Part 12
— Και το φλωρί; είπεν.
Ε, βέβαια, και το φλωρί; . . . τι είχε γίνει το φλωρί; Εκείνο, καλέ, το κωνσταντινάτον, το οποίον του είχε χαρίσει ο φίλος του ο έφορος εις το Μελιγαλά και το οποίον τακτικά από του πρώτου έτους του γάμου του εχρησίμευε διά την πίτταν της Πρωτοχρονιάς, εξαγοραζόμενον τακτικώς κατ' έτος διά τριάκοντα λεπτών, τα οποία γενναιοδώρως έδιδεν ο Ζαχαρίας προς τον ευτυχή κάτοχον του τμήματος της πίττας, εν ώ περιείχετο; Τι είχε γίνει το φλωρί, το ιερόν κειμήλιον, το παλλάδιον [63] της οικογενείας; Βεβαίως κατεβροχθίσθη μετά της πίττας και κατά την στιγμήν εκείνην εξετέλει μυστηριώδη πορείαν εντός των εσωτερικών λαβυρίνθων του οργανισμού του λαιμάργου υιού του. Οία βεβήλωσις!
Χωρίς να θέλη ο πράος κ. Ζαχαρίας, ο ειρηνικός κ. Ζαχαρίας ήρπασεν από της εστρωμένης τραπέζης έν μαχαίριον και διά της άλλης χειρός ανέτρεψε τον υιόν του σπαρακτικώς οιμώζοντα.
Ήτο εξαισία η στάσις εκείνη του πατρός, στάσις Αβραάμ ετοίμου να φονεύση τον Ισαάκ του, ενώ η Ουρανία ερρίπτετο ικετευτικώς παρά τα γόνατά του επικαλουμένη το έλεός του. Αλλά την χείρα του νέου Αβραάμ δεν ανεχαίτισεν άγγελος εξ ουρανού· απεναντίας η αποτρέψασα την αιματοχυσίαν ήτο η κυρία Θεοδώρα. Ο σάρκινος όγκος της κυρίας Παραδαρμένου ανετινάχθη, όταν είδε τον κίνδυνον, τον οποίον διέτρεχεν ο υιός της, και με την φωνήν εκείνην την επιτακτικήν, εις την οποίαν προ εικοσαετίας ήτο συνηθισμένος να υπακούη ο πειθήνιος σύζυγος, εβόησεν:
— Άφησε, βρε ξεκουτιάρη, αυτάς τας ανοησίας να μη τρομάξη το παιδί . . . Αύριον το ευρίσκεις το φλωρί σου! . . .
Η μάχαιρα κατέπεσεν από τας χείρας του μιαιφόνου πατρός. Αύριον! . . . η κυρία Θεοδώρα είχε δίκαιον. Κατά τους αναλλοιώτους φυσικούς νόμους το φλωρίον έμελλε την επομένην να ίδη πάλιν το φως της ημέρας.
Η ιδέα αύτη κατεπράυνε την μήνιν του κ. Ζαχαρία, όστις, αφού ησπάσθη τον Μιμίκον, επλήρωσεν οίνου το ποτήριόν του και υψώσας αυτό εύχαρις είπε προς την σύζυγον και την θυγατέρα:
— Έλα! . . . και του χρόνου!
(1890)
Ο ΔΕΚΑΛΟΓΟΣ ΕΝ ΟΥΡΑΝΟΙΣ
— Κυρ Μωυσή! . . . Ε, κυρ Μωυσή! . . . πού είνε; . . . Η φωνή του γηραιού Σαβαώθ αντήχησε βροντώδης εις τον Παράδεισον, του οποίου η ηλιοφεγγής και διαυγεστάτη ατμόσφαιρα εσείσθη εκ του ήχου.
Ο ταξιάρχης Γαβριήλ παρέστη μετά φόβου και σεβασμού ενώπιον του Υψίστου.
— Αγιώτατε, είπεν ο αρχάγγελος, ο Μωυσής προ ολίγου ήτο εκεί κάτω μαζί με τον Ηλίαν και με τον Νώε . . .
— Να έλθη εδώ αμέσως!
Ο Γαβριήλ εξεκίνησε και σχεδόν εν ακαρεί έφθασεν εις την άλλην άκραν του αχανούς Παραδείσου, χάρις εις τα τεράστια εκείνα βήματα, τα οποία απέδωκεν εις αυτόν η φαντασία του ποιητού μας Παναγιώτου Σούτσου, περιγράφοντος αυτόν εις τον &Μεσσίαν& ως διανύοντα δι' ενός μόνου βήματος την απόστασιν την υπάρχουσαν μεταξύ του Ηλίου και του Αραράτ!
Ο Σαβαώθ ανέμενεν εν τούτοις σύννους και μετρών το κομβολόγιόν του.
— Βάρυπνος εξύπνησε σήμερα ο Πανάγαθος! είπε πονηρώς έν μικρόν Χερουβείμ.
— Κάνε τη δουλειά σου εσύ! είπεν επιτιμήσας αυτό αυστηρώς ο διευθύνων την ουράνιον ορχήστραν αρχάγγελος.
