Αττικαί ημέραι

Part 5

Chapter 512 wordsPublic domain

Χθες την νύκτα η αλλοφροσύνη μου δεν είχεν όρια. Περιηρχόμην έξω φρενών εντός του δωματίου μου και εφώναζα:

— Αίμα! αίμα! θέλω να πίω αίμα!

— Αμέσως! ηκούσθη φωνή τις γλυκεία.

Εσταμάτησα εμβρόντητος, ότε μετ' ολίγον είδα προσερχομένην παιδίσκην φέρουσαν ποτήριον, όπερ κατ' ευτυχίαν περιείχεν όχι αίμα αλλά διαυγές και ψυχρότατον ύδωρ εκ της κρήνης. Η παιδίσκη, υπηρέτρια ξένης οικογενείας κατοικούσης εις το άνω πάτωμα, εκαλείτο Έμμα.

Το νερό κατηύνασεν οπωσούν την έξαψίν μου και τούτο με ωφέλησεν επαισθητώς. Είχα φιλονεικήσει από πρωίας με τον οικοδεσπότην μου περί του κατηραμένου ενοικίου, το οποίον είχα την γενναιότητα να καθυστερώ προς αυτόν από μιας όλης εξαμηνίας. Η νευρική μου έξαψις με είχε κάμει να αυθαδιάσω προς αυτόν, εκείνος δε οργισθείς με ηπείλησεν ότι «θα φέρη κανένα κλητήρα να μου κόψη τον βήχα!»

Και είχα τω όντι βήχα και έπασχα από πόνον του λαιμού, αλλ' επροτίμων να υφίσταμαι τας ενοχλήσεις ταύτας παρά να υποβληθώ εις θεραπείαν. Φαντασθήτε, αν επήρχετο εις τον νουν του κλητήρος ή του ιατρού η ιδέα να μου κόψουν τον βήχα . . . με την λαιμητόμον!

Θα μ' ερωτήσετε: Φοβείσαι τόσον την λαιμητόμον;

Έχω το θάρρος ν' απαντήσω εν πάση ειλικρινεία: Ναι!

Προ τριακονταετίας ο μακαρίτης θείος μου, όστις ήτο αξιόλογος άνθρωπος και επί πλέον φίλος στενός του επίσης αξιολόγου κ. Ζαχαρία Παραδαρμένου, συνήθιζε να μου λέγη τακτικώς οσάκις εμάνθανε κανέν μου κατόρθωμα εξόχου αταξίας:

— Μωρέ παιδί μου, δεν έχεις καθόλου κεφάλι!

Και προσέθετε με μελαγχολικήν φιλοσοφίαν:

— Και το χειρότερον είνε ότι όσοι δεν έχουν κεφάλι ημπορεί να καταντήσουν μίαν ημέραν εις την λαιμητόμον!

Την αλήθειαν ταύτην του σεβαστού θείου μου πολλάκις ανελογίσθην μετά φρίκης εις τον κατόπιν βίον· και σήμερον ακόμη, ότε η φοβερά μηχανή περιοδεύει, την αναλογίζομαι· Τω όντι συλλογισθήτε τι θα εγινόμην άν ποτε κατεδικαζόμην να καρατομηθώ ενώ δεν έχω κεφάλι! . . . Τι θα μου έκοπτον τότε; . .

** *

Καθ' όλην την νύκτα κοιμώμενος είδα όνειρα φρικτά. Έβλεπα ότι εκάπνιζα διαρκώς με την καπνοσύριγγα του Αρτόζη την εκτεθειμένην εις το γραφείον της &Καθημερινής&, ότι η κεφαλή ενός παχυσάρκου ρεπόρτερ της &Ακροπόλεως& απεκόπτετο ομού με την του Κοτρώνη, μεθ' ού διήλθε θαρραλέως και φιλοσοφικώς την τελευταίαν νύκτα ως ο Φαίδων με τον Σωκράτη, εξοδεύσας γενναιοφρόνως εις λεμονάδας μέγα μέρος των οικονομιών του, και εξύπνησα ακριβώς ενώ ωνειρευόμην ότι συνεταξίδευα με τον Γαλατάν, μεταβαίνων χάριν διασκεδάσεως εις Γαλατάν . . . της Κωνσταντινουπόλεως. Αφυπνίσθην, διότι κάποιος έκρουε σφοδρώς το παράθυρόν μου.

— Ποίος είνε; ηρώτησα δυσθύμως.

— Ο γαλατάς.

Ανεπήδησα έντρομος επί της κλίνης.

— Ο Γαλατάς! . . . μα δεν τον έκοψαν σήμερα εις τα Φέρσαλα;

— Αφεντικό! ηκούσθη φωνή τραχεία έξωθεν, ή πάρε γάλα, ή δώσε μου εκείνα τα λίγα ψιλά.

— Φύγε, κακούργε! ανεβόησα έσωθεν· φύγε μη ειδοποιήσω την αρχήν . . . εάν δεν υπάρχουν εδώ δήμιοι, υπάρχει όμως ο σπιτονοικοκύρης μου!

Ο γαλατάς φοβηθείς απήλθεν, αφού όμως μου εδήλωσεν αγρίως ότι μου &κόβει& εις το εξής την πίστωσιν.

