Part 14
Ο Θεμιστοκλής, μάλλον ευφυής, μάλλον πανούργος, μάλλον επιτήδειος, Έλλην νεώτερος σχεδόν κατά τον χαρακτήρα, επεδίωξε την προαγωγήν διά του συνεταιρισμού, διά της δημοκοπίας και της συναλλαγής. Η απάντησίς του προς τον παρατηρήσαντα εις αυτόν ότι καλώς θ' άρχη των Αθηναίων, αν φέρηται προς πάντας ίσος: «Μηδέποτ' εις τούτον εγώ καθίσαιμι τον θρόνον, εν ώ πλέον ουδέν έξουσιν οι φίλοι παρ' εμοί των αλλοτρίων», είνε ο κανών τον οποίον ηκολούθησαν οι πολιτικοί πάσης εποχής εν Ελλάδι. Ο Αριστείδης φυσικώ τω λόγω ετράπη εις την αντίθετον οδόν και ηθέλησε να επιβληθή διά της αρετής. Προσεκολλήθη εις την αριστοκρατικήν μερίδα, τόσον επιδεικτικώς και τόσον άμα επιτηδείως, ώστε δεν εβράδυνε να επισύρη την προσοχήν και την υπόληψιν του επιπολαίως πάντοτε κρίνοντος πλήθους. Δόσις τις φαρισαϊσμού εντέχνου υπελάνθανεν εις πάντα αυτού τα διαβήματα, ολίγον δε κατ' ολίγον επεβλήθη εις την κοινήν συνείδησιν και ίσχυσε να συγκεντρώση εις εαυτόν πάσαν την εξουσίαν, παρασκευάσας εις εαυτόν, κατά την επιτυχή έκφρασιν του Θεμιστοκλέους, μοναρχίαν αδορυφόρητον. Το επίθετον &δίκαιος& περιεβλήθη ως ιμάτιον αναφαίρετον, ως επωνυμίαν αναπόσπαστον του ατόμου του, ότε δε εις το θέατρον απηγγέλλοντο στίχοι του Αισχύλου περί της δικαιοσύνης του Αμφιαράου, ο δήμος χειροκροτών έστρεφε τα βλέμματα προς τον Αριστείδην. Αλλά την δικαιοσύνην ταύτην εξήσκει κατά τρόπον περίεργον, οι λόγοι του δε και αι πράξεις του διετέλουν πολλάκις εις κατάφορον και σκανδαλώδη αντίθεσιν με τους στοιχειώδεις κανόνας του ορθού και του δικαίου. Εν πρώτοις η πεφημισμένη αυτού ένδεια δεν είνε εξηκριβωμένη· μεθ' όσα δε και αν λέγει ο ένθερμος αυτού συνήγορος και θαυμαστής, ο αγαθός Πλούταρχος, φαίνεται ότι υπάρχουν παρά τοις συγχρόνοις ιστορικοίς σοβαραί περί τούτου αντιρρήσεις. Έπειτα κατηγορήθη και κατεδικάσθη επί κλοπή, καθά μαρτυρεί ο Ιδομενεύς, ο υπό του Πλουτάρχου αναφερόμενος ιστορικός. Είνε αληθές ότι την κατηγορίαν και την καταδίκην ταύτην διενήργησεν ο Θεμιστοκλής, ο πολιτικός αυτού αντίπαλος· αλλά τι να σας ειπώ, κύριοι! όσον και αν υποθέσωμεν κακοήθη τον Θεμιστοκλή, όσον και αν φαντασθώμεν άδικον τον δήμον των Αθηναίων, άνθρωπος υποπίπτων εις τοιαύτην κατηγορίαν και καταδίκην δεν συνηθίζει βεβαίως να νίπτη δεκάκις της ημέρας τας χείρας του δι' αγγλικού σάπωνος. Άλλως τε, και αν παραδεχθώμεν ότι ταύτα ήσαν συκοφαντίαι των εχθρών του, βέβαιον και αναμφισβήτητον είνε ότι, αν δεν έκλεψεν αυτός, επέτρεπεν όμως εις άλλους να κλέπτουν. Μετά την καταδίκην του «προσποιούμενος των προτέρων μεταμέλειν αυτώ και μαλακώτερον ενδιδούς εαυτόν ήρεσκε τοις τα κοινά κλέπτουσιν, ουκ εξελέγχων