Αττικαί ημέραι

Part 3

Chapter 320 wordsPublic domain

Εκεί παρά την Νέαν Αγοράν συνήντησα λίαν πρωί ένα γείτονά μου, μεθ' ού προ ημερών συνεζήτουν, εκμυστηρευμένος εις αυτόν τας εις την νοομαντείαν καθημερινάς προόδους μου. Εκράτει εις την χείρα του τεμάχιον ευμέγεθες χονδρού ιχθύος και δέσμην σκόρδων. Χωρίς να χάσω καιρόν ήρχισα μετ' αυτού την συνήθη συνομιλίαν και επειδή αυτός προέβαλλε μερικούς δισταγμούς και αντιρρήσεις, του είπα αλαζονικώς:

— Πολύ καλά! διά να σε πείσω ιδού, δύναμαι να σου είπω τώρα, αυτήν την στιγμήν, τι διανοείσαι να πράξης σήμερον.

— Λέγε, μου απήντησεν εκείνος προκλητικώς.

Λαμβάνων τότε εγώ επίσημον και εμπνευσμένον ήθος του είπα:

— Διανοείσαι να φάγης ψάρι μαγιάτικο σκορδαλιά! . . .

Τόσην έκπληξιν ενεποίησεν εις αυτόν η μαντεία μου, ώστε, αφού έμεινεν ακίνητος επί αρκετάς στιγμάς, εξέτεινε τους βραχίονας και μ' ενηγκαλίσθη, ησθάνθην δ' επί της μιας μου παρειάς την επαφήν του ιχθύος και επί της ετέρας την επαφήν των σκόρδων.

— Είσαι μέγας! ανέκραξε και ετράπη δρομαίως εις φυγήν.

Ενθαρρυνθείς μετά τους τοιούτους θριάμβους απεφάσισα να μεταβώ απ' ευθείας προς τον κ. Μπίσοπ, διά να πεισθώ κατά πόσον είνε αυτός υπέρτερος εν τη τέχνη ταύτη.

— Κύριε, του είπα άμα εισελθών, ήκουσα ότι είσθε ικανός ν' ανευρίσκετε πράγματα κρυμμένα ή χαμένα. Έχασα χθες το εσπέρας μίαν παρτίδα σκαμπίλι εις το καφενείον. Ημπορείτε να την ανεύρετε;

Ο κ. Μπίσοπ με ητένισεν απορών:

— Ηξεύρω τι διανοείσθε, εξηκολούθησα αταράχως, διότι και εγώ είμαι νοομάντις· διανοείσθε ν' ανεύρετε αυτό το σκαμπίλι και να μου το δώσετε κατά πρόσωπον· αλλά προσέξατε να μη το πράξετε, διότι θα σας κάμω να φύγετε από την &μπίσοπ . . . πόρτα!&

— Κύριε, μου απήντησεν οργίλος ο βρεττανός νοομάντις, έχασα πλέον την υπομονήν μου . . .

— Προσπαθήσατε ν' ανεύρετε και αυτήν, του είπα ψυχρώς· κάπου εδώ μέσα θα είνε . . .

Ο κ. Μπίσοπ ηρεύνησε τω όντι εντός της αιθούσης, αλλ' αντί της υπομονής εύρε χονδράν ράβδον εις μίαν γωνίαν.

— Ράβδος εν γωνία, άρα θα μου τες βρέξη! . . . ασκέφθην. Και ούτω χάρις εις την μαντικήν μου δύναμιν εννοήσας τον σκοπόν του, κατήλθον κατεσπευσμένως την κλίμακα και εξήλθον σώος.

(1886)

ΣΤΟΜΑΧΟΣ ΚΑΙ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ

Ω! αι εφημερίδες! . . . ω, αύται αι εφημερίδες και μάλιστα αι νεωστί εκδιδόμεναι και προθυμοποιούμεναι να φανούν με πάντα τρόπον χρήσιμοι εις το δημόσιον! . . . Είνε ανυπολόγιστος η ωφέλεια η γινομένη παρ' αυτών εις το ανθρώπινον γένος και αγνοώ τη αληθεία τι ωφέλησε περισσότερον τους θνητούς, αι εφημερίδες ή η εκριζοντυλίνη από της εποχής της εφευρέσεως αμφοτέρων. Κρίνατε.

