Part 4
— Πότε λοιπόν για την Αθήνα; ηρώτησε τον περίλυπον δήμαρχον εισερχόμενος οικείως μετά τινας ώρας εις το γραφείον του ο κ. Μανώλης Ανοικτομμάτης, δικολάβος εις το ειρηνοδικείον, τοκιστής, κομματάρχης και κουμπάρος του κ. Σωτηρίου, έχων μετ' αυτού και προ πάντων μετά της &κουμπάρας& οικειότητα, ήτις κατά τας κακάς γλώσσας του χωρίου εδήλου ότι η ευρεία περιφέρεια της κυρίας Γαρουφαλλιάς δεν ήτο όλως ξένη προς την κομματαρχικήν δικαιοδοσίαν του κ. Μανώλη. — Πότε για την Αθήνα; Χαρά στην τύχη σας! Είδα κ' εγώ εις την εφημερίδα τα όσα θα σας γίνουν.
— Ποίαν εφημερίδα; ηρώτησε μετά περιεργείας ο δήμαρχος.
Ο κουμπάρος του έσυρεν εκ του θυλακίου του και του ενεχείρισε ρικνόν [16] και ερρυπωμένον [17] φύλλον της «Παλιγγενεσίας», προς το οποίον ο δήμαρχος έρριψεν απλήστως το βλέμμα και αφού επισταμένως ανέγνωσεν αυτήν ανέκραξεν αγαλλιών:
— Μα λοιπόν είνε ενήλιξ!
— Ποίος; ηρώτησεν απορών ο κ. Μανώλης.
— Ο διάδοχος! Δόξα σοι ο Θεός! . . . ήλθε η καρδιά μου στη θέσι της· δεν πρόκειται λοιπόν διά μηχανορραφίας κατά του Συντάγματος! . . . Τότε θα υπάγω μετά χαράς.
Και έσπευσε ν' ανακαλέση την προς την σύζυγον δευτέραν παραγγελίαν και να μηνύση εις τον Φώτην να μη ξεσυμφωνήση τα μουλάρια.
Η χαρά του αγαθού δημάρχου διήρκεσε μέχρι της εσπέρας. Αλλά δεν είχεν αποτελειώσει το δείπνον, ότε ο τηλεγραφικός διανομεύς ελθών από την πρωτεύουσαν της επαρχίας τού ενεχείρισε τηλεγράφημα. Ο κ. Σωτήριος το ήνοιξε μετά σπουδής και είδεν ότι ο τηλεγραφών προς αυτόν εξ Αθηνών ήτο ο πολιτικός του φίλος τέως βουλευτής και υποψήφιος κ. Κουνουπίδης. Έλεγε δε το τηλεγράφημα:
«Μη αναχωρήσης πρωτεύουσαν· πρόσκλησις παγίς· τεκταίνονται απαίσια· ταχυδρομικώς καθέκαστα».
Ο δήμαρχος έπεσε βαρύθυμος επί μιας έδρας και με θρηνώδη φωνήν είπε προς την προσελθούσαν σύζυγον:
— Γαρουφαλλιά μου! μην ετοιμάσης τίποτε! . . . κοντεύω να παλαβώσω! . . . Και συ, Φώτη, προσέθηκε στραφείς προς τον κλητήρα, να πας να πης πως δεν έχομεν πλέον ανάγκην διά τα μουλάρια.
* **
Φοβεράν νύκτα διήλθεν ο ταλαίπωρος δήμαρχος και φρικτά όνειρα είδε κατά τας ολίγας ώρας καθ' άς εκοιμήθη. Οτέ μεν έβλεπεν ότι, ενώ ευρίσκετο εις τας περιχρύσους αιθούσας των ανακτόρων, το έδαφος αίφνης ηνοίγετο υπό τους πόδας του και εβυθίζετο εις βάραθρον, οτέ δε ότι συνελαμβάνοντο όλοι ομού οι δήμαρχοι εντός της Μητροπόλεως υπό χωροφυλάκων και εξηναγκάζοντο διά της λόγχης ν' αποκηρύξουν το Σύνταγμα. Ευθύς ως εξύπνησε, δύσθυμος με οφθαλμούς ερυθρούς, έπεμψε δεξιά και αριστερά εις τα πέριξ χωρία να του φέρουν όσας εφημερίδας ήθελον εύρει και κατηνάλωσε σχεδόν τα δύο τρίτα της ημέρας του αναγινώσκων αυτάς. Αι περιγραφαί των εορτών, αι περί της χρυσής αμάξης του βασιλέως πληροφορίαι, αι παρατάξεις, οι χοροί εις τα Ανάκτορα, το γεύμα εις το δημαρχείον και προ πάντων η περί του παρασήμου υπόσχεσις εξήψαν το πνεύμα του αγαθού κυρίου Σωτηρίου και ενέπνεον αυτώ ακατανίκητον επιθυμίαν. Αλλ' έπειτα ήρχοντο αι συζητήσεις περί της ενηλικιότητος ή μη, η κατακραυγή περί παρανομίας, αι καταγγελίαι περί των κυβερνητικών και αυλικών σκευωριών, και το αίμα του πάλιν επάγωνε και η αμφιβολία εισήρχετο εις την ψυχήν του και ηγείρετο περιπατών και ψιθυρίζων:
— Είνε άρα ενήλιξ ή όχι; Ποίος τέλος ημπορεί να με διαφωτίση;
Και ως να εισήκουσεν αμέσως ο Θεός την επιθυμίαν του, εισήλθε κατ' εκείνην την στιγμήν ασθμαίνων ο Φώτης φέρων έν έγγραφον με την σφραγίδα της Νομαρχίας. Ο δήμαρχος το ήνοιξεν, ανέγνωσεν αυτό μετά σπουδής και η μορφή του ιλαρύνθη.