ουδέ ακριβολογούμενος, ώστε καταπιμπλαμένους των δημοσίων υπερεπαινείν τον Αριστείδην και δεξιούσθαι τον δήμον υπέρ αυτού σπουδάζοντας άρχοντα πάλιν αιρεθήναι». Θα μου παρατηρήσητε ότι έπραξε τούτο όπως ελέγξη κατόπιν τους Αθηναίους και ανακράξη κομπαστικώς, ότε έμελλε να χειροτονηθή εκ νέου άρχων: «Ότε μεν πιστώς και καλώς υμίν ήρξα, προυπηλακίσθην επεί δε πολλά των κοινών καταπροείμαι τοις κλέπτουσι, θαυμαστός είναι δοκώ πολίτης· αυτός μεν ουν αισχύνομαι τη νυν τιμή μάλλον ή τη πρώην καταδίκη». Αλλά δεν νομίζετε ότι είνε αρκετά περίεργος και αρκετά φίλαυτος, αν μη τι άλλο, ο κυβερνήτης εκείνος ή ο πολιτικός, όστις εν γνώσει αφήνει να διαπράττεται το κακόν και το ενθαρρύνει μάλιστα, διά να λάβη κατόπιν την ευχαρίστησιν να ελέγξη τους εχθρούς του;
Εκτός τούτου, κύριοι, έχομεν και άλλας τινάς σοβαράς μαρτυρίας, επί των οποίων εφιστώ την προσοχήν υμών και επικαλούμαι την ευσυνείδητον και πεφωτισμένην κρίσιν σας. Έχομεν την μαρτυρίαν του φιλοσόφου Θεοφράστου λέγοντος ότι ο Αριστείδης, άκρως δίκαιος ων περί τα οικεία, εις τα κοινά έπραξε πολλά ασυμβίβαστα με το δίκαιον χάριν του συμφέροντος της πατρίδος, &«ως συχνής αδικίας δεομένης»,& αναφέροντος δε το συμβάν της μετακομίσεως των εν Δήλω χρημάτων, τη εισηγήσει των Σαμίων και παρά τας συνθήκας, εις Αθήνας, ότε ο Αριστείδης εγνωμάτευσεν ότι το τοιούτο δεν ήτο μεν δίκαιον, ήτο όμως συμφέρον, ήτοι εν άλλοις λόγοις προέτρεπε τον δήμον να το πράξη, διασώζων άμα υποκριτικώς και την ιδίαν περί χρηστότητος φήμην. Η δικαιοσύνη άρα διά τον υιόν του Λυσιμάχου δεν ήτο απολύτως σεβαστή, αλλ' εμετρείτο με τον πήχυν του συμφέροντος· αλλ' εν τοιαύτη περιπτώσει, σας ερωτώ, κύριοι, κατά τι είνε ανηθικώτερον το περιβόητον ρητόν των οπαδών του Λαϊόλα ο &σκοπός εξαγιάζει τα μέσα;& Έχομεν κατόπιν την μαρτυρίαν αυτού του Πλουτάρχου, βεβαιούντος ότι καταφερόμενος εναντίον του Θεμιστοκλέους ηναγκάζετο ενίοτε, όπως περιορίση την δύναμιν του πολιτικού του αντιπάλου, να εναντιούται εις όσα εκείνος έπραττε «βέλτιον ηγούμενος παρελθείν ένα των συμφερόντων τω δήμω ή το κρατούντ' εκείνον εν πάσιν ισχυρόν γενέσθαι». Ιδού λοιπόν η περιλάλητος χρηστότης του Αριστείδου! ιδού η αμώμητος δικαιοσύνη του. Το πολιτικόν πάθος τον ετύφλωνεν επί τοσούτον, ώστε προυτίμα να ζημιωθή μάλλον η πατρίς του παρά να υπερισχύση ο αντίπαλός του. Τα τοιαύτα παραδείγματα πωρώσεως της συνειδήσεως προερχομένης εξ ασβέστου και αλόγου φατριαστικού πάθους είδομεν δυστυχώς επαναλαμβανόμενα και εις τους νεωτέρους χρόνους, με την διαφοράν όμως ότι οι μέχρις αυτού του σημείου παρεκτρεπόμενοι δεν είχον την αξίωσιν να θεωρώνται και ν' αποκαλώνται δίκαιοι.
