίας του πλήθους, αναγκασθείς να δημηγορήσω και να διαβεβαιώσω το ακροατήριον — ότι ο ατυχής φίλος μου όχι μόνον δεν έτρωγε κρέας ανθρώπινον, αλλ' ουδ' αυτό το βωδινόν, ειμή κατά τας επισήμους ημέρας, περιοριζόμενος ολιγαρχικώς εις την καθημερινήν κατανάλωσιν των φυτικών ουσιών, εις την οποίαν τον είχεν αρχικώς προορίσει η φύσις, πριν ή μεταμεληθείσα στερήση αυτόν ασπλάγχνως των άλλων δυο ποδών, ούς εσκόπει πρότερον να του δώση.

Όλα ταύτα τα γνωρίζω· αλλά τι τα θέλετε! ανέκαθεν εσχημάτισα την βαθυτάτην πεποίθησιν, ότι ο απαίσιος αυτός Τζακ δεν ευρίσκετο εις την Ελλάδα, διότι δεν ηδύνατο να έλθη.

Ο άνθρωπος αυτός απέκτησε μίαν φήμην παγκόσμιον διά των κατορθωμάτων του, την οποίαν υποθέτω ότι επιθυμεί να διατηρήση. Αλλ' ίσα ίσα η μόνη χώρα όπου η φήμη του θα κατεστρέφετο είνε η ιδική μας. Η Ελλάς είνε η καθαυτό χώρα του ξεκοιλιάσματος. Το να βγάλη τις τα έντερα του άλλου παρ' ημίν είνε το φυσικώτερον πράγμα του κόσμου. Η συνηθεστέρα σκηνή εξ όσων αναγινώσκεις εις τας εφημερίδας μας είνε η εξής περίπου:

Ο Γιάννης και ο Κώστας είνε στενοί φίλοι και πηγαίνουν το βράδυ μαζί να πιούν ένα κρασί. Εις την συνομιλίαν επάνω φιλονεικούν.

— Εκείνο το ρετσινάτο που έπιαμε στην ταβέρνα του Θανάση ήτο καλύτερο, λέγει ο Κώστας,

— Α, μπα! καλύτερο είν' αυτό, απαντά ο Γιάννης.

— Μάλιστα! . . . αγκαλά . . . που ξέρεις εσύ από κρασί!

— Εγώ δεν ξεύρω; . . . εσύ δεν ξεύρεις τι σου γίνεται,

— Είσαι βλάκας!

— Είσαι μασκαράς! . . .

Εις απάντησιν εξάγει ο Κώστας το μαχαίρι και ξεκοιλιάζει τον αγαπητόν του φίλον.

Ύστερα υπό αυτά τα καθημερινά και συνήθη, τι θα ήτο ο Τζακ εδώ; είς κοινότατος ήρως του αστυνομικού δελτίου, αναφερόμενος εκάστοτε μεταξύ του αξιοτίμου κυρίου Βη και του αξιοτίμου κυρίου Ποντική, όστις μίαν ημέραν ήθελε παραπεμφθή εις το Κακουργιοδικείον, όπου θα είχε συνήγορον ένα πολιτευόμενον, θα κατεδικάζετο, και . . . θα ελάμβανε χάριν μετά έξ μήνας από τον υπουργόν της Δικαιοσύνης.

Ο Αντεροβγάλτης! Και νομίζετε, ότι δεν έχομεν ημείς εδώ αντεροβγάλτας; Πόσον απατάσθε!

Προσμείνατε πάλιν να επανέλθη καμμία εμφρακτική υποτροπή εις την Βουλήν μας, και υπάγετε τότε εις το Βουλευτήριον και λάβετε τον ηρωισμόν να καθίσετε έως το πρωί διά ν' ακούσετε την φάλαγγα των διαφόρων ρητόρων ν' αγορεύουν εκ περιτροπής διά τον έντιμον φυγόδικον κ. Παπααναγνωστοθεοχριστοδουλοφιλόπουλον και τότε δύνασθε ν’ αντιμετωπίσετε θαρραλέως ολοζώντανον τον πραγματικόν Τζακ τον Αντεροβγάλτην, όστις δεν θα ηδύνατο πλέον να σας βλάψη, διότι τίποτε δεν εύρισκεν εις την γαστέρα σας.

Δι' όλους αυτούς τους λόγους φρονώ εν πεποιθήσει, ότι ο Τζακ δεν θα απεφάσιζέ ποτε να έλθη εδώ, διά να υποβάλη εις επικίνδυνον συναγωνισμόν το έργον και την φήμην του.