— Α, τους μασκαράδες! ανεβόησεν· επίτηδες λοιπόν τα γράφουν διά να κάνουν αντιπολίτευσιν! . . . Φώτη! τρέξε γρήγορα, σε παρακαλώ, να βρης πάλι τα μουλάρια! . . . Γαρουφαλλιά! . . .
Αλλ' ο Φώτης αυτήν την φοράν δεν εκινήθη.
— Αφεντικό, είπεν, αυτός ο κλητήρας που έφερε το έγγραφο, είπε πως ήταν στο ταχυδρομείο και ένα γράμμα για του λόγου σας. Για να ιδούμε πρώτα κι αυτό τι λέει! . . .
Ο Φώτης είχε προαίσθημα. Το γράμμα τω όντι εκομίσθη μετ' ολίγον, ήτο δε το του αντιπολιτευομένου βουλευτού Κουνουπίδη, ζωηρώς παριστάνοντος εν αυτώ τας πλεκτάνας της κυβερνήσεως και αυστηρώς απαγορεύοντος εις τον κ. Σωτήριον να κινηθή από το χωρίον του.
— Λοιπόν, αφεντικό, να πάω τώρα; ηρώτησεν ο Φώτης.
— Όχι, απήντησε περίλυπος ο δήμαρχος, μην πας! . . .
— Τι με θέλεις πάλιν; είπεν εισερχομένη η σύζυγός του.
— Ήθελα, είπε με φωνήν σχεδόν τραυλίζουσαν ο κ. Σωτήριος, να σου πω να ετοιμάσης τα ρούχα . . . αλλά τώρα πάλιν . . . δεν είνε ανάγκη πλέον! . . .
— Μα δεν μου λες πως είσαι διά δέσιμον! είπεν η εύσαρκος κυρά Γαρουφαλλιά αγανακτούσα. Μας έχεις από τα χθες άνω κάτω όλους με αυτό το ταξίδι. Αποφάσισε τέλος πάντων, θα πας ή δεν θα πας; . . .
* **
Αλλά μήπως ήτο εύκολον πράγμα αυτό το οποίον τόσον αφελώς τον διέτασσε να πράξη η σύζυγός του;
Και επί τη υποθέσει ότι δεν εγαργάλιζον αυτόν αι διασκεδάσεις και αι τιμαί της πρωτευούσης ούτε επτόουν την φιλοπατρίαν του τα τεκταινόμενα τυραννικά σχέδια, αν μετέβαινε θα δυσηρέστει τον προστάτην του βουλευτήν, αν δε δεν μετέβαινε, θα δυσηρέστει τον νομάρχην και την κυβέρνησιν, ήτις, ως διεδίδετο, είχε σκοπόν να φέρη σιδηροδεσμίους διά πολεμικών πλοίων τους απειθείς δημάρχους εις την πρωτεύουσαν.
Και το δίλημμα έπρεπε να λυθή μέχρις εσπέρας, διότι την επαύριον λίαν πρωί ανεχώρει το ατμόπλοιον, η μόνη μέχρι της ημέρας των εορτών ευκαιρία!
Αν ήτο δυνατόν να φύγη ενταυτώ και να μείνη! . . . να ευρίσκεται εις την οικίαν του και ταυτοχρόνως να παρευρίσκεται εις τας εορτάς της πρωτευούσης! . . .
Φαεινή ιδέα επήλθεν αίφνης εις το πνεύμα του . . . Έν ανδρείκελον ηδύνατο να τον σώση, να τον αντικαταστήση, όχι βεβαίως εις τας Αθήνας, όπου δεν ηδύνατο το ανδρείκελον να μεταβή μόνον του, αλλ' εις την οικίαν του. Θ' ανεχώρει κρυφίως, θα διεσκέδαζεν εις Αθήνας, θα διέδιδεν ότι ήτο ασθενής, και έν ανδρείκελον θ' ανεπλήρου αυτόν προσωρινώς εις το γραφείον, ή και εις την κλίνην.
Τόση ήτο η χαρά του, ώστε ενηγκαλίσθη περιπαθώς την κυρίαν Γαρουφαλλιάν εισελθούσαν εκείνην την στιγμήν εις το γραφείον, ανακοινώσας παραχρήμα εις αυτήν το σχέδιόν του,
— Ανδρείκελον! . . . είπεν η εύσαρκος σύζυγος, μα δεν είνε φόβος να μη ανακαλυφθή; . . . δεν θα ήτο προτιμότερον να ήτο άνθρωπος αληθινός; . . .