Αλλά τίνα ανάγκην έχομεν μαρτύρων, αφού έχομεν την ομολογίαν αυτού του παθόντος, του Αριστείδου αυτού! Ναι, κύριοι ο παθών εν στιγμή τινι εξάψεως, εν στιγμή ιδιαιτέρας ψυχολογικής καταστάσεως, κατά την οποίαν και η μάλλον πεπωρωμένη καρδία αισθάνεται την ανάγκην να λαλήση εν ειλικρινεία, ωμολόγησεν αβιάστως την αλήθειαν. Προ μικρού είχε λήξει η εκκλησία του λαού· οι δύο αντίπαλοι είχον παραστή και παλαίσει διά του λόγου ενώπιον του πλήθους. Ο Θεμιστοκλής προέτεινε φρόνιμόν τι μέτρον και ο Αριστείδης κατά το σύστημά του τον αντέκρουσεν, η δε γνώμη του υπερίσχυσε παρά τω αστάτω και παλιμβούλω δήμω. Και ηυφράνθη μεν αμέσως επί τη νίκη, αλλ' ότε απήρχετο μετά των φίλων του, η συναίσθησις της αξιομέμπτου πράξεώς του εκυρίευσεν αίφνης την ψυχήν του και μία ειλικρινής ομολογία εξήλθεν από τα χείλη του: «Δεν υπάρχει σωτηρία, είπε, διά τα πράγματα των Αθηναίων, αν δεν αποφασίσουν να ρίψουν εις το βάραθρον και εμέ και τον Θεμιστοκλή». Προσέξετε εις τους βαρυσημάντους τούτους λόγους, κύριοι· αναμετρήσατέ τους καλώς. Ο δίκαιος Αριστείδης θεωρεί εαυτόν άξιον του βαράθρου· εάν ήτο τω όντι άξιος τοιαύτης καταδίκης επιβαλλομένης εις τους κακούργους, τότε κατά πόσον ήτο δίκαιος; και αν δεν ήτο άξιος, τότε διατί ο δίκαιος αυτός να καταδικάση εαυτόν; Από το δίλημμα τούτο εις το οποίον τον ενέβαλεν η ιδία αυτού ομολογία, δεν δύναται να διαφύγη ο Αριστείδης με όλην την ιησουιτικήν ευστροφίαν του πνεύματός του.
Τας σκέψεις ταύτας δεν κάμνω μόνος εγώ, ο αυτόκλητος συνήγορος· εγεννήθησαν βεβαίως αύται και εις το πνεύμα των Αθηναίων, οι οποίοι σύγχρονοι όντες και ενήμεροι εις τα συμβαίνοντα, οξύνοι δε και ευφυέστατοι υπέρ πάντας τους προϋπάρξαντας και επιγενομένους λαούς, ηδύναντο να εκτιμούν τα πρόσωπα και τα πράγματα πολύ ορθότερον ημών, των εξεταζόντων αυτά μετά πάροδον εικοσιτριών όλων αιώνων. Ο δήμος μετά τα Μηδικά, μεγαλοφρονών, ως λέγει ο Πλούταρχος, και συναισθανόμενος ότι ήτο εξευτελιστικόν δι' αυτόν είς ανήρ ανακόλουθος εν τη αρετή του να διευθύνη κατά βούλησιν τα κοινά, απεφάσισε να τον εξοστρακίση. Πρέπει δε να ήτο πολύ διαδεδομένη η τοιαύτη ιδέα, αφού διά να εξοστρακισθή τις απητείτο να δώσουν περί τούτου την ψήφον των εξακισχίλιοι πολίται. Τούτο και εγένετο· ο λαός συνελθών εξοστράκισε τον Αριστείδην, κατά την ψηφοφορίαν δε συνέβη το πολυθρύλητον ανέκδοτον, ένεκα του οποίου ο πελάτης μου εκαθέσθη επί τοσούτον ήδη χρόνον εις το εδώλιον του κατηγορουμένου. #Ήτο ούτος «των αγραμμάτων τις και παντελώς αγροίκων», κατά την έκφρασιν του Πλουτάρχου, εκ των κατοικούντων ίσως εις τους αγροτικούς των Αθηνών δήμους, ανήρ άξεστος και τους τρόπους απέριττος, αλλά κεκτημένος εμφύτως σύνεσιν και πνεύμα πρακτικόν, εκ των τύπων τους οποίους απηθανάτισεν ο Αριστοφάνης, και εις το χονδρόν κρανίον των οποίων κατέφευγεν η φρόνησις, ότε τα άλογα πολιτικά πάθη επεσκότιζον την διάνοιαν των Αθηναίων αστών. Παρευρίσκετο μετά των άλλων πολιτών εκεί και, επειδή ήτο αγράμματος, παρεκάλεσε τον πρώτον εντυχόντα να εγγράψη αντ' αυτού εις το όστρακόν του το όνομα του Αριστείδου. Η σύμπτωσις ηθέλησεν ώστε ο πρώτος ούτος εντυχών να είνε ο ίδιος Αριστείδης, όστις απορήσας τον ηρώτησεν αν ο ανήρ τον οποίον ήθελε να εξοστρακίση τον έβλαψέ ποτε. «Όχι, απήντησεν ο πελάτης μου, ουδέ γινώσκω τον άνθρωπον, αλλ' ενοχλούμαι πανταχού τον Δίκαιον ακούων».
Αυτό, κύριοι, είνε το μόνον έγκλημα του κατηγορουμένου. Δι' αυτό το μόνον επί τόσους αιώνας υπέστη τα σκώμματα, την χλεύην, το όνειδος σύμπαντος του μετέπειτα πολιτισθέντος κόσμου. Και όμως μελετήσατε τους λόγους αυτούς, εμβαθύνατε εις την ενεχομένην εις αυτούς έννοιαν και κρίνατε αν ο ατυχής ανώνυμος πελάτης μου ήτο άξιος τοιαύτης καταδίκης.