Ότε ο προφήτης με την μεγάλην λευκήν του γενειάδα ενεφανίσθη ενώπιον του Σαβαώθ, ενόησεν εκ του βλοσυρού βλέμματος το οποίον έρριψεν επ' αυτού ο Αιώνιος, ότι περί σοβαρού τινος επρόκειτο.
— Πού μου ήσουν, κυρ Μωυσή, οπού σ' εζητούσα; ηρώτησεν αυτόν δυσθύμως και σχεδόν αποτόμως.
— Εκεί κάτω, Αγιώτατε, συνωμιλούσαμεν μαζί με . . .
— Συνωμιλούσατε; . . . βέβαια! κουβέντα και ραχάτι! . . .
Και τι σας μέλει την ευγένειά σας! . . . Και τι τον μέλει τον κυρ Ηλία! . . . πάει ο καιρός οπού του επήγαιναν τροφή τα κοράκια εις το σπήλαιον! Εδώ εις τον Παράδεισον έχει καλό χουζούρι! . . .
— Αγιώτατε! . . .
— Σιωπή και άκουε. Δεν πάμε καλά, κυρ Μωυσή· είνε πολύς καιρός οπού το βλέπω· εχθές είδα και τας μηνιαίας καταστάσεις της κινήσεως του Παραδείσου . . . Λίγος κόσμος, πολύς λίγος μπαίνει. Οι στερεότυποι και οι συνηθισμένοι κανένας επαίτης σακάτης, κανένας γέρος μοναχός, κανένας δυστυχισμένος μέτοχος χρεοκοπησάσης εταιρείας, κανένας ταλαίπωρος συνταξιούχος των 15 δραχμών . . .
— Το βλέπω κ' εγώ! είπε περιλύπως ο Μωυσής.
— Ενώ εκεί κάτω, εξηκολούθησεν ο Άναρχος ρίπτων βλέμμα φθόνου σχεδόν προς το εν τω μέσω των νεφελών διαφαινόμενον χάος, όπου ήστραπτεν εκ διαλειμμάτων η ερυθρά αντανάκλασις των φλογών της Κολάσεως, εκεί κάτω φαίνεται ότι κάμνουν δουλειά χρυσή. Ο Σατανάς κατήντησε να γίνη τεμπέλης· δεν μηχανεύεται πλέον δόλους διά να κερδίση ψυχάς· πηγαίνουν μόνοι τους οι μουστερήδες! [64] Άλλοτε ήρχετο κάπου κάπου να μου ζητήση την άδειαν να πειράξη κανένα, τον Ιώβ, τον Φάουστ . . . τώρα ούτε δεν καταδέχεται. Άσχημη δουλειά!
— Αυτό ελέγαμε και ημείς με τον Νώε και τον Ηλίαν!
— Ε, και τι ελέγατε; . . .
— Ότι πρέπει να γίνη ρεκλάμα, όπως κάμνει η Εταιρεία του Σιδηροδρόμου Αθηνών-Πειραιώς διά το Φάληρον, να διοργανώσουν τίποτε ιπποδρομίας ο άγ. Γεώργιος και ο άγ. Δημήτριος . . .
— Καλό κι αυτό, είπεν, αφού εσκέφθη ολίγον ο Σαβαώθ, αλλά δεν αρκεί. Χρειάζονται μέτρα ριζικώτερα !! . . . Δεν μου λέγεις, Μωυσή, πόσος καιρός είνε που εδημοσιεύσαμεν τον Δεκάλογον;
— Μα! . . . ξεύρω κ' εγώ; Πού μπορεί κανείς να υπολογίση τώρα με την νέαν επιστήμην!
— Επάνω κάτω! . . .
— Επάνω κάτω . . . πέντε χιλιάδες χρόνια! . . .
— Πέντε χιλιάδες χρόνια! επανέλαβε σείων την κεφαλήν ο Σαβαώθ. Εκατάλαβες! πέντε χιλιάδες χρόνια! . . . ένας λόγος είνε! πολλά πράγματα ημπορούν να γηράσουν μέσα εις αυτό το διάστημα. Κοντεύω να γηράσω εγώ από τότε . . . και ας με λέγουν Αιώνιον! προσέθηκε μειδιών και παρατηρών την κατάλευκον γενειάδα του:
— Λοιπόν τι λέγετε, Αγιώτατε;
— Ο Δεκάλογός μας εγήρασε πολύ, Μωυσή, από τότε . . · Πρέπει να επιφέρωμεν μεταρρυθμίσεις εις αυτόν . . . μεταρρυθμίσεις ριζικάς. Ας κάμωμεν μίαν δοκιμήν εκ του προχείρου. Λέγε μου, σε παρακαλώ, μίαν μίαν τας εντολάς.
Ο Μωυσής ήρχισε να ξέη το ους.
— Εκατάλαβα! είπεν ο Ύψιστος, στοιχηματίζω πως τας εξέχασες! . . .
— Μα! . . . ύστερα από πέντε χιλιάδες χρόνια! είπεν ο Μωυσής μειδιών.
— Και έχουμε την απαίτησιν να τας ενθυμήται ο κόσμος, αφού δεν τας ενθυμείσαι συ οπού τας έγραψες! Φέρε γρήγορα τας πλάκας.