— Μα ποίος; ηρώτησεν ο κ. Σωτήριος.
— Ο κουμπάρος μας! . . . είπε διστάζουσα η κυρία Γαρουφαλλιά.
Ο δήμαρχος ενθουσιασθείς εκ της ιδέας ησπάσθη την συζυγόν του, επαινών μεγαλοφώνως την ευφυίαν της, έπεμψεν οριστικώς τον Φώτην να παραγγείλη τα μουλάρια και προσκαλέσας τον κουμπάρον κ. Μανώλην ανέθεσεν εις αυτόν την λεπτήν και σοβαράν άμα εντολήν, ήν εκείνος μετά τινας ενδοιασμούς, απεδέχθη.
— Ιδές καλά! είπεν αυτώ ο κ. Σωτήριος· θέλω να τα καταφέρης καλά!
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Την εσπέραν, ενώ δύο γοργοί ημίονοι μετέφερον τον δήμαρχον και τον κλητήρα του εις την παραλίαν, ο κουμπάρος κρυφίως ελάμβανε κατοχήν επί πάντων των δικαιωμάτων του κ. Σωτηρίου, ως του υπεσχέθη.
Εν τούτοις καθ' οδόν εξ ενός τιναγμού του ζώου είχε πέσει το φέσιον από της κεφαλής του δημάρχου, με όσας δε προσπαθείας και αν κατέβαλεν υπήρξεν αδύνατον πλέον να σταθή επί της κεφαλής του.
— Τι διάβολο έπαθε το φέσι μου κ' εστένευσε δεν ηξεύρω! έλεγεν ο κ. Σωτήριος, αλλά δεν πειράζει· θα πάρω ένα καινούργιο στην Αθήνα.
Και απέκτησε τω όντι έν φέσιον καινουργές και ευρύχωρον, μετά εννέα μήνας δε και ένα υιόν επίσης καινουργή, όστις ενεγράφη μετά πομπής εις το μητρώον του δήμου ως γόνος αυτού γνήσιος και διάδοχος της ισχύος του παρά τω λαώ των Φασκομηλίων.
ΤΑ ΣΥΜΒΟΛΑ
ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΕΚΛΟΓΙΚΟΝ
ΚΕΦΑΔΑΙΟΝ Α'
(και μόνον)
Τίνι τρόπω επείσθη να ψηφίση ο κύριος Λουκάς.
Η θύρα μου ηνεώχθη εξαίφνης και ως λαίλαψ εισώρμησεν εις το δωμάτων μου ο φίλος μου Λουκάς. Ευρισκόμην ακόμη εν τη κλίνη, διό περιβλέψας κύκλω είδεν ότι το μόνον αντικείμενον, όπερ ηδύνατο να χρησιμοποιήση κάπως ως κάθισμα, ήτο το παρά την κλίνην κιβώτιόν μου, έπιπλον σαθρόν, υποστάν πολλάς πραγματικάς και όχι μεταφορικάς τρικυμίας κατά τον βίον του, προωρισμένον δε υπό της θείας προνοίας να χρησιμεύη και ως κάθισμα και ως τράπεζα και ως γραφείον και ως ιματιοθήκη και ως νιπτήρ και ως βιβλιοθήκη· μόνον ως κάτοπτρον δεν ηδύνατο να χρησιμεύση, διότι είχε χάσει προ καιρού την στιλπνότητά του.
Ενόησα αμέσως ότι ο Λουκάς διετέλει υπό το κράτος σφοδράς ηθικής συγκινήσεως. Και το ενόησα όχι μόνον εκ του τρόπου καθ' όν εισήλθεν εις το δωμάτιόν μου και εκ της εκφράσεως της μορφής του, αλλά και εκ της ακινησίας των σιαγόνων του. Διότι πρέπει να ηξεύρετε ότι ο φίλτατός μου Λουκάς είνε το τρωκτικώτερον πλάσμα του βασιλείου της φύσεως. Οι τριάκοντα δύο, πιθανώς δε και περισσότεροι, οδόντες με τους οποίους τον επροίκισεν ο Ύψιστος διά να συντρίβη την υπερήφανον στερεότητα παντός σκληροτραχήλου καρύου ή αμυγδάλου, είνε καθ' όλας τας ώρας της ημέρας αεικίνητοι. Οσάκις δεν θραύει καρύδια ή λεπτοκάρυα, τρώγει χαλβάν· οσάκις δεν έχει χαλβάν, ροκανίζει παξιμάδιον ή αναμασσά στραγάλια· οσάκις και αυτά λείπουν, τρώγει τους όνυχάς του και οσάκις και αυτό το εφόδιον του λείψη και οι οδόντες του φαγωθούν μέχρι ρίζης ομού με την άκραν των δακτύλων, τότε τρώγει . . . ξύλον, διότι αναμιγνυόμενος εις τα πολιτικά και λαλών απερισκέπτως, ως έχων το στόμα ελεύθερον, προκαλεί έριδας και επιθέσεις εναντίον του.
