Part 15
Καϊμένα ρούχα! . . . τόσον εύμορφα, τόσον καλοφτιασμένα, τόσον κομψά! . . . Και να συλλογίζωμαι ότι δεν τα επλήρωσα ακόμη και Κύριος οίδε πότε θα τα πληρώσω! . . . και να συλλογίζωμαι ότι από τα χθες επρόσθεσα μίαν ακόμη γραμμήν εις το λαβυρινθώδες λοξοειδές δρομολόγιον, το οποίον ακολουθώ καθ' εκάστην εις τας εξόδους μου! . . . Ο καϊμένος ο θείος μου, άνθρωπος αγαθός και θεοφοβούμενος, άλλο δεν μου έλεγεν έως την τελευταίαν στιγμήν της αναχωρήσεώς μου, παρά να κάμνω πάντοτε τα χρέη μου και ν' ακολουθώ την ευθείαν οδόν. Την πρώτην συμβουλήν την ηκολούθησα πιστώς κ' έκαμα χρέη πολλά . . . όσα ημπορούσα ! . . . Αλλά ύστερ' απ' αυτό δεν μου ήτο δυνατόν να εκπληρώσω την δευτέραν του συμβουλήν περί της ευθείας οδού. Όταν εξέρχωμαι, πιάνω πραγματικώς τον ίσιον δρόμον και φθάνω μέχρις ενός σημείου, ότε διά μιας ενθυμούμαι ότι δεν πρέπει να περάσω απ' εμπρός από το ξενοδοχείον, διότι εκεί χρεωστώ μερικά ψιλά. Λοιπόν — στροφή επί δεξιά! Παίρνω τότε τον άλλον δρόμον ύστερα από ολίγα βήματα είνε το ζαχαροπλαστείον· άλλο οδόφραγμα. — Στροφή επ' αριστερά! Προχωρώ . . . παρακάτω, είνε ο παπουτσής μου! . . . μεταβολή! . . . Υστερώτερα είνε το κουρείον . . . άλλος ελιγμός! . . . Απ' εδώ πάλιν είνε το καφενείον, οπού έπαιζα μπιλλιάρδο . . . υποχώρησις! . . . &(Ενώ ομιλεί, ταυτοχρόνως εκτελεί επί της σκηνής διαφόρους στροφάς και ελιγμούς).& Και τοιουτοτρόπως αποτελείται μία γραμμή ατελεύτητος από ζιγκ-ζαγκ, ώστε, διά να υπάγω από την Νεάπολιν εις το Πανεπιστήμιον, καταντώ πολλάκις να περάσω από τον Αγιον Φίλιππον.
Και τώρα τι να πράξω; . . . Πώς θα εξέλθω; πώς θα καταβώ εις τον Πειραιά, διά να υποδεχθώ τον κυρ Θεοφύλακτον και την δεσποινίδα Θεοδώραν, την μέλλουσαν μνηστήν μου; Μα τι μου ήλθε χθες να πωλήσω εις τον Εβραίον τα παληά μου ρούχα διά να έχω χαρτζιλίκι! . . . Δεν ήτο περίφημη η φορεσιά, αλλά τέλος πάντων, εις την ανάγκην! . . . Και πρέπει να είνε και αργά! . . Ω Θεέ των πατέρων μου! . . . συ όστις ωδήγησες τους Εβραίους να περάσουν από την Ερυθράν θάλασσαν, φώτισε και αυτό το τέκνον του Ισραήλ να περάση πάλιν απ' αυτόν τον δρόμον. &(Ακούεται εις την οδόν φωνή πλανοδίου Ιουδαίου:&Π α λ η ά ρ ο ύ χ' α γ ο ρ ά ζ ω). Α! νάτος! . . . Σ' ευχαριστώ, Θεέ μου! σ' ευχαριστώ, διότι με εισήκουσες, σ' ευχαριστώ, διότι επιτρέπεις να ευρεθή ένας άνθρωπος, ο οποίος γδύνει όλον τον κόσμον, διά να ενδύση εμέ! &(Ορμά εις το ανοικτόν παράθυρον και φωνάζει).& Ε συ! . . . Ανανία! . . . Μελχισεδέκ! . . . Ιεροβοάμ! πώς σε λεν! . . . έλα εδώ! . . . Εδώ ναι! . . . Μπα! είνε ο ίδιος ο χθεσινός . . . νά και η παληά μου φορεσιά, που την έχει στον ώμον του. Τι ευτύχημα! τουλάχιστον θα είνε τα ιδικά μου ρούχα και θα μου ταιριάζουν! . . . Πόσον θέλεις δι' αυτά τα ρούχα; . . . Αυτά ναι! . . . Τριάντα πέντε φράγκα; . . . Τρομάρα να σούλθη! . . . Δεν σου τα επούλησα, βρε, εγώ ο ίδιος εχθές διά δεκαπέντε; Αν ήξευρα πως η αξία των ρούχων μου αυξάνει καθ' εκάστην κατά ένα εικοσόφραγκον, θα τ' άφηνα επάνω μου σαράντα χρόνια! Δεν κάνει είκοσι; . . . Εικοσιπέντε; Όχι; . . . Τι να γίνη! . . . Δεν είνε τώρα ώρα για παζάρια . . ας είνε! . . . στάσου! . . . &(Στρέφεται και παρατηρεί προς την θέσιν, ένθα υπήρχαν τα κλαπέντα ενδύματά του).