Τι είπεν επί τέλους; ότι ηνωχλείτο τον Δίκαιον πανταχού ακούων. Και δεν είνε τάχα ορθόν; δεν είνε φυσικόν τούτο; δεν είνε το ανθρωπινώτατον των αισθημάτων; Όταν εν πόλει περιεχούση τόσους εξόχους νόας, τόσους εναρέτους και μεγαλοπράγμονας πολίτας, είς μόνος ανήρ προβάλλη εις το μέσον επιδεικτικώς αντιποιούμενος τον τίτλον του Δικαίου, δεν κηρύττει αναφανδόν ότι πάντες οι λοιποί συμπολίται του είνε άδικοι; Έπειτα, κύριοι, αυτοί οι τιμητικοί τίτλοι, αυτά τα πομπώδη επίθετα, αυτά τα χρυσόβουλλα τα αποδιδόμενα παρά των συγχρόνων κολάκων είτε παρά του συναρπαζομένου εκ των κατ' επιφάνειαν φαινομένων και πάντοτε επιπολαίως κρίνοντος πλήθους προς επιφανείς πολιτικούς άνδρας, πάντοτε σχεδόν απεδείχθησαν ψευδή και ανάρμοστα, η δε αμερόληπτος Ιστορία έρχεται κατόπιν και τα σχίζει και τα μυκτηρίζει. Εάν από τους χρόνους της αθηναϊκής ευκλείας μεταπηδήσωμεν εις εποχήν περίφημον και θυελλώδη των νεωτέρων χρόνων, θα ίδωμεν ότι από της αρχής της Γαλλικής Επαναστάσεως μέχρι της 9 Θερμιδώρου όλοι οι Γάλλοι απεκάλουν τον Μαξιμιλιανόν Ροβεσπιέρρον αδιάφθορον. Αλλά τα έγγραφα τα εξετασθέντα παρά του Κουρτοά και η Κριτική Ιστορία απέδειξαν αυτόν απεναντίας λίαν διεφθαρμένον. Κατά την αυτήν εποχήν έτερός τις πολιτικός ανήρ, δευτερεύον διαδραματίσας, αλλ' επίσης αιματηρόν μέρος, ο Βαδιέ, απεκαλείτο κοινώς l' homme aux soixante ans de vertu· και όμως ο επί εξηκονταετίαν ενάρετος αυτός ανήρ απεδείχθη ότι έπεμψεν εις το ικρίωμα ολόκληρον αθώαν οικογένειαν διότι ηρνήθη να συγγενεύση δι' αγχιστείας μετά του υιού του! Την πλάνην του πλήθους εγίνωσκεν ο φύσει ορθοφρονών πελάτης μου, καίτοι δεν είχε, κατά πάσαν πιθανότητα, αναγνώσει την ιστορίαν της Γαλλικής Επαναστάσεως, πρώτον διότι ήτο αγράμματος και δεύτερον διότι την εποχήν εκείνην δεν είχεν εκδοθή το βιβλίον του ακαδημαϊκού Ταιν. Την εγίνωσκεν εκ πείρας, εξ ορθής αντιλήψεως και σαφούς εκτιμήσεως των πραγμάτων και ήχθετο και ηνωχλείτο διά την επωνυμίαν. Και πώς ήτο δυνατόν, κύριοι, να μη ενοχληθή, να μη δυσανασχετήση ακούων πανταχού, εν ταις εκκλησίαις, εν τοις ναοίς, εν τη αγορά, εν τοις θεάτροις, εν τοις θερμοπωλείοις, εν τοις κουρείοις την φήμην αυτήν περί του Δικαίου, την τόσω ασυμβίβαστον πολλάκις με τα πράγματα, το επίθετον αυτό το απανταχού περιβομβούν και πλήττον δυσαρέστως την ακοήν του ως διασύρον την υπόληψιν ολοκλήρου πόλεως; Πώς ήτο δυνατόν ο τίμιος αυτός και μετριόφρων πολίτης να μη αγανακτήση επί τέλους διά την ύβριν την γινομένην προς τους συμπολίτας του, όπως ηγανάκτησαν και τόσαι άλλαι χιλιάδες Αθηναίων, οίτινες μολονότι ενέγραψαν επίσης το όνομα του Αριστείδου εις τα όστρακά των, δεν εκακίσθησαν τοσούτον απηνώς υπό της Ιστορίας όσον ο ταλαίπωρος πελάτης μου; εάν ήτο πράγματι δίκαιος και μεγαλόφρων ο Αριστείδης, πρώτος αυτός ώφειλε να ενοχληθή και πρώτος να επιζητήση παντί σθένει την παρακώλυσιν της διαδόσεως του τόσον προσβλητικού διά τους άλλους τίτλου. Η Σύγκλητος