— Τι συμβαίνει, Λουκά; τον ηρώτησα· τι τρέχει;
— Δεν τρέχει τίποτε, μου απήντησεν· εγώ τρέχω.
— Και διατί τρέχεις;
— Τρέχω να σ' εύρω. Η ημέρα της εκλογής εσίμωσε. Με παρεκίνησες ως φίλος να λάβω μέρος ενεργόν εις αυτήν, διότι, ως μου είπες, αι περιστάσεις της πατρίδος είνε κρίσιμοι και το πιστεύω. Και απεφάσισα πράγματι να ριφθώ εις τον αγώνα με όλην την ζέσιν. Αλλά . . .
— Αλλά τι; . . .
— Λείπουν τα σύμβολα, φίλε μου! τα σύμβολα, εννοείς; Αυτή είνε η υλική παράστασις πάσης αΰλου ιδέας, προκειμένου δε περί παραστάσεως, καταλαμβάνεις ότι το φιλοθεάμον κοινόν των εκλογέων δεν δύναται να στερηθή αυτής! Το σύμβολον είνε η πίστις και διά τούτο, καθώς γνωρίζεις, η εν Νικαία σύνοδος των 318 θεοφόρων πατέρων εφρόντισε προ παντός άλλου να συντάξη το σύμβολον της πίστεως.
— Και μήπως δεν υπάρχουν σύμβολα;
— Ποία; αι κόκκιναι σημαίαι; Μη ομιλής, σε παρακαλώ, περί σημαιών, διότι αυταί είνε πράγμα ανακόλουθον. Φαντάσου ότι ο ιστός, επί του οποίου αναρτώνται αι σημαίαι, όστις ανάγκην πρέπει να είνε υψηλός, λέγεται &κοντός!&
Ενόμισα ότι εδικαιούμην να γελάσω, πλην ο φίλος μου με διέκοψεν αυστηρώς.
— Μη γελάς! μου είπεν· εμέ μου συμβαίνουν πράγματα όλο τραγικά· σήμερα πρωί πρωί είδα τη γειτόνισσά μου τη μαμμή, την 'ξεύρεις δα! με κόκκινο φουστάνι και ηθέλησα ν' αστειευθώ: «Είσαι &συ μαία κόκκινη!&» της εφώναξα· αλλ' ο σύζυγός της, όστις είνε αστυνομικός κλητήρ, προσεβλήθη νομίζων ότι τον είπα αντιπολιτευόμενον και μου επετέθη!
— Τότε λοιπόν να ψηφίσης την ελαίαν!
— Αστεΐζεσαι; Η ελαία το σύμβολον της Ειρήνης! Της Ειρήνης, ακούεις; της φρικαλέας εκείνης υπηρετρίας, ήτις πέρυσιν, ενθυμείσαι, με κατεδίωξε διά του σαρώθρου μέχρι της πλατείας της Ομονοίας σχεδόν, διότι ετόλμησα να της αποτείνω ένα ερωτικόν χαιρετισμόν! Όχι, φίλε μου, ας χαρούν την ελαίαν των, εγώ δεν είμαι βέβαια &φιλελαιήμων.&
Ήρχισα ν' ανησυχώ, όχι διά τ' αποτρόπαια λογοπαίγνια του Λουκά, αλλά διά την έκβασιν, ήν ηδύνατο να λάβη το πράγμα. Σημειωτέον ότι την προτεραίαν είχον παρουσιασθή εις ένα των ισχυρών υποψηφίων ως κομματάρχης μέγα σημαίνων και του υπεσχέθην την συνδρομήν μου, αφού μου υπεσχέθη και αυτός την προστασίαν του όπως επιτύχω δημοσίαν θέσιν ήν προ καιρού ζηλεύω. Επειδή δεν έχω ψήφον, ως ετεροεπαρχιώτης, ήλπιζον τουλάχιστον επί την ψήφον του Λουκά, βασιζόμενος εις την παλαιάν φιλίαν και οικειότητά μας. Αυτή η ψήφος ήτο το μόνον μου εκλογικόν κεφάλαιον ως ισχυρού κομματάρχου, είχα δε προσπαθήσει πάση δυνάμει να την εξασφαλίσω. Αλλοίμονον αν την έχανον και αυτήν!
— Μα σαν τι σύμβολα ήθελες; τον ηρώτησα.
— Πλέον ζωντανά, φίλε μου, πλέον πραγματικά, να εμπνέουν! Τι ωραίον πράγμα θα ήτο έξαφνα αν αντί των γελοίων αυτών και ασημάντων συμβόλων των σημαιών και της ελαίας εξέλεγαν αντικείμενα έχοντα πολύ στενωτέραν και επωφελεστέραν σχέσιν με την ζωήν· π. χ. αν ετίθετο άνωθεν της κάλπης ένας άρτος λευκότατος, ροδοκόκκινος, καλοψημένος, ο συνδυασμός θα εφαίνετο &άρτιος& και ακμαίος· έν τεμάχιον εκλεκτού τυρού θα εδήλου ευγλώττως ότι ο συνδυασμός εμφορείται υπό αρχών &συν-τυριτικών&· έν καλόν ροδόχρον μήλον θα εσήμαινεν ότι η εκλογή των διά του σημείου τούτου διακρινομένων ήθελεν αποφέρει καρπούς αισίους . . .