& Ω! . . . και το πορτοφόλι; . . . Ήτο μέσα εις την τσέπη του ρούχου οπού μου έκλεψαν . . . Πάει κι' αυτό! . . Και το ρολόγι μου; . . . και αυτό το είχα αφήσει εις το γελέκο μου! . . . Ω δυστυχία μου! . . . &(Τραβά τα μαλλιά του).& Τώρα τι θα κάμω; &(Επιστρέφει πάλιν εις το παράθυρον).& Δεν μου τα δίνεις και να περάσης αύριον να σε πληρώσω; Στάσου, βρε, μη φεύγης! . . . &(Στρέφεται πάλιν).& Τι να του δώσω! . . . &(Επιστρέφει εις το παράθυρον).& Σου δίνω το στρώμα μου . . . &(Στρέφεται πάλιν, αρπάζει βιβλία τινά από το τραπέζι και επιστρέφει εκ νέου εις το παράθυρον).& Νά! . . . σου δίδω και το Ρωμαϊκόν Δίκαιον . . . να μάθης, κακομοίρη, και ολίγη δικαιοσύνη, οπού δεν ηξεύρεις από που κρατεί η σκούφια της . . . Σου υπόσχομαι να σου δώσω και είκοσι φράγκα ακόμη . . . σου δίδω συνάλλαγμα!.. Σου το ορκίζομαι εις την Παλαιάν Διαθήκην . . . εις εκείνην την διαθήκην, οπού έχει κάμει ο θείος μου προ πέντε ετών και μου αφήνει όλα τα υπάρχοντά του . . . Φεύγεις στάσου, βρε, στάσου. . . . Αχ, ο τσιφούτης του διαβόλου, έφυγε! . . . Που να έχης την λέπραν του Γιεζεΐ και την αγχόνην του Ιούδα! . . . &(Επιστρέφει εκ του παραθύρου και καταπίπτει εξαντλημένος επί μιας έδρας).& Ορίστε τύχη! . . . ορίστε συμβάν! . . . μα αυτό καταντά φαντασμαγορία! . . , Και το ατμόπλοιον τώρα πρέπει να έφθασεν εις τον Πειραιά. Δεν ηξεύρω τι ώρα είνε ακριβώς, επειδή μου επήραν και το ρολόγι, αλλά βέβαια πρέπει να είνε αργά; Θα ήλθε αφεύκτως ο κύριος Θεοφύλακτος και η κόρη του, αφού μου ετηλεγράφησαν από χθες ότι επεβιβάσθησαν. Τι θα ειπούν, οπού δεν επήγα να τους υποδεχθώ εις το ατμόπλοιον, όπως είχαμεν συμφωνήσει; . . . Μα μπορεί να χαλάση και ο γάμος. . . . Να χάσω την προίκα, να χάσω και την Θεοδώραν! . . . τέτοιο κορίτσι αφράτο. Δεν πιστεύω ν' ασχήμισε από τα πέρυσι οπού την είδα! . . . μόνον πως είνε κομματάκι προωδευμένη εις τες ερωτοδουλειές . . . Εντός τεσσάρων ημερών αντηλλάξαμεν έξ ραβασάκια . . . Και να ιδής οπού ημπορούν να ξεκινήσουν να έλθουν εδώ εις το δωμάτιόν μου, διότι είχα την ανοησίαν να τους γράψω την διεύθυνσίν μου . . . Να έλθουν να με ιδούν εις αυτό το χάλι σαν τον Ιώβ! . . , και μάλιστα ύστερα από τας συστάσεις του θείου μου . . . Διότι φαντάζομαι πώς εσυμφωνήθη αυτό το συνοικέσιον! . . . Μου φαίνεται πως τους βλέπω τους δύο γέρους εις το καφενείον του Χατζη-Στάθη, ύστερα από δεκατέσσαρες παρτίδες τάβλι να συνομιλούν . . . &(Μιμείται)&. Ο θείος μου βγάζει την ταμπακέραν του, παίρνει μίαν πρέζαν κ' ύστερα μ' ένα μειδίαμα και με καμάρι αρχίζει:
— Σούχω, π' ορίζεις, κυρ Θεοφύλακτε, έναν ανιψιόν! . . . μα δεν ηξεύρεις τι πράγμα! . . . μάλαμα! . . . Τι επαίνους μου λέγουν γι' αυτόν όσοι έρχονται από την Αθήνα! . . . τι χρυσός νέος! . . . επιμελής, φρόνιμος, οικονόμος . . . όλη μέρα στη μελέτη . . . από το Πανεπιστήμιο και στο δωμάτιό του.