της Ρώμης θέλουσά ποτε να βραβεύση τον ύπατον Δουίλιον, πρώτον εκ των Ρωμαίων ναυμαχήσαντα και κατατροπώσαντα τους Καρχηδονίους, απένειμεν εις αυτόν έκτακτον και παράδοξον τιμήν, ορίσασα όπως, κατά την έξοδον αυτού εκ της οικίας του εν οιαδήποτε ώρα, διαρκώς παρακολουθή αυτόν αυλητής &φυσών& τον αυλόν του. Ο νικηφόρος στρατηγός κατ' αρχάς τα μάλα επήρετο και ενηβρύνετο διά την τιμητικήν ταύτην συνοδίαν αλλά του χρόνου προϊόντος η αδιάκοπος αύτη μελωδία ήρχισε να καθίσταται οχληρά και εις αυτόν τον ίδιον και εις τους γείτονας και εις τους διαβάτας· ότε δε είδεν ότι δεν ηδύνατο ούτε εν ώρα νυκτός να εξέλθη, δι' ερωτικήν, υποτεθείσθω, και μυστηριώδη εκδρομήν, χωρίς να τον παρακολούθηση η θορυβώδης αύτη σκιά και να εξέλθουν όλοι οι παροικούντες εις τα παράθυρα διά να τον ανευφημήσουν, εδέησε να ζητήση ως χάριν παρά της Συγκλήτου όπως τον απαλλάξη της τιμής ταύτης. Αλλ' ο Δουίλιος ήτο φιλότιμος στρατιώτης, ενώ ο Αριστείδης ήτο επιτήδειος πολιτικός και με την πολιτικήν ποτέ δεν συμβαδίζουν η μετριοφροσύνη και η ειλικρίνεια, ειμή όταν πρόκειται να οδηγήσουν αυτήν εις την δυσμένειαν και την απώλειαν.
Διότι, κύριοι, ο θέλων να διακριθή διά των πράξεών του οφείλει ν' αποβλέπη όχι μόνον εις το εξ αυτών ηθικόν κέρδος, αλλά και εις τα καθήκοντα, τα οποία η θέσις αυτού του επιβάλλει. Το πρώτον δε και στοιχειωδέστατον των καθηκόντων τούτων είνε να τηρή απέναντι των άλλων στάσιν τοιαύτην, ώστε να μη τιτρώσκεται διά της υπεροχής του η φιλοτιμία και η αξιοπρέπεια αυτών. Παραδέχομαι προς στιγμήν ότι ο Αριστείδης ήτο ο δικαιότατος των ανθρώπων, ότι τα διαδοθέντα περί αυτού ήσαν στυγεραί συκοφαντίαι των εχθρών του, ότι ήσκησεν αδόλως την αρετήν, ότι ενήργησεν αείποτε εν χρηστώ τω συνειδότι, ότι προσηνέχθη εντίμως προς τους πολιτικούς του αντιπάλους, ότι ευηργέτησε πολυειδώς και πολυτρόπως την πατρίδα του· Έστω· αλλ' ήτο τάχα ανάγκη αυτάς τας εκδουλεύσεις και τας αρετάς του να τας διατυμπανίζη αενάως, να τας κηρύττη διαρκώς διά στόματος των φίλων και οπαδών του — κρίμα ότι δεν είχε και ιδικήν του εφημερίδα! — να διατηρή επιτηδείως διαρκή και οχληράν &ρεκλάμαν& θαυμασμού προς το υποκείμενόν του; Είνε αληθές ότι πολλάκις η αγνωμοσύνη των ευεργετουμένων προς τον ευεργέτην είνε οκνηρά και απρόθυμος και έχει ανάγκην κινήτρου. Κάποτε μάλιστα αι σχέσεις της ευγνωμοσύνης προς την ευεργεσίαν είνε όλως διόλου χαλαραί και το ποιόν αυτών εχαρακτήρισε δι' ευφυεστάτου μύθου ο Τουργκένιεφ. Εώρταζέ ποτε ο Ύψιστος εν ουρανοίς και προσεκάλεσεν εις εσπερίδα πάσας τας Αρετάς. Πάσαι συνδιελέγοντο οικείως και φιλοφρόνως, εκτός δύο αι οποίαι ουδεμίαν αντήλλασσον προς αλλήλας λέξιν. Ο επουράνιος οικοδεσπότης το παρετήρησε και επλησίασεν αυτάς.
— Πώς! δεν γνωρίζεσθε; ηρώτησε μετ' απορίας. Να σας κάμω να γνωρισθήτε.
Και λαμβάνων την χείρα εκατέρας είπε παρουσιάζων την μίαν προς την άλλην:
— Απ' εδώ είνε η κυρία Αγαθοεργία και απ' εδώ η κυρία Ευγνωμοσύνη.