Θα μου παρατηρήσετε ότι, καθά [24] υποτίθεται, ο Τζακ εκτελεί το αποτρόπαιον έργον του χάριν ανατομικών μελετών, διότι αφαιρεί τας μήτρας των θυμάτων του και τας παραλαμβάνει προς σπουδήν.

Αλλ' εις την παρατήρησίν σας απαντώ, ότι εις τον τόπον μας αυτή η αφαίρεσις είνε πράγμα δυσκολώτατον.

Και απόδειξις η Ιερά Σύνοδος, ήτις καίτοι έχει υπ' όψιν της τους αποστολικούς και συνοδικούς κανόνας, τον Ποινικόν Νόμον και το Καταστατικόν του Δρομοκαϊτείου φρενοκομείου, ακόμη δεν απεφάσισε ν' αφαιρέση την &μίτραν& πολλών επισκόπων.

ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ

Ότε αφυπνίσθην προχθές την πρωίαν, ήτο η γλυκεία ώρα της χαραυγής, κατά την οποίαν δεν ηξεύρω τι βαλσαμώνει η φύσις, καθά διαβεβαιοί ο Ζαλοκώστας, αλλά κατά την οποίαν βεβαίως αναπέμπονται προς τον ουρανόν ομού με τους ήχους του Εωθινού και τα κελαδήματα των πτηνών — επί τη υποθέσει ότι έχουν όρεξιν τα πτηνά να κελαδούν αυτήν την εποχήν — αι φοβερώτεραι των βλασφημιών υπ' εκείνων των ταλαιπώρων, των οποίων τον νήδυμον [25] ύπνον και το παρήγορον όνειρον διακόπτει η αγρία ωρυγή του &σαλεπτσή&.

Δεν το λέγω διά να καυχηθώ, αλλά και εγώ ανήκω εις την τάξιν των ατυχών αυτών μαρτύρων. Παραδόξως όμως την ημέραν εκείνην δεν με αφύπνιζεν η θηριωδία των περιπλανωμένων αυτών τεράτων, δεν ήκουον τας λιγυράς [26] φωνάς των κουλουροπωλών, δεν ήκουον βήματα διαβατών εις την πολυσύχναστον οδόν.

Εννόησα ότι κάτι έκτακτον συνέβαινε και προσεκάλεσα τον υπηρέτην μου Αναξίμανδρον, όστις σπουδάζων άμα και υπηρετών, προώρισται να κλείση μίαν ημέραν την γενέθλιόν του νήσον Ωλίαρον, αναρριχώμενος μέχρι του αξιώματος του υπογραμματέως ειρηνοδικείου και μέχρι της περιωπής βοηθού αριστερού ψάλτου. Ήθελα να βεβαιωθώ αν είχε χιονίσει.

— Πήγαινε να ιδής, του είπον, αν μας ήλθεν η Λευκή κόρη του Βορρά . . .

Ο Αναξίμανδρος μεταβάς επέστρεψε μετ' ολίγον λίγων:

— Μας ήλθεν η κυρά-Γιάνναινα.

— Ποία;

— Η πλύστρα μας.

— Μα πώς λοιπόν; η κόρη του Βορρά δεν ετίναξε τα λευκά και αβρά ως φύλλα ιάσμου πέταλα; . . .

— Τα πέταλα τα ετίναξεν από το κρύον η κυρά Σταμάτα, η συντρόφισσα της πλύστρας μας, η οποία ήλθε να της δώσετε τα λεπτά, οπού της χρεωστείτε, διότι της χρειάζονται διά την κηδείαν.

Ερρίγησα τόσον πολύ, ώστε αμέσως εχώθην υπό το εφάπλωμα.

* **

Διότι πρέπει να γνωρίζετε, ότι, οσάκις εμφανίζεται η Λευκή κόρη του Βορρά εις την πόλιν μας, δύο κυρίως πράγματα πολλαπλασιάζονται καταπληκτικώς, τα ποιητικά επίθετα εις τας περιγραφάς των εφημερίδων και αι περιπνευμονίαι.

Η Λευκή αύτη κόρη του Βορρά έχει έν αποτέλεσμα ιδιαίτερον επί του οργανισμού μου. Οσάκις παρουσιάζεται αυτή, με όλην την ποιητικήν λευκότητά της, τα μέλη μου &μελανιάζουν& από το κρύον.

Προσεκάλεσα ένα φίλον μου Ασκληπιάδην και τον ηρώτησα να μου εξηγήση το φαινόμενον.