Ο κυρ-Θεοφύλακτος, ο οποίος εξασκεί το επάγγελμά του κηροποιού προ πολλών ετών και έχει καζαντήσει αρκετές χιλιάδες, και καμμιά φορά αναπληρώνει και τον αριστερόν ψάλτην εις την Μητρόπολιν, αρχίζει μ' εκείνη τη φωνή, σαν να έψαλλε το Χερουβικόν.
— Αμ' η κόρη μου, καπετάν Κωνσταντή; τι κορίτσι, ε! . . . τι τζοβαΐρι! . . , έχει να πη η γειτονιά διά τα προτερήματά της . . . τι φρονιμάδα! . . . το κατώφλι του σπιτιού της, που λέγει ο λόγος, δεν το είδε ακόμη! . . .
Ο θείος μου:
— Ε, αφού είν' έτσι, κυρ Θεοφύλακτε, δεν κάμνουμε μια δουλειά; να τους ταιριάξωμε και να συμπεθερέψωμε; Σαν παληοί φίλοι που είμαστε να ιδούμε και αυτή τη χαρά στα γηρατειά μας! . . . Ξεύρεις ότι όλη την περιουσία μου σ' αυτό το παιδί, τον Νίκον, θα την αφήσω.
Ο κυρ-Θεοφύλακτος με συγκίνησιν:
— Καπετάν Κωσταντή! . . . ευλογημένη νάνε η ώρα οπού το ακούω από το στόμα σου, γιατί ελογάριαζα εγώ να σου κάμω αυτήν την ομιλίαν . . . Ξεύρεις ότι κ' εγώ ό,τι εδούλευα τόσον καιρόν για τη Θεοδώρα μου τα έχω . . .
— Τόκα λοιπόν! — Τόκα! — Οι δύο γέροι μένουν κατευχαριστημένοι· τραβούν καμπόσες μαστίχες και αποφασίζουν να κάμη ένα ταξείδι τώρα τον Μάιον ο κύριος Θεοφύλακτος έως τας Αθήνας, οπού έχει κάτι υποθέσεις και να πάρη μαζί του και το κορίτσι, «για να ιδή και αυτό μια σταλιά κόσμο» κ' έρχονται εδώ να ιδούν τον Παρθενώνα, την Ακαδημίαν και τον γαμβρόν! . . . τον υποφαινόμενον! . . . Και να έλθουν να μ' εύρουν εις αυτήν την κατάστασιν! . . . &(Εγείρεται και περιπατεί μετ' αγανακτήσεως).& Α, όχι! . . . όχι! . . . δεν γίνεται! . . . Το βασίλειόν μου δι' ένα ίππον! έλεγε κάποιος βασιλεύς. Δίδω κ' εγώ το δίπλωμά μου . . . εκείνο οπού θα πάρω . . . δι' ένα σουρτούκο και δι' ένα πανταλόνι . . . Τουλάχιστον να ημπορέσω να εξέλθω, να δανεισθώ καμμίαν ενδυμασίαν, ολίγα χρήματα . . . Ναι, αλλά πού να εύρω το σουρτούκο και το παντελόνι; &(Σκέπτεται).& Μία ιδέα! . . , να ζητήσω από την σπιτονοικοκυρά μου; αυτή είχε μίαν φοράν άνδρα, όπως λέγει, και τώρα ο συχωρεμένος θα παρακαλή τον Θεόν εις τον άλλον κόσμον να τον διορίση επιστάτην εις την πίσσαν της Κολάσεως, διά ν' ανταποδώση εκεί κάτω εις την καλή του γυναίκα όσα μαρτύρια ετράβηξε σιμά της εδώ εις την ζωήν! . . . Να της ζητήσω να μου δώση δανεικό κανένα παληό ρούχο του μακαρίτη; . . . Μα που δεν έχω το θάρρος; Είνε δυο μέρες περασμένες από το μήνα και είνε ευκολώτερον να πιάσης φιλία με όλας τας Γοργόνας και τας Ερινύας της Μυθολογίας παρά με αυτήν, άμα είνε περασμένος ο μήνας . . . Αυτή, μωρέ μάτια μου, αν εζούσε στην εποχή του Ιουλίου Καίσαρος, θα τον εμαχαίρωνε πριν του Βρούτου, διότι έκαμε το έτος να έχη δώδεκα μήνας και όχι εικοσιτέσσαρας διά να παίρνη νοίκι κάθε δεκαπέντε 'μέρες! , . . Αλλά τώρα τι να κάμω;. . ένεκα της ανάγκης θα έμβαινα και μέσα εις θηριοτροφείον . . . Ας κάμω τον σταυρόν μου και ας αποταθώ προς αυτήν! . . . Συχωράτε με και ο Θεός σχωρέσ' σας! . . , &(Σταυροκοπείται και μεταβαίνων ανοίγει το παρά την θύραν του βάθους παράθυρον).