Part 2
Ήμεθα έτοιμοι να προβώμεν εις την μυστηριώδη δοκιμήν αλλά δισταγμός τις υπήρχε και εις των τριών τον νουν.
Ποίον πνεύμα έμελλε να προσκαλέσωμεν; Κατ' αρχάς λόγω αβροφροσύνης παρεκαλέσαμεν την οικοδέσποινάν μας να επικαλεσθή το πνεύμα του συζύγου της, αποβιώσαντος προ δεκαετίας, εκ περιπνευμονίας, ως έλεγεν αύτη, αλλά πιθανώτερον εκ των βασάνων, άτινα ο ταλαίπωρος υπέστη συζών μετά του θήλεος εκείνου Φαλάριδος. Πλην η κυρά Αγγέλω διεκήρυξε κατηγορηματικώς ότι, «αφού ο Θεός την ελευθέρωσε μια για πάντα, δεν ήθελε νάχη πλέον νταραβέρια με εκείνον τον μεθύστακα!». Ο κ. Λαγουδάκης είχε φίλον του τινα υπουργικόν γραμματέα προ πολλού αποθανόντα, αλλ' ήτο ούτος τόσον κωφός εν τη ζωή, ώστε, ως μας διεβεβαίου ο κ. Λαγουδάκης, ήτο αδύνατον και μετά θάνατον ν' ακούση το πνεύμα του. Έμενα εγώ, ασκέφθην . . . και μία φαεινή ιδέα επήλθεν εις τον νουν μου.
Πριν σας ανακοινώσω όμως την ιδέαν ταύτην, εξηκολούθησεν ο κ. Παρασκευάς, πρέπει να σας καταστήσω γνωστόν κάτι τι άλλο. Μάθε, φίλε μου, ότι όλοι ημείς οι εξ αρρενογονίας απόγονοι της οικογενείας μου, πάσχομεν όλοι ανεξαιρέτως από κληρονομικόν τι πάθος περίεργον . . .
— Από φλυαρίαν ίσως; είπα εγώ, διακόπτων αυτόν.
— Όχι, απήντησεν ο κ. Παρασκευάς. Ιδού τι τρέχει. Αγνοούμεν αν το οικογενειακόν μας όνομα Ιερεμιάδης ψιλούται ή δασύνεται. Η άγνοια αύτη μεταβιβάζεται από πατρός εις υιόν, χωρίς κανείς εκ των προγόνων να δυνηθή να λύση το οικογενειακόν τούτο αίνιγμα. Μη μειδιάτε, σας παρακαλώ! Αν ηξεύρετε πόσους κόπους, πόσας ερεύνας κατέβαλα διά να δυνηθώ να σχηματίσω, μίαν οιανδήποτε πεποίθησιν, αλλ' επί ματαίω! Αν παρατηρήσητε τα οικογενειακά μας έγγραφα, θα ίδητε ότι αι υπογραφαί μας δεν φέρουν πνεύμα, ή φέρουν αδιακρίτως ψιλήν ή δασείαν. Εγώ, αφού επί πολύ εβασανίσθην, εύρον τέλος μέσον τινά όρον, εξασφαλίζοντα την ορθογραφικήν φήμην μου. Ο όρος ούτος είνε τέχνασμα και συνίσταται εις το να σημειώ το πνεύμα επί του αρχικού στοιχείου του επωνύμου με δύο εξοχάς δεξιόθεν και αριστερόθεν· κάμνω έν σχήμα αόριστον, παρεμφερές, περίπου με το του ανθρωπίνου ωτός, ούτως ώστε να εκλαμβάνεται και ως ψιλή και, δασεία. Και με το τέχνασμα τούτο διέσωζον μεν την υπόληψίν μου, αλλ' η απορία μου ουχ ήττον υφίστατο. Διά τούτο, ότε επρόκειτο να επικαλεσθώμεν τα πνεύματα, η πρώτη σκέψις μου ευθύς ήτο να προσκαλέσω τα δύο πνεύματα της Γραμματικής και να μάθω παρ' αυτών την αλήθειαν.
Η αγανάκτησίς μου εξερράγη.
— Και με κρατείς εδώ τόσην ώραν, αθεόφοβε, ανέκραξα, διά να κάμης τόσον αχρεία λογοπαίγνια;
Ο κ. Παρασκευάς ωχρίασε και ήρπασε την επί της τραπέζης μάχαιραν.
— Λογοπαίγνια! ανεβόησεν· εγώ λογοπαίγνια; και νομίζεις ότι άνθρωπος ζων με 1,10 την ημέραν έχει όρεξιν να κάμνη λογοπαίγνια;
— Φίλε μου, είπα καταπραΰνων αυτόν, μη ταράττεσαι· αυτό οπού μου λέγεις κατά σύμπτωσιν το έχω αναγνώσει εις μίαν &Εβδομάδα& περασμένην εις τας &Απαντήσεις άνευ ερωτήσεων.&
— Αλλ' είνε 500 εβδομάδες όπου εγώ το σκέπτομαι, απήντησεν ο κ. Παρασκευάς. Άλλως τε τι σημαίνει τάχα; αφού πρόκειται περί πνευμάτων, εφαρμόζεται κάλλιστα η γαλλική παροιμία les génies se rencontrent, δηλαδή τα &πνεύματα& συναντώνται.