Πλην αν τούτο συμβαίνη ενίοτε, πολύ συνηθέστερον συμβαίνει το σντίθετον. Ο ευεργετών υπερτιμών την αξίαν της πράξεώς του επαίρεται αναρμόστως και υψηλοφρονεί δι' αυτήν. Περιφρονών το ευαγγελικόν παράγγελμα, την διασαλπίζει πανταχού διατόρως [78], την εξυμνεί, την μεγαλοποιεί και απαιτεί αγερώχως το θυμίαμα των εγκωμίων. Προς ουδέν λογιζόμενος την φιλοτιμίαν του ευεργετουμένου αξιοί να βλέπη αυτόν αιωνίως κύπτοντα υπό το βάρος της ευγνωμοσύνης. Εν τοιαύτη δε περιπτώσει, κύριοι, η υπερήφανος αγανάκτησις του καταπιεζομένου εξεγειρομένου και ζητούντος ν' απαλλαγή παντοιοτρόπως του αφορήτου αυτού ζυγού της ευγνωμοσύνης, δεν είνε αχαριστία, όπως δεν είνε αρετή η υπό τοιαύτας συνθήκας, με τοιαύτας αξιώσεις και εκ τοιούτων σκοπών γινομένη αγαθοεργία. Και αν ο έξοχος ρώσος συγγραφεύς έπλασεν ένα ευφυά μύθον περί της πρώτης περιστάσεως, ο ευφυέστατος ελληνικός λαός έπλασε περί της δευτέρας άλλον μύθον, επίσης χαρίεντα. Πλούσιός τις και κενόδοξος επορεύθη εις την αγοράν την παραμονήν της επισήμου θρησκευτικής εορτής, όπως αγοράση τα χρειώδη της εορτασίμου ευωχίας. Ενώ ηγόραζεν άφθονα και εκλεκτά τα όψα, παρετήρησεν εκεί που ιστάμενον πτωχόν γείτονά του, όστις έβλεπε περιλύπως την θορυβώδη της αγοράς κίνησιν και εθλίβετο διότι εστερείτο χρημάτων όπως προμηθευθή και αυτός κάτι. Η καρδία του πλουσίου συνεκινήθη, αγοράσας δ' εκ του κρεοπωλείου τα εντόσθια αμνού τα έδωσε προς τον πένητα λέγων:
— Πάρε και συ αυτά να πασχάσης αύριον.
Ο πτωχός άνθρωπος έλαβε το δώρον ευχαριστών τον γείτονά του. Μετά δύο ημέρας τον συνήντησεν ούτος και τον ηρώτησεν:
— Ε! πώς επεράσατε με τα εντόσθια;
— Καλά, αυθέντη μου, απήντησε ταπεινώς ο πτωχός. Εφάγαμεν με την οικογένειάν μου χάρις εις την γενναιοδωρίαν σας και ήπιαμεν ένα ποτήρι κρασί εις την υγείαν σας.
Το πράγμα έως εδώ ηδύνατο να λήξη. Αλλ' όχι· ο πλούσιος επέμενεν. Εξηκολούθει να του υπομιμνήσκη διαρκώς την ευεργεσίαν του. Οσάκις τον συνήντα, τον ηρώτα μεγαλοφώνος — Εκείνα τα εντόσθια, ε; . . .
Ο ταλαίπωρος ευεργετηθείς κατ' αρχάς εμειδία και απήντα ευχαριστών, έπειτα εστενοχωρήθη, κατόπιν ησχύνθη, μετά ταύτα ηγανάκτησε και εις το τέλος εξηγριώθη. Επήγεν εις τους γνωρίμους του, εδανείσθη, εχρεώθη, εζήτησεν ως επαίτης ολίγα χρήματα, ηγόρασε τα εντόσθια του αμνού και κρατών αυτά όπισθέν του και εστάθη εις την οδόν καραδοκών την διέλευσιν του ευεργέτου του. Ότε εφάνη ούτος, τον ηρώτησε με την συνήθη προστατευτικήν του έπαρσιν:
— Εκείνα τα εντόσθια, ε; . . .
— Πάρε τα οπίσω, ανέκραξεν ο πένης ρίπτων κατά πρόσωπον του αφορήτου δωρητού τα εντόσθια· πάρε τα και ξεφορτώσου με.