Ο φίλος μου κ. Ματθαίος Ψωμοτύρης είνε μαθητευόμενος ράπτου ιερών ενδυμάτων, διορθωτής μύλων του καφέ, αντιγραφεύς εκκλησιαστικής μουσικής κλπ., έχει δηλαδή επαγγέλματα ευυπόληπτα μεν βεβαίως, αλλά μη αποφέροντα εισόδημα μεγαλύτερον από τα του πρωτοτύπου εκείνου Παρισινού, όστις ερωτηθείς εις το πλημμελειοδικείον περί του επαγγέλματός του, απήντησεν αγερώχως ότι πωλεί καπνισμένας υέλους διά τους θέλοντας να παρατηρήσουν τον δίσκον του ηλίου, όταν συμβαίνη ηλιακή έκλειψις. Εις τας ώρας της σχόλης του, τας επί των μύλων μηχανικάς γνώσεις του χρησιμοποιεί αξιεπαίνως καταγινόμενος εις την μελέτην της εφευρέσεως του πηδαλίου του αεροστάτου, κηδόμενος της ευημερίας του ανθρωπίνου γένους, υπέρ του πολλαπλασιασμού του οποίου κατά το ενόν [8] εμόχθησε, τεκνοποιήσας και κεκτημένος από της νομίμου αυτού συζύγου κυράς Κονδύλως τέκνα έξ. Ο αγαθός κ. Ψωμοτύρης είνε ευτυχής, οσάκις δύναται να παρέχη εις την πολυάριθμον αυτού τεκνογονίαν προς βρώσιν το πολυθέλγητρον αυτού επώνυμον· τούτο όμως δεν τον εμποδίζει από του να σταματά διερχόμενος προ των μαγειρείων των μεγάρων πλουσίων τινών και οσφραινόμενος την κνίσσαν ν' ανακράζη απορών διατί ο Πανάγαθος Θεός δεν αφήρει εν τη προνοία Του την αίσθησιν της γεύσεως και της οσφρήσεως από ανθρώπους καταδεδικασμένους ως αυτός να φέρωσι διαρκώς το ίδιον επώνυμον εντός του στομάχου.

Αλλ' όμως προχθές εξυπνήσας ο κ. Ψωμοτύρης και εξοδεύσας μίαν πεντάραν προς αγοράν μιας των πρωινών εφημερίδων, ελαττώνων ούτω το προωρισμένον διά την υλικήν τροφήν κεφάλαιον, αλλ' επαυξάνων την διανοητικήν τροφήν, ανέγνωσεν αυτήν από άκρου εις άκρον και φθάσας περί το τέλος εσκίρτησε περιχαρής και έκραξεν αμέσως την σύζυγόν του.

— Κονδύλω, της είπεν, άκουσε, σε παρακαλώ.

Και ήρχισε να της αναγινώσκη το εις έν των φύλλων του &ΙΘ' Αιώνος& περιεχόμενον ημερήσιον γεύμα. «Σούπα ζωμού ιχθύος με αυγολέμονον, βραστός ιχθύς, όρνιθα ψητή, κοκκινογούλια βραστά σαλάτα, φράουλαι με ζωμόν πορτοκαλίου και ζάκχαριν».

Η κυρά Κονδύλω ήκουεν εκπεπληγμένη, αλλ' ο σύζυγός της απτόητος επεράτωσε τον κατάλογον των φαγητών και έπειτα είπε:

— Πρόσεξε! εδώ είνε το σπουδαιότερον· η κατασκευή της ψητής όρνιθος: «Γέμισε την όρνιθα με το σηκώτι της, μαϊδανόν, κρομμυδάκια, δύο κρόκους αυγών, άλας και πιπέρι (όλα ταύτα κοπανισμένα ομού). Ράψε την και βάλε την εις αγγείον να τηγανισθή με βούτυρον επί τινα λεπτά της ώρας· έπειτα βάλε την εις την σούβλαν, σκεπασμένην με φέτας χοιρομηρίου και τεμάχια μικρά ψωμίου και διπλωμένην εις χαρτίον· άφες την να ψηθή με ολίγην φωτίαν και παρουσίασε την εις την τράπεζαν με τα τεμάχια του ψωμίου περί το πινάκιον».

Εκατάλαβες; εξηκολούθησεν ο κ. Ψωμοτύρης διπλώνων την εφημερίδα· θα πάρης την όρνιθα και έπειτα θα την κοπανίσης μαζί με το σηκώτι του μαϊδανού· θα πάρης δύο αυγά, θα τα ράψης, θα διπλώσης την σούβλαν με φέτας χοιρομηρίου και θα την βάλης εις το τραπέζι. Εκατάλαβες;

Οι οφθαλμοί της κυράς Κονδύλως είχον λάβει τερατώδεις διαστάσεις διαστελλόμενοι εκ της εκπλήξεως. Ηθέλησε να προβάλη αντιρρήσεις τινάς εις την μαγειρικήν ευφράδειαν του συζύγου της· αλλ' ούτος δι' αγερώχου ηγεμονικού κινήματος την απέτρεψε, δεικνύων τεμάχιά τινα μηχανής μύλου του καφέ επί της τραπέζης, άτινα επρόκειτο να συναρμολογήση, επαναλαμβάνων το του Αρχιμήδους ηλλοιωμένον καταλλήλως διά την περίστασιν και αναβοών:

— Μη μου τους μύλους τάραττε!

Μετά την εργασίαν ο κ. Ψωμοτύρης εξήλθε και ότε περί την μεσημβρίαν επέστρεψεν εις την κατοικίαν του, έρριψε διερχόμενος βλέμμα περιφρονήσεως προς το μαγειρείον του πλουσίου, εξ ού συνήθως εξήρχετο η τόσον σκανδαλίζουσα αυτόν κνίσσα. Η πολυάριθμος τεκνογονία του ανέμενε πειναλέα παρά την τράπεζαν, εστρωμένην μεν, αλλά χωρίς να είνε παρατεθειμένον επ' αυτής κανέν φαγητόν. Ο κ. Ψωμοτύρης καθεζόμενος μεγαλοπρεπώς εν τω μέσω είπε μετ' επισημότητος προς την σύζυγόν του:

— Γυναίκα, φέρε να φάμε!