& Κυρα-Μιχάλαινα! . . . ξεύρεις, μου επήραν τα ρούχα . . . Όχι, καλέ, η πλύστρα! . . . (Είνε και κουφή ανάθεμά την!) οι λωποδύται! , . . ναι! . . . Τώρα τι να γίνη! . . . βέβαια! . . . Σε παρακαλώ, κύτταξε να βρης να μου δώσης δανεικά ό,τι ρούχα ανδρίκια έχεις του μακαρίτη . . . και κανένα καπέλλο . . . Έχω ανάγκην να έβγω έξω . . . να καταβώ εις τον Πειραιά, οπού έρχεται ένας συγγενής μου και μου φέρνει χρήματα . . . (Ας της είπω αυτό διά να την καλοπιάσω) . . . Τι ώρισες; . . . το νοίκι; (Στο νου της το έχει η στρίγγλα!). Ακούς εκεί! . . . τι λόγος! . . . θα σου πληρώσω και μία εξαμηνία εμπρός! . . . Δεν μπορώ να καταβώ· να μου τα δώσης, σε παρακαλώ, μ' ένα καλάμι από κάτω . . . από το παράθυρον . . . &(Στρέφεται και επανέρχεται εις την σκηνήν).& Το έχει, βλέπετε, η ημέρα, να μπαίνουν και να βγαίνουν τα ρούχα από το παράθυρον! . . . Μα δεν έχω κ' εγώ κανένα ρούχο; . . . Μήπως υπάρχει κανένα παληό γιλέκο τουλάχιστον εις το σεντούκι μου; &(Τρέχει μετά σπουδής και ανοίγει το κιβώτιον)& Τίποτε! . . . όλο ασπρόρρουχα! . . . ναι και μία βελάδα [79] . . . &(Εξάγει μίαν παλαιάν βελάδαν σχισμένην)&. Είνε εκείνη που άφησε ο Λεωνίδας από τις Απόκριες! . . . Καλά που δεν την ενθυμήθηκα χθες, ειδεμή θα την έδιδα και αυτήν εις τον Εβραίον, ο οποίος σήμερα θα μου εζητούσε δι' αυτήν εκατόν φράγκα! . . . Μα τι να την κάμω την βελάδαν; . . μπορώ να έβγω έξω μασκαράς τώρα τον Μάη; &(Στρέφεται προς το παράθυρον του βάθους και διακρίνει επί της άκρας ξύλου μίαν βράκαν και έν κασκέτον της Εθνοφυλακής)&. Ου! . . . νά τες οι Απόκριες που εγύρισαν οπίσω! . . . &(Πλησιάζει και τα παραλαμβάνει)&. Μία βράκα! . . . ένα καπέλλο της Εθνοφυλακής! . . . αυτή είνε όλη η κληρονομιά του μακαρίτης;. . . τίποτε επωμίδας δεν έχει; . . . αμφιμασχάλια; αρβύλας; . . . Τι να γίνη, κυρα- Μιχάλαινα! . . . αφού δεν έχεις άλλο! . . . ευχαριστώ! . . . &(κατ' ιδίαν)&. Ω! που να σε πνίξουν στο γιαλό, μέσα σε δαύτη! . . . &(Επιστρέφει εις το προσκήνιον)&. Βράκα! . . . έλα, Χριστέ και Παναγιά! . . . Μου έρχεται η όρεξις να την φορέσω για να ιδώ πώς μου πάει . . . &(Αποσύρεται όπισθεν του paravent, εξάγει τον κοιτωνίτην και την φορεί, ενώ ταυτοχρόνως ομιλεί).& Μου ήτανε γραφτό και αυτό να το φορέσω βράκα! . . . Ποίος να μου το έλεγε χθες που εφορούσα τα καινούργια ρούχα κ' έκανα τον λιμοκοντόρον! Μωρ' αυτό είνε αερόστατον! . . . &(Εξέρχεται εις την σκηνήν).