Έφριξα διά το μέγεθος της αυθαδείας του, αλλ' εκείνος απτόητος διά της μαχαίρας την οποίαν εκράτει έκοψε το εναπομένον μήλον και το έφαγεν.
— Ανεκοίνωσα λοιπόν την ιδέαν μου εις τον κ. Λαγουδάκην, είπεν ο κ. Παρασκευάς συνεχίζων την διήγησίν του, ενώ είχομεν ήδη επιθέσει την χείρα και το μαγνητικόν ρεύμα είχεν αρχίσει να σχηματίζεται. Αλλ' ο κ. Λαγουδάκης αντέστη μετ' αξιοπρεπείας.
— Καραγκιοζλίκια θα κάμωμεν; είπεν· εγώ είμαι σοβαρός άνθρωπος! Έπειτα τάχα είνε ανάγκη να εξετάσης το τραπέζι διά να μάθης το πνεύμα του επωνύμου σου; Αφού το Ιερεμίας παράγεται από το ιερός, δασύνεται και αυτό όπως και τα άλλα.
— Και είσθε βέβαιος ότι παράγεται από το ιερός; ηρώτησα.
— Και αμφιβάλλεις; Ο Ιερεμίας ήτο προφήτης και ως τοιούτος είχεν ιερόν χαρακτήρα. Άλλως τα Ιερεμίας, Ιεριχώ, Ιερουσαλήμ, Ιεροβοάμ, όλα αυτά, ονόματα της Ιεράς Ιστορίας, εξάπαντος πρέπει να δασύνωνται.
Προσεπάθησα να του αποδείξω ότι ήτο αβάσιμος ο ισχυρισμός του, αλλ' εκείνος επέμενε φέρων διάφορα επιχειρήματα, εν οίς και το ότι τα από του &ιερός& παραγόμενα, οίον το ιερεύς, ιεροδιάκονος κλπ., όχι μόνον δέχονται δασύ πνεύμα, αλλ' είνε και φύσει δασέα, και απόδειξις ότι όλοι οι ιερωμένοι φέρουσι πώγωνα. Η συζήτησίς μας διήρκεσεν επί αρκετήν ώραν και εσφροδρύνθη επί τοσούτον, ώστε κατήντησεν εκείνος μεν να με αποκαλέση «κορόιδο της φανταρίας», εγώ δε αυτόν «γέρο ξεκουτιάρη».
Την λέξιν ταύτην ακούσας ο κ. Λαγουδάκης ηγέρθη εμμανής και απειλητικός· αλλά κατ' εκείνην την στιγμήν η κυρά Αγγέλω, ήτις, μη ενδιαφερομένη ποσώς εις την φιλολογικήν μας συνδιάλεξιν, είχεν αποκοιμηθή επί της τραπέζης και συνώδευε με ηχηρούς ρογχασμούς την συνηγορίαν εκάστου, αφυπνίσθη.
— Τι επάθετε, καλέ; ανέκραξεν ακούσασα τας τελευταίας ευφήμους λέξεις· τι είν' αυτά; μωρά είσθε να μαλώνετε;: Τέτοια πράγματα δεν τα θέλω εγώ μέσα εις το σπίτι μου και να μου κάμετε την χάρι να μου αδειάσετε την γωνιά.
Και οι οφθαλμοί της ηστραποβόλουν, το δε αποπληκτικόν πρόσωπον της εφλογίσθη ως κάμινος. Εμείναμεν αμφότεροι ενεοί, σιγώντες, τρέμοντες ως μαθητάρια ατακτούντα, καταληφθέντα εξαίφνης υπό του αυστηρού διδασκάλου.
— Ακούς εκεί! εξηκολούθησεν η οικοδέσποινα μας ωργισμένη εις άκρον, διότι διεκόψαμεν εις τοιούτον τρόπον την ανάπαυσίν της, ακούς εκεί να κοντεύσουν να τσακωθούν για τες δασείες! Και πώς δεν μου σκάσετε! . . . (Η κυρά Αγγέλω ήτο ενήμερος πάντοτε εις την επικρατούσαν αγοραίαν φρασεολογίαν). Δεν κυττάζετε την τύφλα σας, λέω εγώ! . . . Κασιδιαρέοι, αλήθεια κι απ' αλήθεια! , . .
Και εγερθείσα ώθησε την τράπεζαν βιαίως με τας χονδράς και τυλώδεις χείρας της. Ο χωλός πους του τραπεζίου ενέδωκε και η τράπεζα ανετράπη. Το συρτάριον ολισθήσαν εξήλθε της θέσεώς του και τα εν αυτώ έγγραφα διεσκορπίσθησαν εντός του δωματίου.