Ο Μωυσής απελθών εκόμισε τη βοηθεία δύο αγγέλων τας δύο βαρυτάτας πλάκας του δεκάλογου, τας οποίας έλαβεν επί του Σινά.
— Φαντάσου καιρός που επέρασε από τότε, είπεν ο Πανάγαθος· εγράφαμεν ακόμη εις την &πλάκα&!
Το παρεστώς πλήθος του Χερουβείμ και Σεραφείμ ανεκάγχασε διά το λογοπαίγνιον του Κυρίου.
Ο Μωυσής ήρχισε ν' αναγινώσκη μίαν προς μίαν τας εντολάς του θείου νόμου:
— Εγώ είμι Κύριος ο Θεός σου κτλ.
— Αυτό είναι το μόνον άρθρον οπού εξασφαλίζει την δυναστείαν μου, μολονότι . . . ας είνε· παρακάτω!
— Ου ποιήσεις σεαυτώ είδωλον, ουδέ παντός ομοίωμα . . .
— Ας είνε και αυτό! . . . Φθάνει να κάμνουν τα ομοιώματα με τέχνην, διότι έτυχε να ιδώ κάτι Πλάτωνας εμπρός εις την Ακαδημίαν των Αθηνών! . . . Δεν πειράζει· λέγε παρακάτω.
— Ου λήψη το όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω . . .
— Τώρα το προκόψαμε! ανέκραξεν ο Άναρχος· το όνομά μου; Αχ! πόσα ακούει κάθε μέρα το κακόμοιρο! . . . Αλλά πάλι τι θ' ακούσω αν δεν ήτο και αυτή η απαγόρευσις! . . . Εξακολούθει.
— Μνήσθητι την ημέραν των Σαββάτων αγιάζειν αυτήν . . .
— Ναίσκε! . . . Αλλά έχομεν τους Διαμαρτυρομένους, βλέπεις, οπού εμβαίνουν εις τον Παράδεισον μόνον και μόνον διότι δεν γδύνουν τον πλησίον την ημέραν του Σαββάτου. . . . δηλαδή της Κυριακής. Εδώ τα μπλέξαμε με το Σάββατον και την Κυριακήν, σαν να ήμεθα συντάκται ελληνικών νομοσχεδίων. Αν αποκλείσωμεν και αυτήν την αρετήν, όλοι οι λόρδοι θα πηγαίνουν εις την Κόλασιν και δεν μας συμφέρει. Παρακάτω.
— Ου φονεύσεις. . . .
— Α, μάλιστα! . . . Αλλά για να ιδούμε τώρα με την απαγόρευσιν της οπλοφορίας.
— Ου . . .
— Εμπρός!
— Ου . . . ου . . . ! επανέλαβεν ο Μωυσής διστάζων.
— Ούξις και ξερός! είπεν ο Σαβαώθ ανυπομονών, λέγε! . . .
— Αλλά, Αγιώτατε. . . .
— Εκατάλαβα, είπεν ο Σαβαώθ· είνε η εβδόμη εντολή! . . . Μουρντάρικη δουλειά! . . . Και μολονότι έχομεν εδώ μέσα τον Προφητάνακτα, ο οποίος τα έψησε με τη γυναίκα του Ουρία . . . οπωσδήποτε η ηθική! . . . Πάρα πέρα! . . .
— Ου κλέψεις . . .
— Α! στάσου εδώ! . . . είπεν ο Ύψιστος. Εδώ δεν έχει καμμίαν δικαιολογίαν. Προ καιρού το έβλεπα ότι αυτή η εντολή ήτο περιττή. Τώρα επαράγινε το πράγμα! Μη πας μακριά· πιάσε την Ελλάδα· εκεί πέρα κλέφτουν ως και τα έμβρυα από την κοιλιά της μάννας των. Είνε τώρα κάμποσοι μήνες μάλιστα οπού δεν βλέπεις τίποτε άλλο παρά σειράν ατελευτήτων κλοπών. Από εκείνην την ευλογημένην χώραν οπού είχαμεν άλλοτε τους καλυτέρους μας πελάτας, τώρα δεν ημπορεί ούτε ένας να εμβή εις τον Παράδεισον. Άνθρωποι οι οποίοι εγήρασαν εις την αρετήν και την τιμιότητα, άνθρωποι οι οποίοι ως και εις τον εσπερινόν επήγαιναν, ακούς! απεδείχθησαν εις το ύστερον κλέπται! Είνε απελπισία!. . . . αυτή η εντολή πρέπει να καταργηθή.
Ο Μωυσής ηθέλησε ν' αντιτείνη συνηγορών υπέρ της ακεραιότητος του δεκαλόγου του, ότε αίφνης θόρυβος μέγας ηκούσθη παρά την είσοδον του Παραδείσου και πριν ή προφθάση ο Ύψιστος να ερωτήση τι τρέχει ενεφανίσθη ο Πέτρος ολοπόρφυρος εκ του θυμού.