& Πώς θα φαίνωμαι! . . . Ε! και ύστερα τι θα βάλω από πάνω; την βελάδαν; &(Φορεί την βελάδαν)&. Και ακολούθως φυσικά το καπέλλον της Εθνοφυλακής. &(Φορεί το καπέλλον).& Τώρα είμαι σωστός! . . . Ορίστε, κύριοι, εις το αξιοπερίεργον τέρας! . . . μια δεκάρα η είσοδος! . . . Μα μπορεί να έβγω έξω στον δρόμον έτσι; . . . Εκτός αν θέλω να μη φάνε εις την Αθήνα αυγολέμονο για ένα μήνα, επειδή όλα τα αυγά και τα λεμόνια θα πέσουν επάνω μου! . . . Θεέ μου, τι να κάμω και η ώρα προχωρεί! . . . Τώρα το ατμόπλοιον θα είνε όχι στον Πειραιά, αλλά στες Παράγκες . . . Δεν υπάρχει κανέν άλλο μέσον; &(Στρέφεται και κυττάζει την προς αριστερά θύραν)&. Α! . . . εκεί μέσα, εις το δωμάτιον του γείτονά μου του Διάκου . . . κάτι ημπορεί να υπάρχη . . , πιθανόν να έχη τίποτε ρούχα ο Διάκος, διά να εξέρχεται καμμία φορά το βράδυ χάριν . . . πολιτικής υπηρεσίας. &(Πλησιάζει εις την θύραν).& Είνε κλειστή . . . αλλά τι με μέλει; θα την σπάσω! . . . αυτήν την ώραν είμαι ικανός να διαπράξω και κλοπήν διά ρήξεως, &(Ωθεί βιαίως την θύραν και ανοίγει, εισέρχεται και εξέρχεται πάραυτα, κρατών έν ράσον και έν καλυμμαύχιον).& Αλλοίμονον! . . . ατυχία! . . . δεν υπάρχουν άλλα παρά αυτά! . . . Να μεταμφιεσθώ ως παπάς; (Εξάγει την βελάδαν και φορεί το ράσον). Δεν μου πηγαίνει . . . θα με καταλάβουν και τότε θα με σύρουν εις το κρατητήριον ότι εβγήκα έξω να κλέψω διά της μεθόδου του παπά! &(Εξάγει το ράσον και φορεί πάλιν την βελάδαν)&. Έτσι πρέπει να έβγω και ο Θεός βοηθός! . . , έως να καταφύγω εις το δωμάτιον κανενός φίλου μου και να πάρω δανεικόν κανένα ρούχον. Έπειτα, το κυριώτερο, πρέπει να μη με εύρουν εδώ, αν έλθουν έξαφνα ο κυρ-Θεοφύλακτος και η κόρη του . . . Ναι, αλλ' αυτό το καπέλλον; Να επαναφέρω εγώ τον θεσμόν της Εθνοφυλακής, αφού κατηργήθη. Τότε θα θεωρηθώ ως επαναστάτης . . . Άλλος κίνδυνος . . . &(Εξάγει το καπέλλο της Εθνοφυλακής)&. Ας φορέσω αυτό . . . &(Φορεί το καλυμμαύχιον)&. Τουλάχιστον αυτό είνε κάλυμμα ειρηνικόν . . . Ας προσαρμόσω καλά την βράκαν! . . . &(Ενώ διευθετεί την βράκαν, ακούονται αίφνης βήματα εις την έξω κλίμακα. Ο Νίκος στρέφεται έντρομος, ότε διά μιας ανοίγεται η θύρα του βάθους και εμφανίζεται πρεσβύτης φέρων παρά το πλευρόν τσάνταν και οδοιπορικόν σάκκον εις την χείρα και μία νεάνις. Ο κύριος επί τη θέα του Νίκου μένει εμβρόντητος, κραυγάζων: Α, α, α! . . . η νεάνις κρύπτει τα όμματα διά της χειρός κραυγάζουσα: Ι, ι, ι! . . . Ο Νίκος αναφωνεί: Ου!.. ου . . . ου . . .) Ο κ. Θεοφύλακτος . . . Ω, ω, ω! . . . &(Τρέχει να κρυφθή. Πίπτει η αυλαία)&.