Η δήλωσις μου προυξένησε ρίγος· ήρχισαν λοιπόν να κόπτουν και εμέ!

Την στιγμήν εκείνην ηκούσθη βρυχηθμός φοβερός. Ήτο η οικοδέσποινά μου, ήτις εφώναζεν:

— Έκοψε! έκοψε! πάει! . . . κρίμας!

Εξήλθα πελιδνός εκ του φόβου εις την αυλήν και την ηρώτησα:

— Τι συμβαίνει, κυρά Μιχάλαινα; ποίος τον έκοψε;

— Τίποτε καλέ, μου απήντησε· λέω για το γάλα που ηγόρασα από τα χθες το βράδυ.

Εξήλθα και μετέβην εις τας εξετάσεις σχολείου, εις τας οποίας ήμην προσκεκλημένος. Ο διδάσκαλος με παρεκάλεσε ν' αποτείνω καμμίαν ερώτησιν προς μαθητήν εξεταζόμενον εν τη γεωγραφία.

— Γνωρίζετε, ηρώτησα το παιδίον, να μου ειπήτε πού κείται ο ισθμός του Παλαμά της Θεσσαλίας, όπου ο Λεσσέψ πρόκειται να κόψη διά της λαιμητόμου τας πέντε κεφαλάς των κακούργων; . . .

Το παιδίον έμεινεν εμβρόντητον ως και πάντες οι παρευρισκόμενοι· και κατ' αρχάς μεν το πράγμα εφάνη αστεϊσμός άκαιρος, αλλ' εν τούτοις επωφελούμενος της ευκαιρίας απηύθυνα και δευτέραν ερώτησιν εις έτερον μαθητήν εξεταζόμενον εις την αριθμητικήν.

— Το τετράγωνον του 52 ποίον είνε; του είπον.

Ο μαθητής έστη διαλογιζόμενος, αλλά χωρίς να τον αφήσω ν' απαντήση προσέθηκα:

— Το 52 είνε ο αριθμός ο παριστών το βάρος της μαχαίρας της λαιμητόμου, ήτις έχει σχήμα Ζ, το τετράγωνον δε το σχηματίζει η στρατιωτική δύναμις.

Τοιαύτη θύελλα αγανακτήσεως εξερράγη μετά την εξήγησιν ταύτην εναντίον μου εν τω ακροατηρίω, ώστε εδέησε να δραπετεύσω, νομίζων δε ότι κατεδιωκόμην ανήλθα μετά σπουδής εις το δωμάτιον φίλου μου, τον οποίον ηύρα πρηνή επί της κλίνης του και γοερώς βοώντα.

— Τι έχεις; τον ηρώτησα απορών.

— Πάσχω! απήντησε, με κόβει . . .

— Σε κόβει! . . . εξαίρετα!

— Πώς! . . . εξαίρετα;

— Βέβαια· ας υποθέσωμεν ότι σε κόβει . . . η λαιμητόμος. Έχω απόλυτον ανάγκην να λάβω μίαν συνέντευξιν μετ' ανθρώπου καταδικασμένου εις θάνατον. Μετ' ολίγας στιγμάς δεν θα υπάρχης πλέον . . .

Ο φίλος μου λησμονήσας τας αλγηδόνας του είχεν ήδη εγερθή και με παρετήρει με οφθαλμούς εκθάμβους.

— Σε παρακαλώ, σε ικετεύω να υποβληθής εις έν πείραμα χάριν της επιστήμης. Εάν ραπισθή η κεφαλή μετά την αποτομήν, δύναται να ερυθριάση; ιδού το ζήτημα. Γνωρίζω πολλάς κεφαλάς, αίτινες, καίτοι στερεώς επί των ώμων των προσκεκολλημέναι, δεν ηρυθρίασαν μετά τα ισχυρότερα ραπίσματα. Έχομεν όμως αφ' ετέρου το παράδειγμα της Καρλόττας Κορδαί. Δέξου να γίνη το πείραμα επί της ιδικής σου κεφαλής· αφού αποκοπή, την ραπίζω εγώ· αν αισθανθής το ράπισμα μου, κλείεις το ένα μάτι, έπειτα την κολλώ πάλιν επί του τραχήλου σου καλά. Δεν έχεις να πάθης τίποτε.

Ο φίλος μου παρακολουθών με διά του βλέμματος εκινήθη προς την άκραν του δωματίου, όπου ευρίσκετο έν σχοινίον δι' ού είχε δέσει το κιβώτιόν του. Εννόησα τον φιλάνθρωπον σκοπόν του.

— Οφείλεις να &λύσης& πρώτον την απορίαν μου και έπειτα να με δέσης, του είπον.

— Μα επί τέλους τι θέλεις; μ' ηρώτησε παραιτηθείς του σκοπού του.

— Θέλω να ιδώ να κόβουν.

— Τίποτε ευκολώτερον· έλα μαζί μου να πάμε εις το χαρτοπαίγνιον.

— Και τι κάνουν εκεί;

— Κόβουν.

— Τι κόβουν;

— Την πασσέτα!