Και ενώ έλεγε ταύτα οι ανησύχως περιστρεφόμενοι οφθαλμοί του διέκριναν εις μίαν άκραν ξηρότατον τεμάχιον άρτου, λείψανον δείπνου παρελθουσών ημερών· ώρμησεν ως ιέραξ επ' αυτού, το ήρπασε, το εκαθάρισεν από τους επ' αυτού μύρμηκας και ήρχισε να το τρώγη μετ' άκρας ορέξεως, μετ' ευδαιμονίας εμφαινούσης ότι οι τριάκοντα δύο και πλείονες οδόντες του προ πολλού δεν είχον ασχοληθή εις την αδιάκοπον και προσφιλή των άσκησιν.
Φαεινή ιδέα επήλθεν εις τον νουν μου. Επήδησα αμέσως εκ της κλίνης μου, ενεδύθην εν τάχει και εξήλθον κράζων εις τον αναμηρυκώμενον φίλον μου:
— Περίμενέ με! έφθασα.
Μετέβην εις το άντικρυ παντοπωλείον και επέστρεψα μετ' ολίγας στιγμάς φέρων εις χείρας τύλιγμα εκ χάρτου, εμπεριέχον βαρέα τινά οπωσούν αντικείμενα επιμήκη, τα οποία ενεχείρισα εις αυτόν.
— Τι είν' αυτό, ηρώτησεν απορών;
Είνε το σύμβολόν σου! απήντησα με φωνήν επίσημον.
Ανδρίζου και ύπαγε να μετάσχης του αγώνος: ΕΝ ΤΟΥΤΩ, ΛΟΥΚΑ, ΝΙΚΑ!
Ο Λουκάς μη δυνηθείς ν' αντιστή εις την περιέργειαν ήνοιξε το τύλιγμα και εύρεν εντός αυτού τέσσαρα εξαίρετα Λουκάνικα.
Οι οφθαλμοί του εξήστραψαν υπό αίγλης απεριγράπτου. Έθλιψε την χείρα μου μετ' ευγνωμοσύνης, επέθηκε την άλλην χείρα επί της καρδίας του και μετά την περιπαθή ταύτην χειρονομίαν εξήλθε μετά της αυτής ταχύτητος μεθ' ής είχεν εισέλθει εις το δωμάτιόν μου.
Και ιδού τίνι τρόπω νομίζω ότι εξησφάλισα την ψήφον του φίλου μου Λουκά, ενταυτώ δε, αν το αποτέλεσμα των εκλογών αποβή κατά τας προσδοκίας μου, και την θέσιν ήν από καιρού επιδιώκω και ήτις είνε — σας το λέγω εμπιστευτικώς — επιτηρητής της εισπράξεως των διοδίων εις τας οδούς αίτινες θα χαραχθούν επί της εκτάσεως ήν κατέχει η Κωπαΐς . . . μετά την αποξήρανσίν της!
ΤΑ ΚΑΚΟΥΡΓΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΓΓΕΛΩΣ
Ονομάζομαι Θεοφύλακτος Τζερεμές, άρρην, ετών 26, εκ Καππαδοκίας. Ήλπιζα ότι μίαν ημέραν θ' απέθνησκα εις την πατρίδα μου σχολάρχης και τίμιος άνθρωπος· η ελπίς μου διεψεύσθη και ως μόνον αίτιον της συμφοράς μου καταγγέλλω εις άπαντα τον χριστιανικόν κόσμον την γραμματικήν της Ελληνικής γλώσσης.
Ελθών εις Αθήνας όπως σπουδάσω υπό την υψηλήν προστασίαν του θείου μου Χατζή Σαράντη, μετερχομένου τον έμπορον χαλβά και στραγαλίων, ενεγράφην εις την φιλοσοφικήν σχολήν του Πανεπιστημίου και συνήθισα να τρέφω απεριόριστον σεβασμόν προς τας ιεράς σκιάς των προγόνων, τους αστυνομικούς κλητήρας και την γενειάδα του καθηγητού μου.
Την ηρεμίαν των σπουδών μου ήλθε να ταράξη δυστυχώς ο ανίκατος μάχαν έρως, ο εννυχεύων και εις αυτάς τας μαλακάς, φευ! πολύ μαλακάς παρειάς της Αγγέλως, υπηρετρίας εν τη οικία πολιτικού συνταξιούχου, κειμένη αντικρύ της του θείου μου. Κρίνω περιττόν να επιμείνω εις τας λεπτομερείας περί του πώς συνελήφθη ο έρως αυτός, όστις, είμαρτο να έχη τοιαύτην επίδρασιν επί του βίου μου. Θεωρώ όμως επάναγκες να δηλώσω ότι, αν με απέτρεπον του πάθους μου δύο λόγοι, ήτοι η υπερβολική ευσαρκία και η υπερβολική ελευθερία, μεθ' ής συνήπτε τας σχέσεις της η Αγγέλω, συνηγόρουν όμως υπέρ αυτού έτεροι λόγοι πεντακισχίλιοι, ήτοι αι ισάριθμοι δραχμαί, ας είχε κατορθώσει να συνάξη εξ οικονομιών και τας οποίας είχε κατατεθειμένας εις την Εθνικήν Τράπεζαν. Αι πέντε αύται χιλιάδες δραχμαί, ομού με την εύσαρκον περίσσειαν του ευρυχώρου κόλπου της και με τον Θησαυρόν του Ερρίκου Στεφάνου, έμελλον ν' αποτελέσωσι τους μόνους θησαυρούς του βίου, εάν η Τύχη ήθελε το επιτρέψει.