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Σελ. Ο πνευματισμός. . . . . . . . . . . 9 Αναφορά των ουγγρικών ίππων. . . . 25 Statu quo ante . . . . . . . . . . 28 Παιγνιοχάρτων συνδιάλεξις . . . . .31 Νοομαντεία . . . . . . . . . . . . 34 Στόμαχος και εφημερίδες. . . . . . 38 Η μέλαινα νυξ . . . . . . . . . . .40 Να μην τρως καθόλου . . . . . . . .48 Τα δεινοπαθήματα ενός δημάρχου . . 52 Τα σύμβολα . . . . . . . . . . . . 60 Τα κακουργήματα της Αγγέλως . . . .65 Αλλοφροσύνη αιματηρά . . . . . . . 73 Εγχειρίδιον του εκλογέως . . . . . 79 Το Ταχυδρομείον και αι γυναίκες . .82 Ο σοφός χοίρος . . . . . . . . . . 86 Η Θοδώρα . . . . . . . . . . . . . 91 Ο Αντεροβγάλτης . . . . . . . . . .97 Ψυχολογία . . . . . . . . . . . . 102 Οι κύνες της Κωνσταντινουπόλεως . 108
ΟΙ ΠΑΡΑΔΑΡΜΕΝΟΙ Η οικογένεια διασκεδάζει . . . 136 Ο ψευτοπόλεμος . . . . . . . . .151 Η εορτή της Ακαδημίας . . . . . 158 Εσπερίς εν Φαλήρω . . . . . . . 161 Φοροφοβία . . . . . . . . . . . 168 Η Βασιλόπιττα του Παραδαρμένου. 173
Ο Δεκάλογος εν ουρανοίς. . . . . .182 Το σφαιρίδιον του Διαβόλου. . . . 188 Η ευτυχία και το υποκάμισον. . . 194 Ο εξοστρακισμός του Αριστείδου. . 210 Όποιος φυλάει τα ρούχα του (μονόλογος) . . . . . . .223
ΙΩΑΝΝΗΣ Ν. ΣΙΔΕΡΗΣ — ΕΚΔΟΤΗΣ — ΑΘΗΝΑΙ ΕΚΛΕΚΤΑ ΕΡΓΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΞΕΝΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΕΚΔΟΘΕΝΤΑ
ΑΝΝΙΝΟΥ ΜΠ. Αττικαί ημέραι (διηγήματα και ευθυμογραφήματα Δρ. 5. —
— Ζητείται υπηρέτης (κωμωδία μονόπρακτος) 1. —
ΒΛΑΧΟΥ ΑΓΓ. Ανάλεκτα (κρίσεις και εντυπώσεις 2 τόμ.) 8. —
ΒΙΖΥΗΝΟΥ Γ. Ποίος ήτο ο φονεύς τον αδελφού μου. 5. —
ΓΡΥΠΑΡΗ Ν. I. Σκαραβαίοι και Τερρακόττες 5. —
ΔΕΛΗΚΑΤΕΡΙΝΗ I. Ο Λυχνοστάτης (κωμωδία) μονόπρακτος 1. —
ΔΡΟΣΙΝΗ Γ. Φωτερά Σκοτάδια (ποιήματα) 5. —
— Κλειστά Βλέφαρα (ποιήματα) 5. —
— Αμαρυλλίς (διήγημα) 5. —
— Αγροτικαί επιστολαί 5. —
— Ο Μπαρμπαδήμος. Διηγήσεις Αγωνιστού (μετά πολλών εικόνων) Δ. Μπισκίνη 5. —
ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΠΟΛ. Η Σιδηρά Διαθήκη (Κοινωνική Φυσιολογία) 6. —
ΔΡΑΓΟΥΜΗ ΙΟΥΛΙΑΣ (διηγήματα) 5. —
— Όλοι μαζί 3.50
— Ο Βάτραχος που βαριέται 1.40
ΔΕΛΤΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ Μύθοι και Θρύλοι 5. —
ΘΕΡΟΥ ΑΓ. Δημοτικά τραγούδια (εκλογή) 3. —
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ Μ. Ελληνική Μυθολογία 5. —
ΛΙΔΩΡΙΚΗ Μ. Κοντά ατή φωτιά (δράμα μονόπρακτον) 1. —
ΛΥΚΟΥΔΗ ΕΜΜΑΝ. Διηγήματα 6. —
ΜΑΛΑΚΑΣΗ Μ. Ασφόδελοι (ποιήματα) 5. —
— Πεπρωμένα (ποιήματα) 5. —
ΜΑΡΗ Μ. Το θάρρος της αγνοίας (κωμωδ. μονόπρακτος) 1. —
ΝΟΡΔΑΟΥ Μ. Τα κατά συνθήκην ψεύδη 4. — .