Μετέβημεν τω όντι και το αποτέλεσμα υπήρξεν οδυνηρόν· είχα τριάκοντα φράγκα να πληρώσω Έν χρέος μου και τα έχασα. Σημειωτέον ότι την επαύριον, ως είχα μάθει, έμελλε να μ' εύρη είς δικαστικός κλητήρ να &εκτελέση& εναντίον μου μίαν δικαστικήν απόφασιν.

— Δεν πάμε να δειπνήσωμεν; μου είπεν ο φίλος μου, αφού εξήλθομεν του χαρτοπαικτείου.

Ηρεύνησα τα θυλάκιά μου μετά πόνου και απήντησα θλιβερώς:

— Ευχαριστώ· μου &εκόπηκε& η όρεξις.

Και χωρίς να προφέρω λέξιν άλλην ώδευσα αποφασιστικώς προς την εναντίαν διεύθυνσιν. Υψίστη απόφασις είχεν επέλθει εις το πνεύμα μου.

Ο φίλος μου δεινά υποπτεύων έτρεξε κατόπιν μου.

— Πού πηγαίνεις; με ηρώτησεν.

— Εις το τελωνείον.

— Τι να κάμης;

— Να εύρω τον Τελώνην.

— Διατί;

— Θέλω να μάθω τον χειρισμόν της λαιμητόμου.

— Δυστυχή! ανεβόησεν ο φίλος μου φρικιών, τοιούτο κατάρατον επάγγελμα θέλεις ν' ασπασθής;

— Φίλε μου, απήντησα σοβαρώς και αξιοπρεπώς, είνε σκληρά η απόφασίς μου, το ομολογώ· αλλ' εις αυτήν με εξωθούν δύο πράγματα, άτινα έχουσι σχεδόν πάντοτε στενήν προς άλληλα σχέσιν, η ανάγκη και αι εφημερίδες. Ότι και αν συμβή, έχε υπ' όψιν σου ότι θα είμαι πάντοτε . . . &δήμιος άνθρωπος&!

Αλλ' εις το Τελωνείον δεν ηύρα κανένα, έμαθα δε ότι όλοι οι τελώναι ευρίσκοντο εις την φυλακήν. Φοβηθείς να τους αναζητήσω εκεί απήλθα εις την οικίαν μου και κατεκλίθην. Ευτυχώς το πρωί μετέβαλα γνώμην.

(1887)

ΤΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΤΟΥ ΕΚΛΟΓΕΩΣ

Ερώτ. — Τι είνε ψήφος;

Απ. — Ψήφος είνε έν τεμάχιον μολύβδου, το οποίον κάθε πολίτης έχει το δικαίωμα εν καιρώ εκλογής να ρίψη εις την κάλπην του υποψηφίου διά της χειρός του, ή εις την κοιλίαν του αντιθέτου διά του πυροβόλου όπλου του.

Ερώτ. — Πού κατασκευάζονται αι ψήφοι;

Απ. — Εις το Οπλοστάσιον, διότι και η ψήφος είνε το όπλον των πολιτών. Εκεί επομένως κατασκευάζονται και εκεί φυλάσσονται ομού με τα παλαιά όπλα Σασσεπώ και με την λαιμητόμον.

Ερώτ. — Διατί η ψήφος είνε στρογγύλη;

Απ. — Διά να &γυρίζη& εύκολα.

Ερώτ. — Όλοι οι πολίται έχουν δικαίωμα ψήφου;

Απ. — Όλοι· διότι η λέξις &ψήφος& και η λέξις &πολίται& είνε πάντοτε αρρήκτως συνδεδεμένοι.

Ερώτ. — Πώς τούτο;

Απ. — Διότι η &ψήφος πωλείται.&

Ερώτ. — Ευρίσκεται εις κανένα συγγραφέα η τοιαύτη ετυμολογία;

Απ. — Ευρίσκεται εις τα συγγράμματα και τα κατάστιχα των περισσοτέρων εκ των πολιτευομένων.

Ερώτ. — Έως πότε δύναται να εξασκή το δικαίωμά του ο εκλογεύς;

Απ. — Έως ότου ζη και μετά θάνατον ακόμη.

Ερώτ. — Τίνι τρόπω;

Απ. — Και αφού ο εκλογεύς αποθάνη, ψηφίζει άλλος υπό το όνομά του.

Ερώτ. — Τι είνε κάλπη;

Απ. — Κάλπη είνε δοχείον εκ τενεκέ, όμοιον περίπου μ' εκείνο εις το οποίον αποθέτονται αι ακαθαρσίαι και τα σκουπίδια, με μόνην την διαφοράν ότι εις αυτήν αποθέτονται αι ελπίδες περί της ευημερίας και του μεγαλείου της πατρίδος.

Ερώτ. — Τι ήτο η κάλπη εις την αρχαιότητα;

Απ. — Αγγείον, εις το οποίον εναπετίθετο η κόνις των νεκρών.

Ερώτ. — Και εις τους νεωτέρους χρόνους;

Απ. — Εις τους νεωτέρους χρόνους η κάλπη χρησιμεύει προς εναπόθεσιν της κόνεως της δημοτικότητος των αποτυχόντων υποψηφίων.