Ούτω περίπου έχουν τα πράγματα και κατά την υπόθεσιν του Αριστείδου. Η υπόθεσις αύτη ανειλίχθη ενώπιον υμών, κύριοι, εν πάσα λεπτομερεία. Έχετε υπ' όψιν υμών πάντα τα γεγονότα· σταθμίσατε αυτά καλώς και κρίνατε. Το επ' εμοί είμαι βέβαιος ότι η πεφωτισμένη υμών κρίσις θ' αθωώση τον πελάτην μου και θ' απαλλάξη αυτόν της καταισχύνης, η οποία τον βαρύνει επί τόσους αιώνας. Ανέλαβον εν πεποιθήσει και άνευ συμφέροντος την υπεράσπισιν του αδικουμένου. Εάν ημάρτησα, εάν η πράξις μου θεωρηθή ιερόσυλος ασέβεια προς την μνήμην ενός των ενδοξοτάτων προγόνων μας, τιμωρήσατέ με, εξοστρακίσατέ με. Εν ημέραις κατά τας οποίας ο δήμος Αθηναίων αποφασίζει να δαπανήση υπέρ της καθαριότητος της πόλεως πεντακισχιλίας δραχμάς και να μας προφυλάξη διά του ποσού τούτου από την χολέραν, η ιδέα του εξοστρακισμού διόλου δεν με πτοεί. Άλλως τε έχω την ελπίδα ότι μετά εικοσιτρείς αιώνας θα ευρεθή τις ως εγώ, μη έχων τι καλύτερον να πράξη και θ' αναλάβη εις μέλλον &ημερολόγιον& μέλλοντος Σκόκου την υπεράσπισιν του διά της αποφάσεώς σας αδικηθησομένου τυχόν συνηγόρου.
ΟΠΟΙΟΣ ΦΥΛΑΕΙ ΤΑ ΡΟΥΧΑ ΤΟΥ
ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ
Δωμάτιον φοιτητού. Θύρα εις το βάθος και παρ' αυτήν παράθυρον· προς τα δεξιά έτερον παράθυρον ανοικτόν· προς τ' αριστερά θύρα κλεισμένη. Μία κλίνη εις μίαν γωνίαν αποκρυπτομένη εν μέρει από έν paravent. Τραπέζιον με βιβλία, δύο καρέκλαι, ένα σεντούκι.
(Αιρομένης της αυλαίας φαίνεται ο ΝΙΚΟΣ φορών κοιτωνίτην παλαιόν, περιερχόμενος τα διάφορα μέρη του δωματίου και ερευνών μετ' άκρας ανησυχίας και δυσφορίας)
ΝΙΚΟΣ
Τίποτε! πουθενά . . . έγιναν άφαντα! &(Ερευνά υπό την κλίνην, υπό το τραπέζιον, όπισθεν του κιβωτίου)&. Ούτε ίχνος! . . . Μα τι έγιναν επί τέλους τ' αναθεματισμένα; &(Προχωρεί εις την θύραν και σύρει τον μοχλόν)&. Η θύρα ήτο κλειστή! . . . ο σύρτης βαλμένος. Κανείς δεν εμβήκε μέσα! . . . Μα αυτό καταντά μαγεία, λεκανομαντεία, υπνωτισμός! . . . Καλέ, τα ρούχα μου! . . . τα ρούχα μου τα καινούργια . . . τα μονάκριβα, ποίος μου τα επήρε; . . . τι έγιναν; &(Τριγυρίζει πάλιν)&.
Θεέ μου! μου έρχεται να χάσω τον νουν μου. Είμαι έξυπνος ή κοιμούμαι; είμαι στα σωστά μου ή μου έστριψε η βίδα; Ας σκεφθώ λιγάκι διά να ενθυμηθώ. &(Στέκει και συλλογίζεται)&. Χθες το βράδυ οπού επέστρεψα εις το δωμάτιόν μου, τα εφορούσα ή δεν τα εφορούσα; Πώς δεν τα εφορούσα! . . . Αμ' τι! ήθελα να γυρίζω εις τους δρόμους ωσάν τον πρωτόπλαστον; ε! από εκείνην την εποχήν της κοσμογονίας, οπού μία συκιά εχρησίμευεν ως εμπορορραπτικόν κατάστημα, ο Θεός έπλασε χίλια δυο πράγματα καινούργια και μεταξύ των άλλων τα κρατητήρια της Αστυνομίας και το Φρενοκομείον. Λοιπόν είχα τα ρούχα μου . . . Τα είχα, είμαι βέβαιος, αδελφέ! ήλθα μέσα σιγά σιγά μάλιστα, διά να μη με πάρη μυρωδιά η σπιτονοικοκυρά μου, η οποία όμως μ' εκατάλαβε κ' εξερόβηξε . . . ας είνε! άναψα το κερί και τα έβγαλα, εδώ τα ρούχα μου. &(Δεικνύει έν μέρος εντός του δωματίου)&. Και με τι προσοχήν μάλιστα τα έβγαλα, διά να μη τσαλακωθούν, επειδή ήσαν βρεγμένα! . . . Ενθυμούμαι κάλλιστα ότι ήθελα να τ' απλώσω έξω να στεγνώσουν, αλλά έπειτα διά παν ενδεχόμενον τα ετοποθέτησα εδώ, επάνω εις την καρέκλαν . . . σιμά εις το παράθυρον, το οποίον αφήκα ανοικτόν. &(Τύπτει το μέτωπον διά της παλάμης, ως να του επήλθεν αιφνιδίως σκέψις).& Α! . . . α! τώρα εκατάλαβα! . . . δυστυχία μου! . . . μου τα έκλεψαν οι λωποδύται με την νέαν μέθοδον του αγκιστρίου! Έτσι είνε χωρίς άλλο! . . . τι σκοτίζομαι! . . . Εφευρετικοί άνθρωποι ως τόσον αυτοί οι λωποδύται! κάθε ημέραν και από μίαν μέθοδον ξετρυπώνουν! Σου λέγουν ότι έχομεν αστυνομικούς κλητήρας οπού δεν αξίζουν· μα, αν ήξιζαν τίποτε οι κλητήρες μας, να είσθε βέβαιοι ότι οι λωποδύται θα εύρισκαν καμμίαν μέθοδον να τους κλέψουν και αυτούς!