Τα έγγραφα ταύτα ήσαν ποικίλης ύλης. Επιστολαί, θέματα, σχέδια υπομνημάτων, σημειώσεις, δοκίμια φιλολογικών έργων . . . Τα φύλλα διεσπάρησαν αναμίξ επί του εδάφους. Αλλ' ιδού μεταξύ αυτών διακρίνομεν με έκθαμβον όμμα εγώ και οι άλλοι τέσσαρα χαρτονομίσματα των 5 φράγκων, εξερχόμενα εκ κιτρίνου τινός φακέλου, νεόκοπα, αμίαντα ακόμη, διατηρούντα την ορεκτικήν αυτών στιλπνότητα και ζωηρότητα των ποικιλμάτων των, φέροντα ευκρινή την ημίσειαν μορφήν του Γεωργίου Σταύρου πονηρώς μειδιώσαν εκ της γωνίας. Το τραπεζάκι εθαυματούργει αληθώς.
Έμεινα κατάπληκτος, αγνοών πώς να εξηγήσω το πράγμα· πώς ευρισκόμην κάτοχος τοιούτου θησαυρού χωρίς να το γνωρίζω! Μόνον μετ' αρκετών λεπτών σκέψιν ανεμνήσθην ότι προ δέκα μηνών είς εξάδελφος μου μοι είχε πέμψει τα είκοσιν εκείνα φράγκα, άτινα μοι εχρεώστει, ότι τα είχα θέσει αφηρημένος εντός φακέλου αναμιχθέντος, φαίνεται, μετ' άλλων εγγράφων· ότι ανεζήτησα ματαίως κατόπιν τα χρήματα και νομίσας ότι τ' απώλεσα, εδημοσίευσα εις τας εφημερίδας ότι απώλεσα σπουδαίον χρηματικόν ποσόν και παρεκάλουν τον ευρόντα να κρατήση τον φάκελον, εάν θέλη, και να μοι φέρη τα χρήματα. Εννοείται ότι κανείς δεν παρουσιάσθη και το δυστύχημά μου τούτο υπήρξεν αφορμή να εκτεθώ επί πολλάς ημέρας εις το δίζυγον πυρ των αγρίων βλεμμάτων της κυράς Αγγέλως και του ξενοδόχου μου και να παρατείνω την τότε εβδομάδα της Τυροφάγου επί τέσσαρας άλλας ακόμη εβδομάδας.
Την εξήγησιν ταύτην ητοιμαζόμην να παράσχω, αλλ' η οικοδέσποινά μου με προέλαβεν. Έκπληξις ευχάριστος διεχύθη επί της μορφής της επί τη θέα των χρημάτων· ιλαρύνθη αμέσως και με φωνήν θωπευτικήν, πραείαν, με μειδίαμα σχεδόν μοι είπεν:
— Έτσι λοιπόν, κυρ Παρασκευά! κρύβεις τους παράδες και μας κάνεις τον μισοκακόμοιρον;
Και αυτός ο κ. Λαγουδάκης λησμονήσας τους διαπληκτισμούς μας προσέθηκεν:
— Εύγε, εύγε! δεν ενόμιζα ότι είσαι τόσον οικονόμος.
Τι να πράξω; αφού εκ της αγαθής συμπτώσεως εσχημάτιζον τόσον καλήν περί εμού γνώμην, ενόμισα συμφέρον να τους αφήσω εις την πλάνην. Ακουσίως μάλιστα ανέλαβον το αγέρωχον ήθος Κροίσου μεταμφιεσθέντος εις επαίτην και αναγνωρισθέντος εκ τυχαίας περιστάσεως. Έκυπτα ήδη να λάβω τα θεόθεν πεμπόμενά μοι χρήματα, αλλά και εις τούτο με προέλαβεν η προβλεπτική κυρά Αγγέλω, ήτις λαβούσα τον φάκελον εκράτησε τα τρία εκ των τεσσάρων χαρτονομισμάτων και μοι έδωκε το έν λέγουσα:
— Εγώ λοιπόν παίρνω το νοίκι και εκείνα οπού μου εχρεωστούσες πρωτύτερα και αύριο σου δίνω τα ρέστα. Ως τόσον για το καλό και για να τα φτιάσετε με τον κ. Λαγουδάκην, παράγγειλε να μας φέρουν κάτι να πιούμε.
Αντίρρησιν δεν ηδυνάμην ν' αντιτάξω. Αι επιθυμίαι της ήσαν προσταγαί. Ο μπακάλης της συνοικίας είχεν ακόμη ανοικτόν το εργαστήριόν του. Μετέβην και έφερα μίαν οκάν κρασί και αρκετά φουντούκια και εκαθίσαμεν επί αρκετήν ώραν πίνοντες ευθύμως παρά το θαυματουργόν τραπέζιον, αναφέροντες ανέκδοτα περί κεκρυμμένων θησαυρών, περί σιδηροχόρτου, περί μυστηριωδών ζαπλούτων πενιχρώς ενδεδυμένων και των τοιούτων. Το κρασί και τα φουντούκια επανελήφθησαν και ούτω το μόνον εκ της θαυμαστής περιπετείας απομείναν μοι τάλληρον μετέβη και αυτό «μετά πνευμάτων δικαίων τετελειωμένων».