— Δεν είνε τίποτε, μου απήντησε μειδιών, αυτά είνε αποτελέσματα του ψύχους . . . Είνε και αυτό . . . &ψύχωσις!&

Ορίστε αι νέαι ιδέαι εις την επιστήμην!

* **

« — Δεν ηξεύρεις τι έκαμα!» μου έλεγε θριαμβευτικώς χθες ο αξιοτίμος φίλος μου κ. Ζαχαρίας Παραδαρμένος. «Αφού επήρα την σύνταξίν μου, έτρεξα και την ηγόρασα όλην κάρβουνα και εγέμισα την αποθήκην, εις στιγμήν κατά την οποίαν η αξιότιμος συμβία και σύνευνός μου έλειπεν από την οικίαν, ένεκα επισκέψεων. Όταν επανήλθε και μου εζήτησε τα χρήματα — ξεύρετε δα, ότι η κυρία Θεοδώρα είνε κομμάτι ευερέθιστος! — την επήρα από το χέρι και της είπα μυστηριωδώς:

— Σώπα, καλέ, σώπα και έχομεν θησαυρόν! . . .

Η αξιοτίμος και αγαπητή συμβία με παρηκολούθησε περίεργος μέχρι της αποθήκης.

— Ιδού, είπα, δεικνύων εις αυτήν τον ογκώδη σωρόν, άνθρακες ο θησαυρός!

Δεν ηξεύρω ποίαν απάντησιν έδωκεν η κυρία Θεοδώρα, αλλά μου φαίνεται, ότι είδα ζωηράν και εύγλωττον την απάντησιν εις το πλήρες αμυχών πρόσωπον του αξιοτίμου κ. Ζαχαρία.

* **

Δεν ακολουθώ ακριβώς το σύστημα του αξιοτίμου φίλου μου κ. Παραδαρμένου κατά τας ημέρας ταύτας του υπερβολικού ψύχους, εφαρμόζω όμως έν άλλο ανάλογον.

Κλείομαι εντός της κατοικίας μου και φροντίζω ν' αφαιρέσω ή ν' απομακρύνω εξ αυτής παν ό,τι έχει σχέσιν με το ψύχος.

Οσάκις κρούεται η θύρα, ο Αναξίμανδρος ίσταται εκεί άγρυπνος φρουρός.

— Ποίος είνε;

— Κάποιος εκ μέρους του κ. Ψύχα, όστις θέλει κάτι να αναγγείλη διά την υπόθεσιν του υπογείου σιδηροδρόμου.

— Ο κύριος δεν δέχεται.

— Μπουμ! . . . μπουμ! . . .

— Ποίος είνε;

— Ο κ. Παγώνης . . .

— Μακρυά δι' όνομα Θεού!

Κτυπούν πάλιν. Είνε ο κ. Θερμογιαννόπουλος.

— Η ευγενεία σας ημπορείτε να εισέλθετε.

Έπειτα εκτελείται γενική εκκαθάρισις εις την βιβλιοθήκην.

Τα βιβλία εξετάζονται έν προς έν.

— Τα δράματα ενός βραβευμένου ποιητού . . .

— Μακράν! . . .

— Η νομολογία του Αρείου Πάγου . . .

— Πέταξέ την!

Τα μόνα τα οποία διασώζονται εκ της αυστηράς απογραφής είνε μερικά φύλλα του &Ηλίου& του κ. Πύρλα καί τινες τόμοι της &Εστίας&.

Τα θέτω κατά σειράν και τοποθετούμαι εν τω μέσω αυτών. Αν και αυτή η μέθοδος δεν ισχύση, τότε καταφεύγω εις το τελευταίον μέσον· τα αντικαθιστώ όλα διά μιας φιάλης καλού ρωμίου της Ιαμαϊκής.

Εν ελλείψει, καταφεύγω εις το Ρωμαϊκόν Δίκαιον . . .

* **

Το εξής είνε το τελευταίον κατόρθωμα του Αναξιμάνδρου· το παραδίδω εις την αθανασίαν.

Γράφων μια των ημερών τούτων ελησμόνησα το πραγματικόν γένος της λέξεως ο Πάρνης, του γνωστού όρους της Αττικής, διότι είνε γνωστόν, ότι ο κ. Κόντος έχει προ πολλού επιφέρει αληθή αναστάτωσιν εις τα γένη των ονομάτων.

Έκραξα τον αγαθόν όσον και ευφυά νέον και του είπα:

— Κάμε μου την χάριν, σε παρακαλώ, κύτταξε ποίου γένους είνε το όρος Πάρνης.