Αι μετά της Αγγέλως σχέσεις μου ήσαν ομαλαί, αλλ' αι σχέσεις της Αγγέλως μετά της Γραμματικής ήσαν όλως ανώμαλοι. Η &κλίσις& υπήρχεν εκατέρωθεν και η &συζυγία& δεν θα εβράδυνε να επακολουθήση, αν η κατάρατος προς τους ιερούς κανόνας της Γραμματικής απέχθειά της δεν παρενέβαλλον προσκόμματα και δεν εματαίωνον επί τέλους τον ποθητόν &σύνδεσμον.&
Η πρώτη μάχη μεταξύ μας εγένετο εξ αιτίας του ονόματος της τρυφεράς μου φίλης.
— Αγγέλω, της είπα ημέραν τινά, το όνομά σου είνε πολύ ανώμαλον· ενώ είνε όνομα κύριον, φαίνεται ρήμα βαρύτονον. Είνε αληθές ότι δεν μεταβάλλεται ευκόλως, διότι ο &χαρακτήρ& του είνε &αμετάβολος,& αλλ' όμως πρέπει οπωσδήποτε να το διορθώσης.
— Τι κάθεσαι και μου ψάλλεις, βρε χαλδούπη; (Σημειωτέον ότι η αβροέπεια και η κυριολεξία ήσαν τα χαρακτηριστικά προσόντα της γλώσσης της Αγγέλως). Δεν κυττάζεις να διορθώσης τα μούτρα σου; . . .
Είδα ότι δυσηρεστήθη και ηθέλησα να την εξευμενίσω. Έχουσα τας χειρίδας ανασηκωμένας μέχρι των ώμων, κατεγίνετο να πλύνη τα πινάκια εις τον νεροχύτην διά στάκτης. Επλησίασα και της είπα μειδιών:
— Μη — &παροξύνεσαι&, αγάπη μου. Θ' απέλθω να σε αφίσω ήσυχον, διότι &περισπάσαι& περί πολλήν διακονίαν. Επίτρεψέ μου μόνον ν' ασπασθώ την ωλένην σου.
— Ποιάν Ελένην μου; . . .
— Την ωλένην σου! επανέλαβα δεικνύων τους ευτόρνους βραχίονάς της.
— Κάνε μου τη χάρι μη με σκοτίζης με την Ελένη και τη Μαρία, γιατί θα σε περιχύσω . . .
Ηθέλησα να επιμείνω, αλλ' η Μέγαιρα επραγματοποίησε την απειλήν. Εκμανείς επέπεσα κατ' αυτής διά των ονύχων και ολίγον έλειψεν από ρήμα βαρύτονον να την καταστήσω &απρόσωπον.&
Μετά ένα μήνα συνεφιλιώθημεν. Μ' έκραξεν ενώ διηρχόμην υπερηφάνως, χωρίς να την κυττάξω, και με παρεκάλεσε να την συγχωρήσω. Το έπραξα προθύμως και διότι ηδυνάτουν να θυσιάσω τον προς αυτήν έρωτα και διότι είχα ανάγκην της συνδρομής της όπως αποκτήσω χρησιμώτατον διά την μελέτην μου βιβλίον.
Αγγέλω, είπα, σε συγχωρώ, αλλά μου χρειάζεται ένα συντακτικόν.
— Τι είν' αυτό πάλι;
— Ένα βιβλίον . . . θα το έχη βέβαια ο αφεντικός σου.
— Πώς το ξεύρεις ότι θα το έχη; . . .
— Μα . . . δεν παίρνει &σύνταξιν& από την κυβέρνησιν;
— Α! . . . εκατάλαβα! . . . Το βιβλίον εκείνο για την σύνταξι! . . . Τώρα αμέσως! . . .
Και ανελθούσα εις τον κοιτώνα του κυρίου της κατήλθε μετ' ολίγον θριαμβευτικώς κομίζουσα . . . το φυλλάδιον της συντάξεώς του.
— Αγγέλω, της είπα, είσαι αγράμματος, είσαι κεχηναία [18] και αγελαία [19], αλλά σε συγχωρώ, διότι δεν πταίεις, αν δεν σ' εδίδαξαν γράμματα· δώσε μου δέκα φράγκα και αγοράζω εγώ το συντακτικόν.