Ο κ. Παρασκευάς εσιώπησεν.
— Ετελείωσεν η ιστορία σου; τον ηρώτησα απορών.
— Ναι.
— Αλλά, φίλε μου, μοι υπεσχέθης ιστορίαν πνευμάτων και δεν είδα εις αυτήν καθόλου πνεύμα!
— Αγνοείς λοιπόν ότι το πνεύμα είνε αόρατον.
Μετά τόσην σοφιστείαν, ηγέρθην καταπαύσας πάσαν συζήτησιν και προς εκδίκησιν δημοσιεύω την ιστορίαν του απαράλλακτον.
ΑΝΑΦΟΡΑ ΤΩΝ ΟΥΓΓΡΙΚΩΝ ΙΠΠΩΝ
&Προς την Ελληνικήν Κυβέρνησιν.&
Οι υποφαινόμενοι εβόσκομεν αμέριμνοι εις τους πίονας αγρούς και λειμώνας της πατρίδος μας μασσώντες ευδαιμόνως την νεοθαλή πόαν του φθινοπώρου, ότε μας ήλθεν η είδησις περί των εξοπλισμών της Ελλάδος και περί του προσεχούς καταναγκαστικού εκπατρισμού μας. Και κατ' αρχάς η είδησις δεν επιστεύθη· τόσον ήτο απροσδόκητος, ο δε κομίσας αυτήν νεαρός πώλος εδέχθη αρκετά λακτίσματα προς σωφρονισμόν, διότι ενόμισαν ότι ηστεΐζετο. Αλλ' ότε ήλθε μία φορβάς οδυρομένη και άπελπις επικυρούσα την είδησιν και διαβεβαιούσα ότι είδε και τους στρατιωτικούς απεσταλμένους προς ιππωνείαν [6], τότε συνήλθομεν όλοι και διεσκέφθημεν επί του πρακτέου.
Αν και έχομεν κοινήν με τους εχθρούς υμών την καταγωγήν, ημείς οι κάτοικοι της χώρας ταύτης, εν τούτοις με την υμετέραν χώραν συνδεόμεθα μάλλον φιλικώς. Γνωρίζομεν ότι εις τα ζυθοπωλεία της πρωτευούσης δεν είνε σπανία η εμφάνισις της ευσάρκου καλλονής των ημετέρων συμπολιτίδων, ότι εις τα εστιατόρια το έδεσμα &ουγγαρία& ευφραίνει τον πεινώντα στόμαχον πολλών πτωχών σπουδαστών και ότι εις τας ιπποδρομίας σας διέπρεψεν άλλοτε ο συμπατριώτης μας Νεφελέτζ. Διά τούτο η συνέλευσις απέκλινε μετά συμπαθείας εις την απόφασιν της μεταναστεύσεως, ότε μας ανεχαίτισε προβάς εις το μέσον γηραιός τις ομόφυλός μας. Ήτο φρικτός και ελεεινός την θέαν, το τρίχωμα του έλειπεν εκ του ενός μέρους και επί των νώτων του εφαίνοντο τα ίχνη φοβερών πληγών· ο είς των οφθαλμών του ήτο εξωρυγμένος, τα δε ώτα και η ουρά του ηκρωτηριασμένα.
«Αδελφοί! είπε, λαμβάνων τον λόγον, ακούσατέ με πριν προβήτε εις την απόφασίν σας και κατέλθετε εις την Ελλάδα. Προ έξ ετών καταληφθείς και εγώ υπό ενθουσιασμού ανεχώρησα μετά πολλών άλλων, ομοφύλων μας αγορασθέντων υπό της ελληνικής κυβερνήσεως. Υπέφερα πάσαν στέρησιν και κακουχίαν προθύμως, εφόνευσα δι' ενός λακτίσματος ένα άπιστον αλγερίνον ίππον, όστις ωρκίζετο εις τον προφήτην του ότι το ελληνικόν άχυρον δεν ήτο νόστιμον, και αφήκα να μου μαδήση την χαίτην ο άπειρος νεοσύλλεκτος, όστις μου έτυχεν ως αναβάτης· έσπασα τας οπλάς μου εις τας παρατάξεις και εις τας επιθεωρήσεις και τα γυμνάσια, ήκουσα αγορεύσεις και λόγους και ηυχαρίστησα τον Ύψιστον διότι καλούμεθα και είμεθα &άλογα&, αλλά μάχης καπνόν δεν είδα. Μετά τινας μήνας επωλούμην σκληρώς επί δημοπρασίας μετ' άλλων αθλίων συντρόφων μου, εις τόπον καλούμενον Δημοπρατήριον. Περιέπεσα εις χείρας ενός καρραγωγέως και η κατάστασις της ράχεώς μου μαρτυρεί περί της ευσπλαγχνίας του· έπειτα εις ένα μύλον, τον οποίον ηδύνατό τις εξαίρετα ν' αποκαλέση μύλον . . . της Έριδος, διότι συχνάκις ηρχόμην εις χείρας . . . δηλαδή εις πόδας, με ένα αυθάδη όνον όστις διεξεδίκει τα πρωτεία. Έπειτα εις την εξουσίαν του ιπποδαμαστού Δερσέν, όστις όμως μ' εξήρεσεν ως σωματικώς ανίκανον και με μετεπώλησεν εις ένα συμπατριώτην μας αγοράζοντα απομάχους ίππους διά το σφαγείον, από τας χείρας δε αυτού εξέφυγα και ευρίσκομαι εδώ. Αδελφοί, αναλογισθήτε τα παθήματά μου και σκεφθήτε πριν αποφασίσετε!»