ΠΑΛΑΜΑ Κ. Τα παράκαιρα (ποιήματα) 5. —
— Διηγήματα 5. —
ΠΟΛΕΜΗ I. Σπασμένα μάρμαρα (ποιήματα) 6. —
— Λύρα (Ανθολογία της νεωτέρας ελλ. ποιήσεως) 6. —
— Η Γυναίκα (κωμωδία μονόπρακτος) 1. —
— Ειρηνικά (ποιήματα) 3. —
ΠΡΟΒΕΛΕΓΓΙΟΥ Α. Η Φαίδρα 4. —
ΣΤΡΑΤΗΓΗ Γ. Τραγούδια του νησιού 5. —
ΤΑΝΑΓΡΑ ΑΓΓ. Οι σπογγαλιείς του Αιγαίου (διηγήματα) 5. —
— Μακεδονικαί Ραψωδίαι (διηγήματα) Δρ. 2.50
— Η Μεγαλόχαρη (διήγημα) 2.50
— Άγγελος εξολοθρευτής (πολεμ. διήγ.1912-13) 3. —
— Μαύρες Πεταλούδες 5. —
ΊΣΟΚΟΠΟΥΛΟΥ Γ. Ο Βασιλεύς της Ρέγκας (μονόπρ. παιγνίδι) 1. —
— Βυζαντιναί γυναίκες (διηγήματα) 5. —
ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ Κ. Φάουστ του Γκαίτε (έμμ. μετάφρασις) 5. —
— Ιφιγένεια εν Ταύροις (εμμ. μετάφρασις) 2.50
— Ηλέκτρα του Οφμαννατάλ (τραγωδία) 2.50
— Φθινόπωρο (μυθιστόρημα) 4. —
— Τάσω, Στο σκοτάδι και άλλα διηγήματα 3.25
— Τραγούδια της Ερημιάς 3.50
— Τα Ελεγεία και τα Ειδύλλια (ποιήματα) 3.50
— Αγάπη στο χωριό (διήγημα) 2.10
— Απλοί Τρόποι (ποιήματα) 5. —
Ο Βασιλεύς Όθων. Ιστορικόν εράνισμα επί τη 50ετηρίδι του θανάτου του 3. —
Κωνσταντινούπολις και Αγία Σοφία θρύλοι και παραδόσεις (Ιστορία) 3. —
ΒΟΓΑΣΛΗ Δ. Εκλεκτά χριστουγεννιάτικα και πρωτοχρονιάτικα διηγήματα (εκ του Γαλλ., Γερμαν. και Ρωσ.) 2.50
ΔΟΥΜΑ (ΥΙΟΥ) Η Κυρία με τας Καμελίας (μυθιστόρημα) 4· —
ΣΙΕΓΚΕΒΙΤΣ Quo Vadis (μυθιστόρημα) 4. —
ΦΕΓΙΕ ΟΚ. Ιστορία ενός πτωχού νέου (μυθιστόρημα) 5. —
ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣ ΔΙΑΔΟΣΙΝ ΩΦΕΛΙΜΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ (ΕΠΙΤΡΟΠΕΙΑ ΕΘΝΙΚΩΝ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΩΝ)
Δρ. ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ Μ. Ελληνικότης των Νομών Προύσσης και Σμύρνης 4. —
ΨΑΛΤΟΥ Σ. Η Θράκη και η δύναμις του εν αυτή Ελληνικού στοιχείου τόμ. Α 5. —
ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ Α. Α. Ο υπόδουλος Ελληνισμός της Ασιατικής Ελλάδος εθνικώς και γλωσσικώς εξεταζόμενος 4.
ΚΥΡΙΑΚΙΔΟΥ ΣΤ. Η Δυτική Θράκη και οι Βούλγαροι 5. —
ΑΜΑΝΤΟΥ Κ. Ο Ελληνισμός της Μ. Ασίας κατά τον Μεσαίωνα 4. —
ΔΕΝΔΙΑ Μ. Αι Ελληνικαί Παροικίαι ανά τον κόσμον . . 5. —
1] Αποθέτης:Καλάθι των αχρήστων.
2] Μίλτος: α. Κόκκινος μόλυβδος, μίνιο β. Η κόκκινη ασθένεια του καλαμποκιού γ. παρασιτικός μικρομύκητας φυτών.
3] το βρώμα: τροφή
4] Τυλώδης: με κάλους.
5] Εμβάδιον: Παπούτσι ή σανδάλι.
6] Ιππωνία: η αγορά των αλόγων
7] Άτρυτος-ου: ασταμάτητος, άφθορος.
8] Κατά το ενόν: όσο είναι δυνατό.
9]Επιζωοτία: Λοιμώδης ή παρασιτική ασθένεια που προσβάλλει συγχρόνως μεγάλο αριθμό κατοικιδίων ζώων και ορίζεται ως τέτοια από τον νόμο (π. χ. λύσσα, αφθώδεις πυρετός, κτλ).
10] Ιγδίον: Μικρό γουδί.
11] Πνευστιώ: Ασθμαίνω, λαχανιάζω, κοντανασαίνω.
12] Μελανείμων: Μαυροντυμένος.
13] Αυτός που επεξεργάζεται δέρματα και κατασκευάζει δερμάτινα είδη.
14] Διάτορος: Διαπεραστικός, οξύς.
15] Τεζάκι: Πάγκος μαγαζιού για την έκθεση προϊόντων ή την διευκόλυση εργασιών.
16] Ρικνός: Γεμάτος ρυτίδες, ζαρωμένος.
17] Ερρυπωμένος: Λερωμένος.
18] Κεχηνώς-υία-ός: αυτός που χάσκει, κατάπληκτος.