Τα όμματα της κυράς Κονδύλως ήρχισαν πάλιν να λαμβάνουν διαστάσεις τρομακτικάς, μεγεθυνόμενα ως φανοί ατμαμάξης.

— Δεν μου λες, επέτυχε καλά η όρνιθα η ψητή; εξηκολούθησεν αταράχως ο κ. Ματθαίος.

Αστραπαί τινες οργής εφάνησαν εις τα όμματα της άγαν υπομονητικής οικοδεσποίνης.

— Για να σου πω. . . . είπεν επί τέλους προς τον σύζυγόν της. Τι κοροϊδείες είνε αυτές που μας κάνεις; . . . Έφερες φαγί για να φάμε; . . . Τι όρνιθα και ξεόρνιθα κάθεσαι και μου λες;

— Μα, γυναίκα, παρετήρησεν ο κ. Ψωμοτύρης, δεν σου διάβασα το πρωί την εφημερίδα;

— Αι! . . .

— Δεν είδες ποίον πρέπει να είνε το γεύμα και πώς το φτιάνουν;

— Ξεύρω καλύτερα από την εφημερίδα εγώ να τα φτιάσω· μα μήπως η εφημερίδα μας κάνει πεσκέσι όλ' αυτά πού παραγγέλνει, ή μας δίνει τους παράδες να τα ψωνίσωμε; . . .

Η βαθεία αύτη παρατήρησις της κυράς Κονδύλως ήτο τόσον ορθή, ώστε ο κ. Ψωμοτύρης έμεινεν άναυδος. Εξήγαγε μετά λύπης το φύλλον της εφημερίδος εκ του θυλακίου του, το έσχισε μετά πείσματος, εγερθείς δε μετέβη εις το άντικρυ παντοπωλείον, επρομηθεύθη τα τρόφιμα των οποίων την αναλλοίωτον κατανάλωσιν καθ' εκάστην του επέβαλλεν ο προορισμός του επωνύμου του και ωρκίσθη να μη αναγνώση πλέον εφημερίδας, αίτινες δημοσιεύουν καθημερινά γεύματα.

(1886)

Η ΜΕΛΑΙΝΑ ΝΥΞ Ή ΑΙ ΦΡΙΚΑΛΕΑΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ1 ΕΝΟΣ ΑΠΟΡΟΥ ΝΕΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΝΤΡΟΦΟΥ ΑΥΤΟΥ

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.

Το έγκλημα.

Ήτο νυξ της 36 Φεβρουαρίου του 188 . . .

Το έτος ήτο έκτακτον καθ' όλα· ο Φεβρουάριος οργισθείς επί τέλους διότι επί απειράριθμα έτη ηδικείτο, επί αθεμίτω ωφελεία των λοιπών συναδέλφων του, απεφάσισε μόλις ήλθεν η σειρά του, να εξακολουθήση επί αρκετόν χρόνον κυριαρχών βιαίως, και μολονότι είχε παρέλθει η τριακοστή έκτη από της ενάρξεώς του ημέρα, δεν εννόει κατ' ουδένα τρόπον να λήξη. Άλλως τε πλείσται όσαι δεινότεραι συμφοραί είχον ενσκήψει επί της γης· πλημμύραι είχον συμβή, έμποροι είχον χρεοκοπήσει, επιζωοτία [9] είχεν αναφανή, βουλευτικαί εκλογαί εγένοντο, τα ταχυδρομεία επρόκειτο ν' αναμορφωθούν και μυθιστορήματα γαλλικά περί τα εκατόν είκοσιν είχον μεταφρασθή υπό διαφόρων λογίων νέων.

Το ωρολόγιον του Πανεπιστημίου εκτύπα το πέμπτον τέταρτον της ενδεκάτης νυκτερινής ώρας, ότε είς έφιππος και είς προσωπιδοφόρος εβάδιζον πεζοί εις μίαν των οδών των αγουσών προς τας υψηλοτέρας παρά τον Λυκαβητόν συνοικίας της πόλεως.

Ο προσωπιδοφόρος ήτο ο φίλος μου Βαρθολομαίος Εξωφρενίδης, όστις όμως την εσπέραν εκείνην ελέγετο Ροβέρτος. Γόνος αρχαίου και ευκλεούς οίκου της νήσου Φολεγάνδρου, φέρων τον τίτλον ιπποκόμητος, επειδή ο πατήρ του είχε χρηματίσει ποτέ ιπποκόμος, ήλθεν εις την πρωτεύουσαν του βασιλείου διά να κατακτήση την τύχην και ανέλαβεν εντίμως τον κόπανον του ιγδίου [10], γενόμενος υπηρέτης έν τινι φαρμακείω. Ούτως, αφού επί πολύ διάστημα της ημέρας κατέτριβεν εις το ιγδίον τα φάρμακα τα προωρισμένα διά την ευεξίαν του σώματος, είχε την γενναιότητα να κατατρίβη κατόπιν τας λοιπάς του ώρας εις την ανάγνωσιν μυθιστορημάτων, προωρισμένων αναντιρρήτως εις την ηθικήν μόρφωσιν και την ευεξίαν της ψυχής.