Ο Αναξίμανδρος εξήλθε και μετά επισταμένην παρατήρησιν μου απήντησε:

— Δεν ημπόρεσα να διακρίνω, επειδή είνε σκεπασμένο από χιόνι.

(1889)

ΟΙ ΚΥΝΕΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

«Λάσπη, σκυλιά, χαμάληδες, αυτά τα τρία όντα «Της Κωνσταντινουπόλεως τα μόνα προϊόντα».

Αύτη ήτο η αφόρητος επί τέλους καταστάσα επωδός, το αναπόφευκτον πάσης συνδιαλέξεως τέρμα, οσάκις κατά την βραχείαν εν Κωνσταντινουπόλει διαμονήν μου ετύχαινε να παραπονούμαι διά τον παχύν βόρβορον, τον κατακλύζοντα τας στενάς και σκολιάς οδούς της μεγαλοπόλεως εκείνης, κατά τας απαισίως πληκτικάς ημέρας των φθινοπωρινών βροχών, ή εκινδύνευα να καταπλακωθώ από τους ατελευτήτους καλπάζοντας ουλαμούς των αχθοφόρων, κλιμακηδόν τεταγμένων και μετακομιζόντων εν βοή δυσκίνητα βάρη εξαρτώμενα εκ μακρών ξύλων, ή τανάπαλιν εκινδύνευα να καταπλακώσω εγώ ολόκληρον οικογένειαν κυνικήν κατέχουσαν αυθαιρέτως μέγα μέρος της δυσβάτου οδού ή του στενού πεζοδρομίου. Εις τα παράπονά μου, εις τας παρατηρήσεις μου, εις τα επιφωνήματα της εκπλήξεώς μου ήκουα στερεοτύπως προς απάντησιν τους δύο ανωτέρω στίχους με έμφασιν απαγγελλομένους και μέ τινα δόσιν χαιρεκάκου φιλοσκωμμοσύνης. Σημειωτέον ότι οι δύο αυτοί εξαμβλωματικοί στίχοι φέρονται επ' ονόματι του Αλεξάνδρου Σούτσου και εις αυτόν τους αποδίδουν πάντες αδιστάκτως, είτε λόγιοι είνε, είτε χειρώνακτες, είτε επιστήμονες, είτε παντοπώλαι οι απαγγέλλοντες αυτούς. Ο ποιητής του &Περιπλανωμένου& και της &Τουρκομάχου Ελλάδος& έχει βεβαίως πολλάς ποιητικάς αμαρτίας εις την ράχιν του, αλλά δεν είνε δίκαιον, νομίζω, να επιβαρύνεται η μνήμη του και με αυτήν την έμμετρον χυδαιότητα. Αν δε μερικά εκ των ποιητικών του έργων δεν ανταποκρίνονται εις τας σημερινάς καλαισθητικάς αξιώσεις, ήτο όμως αναντιρρήτως αρκετά δεξιός στιχουργός ώστε να συνθέτη στίχους αρτιωτέρους του ραιβού αυτού ζεύγους και αρκετά λογικός ώστε να γινώσκη ότι η λάσπη δεν ανήκει εις τας τάξεις των &όντων&. Και εν τούτοις η ποιητική του φήμη παρά τω ελληνικώ λαώ του Βυζαντίου επί αυτού του επιγράμματος και μόνου θεμελιούται, όπως παρά τω αμαθεί λαώ της ελευθέρας Ελλάδος διαιωνίζεται το όνομά του χάρις εις έν έμμετρον αισχρολόγημα· και ενώ πολλοί ολίγοι γνωρίζουν τας ενθουσιώδεις αποστροφάς του προς το «άγιον και παντοκράτορ πνεύμα της Ελευθερίας», όλοι τον ενθυμούνται χάρις εις έν στιχουργικόν βαναυσοτέχνημα, το οποίον πιθανώτατα δεν είνε ιδικόν του! Αυτάς τας αλλοκότους περιπετείας έχει ενίοτε η υστεροφημία· και όμως υπάρχουν άνθρωποι ταλαιπωρούμενοι εν τη ζωή χάριν αυτού και μόνου του προβληματικού αγαθού!