Χρεμετισμοί επιδοκιμασίας υπεδέχθησαν τους λόγους τούτους και οι πρόκριτοι της ομηγύρεως συνελθόντες ευθύς απεφασίσαμεν να υποβάλωμεν την παρούσαν αναφοράν προς την κυβέρνησιν διά να δηλώσωμεν ότι, αν πρόκειται να πολεμήσωμεν πράγματι, είμεθα έτοιμοι να κατέλθωμεν. Αν πρόκειται όμως να υποβληθώμεν εις κακουχίας χάριν επιδείξεων και παρατάξεων, διά να ποξηρανθή το δέρμα επί των οστών μας ως η σταφίς επί των σπαγοστοιχιών ενός των εφευρετών μιας, των χιλίων μεθόδων της αποξηράνσεως της σταφίδος, αν θα πωληθώμεν εις το Αναβρυτήριον μεταξύ των παλαιών επίπλων, των μαχαιροπηρούνων και των φιλοσοφικών συγγραμμάτων, τότε δεν ερχόμεθα και καλύτερα θα κάμη η κυβέρνησις να προμηθευθή διά μέσου του κ. Μάιφαρτ ίππους εκ των εργοστασίων της Νυρεμβέργης, καταλληλοτέρους από ημάς διά τα μικρά καθώς και διά τα μεγάλα παιγνίδια. Ημείς δεν πωλούμεθα, διότι δεν είμεθα ούτε ψηφοφόροι ούτε δημοσιογράφοι, ούτε ειρηνοδίκαι· δεν στέργομεν δε να υποταχθώμεν εις την βίαν. Φωνάζομεν ευχαρίστως: ζήτω η Ουγγαρία, αλλ' ουδέποτε: ζήτω η Αγγαρεία!
Ευπειθέστατος εξ ονόματος όλων
ΑΛΙΤΖΕΣ
(1885)
(Μετάφρασις εκ του αυστροουγγρικού).
STATU QUO ANTE
(Συμφοραί πτωχού γραφέως)
Οικτίρατέ με, φίλοι μου, διότι είμαι δυστυχής άνθρωπος!
Αφ' ότου ήρχισαν τα σοβαρά εν τη Ανατολή γεγονότα, αφ' ότου ήρχισαν τα συλλαλητήρια, αφ' ότου ήρχισαν αι θεωρίαι των εφημερίδων, τα κύρια άρθρα, αι αγορεύσεις εις το ύπαιθρον, ο βασιλικός λόγος και αι επ' αυτού συζητήσεις, αδιακόπως βασανίζει τον νουν μου η ιδέα του καθεστώτος, η ιδέα της ισορροπίας και ανεγείρονται ως σκόπελοι εις το πνεύμα μου αι τρεις επί κεφαλής λατινικαί λέξεις.
Ν' αποκατασταθή το καθεστώς! . . . Θεέ μου, Θεέ μου! αλλά ποίον καθεστώς; το καθεστώς με &ω& ή το καθεστός με &ο&; ή το καθεστώς με &ο& εις την ονομαστικήν και με &ω& εις την γενικήν, όπως πρεσβεύουσι μερικοί ότι πρέπει να γράφεται; Εάν δεν λυθή πρώτον οριστικώς το ορθογραφικόν αυτό ζήτημα, πώς είνε δυνατόν να λυθή παν άλλο πολιτικόν ή εθνολογικόν;
Και η ισορροπία;. . . . Καταλαμβάνετε τι είνε η ισορροπία; Ομολογώ ότι ο εγκέφαλός μου απώλεσε την ιδικήν του σκεπτόμενος ν' ανεύρη την εξήγησιν. Διότι κατά περίεργον σύμπτωσιν όλα τα παράγωγα και τα σύνθετα εκ του &ίσος&, όλα έχουν σημασίαν . . . ανάποδον. Παραδείγματος χάριν το Σύνταγμα λέγει ότι όλοι οι Έλληνες είνε ίσοι απέναντι του Νόμου· τι είνε λοιπόν η ισότης; . . . Η ισότης είνε η ιδιότης εκείνη την οποίαν . . . ο πρώτος υπαστυνόμος ημπορεί να σου σπάση τα πλευρά, αν τύχη να έλθης εις διένεξιν μέ τινα εκλογέα βουλευτού συμπολιτευομένου και να έχης δίκαιον. Ας έλθωμεν εις το ισοζύγιον· επί πολλά έτη ισοζύγιον εσήμαινε το κατ' έτος εξογκούμενον εν τω προϋπολογισμώ έλλειμμα πολλών εκατομμυρίων, έως ότου κατηντήσαμεν να