Εκ της διαίτης ταύτης διεπλάσθη ο χαρακτήρ του Βαρθολομαίου ευγενής, ευαίσθητος, μεγαλόφρων, ιπποτικός. Ένεκα των ημερησίων ασχολιών του το ύφος του απέκτησεν ιδιάζουσαν εικονικότητα.

— Η ζωή μου υπήρξε πλήρης αλόης, έλεγε συχνάκις, αλλ' η υπόληψίς μου έμεινε διαυγής ως το πρώτης ποιότητος κικινέλαιον. Θα κατακτήσω το μέλλον μου κατά δόσεις και θα κατασυντρίψω τας δυσκολίας ως αραβικόν κόμμι. Θέλω να μάθω και τα πλέον απόκρυφα μυστήρια της κοινωνίας ως Ροδόλφος. Ω! υπάρχουσι πολλοί Μορδάουντ εις αυτήν! αλλ' εγώ θ' ανακαλύψω τας σκευωρίας των κακούργων, ως ο Εδμόνδος Δαντές, διότι αγαπώ την ανθρωπότητα ως ο Ραούλ ηγάπα την ωραίαν Γαβριέλλαν!

Ο έτερος των δύο μυστηριωδών διαβατών ήμην εγώ, έφιππος επί των νώτων του συντρόφου μου, διότι προσκόψας επί λίθου και αλγών τον πόδα δεν ηδυνάμην πλέον να βαδίσω.

Η νυξ ήτο ζοφερά ως η πλατεία του Συντάγματος, όταν παιανίζη εν αυτή την νύκτα η μουσική. Ο άνεμος πνέων σφοδρός απέσπα τα φύλλα των δένδρων, των παραθύρων και των βιβλίων όσα τυχόν ήθελον ευρεθή εις τον δρόμον κατά την ώραν εκείνην. Κατά διαλείμματα ηκούοντο οι μονότονοι και θλιβεροί κρωγμοί των μαρμαρίνων γλαυκών του αετώματος της Ακαδημίας.

Αίφνης εις την καμπήν της οδού διεγράφη υπό την ασθενή λάμψιν φανού πνευστιώντος [11] η σκιά γυναικός μελανειμονούσης [12], ήτις βήματι ταχεί έσπευδεν ανερχομένη την αυτήν οδόν.

Αμφότεροι εφρικιάσαμεν. Προς στιγμήν ανεστείλαμεν το βήμα, δηλαδή, κυρίως ειπείν, το έμψυχον υποζύγιόν μου μόνον ανέστειλε το ιδικόν του, επειδή μη έχων χαλινόν να το σύρω έσφιγξα ισχυρώς διά των χειρών τον τράχηλόν του.

— Τι τρέχει; με ηρώτησεν.

— Η γυνή εκείνη! . . . εψιθύρισεν.

— Ω! βεβαίως η γυνή εκείνη, απήντησεν υποκώφως μετά σαρκαστικού μειδιάματος και μετ' ολίγον απήγγειλε σιγά τους γνωστούς στίχους:

&Το ξεύρει, δεν το αγνοεί, γνωρίζει πάσα Φρύνη Ότι εκείνη η γυνή, ότ' η γυνή εκείνη . . . &

Και εσιώπησε.

— Πρόκειται πάντοτε περί του μυστηρίου:

— Ναι.

— Έχεις το ρεβόλβερ σου;

— Έχω εκείνο του φαρμακοποιού.

— Και ο φαρμακοποιός έχει το ρεβόλβερ του γείτονος της εξαδέλφης του;

— Όχι· έχει το εγχειρίδιον του γυναικαδέλφου του σκυτοτόμου. [13]

Επροχωρήσαμεν· η άγνωστος εννοήσασα την παρουσίαν μας έσπευσεν έτι μάλλον το βήμα, σφίγξας δε και εγώ τας κνήμας μου περί την οσφύν του φίλου μου εβίασα αυτόν να επιταχύνη το βήμα.

Ήδη μακρόθεν εφάνη έν παράθυρον φωτισμένον. Η μυστηριώδης άγνωστος ώδευσε προς αυτό, ημείς δε την παρηκολουθήσαμεν.

Άκρα ερημία επεκράτει εις την οδόν, ούτε διαβάτης, ούτε κλητήρ μεθυσμένος, ούτε πτώμα σκύλου δηλητηριασμένου εφαίνετο πέριξ.

— Εκεί λοιπόν συμβαίνουσι τα φρικτά πράγματα άτινα μου διηγήθης; ηρώτησα τον φίλον μου διά φωνής μόλις ακουομένης.

— Δεν έχω πλήρη βεβαιότητα, μου απήντησεν, αλλ' έχω πλείστας όσας πιθανότητας.

— Ροβέρτε! είσαι βέβαιος περί όσων μου είπες;

— Ναι, σου το ορκίζομαι εις το ύδωρ της Στυγός, Λεοπόλδε!

Την εσπέραν εκείνην Λεοπόλδος ήμην εγώ.