— Μ' έκλεψαν, Θεέ μου! εβόα θρηνωδώς ο Απόστολος μ' έκλεψαν! . . . Ολίγας μετοχάς οπού είχα . . . τας οικονομίας μου! . . .
— Ποίος σ' έκλεψεν; ηρώτησεν ο Σαβαώθ.
— Ένας πρώην υπουργός Έλλην και ένας πρώην ταμίας! . . .
— Ορίστε! είπεν ο Ύψιστος αποτεινόμενος προς τον Μωυσήν, τα βλέπεις; Ως κ' εδώ μέσα! Αν δεν καταργήσωμεν την εντολήν, θα διώξωμεν και αυτούς οπού υπάρχουν μέσα!
Και επειδή ο Μωυσής ακόμη εδίσταζεν, ο Ύψιστος ενέτεινε την δεξιάν και διά του θείου του δακτύλου διέγραψεν από της πλακός την ογδόην εντολήν.
Και ταυτοχρόνως διέταξε ν' αναγγείλουν το γεγονός εις την Ιεράν Σύνοδον, διά να το ανακοινώση αύτη εις τους εκδότας των Κατηχήσεων.
ΤΟ ΣΦΑΙΡΙΔΙΟΝ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ
Το θερμόμετρον είχεν ανέλθει πολύ την ημέραν εκείνην εις την επουράνιον χώραν. Ο Ύψιστος, αφού ηκροάσθη νωχελώς την μεταμεσημβρινήν συναυλίαν των αγγέλων, εξήλθε προς περιδιάβασιν, διηυθύνθη εις μέρος τι σκιερόν και ευάερον και εξαγαγών το εξ ηλέκτρου κομβολόγιόν του ήρχισεν αναγινώσκων την ιεράν Σύνοψιν.
Ήδη τα βλέφαρα του Παντοδυνάμου ήρχισαν να βαρύνωνται εκ της αναγνώσεως, ότε εγείρας το βλέμμα είδε κάποιον πλησιάζοντα. Ο κάποιος ούτος ήτο το πονηρόν πνεύμα, διότι, με όσα και αν λέγουν οι θεολόγοι, ο Σατανάς από της εποχής του Ιώβ διατελεί εις σχέσεις οικειοτάτας μετά του Δημιουργού και έχει ελευθέραν την είσοδον εις τον Παράδεισον.
— Εσύ είσαι, Παμπόνηρε; είπεν ο Ύψιστος.
— Εγώ, Αγιώτατε.
— Κάτι απ' εδώ; . . τι μαντάτα; θα σ' έσφιξε η ζέστη, φαίνεται· φαντάζομαι τι καμίνι θα έχετ' εκεί κάτω!
— Δεν με μέλει και πολύ· εσυνήθισα. Έπειτα εγώ δεν μένω και διαρκώς εκεί· τριγυρίζω.
— Και από πού έρχεσαι τώρα, με το καλό;
— Από την Ελλάδα.
— Μπα! είπεν ο Θεός· και τι επήγες να κάμης εκεί;
— Είχα μερικάς υποθέσεις ετελείωνεν ο μην και ήθελα να ξεκαθαρίσω μερικούς λογαριασμούς . . . ·έπειτα είχομεν και δημοτικάς εκλογάς . . .
Και ο Σατανάς εθώπευσε κρυφίως μετά πικρού μειδιάματος την εις το θυλάκιόν του εφημερίδα, την περιέχουσαν τον μηνιαίον εγκληματικόν απολογισμόν.
— Μήπως ήσουν υποψήφιος; ηρώτησε σκωπτικώς ο Πανάγαθος.
— Όχι, απήντησεν ο Διάβολος· μόνος εγώ δεν ήμουν.
— Ξεύρεις όμως ότι μου επαραμπήκες εκεί πέρα εις την Ελλάδα; είπεν ο Θεός οπωσούν ωργισμένος.
— Ε, κάμνω κ' εγώ μερικές δουλίτσες! απήντησε μετά πονηράς μετριοφροσύνης ο Σατανάς.
— Να μου κάμης την χάριν να βγάλης την ουράν σου απ' εκεί· ξεύρεις ότι εγώ ιδιαζόντως αγαπώ αυτόν τον τόπον.
— Τι λόγος! είπεν ο Διάβολος.
Και εμειδίασε σαρδωνικώς.
— Δεν το πιστεύεις, μασκαρά; εξηκολούθησεν ο Παντοδύναμος· και όμως ιδού, εφέτος τους έκαμα τόσα καλά. Έρριψα βροχήν άφθονον διά να γίνη ευφορία σιτηρών· η σταφίς επήγε περίφημα και αν τα οικονομικά του τόπου δεν ευοδούνται δεν πταίω εγώ.
— Ούτ' εγώ, υπέλαβεν ο υιός του σκότους.