πιστεύσωμεν ότι ήτο τυπογραφικόν λάθος αντί υποζύγιον — λέξις καταλληλοτάτη προς χαρακτηρισμόν του ελληνικού λαού, αίροντος μεθ' υπομονής τα φορτία των εκατομμυρίων των αμαρτιών των προϋπολογισμών των υπουργών του. Και βλέπετε ότι ομιλώ πολύ &γενικώς&. Θέλετε και άλλο; ιδού· εις την αρχαιότητα ο Ισοκράτης ήτο μέγας ρήτωρ και σήμερον, αν εισέλθητε εις τον ναόν της Αγίας Ειρήνης, θα ίδητε οκτώ ή δέκα Ισοκράτας . . . μικρούς παίδας, οίτινες «κρατούν το ίσον του ψάλτου». Αλλά μήπως νομίζετε ότι οι μαθηματικοί κανόνες περί των ίσων ισχύουν; Απατάσθε! Προχθές μετέβην να επισκεφθώ ένα εξάδελφόν μου, συνήντησα δε εις την οικίαν του ένα εξάδελφον του εξαδέλφου μου. Αμέσως μοι επήλθεν εις τον νουν το μαθηματικόν αξίωμα: τα δύο τινί ίσα, ίσα και προς άλληλα· τείνας λοιπόν την χείρα οικείως είπον προς τον άγνωστον:
— Είσαι εξάδελφος του εξαδέλφου μου; άρα και αναμεταξύ μας είμεθα εξάδελφοι, επειδή είμεθα ίσοι προς αλλήλους.
Ο εξάδελφος του εξαδέλφου μου έρριψεν επ' εμού βλέμμα αγέρωχον και οργίλον, ως να τον ύβριζον. Επληροφορήθην κατόπιν ότι ήτο σύγγαμβρος του αμαξηλάτου ενός των υπουργών.
Ω! η ισορροπία! το καθεστώς! μα τας 30 σελίδας των πρωτοκόλλων της πρώτης συνεδριάσεως της Συνδιασκέψεως, δεν μου αφήνουν τον νουν ήσυχον ουδ' επί στιγμήν. Χθες περί την μεσημβρίαν ο προϊστάμενός μου εισελθών εις το γραφείον και ιδών ότι, αντί να εργάζωμαι, αναγίνωσκον τα κύρια άρθρα των εφημερίδων, με επέπληξεν αυστηρότατα.
— Όλο το πρωί καθισιό! . . . μοι είπεν.
— Κύριε, τω απήντησα αξιοπρεπώς, εγώ αγαπώ το «πρώην καθιστός».
Ο προϊστάμενος εξήλθε φρυάττων, αλλ' η αγανάκτησίς του μετετράπη εις σεληνιασμόν, ότε ανεύρεν εις τα έγγραφα, άτινα τω υπέβαλα προς υπογραφήν, λέξεις γεγραμμένας ούτω: «του δήμου Ισ-Ωρωπίων» «του επιstatu quo του ταχυδρομείου» «anteλήφθη των πραγμάτων» κτλ.
— Κύριε, τω είπον ιδών το σπινθηροβόλον βλέμμα του, συγχωρήσατέ με, αν υπάρχη κανένα λάθος. Τα έγραφα τροχάδην βιαζόμενος να εξέλθω, επειδή έχω αυτήν την ώραν Συνδιάσκεψιν με ένα φίλον μου! . . .
Ο προϊστάμενος έξω φρενών εποίησε τοιούτο διάβημα — παν άλλο ή φιλικόν — προς τα μεσημβρινά μέρη του σώματός μου, ώστε απώλεσα πραγματικώς την ισορροπίαν.
Αλγών και απηλπισμένος ετράπην εις φυγήν, εισήλθον δε εις το πρώτον παρατυχόν ζαχαροπλαστείον διά να ησυχάσω.
Έκραξα τον ζαχαροπλάστην και τον ηρώτησα:
— Έχεις ρουμ;
— Μάλιστα.
— Έχεις και μέλι;
— Επίσης.
— Τότε πολύ σε παρακαλώ να μου κατασκευάσης μίαν Ρουμ- μελίαν , . . Και ει δυνατόν να είνε Ανατολική.
Ο ζαχαροπλάστης με προσέβλεψε περιδεώς και απήλθε σταυροκοπούμενος,
— Έλα δω! τω είπον.
Αλλ' εκείνος έσεισε την κεφαλήν μετ' οίκτου και εξηκολούθει ν' απομακρύνηται.
— Statu να σου quo ! τω είπον εντόνως.
— Βρε ante να χαθής! μοι απήντησεν επί τέλους.