— Έχεις χρήματα; τον ηρώτησα.

— Ναι· έχω εικοσιδύο λουδοβίκεια χάλκινα· και συ;

— Εγώ είχον έν χαρτονόμισμα της Ηπειροθεσσαλικής Τραπέζης.

— Αι, λοιπόν; . . .

— Την νύκτα μία αράχνη οκνηρά, ευρούσα αυτό επί της τραπέζης, το παρέλαβε και το εχρησιμοποίησεν αντί ιστού.

— Έστω, ας προχωρήσωμεν!

Και εκρύβημεν όπισθεν μιας μάνδρας, ενώ η παράδοξος μελανείμων επλησίαζεν εις την οικίαν και έκρουε το ρόπτρον.

Βήματα ηκούσθησαν εις την κλίμακα· η θύρα ηνοίχθη και μία γραία επεφάνη εις την ουδόν, κρατούσα αντί φανού ή κηρίου ογκώδη πολυέλαιον. Υπό την λάμψιν αυτού εφάνη η κλίμαξ επεστρωμένη διά πολυτελών κατόπτρων της Βενετίας. Τότε μεταξύ των δύο γυναικών συνήφθη ο επόμενος διάλογος.

— Λοιπόν πώς πηγαίνομεν; ηρώτησεν η μελανείμων.

— Οι πόνοι εξακολουθούν φρικτοί, απηντησεν η γραία.

— Ώστε είνε καιρός !

— Βέβαια· ορίστε επάνω.

— Βλέπεις μου είπεν ο φίλος μου, σφίγγων τον βραχίονα μου, ενώ η μελανείμων εισήρχετο εις την οικίαν, κλείουσα εξόπισθέν της την θύραν βλέπεις ότι δεν ηπατώμην ; . . . Συμβαίνουν όργια φρικτά, σου είπον ! . . . Ήκουσες ότι εγένετο λόγος περί φρικτών πόνων. Τις οίδεν εις ποία βασανιστήρια υπεβλήθη το ατυχές θύμα διά να ενδώση ! . . . Ω Σαρδανάπαλοι, κακούργοι ! , . .

Αι τρίχες της κόμης μου ήσαν ηνωρθωμέναι εκ της φρίκης.

— Τι να πράξωμεν; ηρώτησα μετά φωνής συγκεκινημένης τον φίλον μου.

— Εμπρός ! απήντησεν αποφασιστικώς ο Βαρθολομαίος, ο επιλεγόμενος Ροβέρτος, ας εισέλθωμεν.

— Αλλ' εάν μας τύχη τίποτε; . . . εάν σε φονεύσουν ; . . .

— Θα πέσω μάρτυς ευγενούς και αγίας ιδέας, και η νυξ αύτη θ' αποκληθή υπό της ιστορίας δευτέρα νυξ του Αγίου Βαρθολομαίου.

— Έχει καλώς· ας προχωρήσωμεν.

— Καθ' ήν στιγμήν επλησιάζομεν εις την θύραν, ηκούσθη εξερχομένη εκ της οικίας τελευταία κραυγή άλγους διάτορος [14], οξεία, παρατεταμένη και μετά ταύτα βήματα και κίνησις, μετ ολίγον δε φωναί πολλαί επαναλαμβάνουσαι την λέξιν:

— Αρσενικόν ! αρσενικόν! . . .

— Ω ! ανεβόησεν ο Ροβέρτος· και αυτό το δραστικώτατον δηλητήριον μεταχειρίζονται λοιπόν οι κακούργοι.

Και αρπάσας το ρόπτρον έκρουσε την θύραν μανιωδώς.

Παραχρήμα κατήλθεν η γραία με τον πολυέλαιον και ήνοιξεν αυτήν.

Πριν προφθάση καν να ίδη το πρόσωπόν μας, ο φίλος μου την ηρώτησε:

— Λοιπόν τι απέγινεν;

— Ετελείωσεν, απήντησεν η γραία· ελευθερώθηκε, δόξα σοι ο Θεός, και έκαμε ένα κοτζάμ' αγόρι! . . .

— Αγόρι! . . . επανέλαβεν έκπληκτος ο Βαρθολομαίος, ελευθερώθη! . . . λοιπόν η γυνή εκείνη με τα μαύρα; . . .

— Για τη μαμμή 'ρωτάτε; είπε διακόπτουσα αυτόν η γραία. Ποίοι είσθε του λόγου σας;

— Είμεθα η εκδίκησις! ανεβόησεν ο Εξωφρενίδης αφρίζων εκ του θυμού. Ομολόγησε την αλήθειαν, αναίσχυντε, . . . άλλως . . .

Η γραία ανύψωσε μετά κόπου τον πολυέλαιον, διά να μας παρατηρήση κάλλιον, και ιδούσα την προσωπίδα του φίλου μου έρρηξε κραυγήν τρόμου. Ο πολυέλαιος εξέφυγε των χειρών της και ανήλθε την κλίμακα φωνούσα:

— Χριστέ και Παναγία μου! λωποδύτες!.. βοήθεια!..