Οπωσδήποτε, διά ν' αποδειχθή ότι κανέν πράγμα εις τον κόσμον τούτον δεν είνε ανωφελές, το ατυχές αυτό δίστιχον μου εχρησίμευσεν ως αφετηρία εις την παρούσαν διατριβήν, εν τη οποία θα διαλάβω περί ενός εκ των τριών εν αυτώ μνημονευομένων &όντων.& Την λάσπην αφήνω κατά μέρος· δεν θα εξετάσω κατά πόσον τα συστατικά της ομοιάζουν με τα της κασιγνήτου [27] των αθηναϊκών οδών, διότι το θέμα, ως αρκετά γλοιώδες και ολισθηρόν, ενδέχεται να με παρασύρη πολύ μακράν. Τους αχθοφόρους παραδίδω εις τους ιεροκήρυκας, διότι ουδαμού θα εύρουν συνομοταξίαν τόσον εμπράκτως εφαρμόζουσαν το ευαγγελικόν παράγγελμα του αίρειν μετ' αυταπαρνησίας και αντί ελαχίστης αμοιβής όλα τα βάρη του πλησίον. Εκλέγω τους κύνας και επιχειρώ εκ του προχείρου να εκθέσω τας εντυπώσεις, τας οποίας μου επροξένησαν ο ιδιόρρυθμος οργανισμός και τα περίεργα ήθη και έθιμα της πολυπληθούς παρά τον Βόσπορον κοινότητος των τετραπόδων τούτων, κολακεύομαι δε πιστεύων ότι το φιλόμουσον ακροατήριον θα μου φανή επιεικές αν υπολειφθώ των προσδοκιών του, αναλογιζόμενον ότι χάριν της παροδικής αυτού τέρψεως αποπειρώμαι την εσπέραν ταύτην να βάλω, κατά το κοινώς λεγόμενον, τα σκυλιά εις την αγγάρεια.

Μη τις νομίση δε ότι θέλω διά της εκλογής του θέματος τούτου να φανώ νεωτερίζων· διότι πάντες οι επισκεφθέντες την βασιλίδα των πόλεων και θελήσαντες να εκθέσουν τας εαυτών εντυπώσεις ησχολήθησαν ο μεν εκτενέστερον, ο δ' επιτροχάδην και περί των κυνών. Άλλως τε το θέμα είνε τοιούτο εκ φύσεως, ώστε δεν δύναταί τις να το αποφύγη. Διότι, όσον τις και αν θαμβωθή από το εξαίσιον θέαμα του Βοσπόρου, όσον και αν μαγευθή από το κάλλος της εκ του Κερατίου θέας, όσον, και αν συγκινηθή εκ της μεγαλοπρεπείας του ναού της Αγίας Σοφίας και των υπό τους θεσπεσίους θόλους αυτής φωλευουσών ιστορικών και ποιητικών αναμνήσεων, όσον και αν καταθελχθή εκ της ατέρμονος παρελάσεως των περικαλλών σουλτανικών ανακτόρων και αισθανθή εν εαυτώ αναζωογονουμένας τας εκ των παραμυθιών εντυπώσεις της παιδικής ηλικίας, όσον και αν ιλιγγιάση εκ της αενάου τύρβης και του φαντασμαγορικού φυρμού [28] ποικίλων φύλων, ποικίλων φθόγγων, ποικίλων χρωμάτων, αδύνατον είνε επί τέλους το βλέμμα του να μη σταματήση επί της πολυπληθούς στρατιάς των αδεσπότων τετραπόδων, τα οποία νέμονται ως κατακτηταί τας αγυιάς, τας οδούς, την παραλίαν, τας γεφύρας, αυτόν τον ουδόν των οίκων, μόλις επιτρέποντα την διάβασιν εις τα δίποδα, όντα σκελετωδη, φασματώδη, ρυπαρά, ψωραλέα, κοιμώμενα, υλακτούντα, χαριεντιζόμενα, αλληλομαχούντα, ασχημονούντα. Και επί τη υποθέσει δε ότι ο ποιητικός οίστρος του ξένου επισκέπτου είνε τοιούτος, ώστε εν τη προσηλώσει του προς τα ινδάλματα, όσα γεννούν εν τη φαντασία τα απαράμιλλα εκείνα θεάματα, αναισθητεί προς πάντα τα κύκλω του συμβαίνοντα, πολύ ταχέως θ' αναγκασθή να επανέλθη εις την πραγματικότητα εκ του γοερού ολολυγμού ή του απειλητικού γρυλλισμού μανδροσκύλου, του οποίου επάτησεν απροσέκτως την ουράν ή άλλο τι μέλος, καθ' ήν στιγμήν ωνειροπόλει τους θησαυρούς των Καλιφών ή παρετήρει μετά θαυμασμού διά μέσου του διαφανούς πέπλου τους γόητας οφθαλμούς Οθωμανίδος, ή το επίχαρι και προκλητικόν βάδισμα Αρμενίας.