(1885)
ΠΑΙΓΝΙΟΧΑΡΤΩΝ ΣΥΝΔΙΑΛΕΞΙΣ
Παρερριμμένα εις μίαν γωνίαν, ξεθωριασμένα εκ της προστριβής, συντεθλασμένα, ηκρωτηριασμένα μερικά παιγνιόχαρτα, απομεινάρια οικτρά δέσμης καινουργούς, αγορασθείσης την προτεραίαν και διασπασθείσης ελεεινώς κατά τον πυρετόν του χαρτοπαιγνίου, την πρωίαν της επαύριον του νέου έτους συνωμίλουν ανακοινούντα προς άλληλα τας εκ της προτεραίας εντυπώσεις των.
— Πάει κι αυτός ο Άι-Βασίλης! είπε μελαγχολικώς είς άσσος κούπα μονόφθαλμος προσβλέπων βλοσυρώς ως κύκλωψ με τον μόνον κόκκινον οφθαλμόν του.
— Άις-Βασίλης κακορρίζικος! είπεν είς φάντες σπαθί, ού ο πρασινοκόκκινος χιτών ήτο διεσχισμένος, έλειπε δε και έν μέρος από την καστανήν κόμην του.
— Ποιος σ' έκανε σε τέτοιο χάλι, κακομοίρη; τον ηρώτησεν ευσπλάγχνως μία ξανθή δάμα.
— Ένας κλητήρας, κακό χρόνο νάχη! απήντησεν ο φάντες. Είχε πάρει μποναμά από τους χασάπηδες και τους μπακάληδες της γειτονιάς και ήλθε να τον παίξη εις εμέ. Τον έπαιξε κ' έχασε και τότε θυμωμένος μ' εκατεξέσχισε χωρίς να ενθυμηθή ο άθλιος ότι είχαμε και μία μικρά συγγένεια μεταξύ μας.
Συγγένεια με τον κλητήρα; ηρώτησεν απορών έν πυκνόν ολόμαυρον δέκα μπαστούνι.
— Βέβαια· προτού να γίνη κλητήρας εχρημάτισε καπνο . . . φάντης!
Τα παιγνιόχαρτα ανεκάγχασαν επί τη αστειότητι ταύτη του συναδέλφου των.
— Εμέ, είπε το τρία κούπα, μ' ετυράννησεν όλη την νύκτα ένας πρώην τμηματάρχης· το όνομά μου τω εφαίνετο καλός οιωνός, επειδή τω υπενθύμιζε το κόμμα του. Όταν είδεν όμως ότι ούτε εις τα χαρτιά δεν έκαμνε δουλειά το κόμμα του, εφουρκίσθη και με συνέστρεψε και μ' εδάγκασε . . .
— Για να σου πω! κάμε μου τη χάρι πήγαινε πάρα πέρα! είπεν έν παρακείμενον δύο· κάτι τέτοιοι χαρτοπαίκται είνε λυσσασμένοι και ξέρω εγώ! . . . μπορεί και συ να λυσσάξης.
— Εμένα πάλιν, είπε το εννέα, μ' έπιασε ένας βουλευτής συμπολιτευόμενος. Τον ήκουσα να λέγη: Με τους εννέα του ένας κάποιος πολιτευόμενος έγινεν εκείνος πού έγινεν· αυτός ο πούντος έχει τύχη! Αλλά έφυγε ζεματισμένος την ώρα που έπεφταν τα κανόνια.
— Κανόνια εφέτος θα πέσουν πάρα πολλά, μου φαίνεται, είπε το πέντε. Είδα κάτι αξιωματικούς, κάτι υπαλλήλους να παίζουν απηλπισμένα και να ριψοκινδυνεύουν ποσά μεγαλύτερα από τας δυνάμεις των.
— Εφέτος ήτο φτώχεια πολλή, είπε γενειάτης τις και μακρυπλόκαμος ρήγας, έχων αποτεθειμένον το στέμμα του επί του καρρώ, ως να είχε κουρασθή να το φέρη επί κεφαλής. Με είχε πάρει στην τσέπη του ένας παλαιός μου μουστερής και εγυρίσαμε λέσχας και καφενεία· παντού άκουσα παράπονα, γκρίνια, κατάρες. Συνηθισμένος εις τες λίρες και τα χαρτονομίσματα, εθύμωσα όταν είδα να πουντάρουν επάνου μου δε κάρες και ήλθα &τέρτσος& κ' εγώ δεν ηξεύρω πόσες φορές! . . .
— Μεγάλη η &καρρωσύνη& σου! είπεν ο λογοπαίκτης φάντες.
— Α, εξηκολούθησεν ο ρήγας, αφού προσέβλεψε λοξώς τον διακόψαντα, παν οι καιροί εκείνοι πού εκυλούσαν άφθονα επάνω μας τα ναπολεόνια! Το ελληνικό χρυσάφι έφυγε όλο εις την Ευρώπη, έγινε κανόνια, όπλα, στολαί, ναρκοβόλα, διότι τώρα οι Έλληνες είνε αποφασισμένοι να παίξουν το μεγάλο παιγνίδι.
— Μα θα το παίξουν, ή απλώς έτσι &παίζουν&; ηρώτησεν ο αδιόρθωτος φάντες.