Οι εν τη οικία ώρμησαν αμέσως κραδαίνοντες ξύλα, πιστόλια, εγχειρίδια. Ιδών τον κίνδυνον ετράπην αμέσως εις φυγήν, ουχί όμως πριν καταφέρω διά του υγιούς ποδός σφοδρόν λάκτισμα εις την στομαχικήν χώραν του φίλου μου, φιλοδώρημα αντάξιον εις πάντας τους νεαρούς συγγραφείς τους φανταζομένους ότι συμβαίνουν τοιαύτα πράγματα εις την τόσον ήσυχον κοινωνίαν μας.

ΝΑ ΜΗΝ ΤΡΩΣ ΚΑΘΟΛΟΥ

ΣΚΗΝΗ ΤΟΥ ΚΑΘ' ΗΜΕΡΑΝ ΒΙΟΥ

(Η σκηνή εν τω εστιατορίω ο «Αποκλεισμός». Ο ξενοδόχος &Κυρ-Μιχάλης& καθήμενος παρά το τεζάκι [15] γράφει εις το βιβλίον, ενίοτε δε αναδιφών τας προηγουμένας σελίδας του βιβλίου αθροίζει κινών την κεφαλήν θλιβερώς και φυσά απελπιστικώς. Η ώρα είναι ογδόη της εσπέρας περίπου· οι πλείστοι πελάται απήλθον ήδη. Εις το μαγειρείον οι υπηρέται καταγίνονται περί τον καθαρισμόν των χαλκίνων σκευών. Παρά τινα τράπεζαν κάθηνται οι κ. κ. &Γιαννακός Μούργος, Λέανδρος Κοκκαλιάρης& και &Θεοφάνης Ασημένιος&.

ΜΟΥΡΓΟΣ (υπομοίραρχος απόστρατος με φαιόν μύστακα τρώγων από εικοσαετίας μόνον την εσπέραν εις το ξενοδοχείον).

Λοιπόν πώς τον είπες αυτόν; . . . Σούτζον;

ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ (τελειόφοιτος της νομικής ετοιμαζόμενος να δώση εξετάσεις από το 1876, έχων προ πολλού οικειοτάτας σχέσεις με το κυρ Μιχάλην και προ πάντων με το βιβλίον του) . . .

Όχι, δα!.. Σούτσης ο νηστευτής λέγεται. &(Προς τον υπηρέτην)& Δημήτρη, μία κοττολέττες, σάλτσα μπόλικη.

ΥΠΗΡΕΤΗΣ

Μία κοττολέεεττες! σάλτσα περιπλέεεον! . .

(Ο κυρ Μιχάλης ρίπτει βλοσυρόν βλέμμα επί του Ασημένιου)

ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ

Όχι, ας μένη . . .

ΥΠΗΡΕΤΗΣ

Ας μέεενη! . . .

ΜΟΥΡΓΟΣ

Νηστευτής! . . . χα, χα!.. Εγώ ήξευρα ως τώρα πως τον Άι Γιάννη λέγουν μόνον νηστευτήν. Και τι κάμνει, είπες;

ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ

Νά, μένει πέντε δέκα μέρες χωρίς να φάγη!

ΚΟΚΚΑΛΙΑΡΗΣ (πρωτοκολλητής εφορίας παυθείς προ ένδεκα μηνών).

Αυτό μόνον; . . . &(μειδιά περιφρονητικώς).&

ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ

Ναι, μα ημπορεί να μείνη και τριάντα και σαράντα μέρες το ίδιο, και χωρίς ν' αδυνατίση &(παρατηρών ασκαρδαμυκτεί το διαφανές πρόσωπον του Κοκκαλιάρη).& Εκατάλαβες;

ΚΟΚΚΑΛΙΑΡΗΣ (δεικνύων περισσοτέραν προσοχήν).

Και με τι τρόπον; έχει καμμίαν μέθοδον;

ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ

Έχει ένα ρευστόν. Το ευρήκεν εις την έρημον της Αφρικής οπού εταξίδευεν. Ολίγες στάλες απ' αυτό παίρνει και κάμνει σαράντα μέρες νηστεία. Τον επιβλέπουν άνθρωποι μέρα και νύκτα μη βάλη τίποτε στο στόμα του . . . &(προς τον υπηρέτην)&. Σηκωτάκια ολίγα! . . .

(Ο κυρ Μιχάλης νεύει αυστηρώς προς τον υπηρέτην).

ΥΠΗΡΕΤΗΣ

Τα σηκωτάκια ετελείωσαν!

ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ

Καλά . . . Τον επιβλέπουν μη τύχη και φάγη, αλλά τίποτε! . . . Έχει κερδίσει τόσα στοιχήματα ως τώρα και πρόκειται να περιέλθη τον κόσμον να τον βλέπουν οι άνθρωποι επί πληρωμή.

ΜΟΥΡΓΟΣ

Να τον βλέπουν; . . . Τι θα καταλάβουν να τον βλέπουν! πρέπει να καταστήση γνωστήν την μέθοδόν του εις τον κόσμον.

ΚΟΚΚΑΛΙΑΡΗΣ

Βέβαια! θα είνε ο μεγαλύτερος ευεργέτης του ανθρωπίνου γένους.

ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ

Ακούς εκεί ευεργέτης! . . . Η ανθρωπότης ακόμη δεν παρήγαγε μεγαλύτερον. Να μην τρως καθόλου! . . . ξεύρεις τι θα πη; Να μην είσαι αναγκασμένος να τρώγης ένα πιάτο με κρέας τεσσάρων ημερών και σάλτσα δηλητηριασμένη και να το πληρώνης ακριβά! &(Ο κυρ Μιχάλης μετά πικρού στεναγμού επαναλαμβάνει την αναδίφησιν και την άθροισιν)&. Να μην έχης ανάγκην ποτέ να πάθης από το στομάχι σου. Τίποτε καθάρσια πλέον! . . . Τίποτε ακαθαρσίες εις τους δρόμους! . . . Ο Σούτσης θα εξαγνίση τον δήμαρχον Σούτσον! . . . Δεν θα χάνη κανείς τας ώρας του μέσα εις . . . τ' ανώνυμα μέρη της οικίας. Τίποτε καφέ . . . Διαβάζεις μόνον την εφημερίδα σου . . .

ΚΟΚΚΑΛΙΑΡΗΣ

Μα θα υπάρχουν τότε εφημερίδες; . . . Ποιος θα τας γράφη, ποιος θα τας τυπώνη, ποιος θα τας πουλή, αφού δεν θα έχη κανείς ανάγκην;

ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ

Βέβαια! ούτε εφημερίδες! περίπατο, λιακάδα, αμαξάδα.

ΜΟΥΡΓΟΣ

Μα τότε δεν θα υπάρχουν ούτε αμάξια!

ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ

Σωστά! . . . Μένεις στο σπίτι σου, μελετάς . . . αγκαλά ούτε μελέτη ούτε βιβλία! . . . Τι τα θέλεις; προς τι να γίνης δικηγόρος ή υπάλληλος, αφού δεν θα έχης ανάγκη να φάγης;. Έξω, διασκέδασι! στες μπιραρίες, στο θέατρο! . . .

ΚΟΚΚΑΛΙΑΡΗΣ

Μα πού ζυθοπώλιδες τότε. . . . πού ηθοποιοί;

ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ

Τόσον το καλύτερον! . . . Μένει κανείς στην επαρχία του, στο σπίτι του· καλλιεργεί τα κτήματά του . . . ψυχή μου, ζωή και κόττα!

ΜΟΥΡΓΟΣ

Αμ' θαρρώ πώς ούτε γεωργία ούτε κτηνοτροφία τότε δεν θα υπάρχη . . . Πού ναυρής την κόττα; . . .

ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ

Ακόμη καλύτερα! Τότε επιδίδεται κανείς εις την πολιτικήν, εκλέγεται βουλευτής . . .

ΚΟΚΚΑΛΙΑΡΗΣ

Πού εκλογαί πλέον; . . . βουλευτής χωρίς να τρώγη, γίνεται;

ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ

Τέλος πάντων δεν κάμνεις τίποτε, νά! . . . Dolce far niente. Και προ πάντων &(εγειρόμενος μετά των άλλων και ρίπτων Πάρθιον βλέμμα κατά τον κυρ Μιχάλη, ενώ ο υπηρέτης σβύνει τα φώτα)& δεν θα έχης ανάγκην να εξοδεύεσαι, και να δηλητηριάζεσαι εις τα ξενοδοχεία! . . .

ΚΥΡ ΜΙΧΑΛΗΣ (συλλογιζόμενος).

Ου να χαθής, λιμοκοντόρε! . . . Τι διάβολο καθόταν και έλεγε τόση ώρα; . . . Πώς θα καταργήση τα ξενοδοχεία ο δήμαρχος; Για να τρώγη ο κόσμος σκόνη φυσικά! . . . Μα αν είν' αληθινό αυτό πού έλεγε για το ρευστόν; . . . Αν εφευρεθή αυτό και ο κόσμος δεν έχη πλέον ανάγκην φαγητού; . . . . Τι τέχνη τότε να κάμω διά να βγάλω το ψωμί των παιδιών μου;

(1886)

ΤΑ ΔΕΙΝΟΠΑΘΗΜΑΤΑ ΕΝΟΣ ΔΗΜΑΡΧΟΥ

Την ημέραν καθ' ήν έλαβε το προσκλητήριον του υπουργού των εσωτερικών διά να πορευθή εις τας επί τη ενηλικιώσει του διαδόχου εορτάς ο κ. Σωτήριος Καλακαθούμενος δήμαρχος του δήμου Φασκομηλίων, εδρεύων εν τω χωρίω Χαμομηλίω, αφήρεσε τα χονδρά ομματοϋάλιά του, έτριψε τους οφθαλμούς και ανεβόησε:

— Γαρουφαλλιά! . . . Φώτη! . . .