Ορίστε! όποιος φυλάει τα ρούχα του έχει τα μισά, λέγει μια παροιμία· αμ δε; . . . ιδού οπού οποίος φυλάει τα ρούχα του τα χάνει όλα! . . . Αχ! . . . εκείνη κακό χρόνο νάχη, εκείνη η Σταματίνα . . , η Σταυρούλα . . . η Μαρίκα . . . πώς περίδρομο τη λένε; η υπηρέτρια, καλέ, του δικηγόρου εδώ παρακάτω η Σοφία . . . α ναι! . . . εκείνη μου τα φταίει όλα! Μία εργολάβα! . . . Θεέ, φύλαττε ! . . . Ενώ τα είχε τόσο καλά μ' εμένα και τα είχε ψημένα μαζί μου, έκανε γλυκά μάτια και με τον Δήμον, ένα επιλοχίαν, και Κύριος οίδε με πόσους άλλους ουλαμούς και ενωμοτίες! . . . Καλά οπού είμεθα φίλοι με τον Δήμον και μου το εξεμυστηρεύθη. Απεφασίσαμεν να λύσωμεν την διαφοράν μας δι' αντιπαραστάσεως, δηλαδή να ερωτήσωμε την ιδίαν ποίον από τους δύο μας θέλει να εκλέξη, εμέ τον Νίκον, ή τον Δήμον, και τα εν Νίκω μη εν Δήμω. Την επεριμέναμεν εις το αντικρυνό καφενείον και ήλπιζα να κάμω φιγούρα με τη ρημαδιακή την καινούργια φορεσιά! . . . Όταν την είδα εις το παράθυρον της κουζίνας, ήτον επάνω που βράδυαζε, έδωσα το σύνθημα: Σοφία, ορθοί! . . . και επροχωρήσαμεν εν παρατάξει μάχης και εσταθήκαμεν αποκάτω από το παράθυρον. Πιάνομεν το τραγούδι: &Γαλιάνδρα μου, χρυσό πουλί! . . . & προβαίνει αυτή εις το παράθυρον. Τότε αρχίζει ο Δήμος; — Αχ! μου μάρανες τα τζιέρια! . . . — Αρχίζω εγώ: — Αχ! μ' έφαγες! — Να χαθήτε, σιχαμένοι! . . . απαντά η Σοφία απ' επάνω. Φαίνεται ότι αυτή η συμμαχία δεν της άρεσε διόλου και όταν ηθελήσαμεν να προκαλέσωμεν την εξήγησιν, δεν εβράδυνε διόλου να μας δώση την απάντησιν, η οποία συνίστατο . . . εις μίαν τόσην μεγάλην λεκάνην, με την οποίαν μας επερίχυσε. Τι περιείχεν η λεκάνη, μάρτυς μου ο Θεός ότι δεν είδα, αλλά βεβαίως δεν ήτο ανθόνερον! Ο Δήμος έγινε μούσκεμα· ωμοίαζε με έμψυχον σιντριβάνι. Εγώ, κάτι λιγώτερο, αλλά τέλος πάντων αρκετά λουσμένος και εγώ. Τι να κάμωμε τότε; ήτο και φόβος μην το πάρη χαμπάρι η γειτονιά και γίνωμε ρεζίλι. Επήραμε τα βρεμένα μας κι' από δώθε παν οι άλλοι! . . . Τώρα, αν αυτή η στρίγγλα μας έδιδε καμμίαν άλλην απάντησιν, στερεάν και όχι υγράν, δεν θ' αναγκαζόμουν να βάλω τα ρούχα μου εις το παράθυρο διά να στεγνώσουν και να πάθω αυτήν την συμφοράν. Αχ! . . . έννοια σου, καϊμένη, και θα μου την πληρώσης! &(Περιπατεί σκεπτικός εντός του δωματίου)&