— Όσον ημπορώ τους προστατεύω και με το παραπάνω, εξηκολούθησεν ο Ύψιστος. Είνε τώρα χρόνια οπού μου υποβάλλει αίτησιν θεραπείας η χολέρα να υπάγη να κατοικήση εκεί καμπόσους μήνας και μολονότι είχε τόσα συστατικά από διαφόρους δημάρχους και νομάρχας και διευθυντάς αστυνομίας δεν ενέκρινα την αίτησίν της. Σου επαναλαμβάνω ότι αγαπώ τον τόπον αυτόν, διότι εκεί εδοξάσθη περισσότερον το όνομά μου. Μου αρέσει η ιστορία του λαού του, μου αρέσει η γλώσσα του . . . μολονότι παρατηρώ ότι ήρχισε και αυτή να μουρδαρεύη και φαίνεται ότι θα είνε ιδική σου ενέργεια.
— Όχι, είπε διακόπτων αυτόν εντόνως και διαμαρτυρόμενος ο Πονηρός. Εις αυτό δεν έχετε διόλου δίκαιον, Αγιώτατε. Αυτήν την ευθύνην δεν την αναλαμβάνω και απόδειξις είνε ότι εις την κόλασιν επιβάλλω ως βασανιστήριον εις τους βαρυποίνους την ανάγνωσιν μερικών ελληνικών πεζογραφιών και ποιημάτων.
— Τέλος πάντων καλά θα κάμης να τραβήξης απ' εκεί το χέρι σου. Έπειτα χάνεις άδικα τον κόπον σου, κακομοίρη μου· πήγαινε πάρα πέρα να κάμης τα δικά σου· εις την Βουλγαρίαν, παραδείγματος χάριν, οπού είνε σχισματικοί.
Μειδίαμα χλευαστικόν διεγράφη επί του ευρέος στόματος του Διαβόλου.
— Δεν πιστεύεις; τον ηρώτησεν ο Θεός πεισμωμένος.
— Τι να σας ειπώ! Αναγνωρίζω την πανσοφίαν σας, αλλά καμμίαν φοράν πάσχει και αυτή διαλείψεις . . . Τα χρόνια βλέπετε, τα γηρατειά!
— Τι λέγεις, αυθάδη! ανέκραξεν ο Ύψιστος παραφερόμενος.
— Μη θυμώνετε, Αγιώτατε, είπεν ο Σατανάς μετά φλέγματος· ας θέσωμεν καθαρά το ζήτημα, νομίζετε ότι εις τον τόπον αυτόν υπερισχύει αποκλειστικώς η Αγιότης σας;
— Αναμφιβόλως· έχεις κ' εσύ ένα μικρόν μερίδιον, δεν σου λέγω, κάτι φόνους, κάτι ληστείας, κάτι βιασμούς . . . σε άφησα κ' επήρες λιγάκι επάνω σου, διότι είχα αλλού τον νουν μου. Αλλά και πάλιν τι είν' αυτά απέναντι εις τόσας αρετάς, εις τόσην φιλοπατρίαν, εις τόσην φιλογένειαν, εις τόσην φιλανθρωπίαν, εις τόσην ευσέβειαν! . . . Το γνωρίζεις κύριε, ότι το παρελθόν έτος κατηναλώθησαν εις την Ελλάδα πεντακόσιοι χιλιάδες οκάδες ταραμά;
— Τι λύσσα ευσεβείας! είπε καθ' εαυτόν ο Σατανάς μετά μειδιάματος. Και όμως, προσέθηκεν, ημπορώ να σας αποδείξω ότι πλανάσθε.
— Θα ήμουν πολύ περίεργος να το ιδώ.
— Ημπορούμεν και τώρα να κάμωμεν το πείραμα.
— Τίνι τρόπω;
— Απλούστατα· διατάξατε να φέρουν μίαν ζυγαριάν πολύ μεγάλην.
— Ζυγαριάν; . . . τι να την κάμωμεν!
— Να ζυγίσωμεν τα κεφάλαιά μας και να ιδούμεν τίνος είνε τα μεγαλύτερα.
— Με προκαλείς; . . . Ας είνε! θα διατάξω τώρα αμέσως να φέρουν την ζυγαριάν, αλλά κύτταξε καλά μη την πάθης! . . . Έχω πέντε κεραυνούς ετοίμους να σε ζεματίσω διά την αυθάδειάν σου, τραγογένη!
Και διά της μεγάλης αργυράς συρίκτρας του ο Πανάγιος προσεκάλεσε τα Χερουβείμ και τα διέταξε να κομίσουν αμέσως μίαν μεγάλην ζυγαριάν.
— Να είνε όσον το δυνατόν μεγαλυτέρα! είπεν ο Σατανάς προς τα Χερουβείμ απερχόμενα.
Η θεία διαταγή εξετελέσθη παραχρήμα· μετ' ολίγον εθεάθη λόχος αγγέλων κομίζων μετά πολλού κόπου υπερμεγέθη πλάστιγγα, την οποίαν έστησεν ενώπιον του Δημιουργού.
— Έχετε τα πρωτεία, είπεν ο Διάβολος ευγενώς, βάλετε τα κεφάλαιά σας εις το ένα μέρος.
Ο Παντοδύναμος μετά περιεργείας, αλλά και μετά πείσματος ήρχισε να τοποθετή όλα τα αντικείμενα, τα αντιπροσωπεύοντα την μερίδα του, νοσοκομεία, σχολεία, ορφανοτροφεία, δωρεάς, αρχιερείς και πρεσβυτέρους, ιεροκήρυκας, μοναστήρια και ηγουμενοσυμβούλια, εν Χριστώ αδελφότητας, ηθικά και θεολογικά συγγράμματα, βαρέλια ταραμά και σάκκους φασολίων και παντοία άλλα, των οποίων απετελέσθη πυραμίς τεραστία και αλλόκοτος.