Ερώτ. — Τις ήτο εφευρέτης της κάλπης;

Απ. — Ο απόστολος Παύλος, όστις ωνομάσθη διά τούτο &σκεύος εκλογής.&

Ερώτ. — Εις τι χρησιμεύει η κάλπη;

Απ. — Άνθρωποι, τέως άγνωστοι, γίνονται δι' αυτής γνωστοί ως &κάλπικοι παράδες.&

Ερώτ. — Έχει αναλογίαν η κάλπη με τον υποψήφιον;

Απ. — Έχει· διότι και η κάλπη, ως ο υποψήφιος, λέγει από το έν μέρος &ναι& και από το άλλο &όχι&.

Ερώτ. — Τις είνε ο πρώτος εκλογικός συγγραφεύς;

Απ. — Ο Βιργίλιος, όστις, εκτός της Αινειάδος, έγραψε και Γεωργικά και &Εκλογάς.&

Ερώτ. — Τι είνε ο εκλογεύς;

Απ. — Άνθρωπος, όστις, αφού ενηλικιωθή και αποκτήση δικαίωμα ψήφου, χάνει αμέσως την ανθρωπίνην του ιδιότητα και γίνεται απλούς αριθμός εις τον εκλογικόν κατάλογον.

Ερώτ. — Τι είνε υποψήφιος εν γένει;

Απ. — Άνθρωπος πιστοποιών την ύπαρξίν του διά πολυχρόων προγραμμάτων τοιχοκολλωμένων εις τους δρόμους,

Ερώτ. — Τίνα τα προσόντα του υποψηφίου;

Απ. — Να γνωρίζη γράμματα διά να αναγινώσκη τον εκλογικόν κατάλογον, να έχη πολλούς κουμπάρους και να διατηρή ανοικτόν σαλόνι κατά τας ημέρας των εκλογών.

Ερώτ. — Διατί πρέπει να έχη σαλόνι ο υποψήφιος;

Απ. — Διότι ο εκλογικός &σάλος& απαιτεί να υπάρχη και εκλογική &σάλα.&

Ερώτ. — Τι πρέπει απαραιτήτως να πράξη ο υποψήφιος;

Απ. — Προ της εκλογής να κάμη μίαν διαδήλωσιν, μετά την εκλογήν να κάμη μίαν δήλωσιν δι' ής να ευχαριστή τους συμπολίτας του, είτε επιτύχη είτε όχι.

Ερώτ. — Τι είνε υποψήφιος δήμαρχος;

Απ. — Άνθρωπος ομοιάζων με την Εκκλησίαν.

Ερώτ. — Διατί;

Απ. — Διότι, επειδή συνήθως εις τα προγράμματά του αποκαλεί εαυτόν &τέκνον του λαού&, έχει, όπως και η Εκκλησία, πολλάς χιλιάδας &πατέρων&.

Ερώτ. — Τι είνε υποψήφιος πάρεδρος;

Απ. — Άνθρωπος όστις συνήθως δεν κάμνει τίποτε και όστις δεν επιθυμεί να μεταβάλη το επάγγελμά του.

Ερώτ. — Και υποψήφιος σύμβουλος;

Απ. — Άνθρωπος διατελών ενίοτε εις κατάστασιν απαγορεύσεως και όστις επιθυμεί να συμβουλεύη τον δήμον.

Ερώτ. — Ποίον είνε το συμπέρασμα;

Απ. — Το συμπέρασμα είνε ότι, αφού αλλάζομεν υποκάμισον τουλάχιστον καθ' εβδομάδα, πρέπει ν' αλλάζωμεν δήμαρχον τουλάχιστον κατ' έτος. Επί μίαν τετραετίαν είνε αδύνατον να υπάρχη δήμαρχος αμέμπτου καθαριότητος.

(1887)

ΤΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΟΝ ΚΑΙ ΑΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

(Προκαταρκτικαί εικόνες).

Δεν εννοώ ποσώς να ψέξω το μέτρον, περί ού εγένετο κατ' αυτάς σκέψις, την εισαγωγήν δηλαδή των γυναικών εις την ταχυδρομικήν υπηρεσίαν του Κράτους. Το μέτρον τούτο από πολλού εισήχθη εν Ευρώπη και κατεδείχθη αποφέρον εξαίρετα αποτελέσματα· το θεωρώ δε συντελεστικώτατον αφ' ετέρου εις την βελτίωσιν της τύχης του παρ' ημίν γυναικείου φύλου, ούτινος ευρύνεται ούτως ο κύκλος του βιοποριστικού σταδίου, ενώ εναμίλλως οφείλει μετά του ανδρός ν' αγωνίζεται τον αγώνα του βίου. Άλλως τε, αφού προ καιρού είνε παραδεδεγμένον, ότι αι γυναίκες είνε δυνατόν να διαπρέψουν εις τα γράμματα, δεν βλέπω τον λόγον τον αποκλείοντα αυτάς από το κατ' εξοχήν βασίλειον των &γραμμάτων.& Λαμβάνων όμως υπ' όψιν αφ' ετέρου τα ήθη, τα έθιμα, τας ιδέας μας, τας επικρατούσας εν κοινωνία και εν τη πολιτική συνθήκας, φαντάζομαι από τούδε μερικάς σκηνάς δυναμένας κάλλιστα, να συμβούν.