Η Γαρουφαλλιά ήτο η σύνευνος του κ. δημάρχου. Αν ήτο νομός η κυρία Γαρουφαλλιά και όχι σώμα γυναικείον, θα έδιδε κατά τας βουλευτικάς εκλογάς τουλάχιστον 26 βουλευτάς· τόσον ευρεία ήτο η περιφέρειά της. Εν τούτοις με όλας τας διαστάσεις της και τα τεσσαράκοντα έτη της διέσωζεν ακόμη ίχνη καλλονής, δηλούσης ότι κατά τούτο ο κ. Σωτήριος δεν υπήρξε σύζυγος αξιολύπητος. Ο Φώτης ήτο ο κλητήρ και υπηρέτης άμα του δημάρχου, χρηματίσας εκ περιτροπής στρατιώτης, κρεοπώλης και φυγόδικος πριν εύρη οριστικόν επάγγελμα υπό την φιλεύσπλαγχνον στέγην της δημαρχίας.

Κατά σύμπτωσιν, ενώ η κυρία Γαρουφαλλιά εισήρχετο από το έν μέρος πλέκουσα κάλτσαν, εισήρχετο από το άλλο ο Φώτης κομίζων τας εφημερίδας, τουτέστιν έν φύλλον του «Αιώνος», το οποίον του έστελλε προς ανάγνωσιν ο ιατρός του γειτονικού χωρίου Αψιθιά, κ. Ψαροπούλης.

— Γαρουφαλλιά! επανέλαβεν ο δήμαρχος, να μου ετοιμάσης τη φουστανέλλα μου την καλή και τ' ασπρόρρουχά μου όλα εις το σεντούκι. Θα πάω στας Αθήνας, καταλαμβάνεις; ο βασιλεύς . . . ο υπουργός . . . ο διάδοχος . . . εις το παλάτι . . . Και συ, Φώτη, να φροντίσης για δυο καλά μουλάρια, διά να πάμε όσο με το γιαλό, γιατί θα φύγωμε με το πρώτον ατμόπλοιον.

Η σύζυγος και ο υπηρέτης του δημάρχου προσέβλεψαν αυτόν μετ' εκπλήξεως.

Ο κ. δήμαρχος εξήγησεν εις αυτούς τα περί της προσκλήσεώς του εις τας εορτάς και η φήμη διέτρεξε παραχρήμα το μικρόν χωρίον, μεγαλοποιηθείσα βαθμηδόν. Ότε περί την μεσημβρίαν ο κ. Σωτήριος εθεάθη εις την μικράν πλατείαν του χωρίου, ο παντοπώλης κυρ Μελέτης και ο δημοδιδάσκαλος κυρ Ανέστης, οίτινες είχον ακούσει ότι ο βασιλεύς δι' αυτογράφου επιστολής του προσεκάλει τον δήμαρχόν των εις την πρωτεύoυσαν διά να του αναθέση έν υπουργείον, προσεφώνησαν αυτόν λέγοντες:

— Και εις ανώτερα, κύριε δήμαρχε!

* **

Ο δήμαρχος κατεβρόχθισε μετ' εκτάκτου ευφροσύνης την ημέραν εκείνην εις το γεύμα το νηστήσιμον εκ φασολίων ρόφημα και μετά ταύτα καθεσθείς προ του γραφείου του ανέπτυξε το φύλλον του «Αιώνος» και ήρχισε να το αναγινώσκη βραδέως, εκμυζών άμα υπερμέγεθες σιγάρον και τρίβων μακαρίως διά του αντίχειρος το πέλμα του τσαρουχίου του επακκουμβώντος σχεδόν επί του σκέλους του· πλην μόλις είχε προχωρήσει εις την ανάγνωσιν, οι οφθαλμοί του εσκοτίσθησαν, εξέφερεν ηχηρόν επιφώνημα και αφήκε την εφημερίδα.

Πρώτην φοράν εμάνθανε το συνταράττον την πρωτεύουσαν φλογερόν ζήτημα περί της ενηλικιότητος του διαδόχου· πρώτην φοράν διέβλεπε την παρανομίαν και την επιβουλήν της Αυλής και της κυβερνήσεως, την κατά του Συντάγματος και των ελευθεριών σκευωρίαν και ως Έλλην φιλελεύθερος αγανακτών ανέκραξεν:

— Α! γι' αυτό λοιπόν θέλουν να μας κουβαλήσουν στην Αθήνα! . . . Μας θέλουν όργανα της μηχανορραφίας . . . Δεν τους γίνεται αυτή η χάρι, όχι! . . . Γαρουφαλλιά! . . . Φώτη! . . .

— Έτοιμα είνε, έτοιμα! είπεν εισερχομένη περιχαρής η εύσαρκος σύζυγος του δημάρχου. Το σεντούκι είνε γεμάτο.

— Να το αδειάσης πάλιν! είπεν επιτακτικώς ο κ. Σωτήριος.

Και ενώ η κ. Γαρουφαλλιά έμενεν εμβρόντητος, εισήλθε κατηυχαριστημένος ο Φώτης.

— Ευρήκα δύο μουλάρια θεώρατα, αφεντικό! είπε. εσυμφώνησα να είνε έτοιμα . . .

— Να πας να τα ξεσυμφωνήσης.

Ο Φώτης και η κυρία Γαρουφαλλιά προσέβλεπαν αλλήλους, έκθαμβοι, διότι ήρχισαν ήδη να συλλαμβάνουν υπονοίας περί της διανοητικής καταστάσεως του δημάρχου, και απήλθον να εκτελέσουν έκαστος την δευτέραν παραγγελίαν.