Ο Διάβολος εθεάτο απαθώς τον όγκον αυτόν ολονέν ανυψούμενον.
— Έχετε άλλα; ηρώτησε μετά την αποπεράτωσιν της τοποθετήσεως.
— Έχω και μερικούς επιτρόπους εκκλησιών αρκετά καλοθρεμμένους, είπεν ο Θεός.
— Βάλετε και αυτούς, είπεν αταράχως ο Διάβολος.
Και ο όγκος της πυραμίδος ηυξήθη επαισθητώς διά της προσθήκης των επιτρόπων.
— Μήπως εξεχάσατε τίποτε; ηρώτησεν ο Σατανάς.
— Εξέχασα πραγματικώς ένα καθηγητήν της Θεολογίας, αλλά σου τον χαρίζω. Είνε τόσον πολύσαρκος εκ της καλοφαγίας, ώστε αυτός μοναχός κάμνει δι' όλα τα ιδικά σου κεφάλαια.
— Να τον προσθέσετε και αυτόν!
Και επειδή ο Σατανάς επέμενεν, ετέθη τέλος εις την κορυφήν του σωρού και ο καθηγητής και η πλάστιγξ έτριξε γοερώς υπό το βάρος του.
— Ορίστε τώρα και η ευγένειά σας, είπεν ο Ύψιστος μυκτηριστικώς [65], βάλετε τα κεφάλαιά σας.
Ο Διάβολος έχωσε την τριχωτήν χείρα με τους οξείς όνυχας εις το θυλάκιόν του και εξήγαγε μικρόν αντικείμενον σφαιρικόν, τεφρόχρουν.
— Τι είν' αυτό; ηρώτησεν ο Ύψιστος παρατηρών διά των διοπτρών του μετά περιεργείας το αντικείμενον.
— Είνε εκλογικόν σφαιρίδιον, απήντησεν αταράχως και σοβαρώς ο Πειρασμός.
— Αυτό είνε όλα σου τα κεφάλαια;
— Αυτό.
— Δεν έχεις άλλα;
— Όχι· αυτό αρκεί.
— Κοροϊδεύεις;
— Διόλου.
— Έλα, Χριστέ και Παναγία! είπεν ο Ύψιστος σταυροκοπούμενος.
— Λοιπόν· ιδού οπού το θέτω εις την πλάστιγγα.
— Ας ιδούμεν και αυτό το θαύμα!
Και το αποτέλεσμα πραγματικώς υπήρξε θαυμάσιον· διότι ευθύς ως το μικροσκοπικόν μολύβδινον σφαιρίδιον απετέθη επί της πλάστιγγος, αύτη ήρχισε να κλίνη μετά καταπληκτικής ροπής προς το μέρος του σφαιριδίου, ενώ εις το αντίθετον μέρος η τεραστία συμμιγής πυραμίς ανυψούτο ελαφρά, ως ν' απετελείτο εκ πτίλων.
— Μπα που να σε πάρη ο εαυτός σου! ανέκραξεν ο Πάνσοφος έκπληκτος και πεισμωθείς εν ταυτώ. Κάτι καλπονόθευσιν θα έκαμες . . . αφού μάλιστα έρχεσαι από την Ελλάδα . . . Στάσου να σε διορθώσω εγώ!
Και ητοιμάσθη να εξακοντίση κατ' αυτού ένα κεραυνόν.
— Κρίμα εις την πανσοφίαν σου, αφού δεν ηξεύρεις την δύναμιν αυτού του σφαιριδίου! είπεν ο Διάβολος μετά θριαμβευτικού και χλευαστικού γέλωτος.
Και ετράπη εν τάχει εις φυγήν.
Ο Ύψιστος έμεινε σύννους και μετ' ολίγον παραλαβών το σφαιρίδιον επέστρεψεν εις τον Παράδεισον σύνοφρυς και βλοσυρός και διέταξεν αμέσως να προσέλθη ο άγιος Πέτρος.
— Κύτταξε καλά τα κατάστιχά σου, είπεν ο Ύψιστος προς τον επουράνιον θυρωρόν, και αν τυχόν ευρίσκεται εδώ πέρα αυτός οπού εφεύρεν αυτό εδώ το αντικείμενον — και έδειξε το σφαιρίδιον — να μου τον στείλης άναυλα εις την Κόλασιν, με όσα καλά και αν έχη καμωμένα. Έγινα ρεζίλι σήμερον με αυτό το πράγμα! . . . Είνε του Διαβόλου συνεργεία. Εις τον Παράδεισον ούτε επέτρεψα ούτε θα επιτρέψω να υπάρχη· όσον αφορά την Γην, θα σκεφθώ! . . .
Και έμεινε μέχρι βαθείας νυκτός αναγινώσκων το Συνταγματικόν δίκαιον του μακαρίτου Σαριπόλου.