ΣΚΗΝΗ Α'.

Κατ' οίκον ο πατήρ συλλαμβάνει την θυγατέρα εγχειρίζουσαν από του παραθύρου επιστολήν εις τον εραστήν.

Ο ΠΑΤΗΡ (οργίλως).

Τι κάνεις εκεί;

Η ΘΥΓΑΤΗΡ (φοβισμένη).

Μπαμπά! . . . τίποτε! . . .

Ο ΠΑΤΗΡ

Πώς τίποτε! . . . Αφού σε είδα που έδιδες γράμμα εις εκείνον τον φαυλόβιον . . . Ραβασάκι, έ; . . .

Η ΜΗΤΗΡ (παρεμβαίνουσα).

Μα, άνδρα μου . . . το κορίτσι μας γυμνάζεται διά την ταχυδρομικήν υπηρεσίαν . . . Δεν είπαμεν, ότι θα διορισθή εκεί; . . .

Ο ΠΑΤΗΡ (κατευναζόμενος).

Α! . . . έτσι; . . . αλλάζει τότε! . . .

ΣΚΗΝΗ Β'.

Εις το ταχυδρομείον· πλησιάζει κομψός τις νέος και ερωτά.

Ο ΝΕΟΣ

Έχω γράμμα;

Η ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ (έσωθεν).

Έχεις, ναι! . . . κακούργε!.. άθλιε! . . . προδότα! . . .

Ο ΝΕΟΣ (έκπληκτος).

Καλλιόπη! . . .

Η ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ

Φύγε, τέρας! . . . Έχεις την αναίδειαν να το ζητής από εμέ; . . .

Ο ΝΕΟΣ

Μα τι συμβαίνει λοιπόν;

Η ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ

Κρημνίσου απ' εδώ! . . . Δεν σου το δίδω το γράμμα.

Ο ΝΕΟΣ

Καλλιόπη! . . . θα με φέρης εις απελπισίαν! . . . θα σε καταγγείλω!

Η ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ

Θα με καταγγείλης; . . . Νά, θηρίον! . . . πάρε το γράμμα σου!

Ο ΝΕΟΣ (αποσφραγίζων την επιστολήν και δεικνύων αυτήν προς την υπάλληλον).

Κύτταξε την υπογραφήν «Παΐσιος ιερομόναχος»· είνε του θείου μου, όστις μου στέλνει κάλτσες μάλλινες . . . Έχεις ακόμη υποψίας;

Η ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ (συγκεκινημένη).

Παύλε! . . . συγχώρησέ με! Είμαι ζηλότυπος!

ΣΚΗΝΗ Γ'.

Εις το δωμάτιον του Υπουργού, είς Βουλευτής συνομιλεί μετ' αυτού

Ο ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ

Λοιπόν θα την διορίσωμεν, κύριε Υπουργέ;

Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ

Ποίαν;

Ο ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ

Την κυρίαν Κλεοπάτραν . . .

Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ

Εις την πρωτεύουσαν, αδύνατον! Είνε θέσις πολύ ενδιαφέρουσα . . .

Ο ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ

Μα ίσα ίσα, αυτή είνε καταλληλοτέρα πάσης άλλης . .

Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ

Διατί;

Ο ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ

Διότι ακριβώς ευρίσκεται εις κατάστασιν ενδιαφέρουσαν!

ΣΚΗΝΗ Δ'.

Εν τω γραφείω της γενικής διευθύνσεως, ο Διευθυντής προσκαλεί παρ' αυτώ την υπάλληλον δεσποινίδα Ασπασίαν.

Ο ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ (σοβαρός)

Δεσποινίς, υπεπέσετε εις παράπτωμα βαρύ . . . Αυτός ο φάκελος, τον οποίον μου έστειλαν ανωνύμως, περιείχεν επιστολάς . . .

Η ΑΣΠΑΣΙΑ (ερυθριώσα).

Κύριε Διευθυντά . . . απετείνοντο προς τον αρραβωνιαστικόν μου . . .

Ο ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ

Πολύ καλά, δεσποινίς . . . είσθε κυρία να γράφετε εις όποιον θέλετε· αλλά κυττάξατε . . . δεν φέρουν γραμματόσημον.

ΑΣΠΑΣΙΑ (συνεσταλμένη).

Αλλ' αφού δεν τα έστειλα με το ταχυδρομείον;

Ο ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ

Και αυτό ακριβώς είνε το παράπτωμά σας . . . Η κυβέρνησις, ήτις προέβη εις το μέτρον του διορισμού γυναικών εις τον ταχυδρομικόν κλάδον, απέβλεπε διά τούτου εις την ζωηροτέραν ανάπτυξιν της αλληλογραφίας και την αύξησιν των ταχυδρομικών τελών. Πηγαίνετε και εις το εξής να είσθε προσεκτικωτέρα!

ΣΚΗΝΗ Ε'.

Έξωθεν της θυρίδος του ταχυδρομείου· πλησιάζει δι' εικοστήν φοράν είς λιμοκοντόρος σταθμεύων διαρκώς εις την στοάν.

Ο ΛΙΜΟΚΟΝΤΟΡΟΣ

Έχω κανένα γράμμα;

Η ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ (έσωθεν).