19] Αγελαίος: Χαμηλού επιπέδου, του σωρού.
20] Πύραυνον: Μαγκάλι ή φουφού.
21] Πυράγρα: Μασιά, τσιμπίδα.
22] Λοπάς-άδος: Ρηχό πιάτο.
23] το αντερί: ένδυμα με μανίκια που φορούν οι ιερείς κάτω από το ράσο, εσωτερικός χιτώνας, πουκάμισο.
24] καθά: σύμφωνα με όσα.
25] Νήδυμος: Ήρεμος, αδιατάρακτος, (περί ύπνου) γλυκύς
26] Λιγυρός: Μελωδικός, εύηχος.
27] Κασίγνητος: Αδελφή.
28] Φυρμός: Μίγμα, μπέρδεμα.
29) Σ. Βυζαντίου Κωνσταντινούπολις. Τόμ. Α', σελ. 92.
30] Ωρυγή: Μούγκρισμα, ούρλιασμα, μουκάνισμα, γκάρισμα.
31] Ευκραής: Εύκρατος
32) Les chiens errants du Constantinople, Êtude des Mœurs.
33] ο θώς: το τσακάλι.
34] η κίδαρης: Τουρμπάνι.
35] Ακηδής: Αμέριμνος, ξέγνοιαστος, αδιάφορος.
36] Χειρίδα: Μανίκι.
37] Χειροήθης-εος: Ήμερος, εξημερωμένος.
38] Που μυρίζουν (οδμάω: μυρίζω – παθ.)
39] Πλακουντοποιός: Φούρναρης.
40] Δαψιλώς: Με αφθονία
41] Ψωμίζω: Ταίζω στο στόμα, κακομαθαίνω.
42] Ακρασία: ακολασία.
43] Αγνεία: η παρθενία των αγάμων και η ηθική διαβίωση των εγγάμων.
44) &Κωνσταντινούπολις&, τόμ. Α' σελ. 92.
45] Νήχομαι: Κολυμπώ.
46] ο/η Μήκων: Παπαρούνα.
47] Σελάχι: Δεμάτινη ζώνη στην οποία τοποθετούσαν τα όπλα τους οι φουστανελοφόροι.
48] Άλκιμος: Εύρωστος, ρωμαλέος, ακμαίος.
49] Βρέμω: βρυχώμαι
50] Τελαμώνας: Δερμάτινο ή υφασμάτινο λουρί.
51] Εναβρύνομαι: Υπερηφανεύομαι, κομπάζω.
52] Αμφιλύκη: Λυκαυγές ή λυκόφως.
53] Γλεύκος: Κρασί νέας εσοδείας.
54] Κόλαφος: Χαστούκι.
55] Νεκροσκόπος: Γιατός ή αρμόδιος υπάλληλος ο οποίος κάνει νεκροψία.
56] Δράκα: Ποσότητα που μπορεί να κρατήσει κανείς στην χούφτα του.
57] Βάρης ή βάρις ιος/ιδος : μικρή αιγυπτιακή βάρκα.
58] Εκκυβεύω: παίζω στα ζάρια, διακινδυνεύω, δοκιμάζω την τύχη μου.
59] Λοιδορία: Βρισιά, χλευασμός.
60] Ροσόλι: λικέρ αρωματισμένο με απόσταγμα τριαντάφυλλου.
61] Σχοινοτενής: Μακροσκελής, που διαρκεί περισσότερο από όσο πρέπει.
62] Άθυρμα: Παιχνίδι.
63] Παλλάδιο: οποιοδήποτε προσταατευτικό μέσο.
64] Μουστερής: Πελάτης, αγοραστής.
65] Μυκτηρίζω: Εμπαίζω, κοροϊδεύω, χλευάζω.
66] Νύττω – νύσσω: Τσιμπώ, κεντρίζω.
67] Μυάγρα: Ποντικοπαγίδα.
68] Νάμα: Τρεχούμενο νερό, βρύση, κρουνός.
69] Ακινάκης: Είδος μικρού σπαθιού.
70] Λιγύς – λιγυρός: μελωδικός, εύηχος.
71] Πύραυνον: δοχείο στο οποίο φυλάν αναμμένα κάρβουνα, αγγείο στο οποίο μεταφέρεται ή ανάβεται μικρή φωτιά.
72] Ερείδομαι: Στηρίζομαι.
73] Οιδαλέος: Εξογκωμένος, πρισμένος.
74] Κύφων: Ζυγός, εργαλείο βασανιστηρίου εγκληματιών.
75] Η επεξήγηση εντός του κειμένου σημειούται με #.
76] Σκολιά: στραβά.
77] Μειράκιον: Νεανίας.
78] Διατόρως: Διαπεραστικώς.
79] η βελάδα: Επίσημο ανδρικό ένδυμα, παρόμοιο με το φράκο.