Η ΕΥΤΥΧΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΥΠΟΚΑΜΙΣΟΝ
Σήμερον είνε η ημέρα των ευχών. Απ' όρθρου βαθέος αν ακούσητε τον κώδωνα της θύρας σας κρουόμενον, εστέ βέβαιοι ότι κάποιος έρχεται να σας προσφέρη ευχάς. Οι οδοκαθαρισταί οι καθορίζοντες τας οδούς, εις τας οποίας πνίγεσθε τον χειμώνα εκ του βορβόρου, ασφυκτιάτε δε το θέρος εκ του κονιορτού· οι ανάπτοντες τους φανούς επί των οποίων προσκρούοντες θραύετε την ρίνα σας τας νύκτας, κατά τας οποίας η πανσέληνος λησμονεί τα δημοτικά της καθήκοντα και δεν επιφαίνεται εις το συννεφώδες στερέωμα· οι υδρονομείς, οίτινες κατά την ημέραν του καύσωνος σας αφήνουν να πάθετε εκ λύσσης, πριν επιτρέψουν εις το ύδωρ να διοχετευθή εις την κρήνην της συνοικίας σας· οι καμιναδοκαθαρισταί, οίτινες προσέρχονται επίσης ζητούντες φιλοδώρημα, αν και εις την οικίαν σας δεν υπάρχει άλλη εστία εκτός των φύλλων του ομωνύμου περιοδικού, εις το οποίον είσθε συνδρομητής· όλη τέλος η πολυώνυμος γενεά των Ειλώτων, όσοι εν τη καταμερίσει της κοινωνικής εργασίας ανέλαβον την επιστασίαν των μάλλον πεζών και αχαρίτων αναγκών του βίου, θα προσέλθουν προσφέροντες φύλλα πολύχροα χάρτου, εις τα οποία διά στίχων χωλών ή υπερτροφικών θα σας εύχωνται υγείαν και ευτυχίαν. Και η λιτανεία των ευχών θα σας καταδιώξη και εκτός του οίκου σας, θα σας ευχηθή ο βοηθός του κουρέως σας, ο υπηρέτης του καφενείου εις το οποίον συχνάζετε, ο υπηρέτης του εστιατορίου ένθα γευματίζετε. Εννοείται ότι όλαι αι ευχαί πληρώνονται κατά το μάλλον ή ήττον γενναίως· αλλ' ερωτώ· ποίαι είνε αι ευχαί αι οποίαι δεν πληρώνονται, αφού και αυταί αι προς τον Ύψιστον αποτεινόμεναι έχουν τιμολόγιον ωρισμένον, απαραβάτως τηρούμενον υπό των λειτουργών του;
Λοιπόν υγεία και ευτυχία!.. Αλλά δεν μου λέγετε, παρακαλώ, τι πράγμα είνε η ευτυχία; Όλοι περίπου γνωρίζομεν τι είνε υγεία. Όταν πάσχης μεν από ημικρανίαν, βασανίζεσαι μεν υπό αλγούντος οδόντος, νύττεσαι [66] μεν οδυνηρώς υπ' οξυτάτου ρευματισμού, όταν μεταβάλλονται μεν οι μυκτήρες σου εις εννεακρούνους εκ της καταρροής, αλλ' ο ιατρός αστεΐζεται μαζί σου και οι κληρονόμοι σου δεν έρχωνται προς επίσκεψίν σου, τότε θεωρείσαι υγιής. Αλλ' ευτυχής πότε είσαι; Τι πράγμα είνε αυτή η ευτυχία; Την είδετέ ποτε εις την οικίαν σας; την συνηντήσατέ ποτε καθ' οδόν; γνωρίζετε πού κείται η κατοικία της; ανεγνώσατέ ποτε εις την 4ην σελίδα των εφημερίδων ότι πωλείται που εις τας αποθήκας εκείνας των παντοειδών προμηθειών, όπου πωλούνται αυγοτάραχα, μυάγραι [67], καστόρειοι πίλοι, πετρέλαιον και μυθιστορήματα; Αν σας ερωτήσουν δε τι είνε ευτυχία, τι θ' απαντήσετε; ή θα δώσετε ορισμόν εκ των τετριμμένων εκείνων και ανοήτων, των οποίων το υπόδειγμα παρέχουν τα νερόβραστα της μεταφυσικής συγγράμματα, ή θα σιωπήσετε, ως θα εσιώπα κοινοβιάρχης, ας υποθέσωμεν, ερωτώμενος τι είνε &πόλκα μαζούρκα.&
Εις παρομοίαν απορίαν ευρέθη ποτέ προ αιώνων ο Καλίφης του Βαγδατίου, του οποίου την ιστορίαν εν συντόμω θα διηγηθώμεν.