Μα, κύριε, μ' εσκοτίσατε επί τέλους. Από πού περιμένετε γράμμα; . . . Από ποίον! . . .

Ο ΛΙΜΟΚΟΝΤΟΡΟΣ (στενάζων φλογερώς).

Από ποίον; . . . Και μ' ερωτάς, άσπλαγχνε;

Η υπάλληλος προσκαλεί τους κλητήρας εις βοήθειαν και ο λιμοκοντόρος αποδιώκεται διά λακτισμών.

Ο ΣΟΦΟΣ ΧΟΙΡΟΣ

Ότε έμαθα, ότι μεταξύ των διαφόρων ησκημένων ζώων, τα οποία επιδεικνύουν καθ' εσπέραν την μάθησίν των εις το παρά τον σταθμόν του σιδηροδρόμου Λαυρείου ιπποδρόμιον υπήρχε και είς χοίρος εξόχου νοημοσύνης και ευφυίας, καταθέλγων το δημόσιον με τα διάφορα γυμνάσιά του, ανεπέτασα τας χείρας προς τον ουρανόν και ηυλόγησα τον θρίαμβον του ανθρωπίνου πνεύματος.

— Ιδού, είπα, τιθασεύονται τα μάλλον άγρια των θηρίων, εκπαιδεύονται και τα μάλλον δύσνοα των ζώων. Γυμνάζονται οι ίπποι, οι πίθηκοι, αι αίγες· εξημερούνται αι άρκτοι και αι παρδάλεις. Ο ατρόμητος Μπουν, ο αμερικανός συνταγματάρχης, εισέρχεται καθ' εσπέραν εις τον κλωβόν των λεόντων, περιέρχεται την Ευρώπην και &πάει λέοντας!& Ιδού ότι δεικνύουν ευφυίαν οι όνοι και επιδεξιότητα οι χοίροι. Θεέ μου! υπάρχει λοιπόν ελπίς να ίδωμεν μίαν ημέραν και τιθασευμένους βουλευτάς;

Και η πρώτη μου σκέψις υπήρξε να ίδω εκ του πλησίον το αξιοπερίεργον αυτό τετράποδον, να λάβω, ει δυνατόν, παρ' αυτού εξηγήσεις τινάς και πληροφορίας περί της ικανότητός του και των εντυπώσεών του εκ της ενταύθα διαμονής του.

Το έργον δεν ήτο ευχερές, αλλ' οφείλω να εκφράσω την ευγνωμοσύνην μου προς τον αξιόλογον λαοφιλή &παλιάτσον& Αντώνιον, τον προγυμναστήν και αχώριστον σύντροφον του σοφού χοίρου, προς όν έσχον την ιδέαν ν' αποταθώ και όστις λίαν ευγενώς ανεδέχθη να διευκολύνη την ποθητήν συνέντευξιν.

— Έρχομαι θαρρών, του είπα, διότι είμαι και εγώ &χοιρώναξ& των γραμμάτων. Μέχρι τούδε εγνώρισα μόνον χοροδιδασκάλους, οίτινες ομολογώ ότι δεν ήσαν πολύ ευφυείς· χαίρω, διότι μου παρέχεται η ευκαιρία να γνωρίσω ένα τόσον νοήμονα και επιτήδειον &χοιροδιδάσκαλον.&

— Και εις ποίαν γλώσσαν θα εξηγηθήτε; με ηρώτησεν ευχαριστηθείς εκ της προσαγορεύσεως.

— Επειδή δεν έτυχέ ποτε να σπουδάσω την γλώσσαν των κοινοβουλευτικών συνδιαλέξεων και των προσωπικών διατριβών, η συνεννόησις κατ' ανάγκην θα γίνη διά &χοιρονομιών&.

Ο Αντώνιος παρεδέχθη, αναδεχόμενος μάλιστα να χρησιμεύση και ως διερμηνεύς.

— Έξοχον και προνομιούχον τετράποδον, είπα μόλις ενεφανίσθην προ του ζώου, σε χαιρετίζω μετά του προσήκοντος θαυμασμού. Είδα μέχρι τούδε σοφούς, οίτινες πιθανόν να ήσαν και χοίροι· τα ανώτερα ημών διδακτήρια κάτι γνωρίζουν περί τούτου. Είδα σοφούς εκδίδοντας &εγχοιρίδια,& αλλά χοίρον σοφόν ομολογώ ότι δεν είδα ακόμη.

Ο σοφός χοίρος εθέλχθη εκ της προσφωνήσεώς μου και απήντησε διά παρατεταμένου γρυλλισμού ευχαριστηρίου.

Η πρώτη μου ερώτησις ήτο περί των εκ της πόλεώς μας εντυπώσεών του. Η εις εμέ διαβιβασθείσα διά του Αντωνίου απάντησις είχεν ως εξής:

— Τόσον μου ήρεσεν η πόλις σας και ιδίως η κατάστασις των οδών σας, ώστε, αν ήτο εις την εξουσίαν μου, θα ενεγραφόμην δημότης διά να διαμένω διαρκώς εδώ.