— Σου τα δίνω, αλλά με μια συμφωνία. Έχω αρκετόν καιρόν να ιδώ τον ξάδελφόν μου. (Σημειωτέον δα η Αγγέλω, ως πάσα καλώς ανατεθραμμένη και καλώς γινώσκουσα τα καθήκοντά της υπηρέτρια, είχεν αποκτήσει ένα ιδικόν της εξάδελφον, ούτινος εκάστοτε εδέχετο τας όλως συγγενικάς επισκέψεις). Σύρε να τον εύρης και να του 'πης πως τον θέλω.
— Και πώς τον λέγουν τον εξάδελφόν σου;
— Μανώλη.
— Τι δουλειά κάνει;
— Γυρολόγος.
— Αγγέλω, ανεφώνησα, Αγγέλω . . . πρόσεχε!
— Τι έπαθες, καλέ;
— Ο εξάδελφός σου δεν είνε γυρολόγος.
— Έλα, Χριστέ και Παναγιά μου! δεν ξεύρω τώρα τι δουλειά κάνει ο ξάδελφός μου;
— Αγγέλω, είνε αδύνατον να είνε γυρολόγος! είπα με φωνήν εντονωτέραν.
— Μα τι θέλεις νάνε;
— Είνε γυρολόγος. Κατά Κόντον, πρέπει να λέγωμεν φιλόλογος, ψυχολόγος, γυρολόγος . . .
Η μορφή της Αγγέλως εγένετο στρυφνή, ως ν' ανεκάλυπτεν αίφνης το περιεχόμενον του τενεκέ των σκουπιδιών εντός της χύτρας, όπου έβραζεν η σάλτσα του καπαμά.
— Έλα, έλα! . . . άφησε, βρε βλάκα, αυτές τες κουταμάρες, μου είπε, και κύτταξε να κάμης τη δουλειά που σου είπα . . .
Υπήκουσα εις το πρόσταγμα της, κατώρθωσα να εύρω τον Μανώλην και του ανεκοίνωσα την επιθυμίαν της &εξαδέλφης& του, την οποίαν πιστεύω ότι έσπευσε μετά προθυμίας να ικανοποιήση. Είχα εκπληρώσει απλούν ερωτικόν καθήκον, απλούν καθήκον αβροφροσύνης μάλιστα. Και όμως . . . τόσην ανησυχίαν μου ενεποίει η νυκτερινή αύτη επίσκεψις του &εξαδέλφου&, ώστε την νύκτα εκείνην, όπως εύρη κάποιαν ησυχίαν το πνεύμα μου, δεν εμελέτησα τίποτε άλλο ειμή Ησύχιον.
Την πρωίαν η Αγγέλω φιλομειδής ευρίσκετο εις το παράθυρον του μαγειρείου καθαρίζουσα πίσα. Ακριβώς η λέξις αύτη με είχε τυραννήσει αφ' εσπέρας· ηγνόουν αν η πόλις Πίσα ωξύνετο ή περιεσπάτο. Ανήλθον εν τάχει όπως συμβουλευθώ τας γραμματικάς γνώσεις της φίλης μου, αν και εγνώριζα εκ πείρας πόσον αύται ήσαν περιωρισμέναι. Αλλ' ως με είδε συνωφρυώθη· ήτο φανερόν ότι η νυκτερινή επίσκεψις του Μανώλη είχεν επιδράσει εις το πνεύμα της επί ζημία μου.
— Ήλθεν ο Μανώλης απόψε, μου είπεν άμα με είδε.
— Και τι σου είπεν; ηρώτησα αδιαφόρως.
— Μου είπε εκείνο οπού δεν έκοψε το 'δικό σου το κεφάλι. Ο μισθός που παίρνω εδώ είνε πολύ 'λίγος· θα πω του αφεντικού μου να τον αυξήση, ειδεμή θα φύγω.
Ανεσκίρτησα ακούσας την τελευταίαν λέξιν. Να φύγη η Αγγέλω! . . . να φύγη! . . . αλλά τότε τα όνειρά μου ανετρέποντο άρδην! τότε τι θα εγίνοντο αι ηδοναί του &ενεστώτος& και τα σχέδια περί του &μέλλοντος& και αι έντιμοι &προθέσεις& μου και αι &μετοχαί& άς εσκόπουν ν' αγοράσω διά της προικός; . . . Ήτο καταστροφή &οριστική&· ήτο &θλίψις& φρικτή.
— Και τι αύξησιν θα ζητήσης, την ηρώτησα, &συλλαβικήν& ή &χρονικήν&;
Οι οφθαλμοί της Αγγέλως εξήστραψαν ως οι άνθρακες του πυραύνου [20].
— Για να σου 'πω, βρε κορόιδο, μου είπε, εβαρέθηκα ν' ακούω τες σαχλαμάρες σου. Κάνε μου τη χάρι ξεκουμπίσου απ' εδώ . . . ου να χαθής, λιμοκοντόρε, διαβασμένε!