Έρρεον τα πλούτη εις το ανάκτορόν του αφθονώτερα από τα νάματα [68] του παραρρέοντος Τίγρητος. Οι αδάμαντες των Ινδιών και οι μαργαρίται του Οφίρ εστόλιζον τας κιδάρεις του ηγεμόνος και τα φάλαρα των ίππων του, των εκλεκτοτάτων εξ όσων ανετρέφοντο εις τους παρά τον Ευφράτην λειμώνας. Αλλ' οι αδάμαντες δεν είχον την λάμψιν των αμυγδαλωτών οφθαλμών των κορών της Γεωργίας και οι μαργαρίται υπελείποντο ως προς την γλυκείαν ωχρότητα της μορφής των χαύνων γυναικών της Συρίας, εκ των οποίων επληρούτο ο γυναικωνίτης του. Τα βαρυτιμότατα των αρωμάτων της Αραβίας καιόμενα ανέδιδον μεθυστικάς ευωδίας. Τάπητες χνοώδεις της Περσίας απεσβέννυον τον κρότον, τον οποίον παρήγον συρόμεναι αι χρυσοκέντητοι εμβάδες του. Ο Σαρδανάπαλος δεν θα εγίνετο ολοκαύτωμα, αν είχε το ευτύχημα να του απομείνουν μετά την απώλειαν του θρόνου μάγειροι έχοντες την δεξιότητα των μαγείρων του Καλίφου. Ο δαμασκηνός ακινάκης [69] του εδιχοτόμει δι' ενός κτυπήματος παχείαν σιδηράν ράβδον. Οι λέοντές του ωρύοντο ρωμαλέοι εις θηριοτροφείον του και η εξημερωμένη πάρδαλις έλειχε ταπεινώς την χείρα του εξηπλωμένη παρ' αυτώ. Οι γείτονες του ηγεμόνος επεζήτουν διά δώρων πλουσίων την φιλίαν του. Ο λαός του τον εσέβετο ως απόγονον του Προφήτου και τον ηγάπα ως απονέμοντα εξίσου την δικαιοσύνην. Βουλή δεν υπήρχεν εις το κράτος του, ούτε Σύνταγμα· δεν επωλούντο μετοχαί τραπεζών χρεοκοπημένων, δεν συνέβαινον γλωσσολογικαί διαμάχαι, δεν εξεδίδοντο ημερολόγια μετ' εικόνων, δεν υπήρχον ένορκοι, ουδέ οδοντοϊατροί, ουδέ υφηγηταί, δεν ελάμβανεν ανακοινώσεις περί εφευρέσεων· ουδέ τηλεγραφήματα περί καταθλίψεως των πολιτών υπό των εισπρακτόρων.
Εν τούτοις ο ηγεμών ούτος, τον οποίον όλοι εθεώρουν ευδαιμονέστατον, ησθάνετο ακατανίκητον ανίαν. Εις μάτην έτρωγε και εκορέννυτο πολλάκις της ημέρας παρακαθήμενος εις την πλουσιοπάροχον τράπεζάν του. Εις μάτην εχείρει μυστηριώδεις εκδρομάς εις τα άδυτα του γυναικωνίτου του, όπου φυλάσσετο ζηλοτύπως ο πλούσιος της καλλονής θησαυρός. Εις μάτην βαϋαδέραι γοήτιδες ωρχούντο ενώπιόν του και ψάλται λιγείς [70] και έντεχνοι έτερπον την ακοήν του διά των ασμάτων των. Εις μάτην μετέβαινεν εις θήραν τοξεύων και ακοντίζων επιτηδείως τα παντοειδή θηράματα. Η ανία, η θανάσιμος ανία, κατέτρωγε την ψυχήν του και ετάρασσε τον ύπνον του. Καθ' εκάστην επαισθητώς ωχρία και έφθινε — διά να είπω μίαν παρομοίωσιν πρωτότυπον — ως μήλον, του οποίου την σάρκα κατατρώγει ο εντός κεκρυμμένος σκώληξ.
Ο ηγεμών είχεν αναγνώσει εν των ποιητικών βιβλίων, τα οποία μετ' αγάπης εμελέτα, ότι η ευτυχία είνε αγαθόν ανέφικτον και ότι ουδείς εν τω κόσμω δύναται ν' αποκληθή ευτυχής.
— Πώς! έλεγε καθ' εαυτόν, εγώ τον οποίον φθονούν όλοι, εγώ όστις είμαι ο κύριος όλων των επί γης αγαθών, δεν είμαι λοιπόν ευτυχής; Αλλά τι είνε λοιπόν η ευτυχία; Θέλω ν' αποκτήσω αυτό το ανέφικτον αγαθόν, όπως το αποκαλεί ο ποιητής.
Τοιαύτη ήτο η αφορμή της μελαγχολίας του ηγεμόνος. Ο Βεζύρης, ήτοι ο υπουργός του, άνθρωπος έξυπνος και φρόνιμος — διότι κατ' εκείνην την εποχήν οι υπουργοί ήσαν άνθρωποι έξυπνοι και φρόνιμοι — παρετήρησεν ότι ο κύριός του έφθινεν από ημέρας εις ημέραν, εννόησεν ότι έκτακτόν τι συνέβαινεν εν τη ψυχή του και ηθέλησε να μάθη παρ' αυτού το αίτιον.
— Αρχηγέ των πιστών, του είπε, διατί η μορφή σου μαραίνεται ως φύλλον ρόδου, επί του οποίου διήλθε κοχλίας και κατέλιπε τον αγενή σίελόν του;