— Η επιθυμία σας μας κολακεύει πολύ, απήντησα, και θα φροντίσω να την διαβιβάσω καταλλήλως εις το δημοτικόν μας συμβούλιον· αλλ' επειδή ευρισκόμεθα εις το θέμα αυτό, επιθυμώ να σας ερωτήσω περί ενός αντικειμένου της ειδικής αρμοδιότητός σας. Τι φρονείτε περί των κατασκευαζομένων αποχωρητηρίων;

— Το κατ' εμέ δεν τα εγκρίνω, είπεν ο τετράπους μαθητής του Αντωνίου· προτιμώμεν τα πράγματα να μένουν εις την φυσικήν των κατάστασιν. Αλλά βεβαίως θα είνε λόγος πολιτικός.

— Πολιτικός! . . . διατί;

— Διότι, ως ήκουσα, η αντιπολίτευσίς σας έχει το ιδίωμα ν' αποχωρή συχνά και ο πολλαπλασιασμός των αποχωρητηρίων έγινεν επίτηδες, όπως διευκολύνη την συνταγματικήν της ταύτην λειτουργίαν.

Το &επιχοίρημα& ήτο τόσον ακαταμάχητον, ώστε εδέησε να το παραδεχθώ.

— Και περί του ύδατος της πόλεως ποίαν γνώμην έχετε; εξηκολούθησα.

— Φανερόν είνε, απήντησεν ο ευφυής χοίρος, ότι το ύδωρ κλέπτεται από τα υδραγωγεία, εις τα οποία ανοίγουν τρύπας. Και αύται είνε αι μόναι τρύπαι εις το νερόν, αι οποίαι έχουν σημασίαν.

— Και περί της λιθοστρώσεως τι λέγετε;

— Βλέπω εις τας εφημερίδας..; à propos, σας συγχαίρω και διά μερικάς εξ αυτών, διότι οι συντάκται των &χοιρίζονται& τον κάλαμον με πολλήν χάριν και ευρίσκω εις αυτάς άφθονον τροφήν . . . βλέπω λοιπόν, ότι ο δήμαρχός σας &λιθοβολείται& καθ' εκάστην παρά διαφόρων εταιρειών. Ανέγνωσα όμως και όσα έγραψε περί τούτου είς καθηγητής του Πανεπιστημίου και έχω την τιμήν να συμμερίζωμαι πληρέστατα την γνώμην του κυρίου καθηγητού.

— Επιθυμείτε να συνομιλήσωμεν και περί της πολιτικής; ηρώτησα μετά τινος δισταγμού.

Ο χοίρος εποίησε κίνημα απαρεσκείας.

— Διότι ανακατεύομαι εις τον βόρβορον ενίοτε, απήντησε, δεν έπεται ότι ανακατεύομαι και εις την πολιτικήν.

— Θα ηκούσατε βεβαίως περί της πολυκρότου υποθέσεως των ανακαλυφθεισών τελωνειακών και ταμειακών καταχρήσεων; Μου επιτρέπετε να σας ερωτήσω ποίαν ιδέαν έχετε περί αυτών;

— Η ιδέα μου, κύριε, είπε μετ' αξιοπρεπείας ο χοίρος, είνε πολύ παρήγορος και κολακευτική διά το γένος μας. Μέχρι τούδε ενόμιζα, ότι ημείς είμεθα τα μάλλον λαίμαργα και μάλλον παμφάγα των ζώων, ότε όμως επληροφορήθην τι έπραττον οι τελώναι και οι ταμίαι, απέβαλα την πεπλανημένην ταύτην ιδέαν.

Εξαντληθέντων των θεμάτων, η συνέντευξις έληγε κατ' ανάγκην. Ηγέρθην όπως αναχωρήσω και ηυχαρίστησα το ευγενές ζώον.

— Διά της ευμενείας σας κατεστήσατε &υποχοίριον& την ευγνωμοσύνην μου, τω είπα. Εύχομαι να παραταθή όσον το δυνατόν περισσότερον ο βίος σας, μολονότι αυτός είνε εξησφαλισμένος ένεκα της σοφίας και της ικανότητός σας, και το ανθρώπινον γένος ν' αργήση επί πολύ να φάγη τα χοιρομήριά σας.

Ο χοίρος με ηυχαρίστησεν επί τη ευχή και προσέθηκε:

— Σκοπεύω να διατρίψω επί τινας εισέτι ημέρας ενταύθα· θέλω να επισκεφθώ το Βουλευτήριόν σας, το Χρηματιστήριον, το Δημαρχείον και το παλαιόν θέατρον του Μπούκουρη, το οποίον μου λέγουν ότι είνε πολύ εύμορφον και εις το οποίον απορώ διατί δεν με έφερεν ο εργολάβος μου να δίδω παραστάσεις. Τας περαιτέρω εντυπώσεις μου, εάν δεν σας ίδω και δευτέραν φοράν, θα σας τας στείλω εγγράφως διά του Αντωνίου.

Εξήλθα καταγοητευμένος και θαυμάζων την διανοητικήν περιωπήν εις την οποίαν έφθασε το γένος των χοίρων. Εσκεπτόμην ότι τα δαιμόνια, άτινα έπεμψεν άλλοτε ο Χριστός εις την αγέλην αυτών εν τη χώρα των Γεργεσηνών, επενήργησαν εις την μόρφωσιν αυτών. Υπό τοιούτων κατειχόμην συλλογισμών, όταν συνήντησα ένα φίλον μου περίλυπον και πενθηφορούντα.