Η θέσις ήτο κρίσιμος και πάσα αντίρρησις θα εξώθει τα πράγματα μέχρις ατοπήματος. Εξήλθον αφού εκίνησα τον δάκτυλον ποιήσας &σχήμα κατά το νοούμενον& και την ημέραν εκείνην ούτε καν εις το φροντιστήριον δεν είχα διάθεσιν να μεταβώ. Εσυλλογιζόμην τον Μανώλην, τον κακοήθη ραδιούργον και διαβολέα, όστις προδήλως ήτο ο παραίτιος της συμφοράς μου. Αλλ' αφού περιεπλανήθην ασκόπως όλην την ημέραν δεν ηδυνήθην να κρατηθώ, και την εσπέραν ευρών ανοικτήν την θύραν ανήλθα εις το μαγειρείον· και ευρέθην προ της ασπλάγχνου Αγγέλως.
— Πάλι μου κόπιασες; ανέκραξε μετά θυμού ευθύς ως με είδε· δεν σου είπα να με ξεφορτωθής;
— Λοιπόν επιμένεις; . . . ηρώτησα δειλώς.
— Σου το είπα και σου το ξαναλέγω παστρικά, ξεφορτώσου με! . . . Δεν σε θέλω πια για ερωμένο! . . .
— Έχεις δίκαιον, Αγγέλω· ερωμένος σου ουδέποτε υπήρξα. Υπήρξα &ερώμενός σου.&
— Μη με σκοτίζης!
— Μα λοιπόν είσαι άκαμπτος; . . . Είσαι Μέγαιρα, είσαι Ερινύς, είσαι Αληκτώ! . . .
— Αλύκτα όσον θέλεις.
— Επιμένεις να με αφίσης; . . .
— Ναι!
— Τουλάχιστον όμως, άσπλαγχνε, ανεβόησα να με αφίσης με &ι&, μη με αφίσης με &η&, διότι είνε πολύ σκληρόν.
— Α! μα 'ξεύρεις πού μ' επαραφορτώθηκες! ανέκραξε μανιώδης η Αγγέλω. Έξ' από 'δω! . . .
Και αρπάσασα το τηγάνιον επέπεσε κατ' εμού. Ημύνθην όσον ηδυνάμην διά μιας πυράγρας [21], αλλ' η αχρεία ήρχισεν ενταυτώ να βάλλη τοιαύτας κραυγάς, ώστε ώρμησαν οι γείτονες, ανήλθε δε και είς τυχαίως διαβαίνων αστυνομικός κλητήρ, όστις με ωδήγησεν εις το κρατητήριον.
— Κύριε, είπα προς τον αστυνόμον απολογούμενος, δεν πταίω εγώ. Εκείνος ο αχρείος ο Μανώλης είνε ο αίτιος του δυστυχήματός μου. Είνε άνθρωπος ελεεινός, φαύλος, είνε άνθρωπος της τρίτης κλίσεως, ο Μανώλης του Μανώλους, κατά το η πανώλης, της πανώλους . . .
— Εκατάλαβα, είπεν ο αστυνόμος μειδιών, θα είνε φοιτητής της φιλολογίας.
— Και θα πάσχη από &υποκοντίαν&, προσέθηκεν έτερός τις υπάλληλος παριστάμενος.
Διέταξαν να με απολύσουν· αλλ' ο λόγος αυτός του αστυνόμου μ' έκαμε να συνετισθώ. Σκεφθείς ωριμώτερον επείσθην πράγματι ότι ο αίτιος της δυστυχίας μου δεν ήτο ο Μανώλης, αλλ' η προσήλωσίς μου προς τους τύπους της Γραμματικής. Αυτή ήτο η αφορμή της διαρρήξεως των μετά της Αγγέλως σχέσεών μου. Διά τούτο έκτοτε παρήτησα την φιλολογίαν και τα όνειρά μου, έσχισα τον Ησύχιον και τον Πολυδεύκη, έρριψα εις το πυρ τα Συντακτικά, ώμοσα μίσος ακάθεκτον κατά των διδασκάλων μου και διά να τους εκδικηθώ θα διαπράττω τας φρικτοτέρας των ανορθογραφιών.
ΑΛΛΟΦΡΟΣΥΝΗ ΑΙΜΑΤΗΡΑ
(Εκ των απομνημονευμάτων φοιτητού)
Επικατάρατοι αι εφημερίδες! επικατάρατος ο τύπος! επικατάρατος ο Γουτεμβέργιος, όστις τον εφεύρε! Κατήντησα μανιακός τας ημέρας ταύτας. Δεν ημπορώ ν' αναγνώσω εφημερίδα, χωρίς ν' ανεύρω καρατομήσεις καταδίκων, εικόνας καταδίκων, συνεντεύξεις μετά δημίων, περιγραφάς κεφαλών αποτετμημένων, ιστορίας της λαιμητόμου και άλλα πράγματα φρικώδη και αποτρόπαια. Το λογικόν μου εταράχθη εις τοιούτον βαθμόν, ώστε βλέπω αιωνίως εμπρός μου πτώματα ακέφαλα. Νομίζω ότι βλέπω πανταχού αίμα· όλα τα βλέπω κόκκινα. Απήντησα καθ' οδόν ένα ικτερικόν και μου εφάνη και αυτός κόκκινος!