Ο ρήγας έλαβεν ήθος αυθεντικόν και ητοιμάσθη ν' απαντήση, αλλά την στιγμήν εκείνην ο σκουπιδιάρης ελθών διέκοψε την συνδιάλεξιν και παραλαβών τα παιγνιόχαρτα έρριψεν αυτά εις το κάρρον.
(1886)
ΝΟΟΜΑΝΤΕΙΑ
Από τινος μεγάλην μου έχουν προξενήσει αίσθησιν αι νεώτεραι ανακαλύψεις της επιστήμης, νυχθημερόν δε καταγίνομαι προσπαθών να εμβαθύνω εις αυτάς. Διότι, δεν το λέγω διά να καυχηθώ, αλλ' είνε αληθές ότι είμαι άνθρωπος πολύ φιλομαθής και πολύ περίεργος, δεν δύναμαι δε να εύρω ανάπαυσιν, εάν δεν ανακαλύψω πρότερον την εξήγησιν φαινομένου τινός ελκύοντος την προσοχήν μου. Παρηκολούθησα επισταμένως πάντας τους μέχρι τούδε αναφανέντας επιστημονικούς συρμούς. Ότε ήτο π. χ. προ δύο ετών η μανία των κινουμένων τραπεζών, κατέβαλον ατρύτους [7] κόπους περιερχόμενος τας ενταύθα Τραπέζας όπως συνάψω μικρόν τι δάνειον, οφείλω δε να ομολογήσω ότι οι κόποι μου απέβησαν μάταιοι, επειδή καμμία Τράπεζα δεν εκινήθη . . . εις οίκτον υπέρ εμού. Έπειτα ήλθε το ζήτημα του υπνωτισμού και τόσον επεδόθην εις αυτό, μετά τόσου ζήλου επελήφθην της εξετάσεώς του, ώστε κατήντησε να κοιμώμαι είκοσιδύο ώρας το ημερονύκτιον αναγινώσκων τας περί αυτού γραφομένας διαφόρους πραγματείας. Τώρα δε μετά την αθρόαν άφιξιν των νοομάντεων, ότε ο Σασσανιών καταδιώκει τον Μπίσοπ και ο Μπίσοπ καταδιώκει τους θεατάς, το πνεύμα μου αδιακόπως καταδιώκει και αυτό μίαν ιδέαν, δηλαδή τίνι τρόπω να γίνω κ' εγώ νοομάντις.
Τα πάντα κατορθούνται διά της υπομονής και της επιμονής, χάρις δε εις τους πολλούς κόπους και την επιμονήν μου κατώρθωσα τω όντι να φθάσω εις ευάρεστα αποτελέσματα, ως αποδεικνύεται εκ των εξής πειραμάτων, άτινα λαμβάνω την τιμήν να εκθέσω εις τους ευμενείς αναγνώστας μου.
Και εν τούτοις ηδυνήθην ν' ανεύρω αντικείμενον, και μάλιστα βελόνην, κρυμμένην Κύριος οίδε προ πόσου χρόνου εις μέρος όπου ουδέ κατά διάνοιαν υπώπτευον. Επί τρεις συνεχείς μήνας, μόλις κατεκλινόμην ησθανόμην οδυνηρόν νυγμόν εις . . . τας κάτω χώρας του σώματός μου. Την ενενηκοστήν πρώτην ημέραν απεφάσισα ανάψας το κηρίον να εξετάσω την κλίνην και μετά λεπτομερή έρευναν κατώρθωσα ν' ανακαλύψω βελόνην εμπηγμένην εντός του στρώματος.
Δεύτερον πείραμα σπουδαιότερον. Ανεύρεσις αγνώστου ημερομηνίας. Πρό τινος καιρού εισήλθε πρωίαν τινά εις το δωμάτιόν μου η αξιοτίμος κυρά-Ζαφείρω, η οικοδέσποινά μου, ής την περιγραφήν αναβάλλω, λέγων μόνον ότι, αν εξηρτάτο από το θέλημά της, ο βίος μου θα συνετέμνετο κατά τα εικοσιεννέα αυτού τριακοστά· τόσον φλογεράν επιθυμίαν έχει ν' ανατέλλη καθ' εκάστην, ει δυνατόν, η πρώτη του μηνός.
— Ξέρετε τι μέρα έχομε σήμερα; μου είπε με ύφος βλοσυρόν.
Δεν εγίνωσκον ποσώς. Σημειωτέον ότι έχω την συνήθειαν εντός του δωματίου μου να μη αφήνω ούτε ημερολόγια, ούτε ημεροδείκτας, ούτε άλλα παρόμοια ενοχλητικά αντικείμενα υπενθυμίζοντα ανεκπληρώτους υποχρεώσεις. Αλλ' εκ του τρόπου της εμάντευσα αμέσως την ημερομηνίαν:
— Έχομεν πρώτην του μηνός, της είπον αδιστάκτως.
— Καλύτερα οπού το γνωρίζεις, απήντησε και απήλθεν υπερηφάνως.
Αλλά θαυμασιώτατον πάντων ήτο το τρίτον πείραμα.