— Τι σου συνέβη; τον ηρώτησα.

— Δεν τα έμαθες; απήντησε κατηφής· απέθανεν η σύζυγός μου!

Ήρπασα την χείρα του και την έθλιψα εγκαρδίως.

— Σε συγχαίρω! του είπα μετά παραφοράς.

Ο φίλος μου έμεινεν εμβρόντητος διά τα συγχαρητήριά μου και με προσέβλεπεν άφωνος και μη δυνάμενος να εννοήση.

— Ναι, σε συγχαίρω, επανέλαβα. Πρωτύτερο δεν ηξεύρω τι ήσο, αλλά τώρα είσαι βεβαίως κάτι, αφού έγινες &χήρος&!

(1888)

Η ΘΟΔΩΡΑ

ΔΡΑΜΑ ΤΟΥ ΣΑΡΔΟΥ ΜΕΤΕΝΕΧΘΕΝ ΕΙΣ ΤΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΑ ΕΘΙΜΑ

ΣΚΗΝΗ Α'.

Ο στρατιώτης του 3 λόχου του 2 τάγματος του 1 συντάγματος Σταμάτης Λόρδας εισέρχεται εις το μαγειρείον, ένθα η ποθητή της καρδίας του Θοδώρα κόπτει αυγολέμονον διά τους παρασκευασθέντας ντολμάδες, προχωρεί ωχρός και βαρύθυμος, και με φωνήν πένθιμον ανακράζει:

— Θοδώρα! σε κατήργησαν.

Η Θοδώρα χωρίς ν' αφήση την εργασίαν της:

Τι λες, βρε χάχα;

Λόρδας ισχυρότερον: — Σου λέγω, ότι σε κατήργησαν, ότι μας αφάνισαν, μας κατέστρεψαν! . . .

Και ενταυτώ χώνει τας χείρας εις την λοπάδα [22] και αρπάζει δύο ντολμάδες, τους οποίους καταβροχθίζει.

Η Θοδώρα μανιώδης:

— Βγάλ' τα κούτσουρά σου απ' εκεί! . . . Μίλα, βρε κορόιδο της φανταρίας, τι έπαθες;

— Μα δεν ακούς λοιπόν; σε κατήργησαν, σου λέγω!

— Ποίος με κατήργησε;

— Ο υπουργός των Στρατιωτικών!

— Ο υπουργός; . . . Και τι έχω να κάνω μαζί του;

— Ξέρω κ' εγώ! . . . νά, από ζηλοτυπία φυσικά! . . .

— Μα τι έκαμα;

— Πάλι! . . . Σου λέγω πως κατήργησε τη Θοδώρα! . . .

— Τη σάλπιγγα;

— Ναι, τη σάλπιγγα, το αποχωρητήριον και μαζί με την σάλπιγγα και εσέ και τας συνεντεύξεις μας και τον έρωτά μας! . . . Πώς θα πηγαίνω εγώ τώρα από το Μεταξουργείον εις τα Παραπήγματα χωρίς σάλπιγγα; . . . Σου λέγω πως μας αφάνισε!

— Και γι' αυτό χάνεσαι, βρε βλάκα; . . . Δεν 'μπορείς να ξέρης την ώρα και να γυρίσης εις τον στρατώνα;

— Και πού να την ιδώ την ώρα;

— Εις το ρολόγι;

— Και πού να ιδώ το ρολόγι;

— Σε κανένα μπακάλικο . . . σε κανένα καφενείο . . .

— Και αν πηγαίνη οπίσω το ρολόγι του καφενείου; . . . Δεν μ' αφήνεις, καλέ!. . . . Αχ! να είχα τουλάχιστον ένα ρολόγι δικό μου! . . .

Η Θοδώρα μετά σκέψιν:

— Ε! . . . ας είνε! Τυχερός ήσουν και σούφεξε. Μου έκαμε σήμερα χάρισμα η κυρά μου 25 δραχμάς να πάρω φουστάνι. &(Ερευνά εις τα θυλάκιά της και του εγχειρίζει τας 25 δραχμάς).& Νά! πάρε εσύ ένα ρολόγι!

Ο Λόρδας μετά συγκινήσεως:

— Θοδώρα! με σώζεις! . . . με γλυτώνεις! . . . Είχα απόφασι ν' αυτοχειριασθώ και θα επήγαινα από &άωρον& θάνατον!

ΣΚΗΝΗ Β'.

Εις το αυτό μαγειρείον την επομένην εσπέραν. Ο Λόρδας μετ' ανησυχίας ερωτά:

— Τι ώρα είνε;

Η Θοδώρα απορούσα:

— Μα δεν επήρες το ρολόγι;

— Πού ρολόγι! . . . σήμερα όλη μέρα ήμουν αγγαρεία εις την υπηρεσίαν. Τώρα το βράδυ άρπαξα μια στιγμή να έλθω να σε ιδώ! . . . Κύτταξε το ρολόγι του αφεντικού σου . . .

Η Θοδώρα επιστρέφουσα:

— Είνε έξι και είκοσι.