Part 11
Αλλ' ενόσω προχωρεί η εκκύβευσις άνευ αποτελέσματος, και ενόσω μάλιστα τυχηροί τινες των παρεστώτων ανακοινούν εις τους άλλους ότι εκέρδισαν, η αδημονία της οικογενείας κορυφούται. Ο Μιμίκος, θέλων οπωσδήποτε να θέση τέρμα εις την ανησυχίαν, αποσπάται εκ του ομίλου της οικογενείας, κρυφίως συναποφέρων και τον θησαυρόν των δύο γραμματίων του λαχείου, τα οποία ζηλοτύπως φρουρεί από τινων ημερών, και προχωρεί προσπαθών να προσεγγίση εις τον τόπον της εκκυβεύσεως. Αλλ' ότε μετ' ολίγον η κυρία Θεοδώρα στρεφομένη δεν βλέπει τον γόνον της αναβοά μετ' άλγους:
— Το παιδί μου, το παιδί μου! . . .
Ο Ζαχαρίας ταράσσεται, συστρέφεται, ερωτά τους πέριξ απορών, ενώ η σύζυγος του βαθμηδόν οργιζομένη δίδει εις αυτόν βίαιον ωθισμόν κράζουσα:
— Τι στριφογυρίζεις σα σβούρα, μωρέ ζευζέκη; . . . πήγαινε ναύρης το παιδί γρήγορα.
Ο ταλαίπωρος πατήρ, υπείκων μάλλον εις την παλάμην της συζύγου ή εις το πατρικόν φίλτρον, προχωρεί αναμέσον του πλήθους ωθών και ωθούμενος, αποτείνων ερωτήσεις και αποδεχόμενος χλευασμούς και λοιδορίας [59]. Μετά ενός τετάρτου της ώρας οδυνηράν αλλ' άσκοπον έρευναν επιστρέφει εις το σημείον από του οποίου εξεκίνησε και θωρακίζεται δι' υπομονής όπως δεχθή το άγριον βλέμμα και τας εμμανείς αποστροφάς της φρυαττούσης συζύγου, ότε κατ' εκείνην ακριβώς την στιγμήν αντηχούν θρηνώδεις φωναί του Μιμίκου επιστρέφοντος.
— Μπαμπά! . . . μαμμά! . . . μου έπεσαν! . . . φωνεί ο μικρός δακρύων.
Η οικογένεια νομίζει ότι του έπεσαν τα λαχεία και ότι τα δάκρυά του προέρχονται εκ συγκινήσεως.
— Τι σου έπεσαν; τον ερωτούν μετά σπουδής.
— Μου έπεσαν . . . τα λαχεία εις τη θάλασσα!
Ιδού τι είχε συμβή. Ο Μιμίκος αποσπασθείς όπως προσεγγίση εις το μέρος της εκκυβεύσεως απεπλανήθη εκ της λαιμαργίας του, παρακολουθήσας πωλητήν μικρών πλακούντων μέχρι της όχθης της θαλάσσης. Εκεί, ενώ συνήπτε συμφωνίας και εξήγεν εκ του θυλακίου του τα κέρματα να πληρώση τον πωλητήν, ισχυρά ριπή ανέμου πνεύσασα αιφνιδίως αφήρπασεν εκ της χειρός του τα γραμμάτια και τα παρέσυρεν εις την θάλασσαν.
Η οικογένεια Παραδαρμένου οδηγηθείσα υπό του Μιμίκου είδε τωόντι εις μακράν από της ακτής απόστασιν τα χαρτία πλέοντα ακόμη ως λευκά νησσάρια, έκαστον δε των μελών της οικογενείας με δακρυβρέκτους οφθαλμούς εν τη αλλοφροσύνη του έβλεπεν αυτά αλλάσσοντα διαρκώς είδος και σχήμα και μεταβαλλόμενα άλλοτε μεν εις πολυτελή κεντήματα, άλλοτε δε εις ερυθρά και διανθή αλεξήλια, εις φιάλας ροσολίων [60], εις στίλβοντα σκεύη, εις παν ό,τι τέλος είχε ποθήσει και ονειρευθή η φαντασία των.
** *
Η εσπέρα ήτο προκεχωρημένη, ότε η οικογένεια έφθασεν πεζή προ της κατοικίας της, τα αυτά και χείρονα δεινοπαθήματα υποστάσα κατά την επάνοδον. Ο σφαιρικός όγκος της κυρίας Θεοδώρας εφαίνετο κυλιόμενος μετά βοής ως οβούζιον έτοιμον να εκραγή, ενώ ο Ζαχαρίας έβαινε σιγών και κεκυφώς.
— Λοιπόν τι σας έπεσεν; ηρώτησεν αυτούς μια γειτόνισσα, αφού τους εκαλησπέρισε.
— Τι μας έπεσε; . . . μας έπεσαν τα νεφρά έως να έλθωμεν, απήντησε με γρυλλισμόν οργής η κυρία. Εγώ του τα είπα αυτουνού του μαγκούφη, εξηκολούθησε στρεφομένη και δεικνύουσα τον ατυχή Ζαχαρίαν, οπού μου ήθελε λαχεία. Επίτηδες τα κάνει η ψωροκυβέρνησις διά να ληστεύη τον κόσμον και τον μαζεύει μες στον αέρα να χάνη τα λαχεία του! . . .
Την θύραν της οικίας ήνοιξεν η υπηρέτρια Βασίλω, κατηφής και σχεδόν ένδακρυς.
— Τι τρέχει, μωρή; . . . ηρώτησεν η κυρία, είνε έτοιμο το φαγί; . . .
— Κυρία, απαντά με φωνήν θρηνώδη η Βασίλω, έπεσε μες στον τέντζερη . . . η λάμπα με το πετρέλαιον.
Το όνομα μόνον του ευφλέκτου υγρού αρκεί όπως επιφέρη την έκρηξιν.
— Α! . . . αναβοά αφρίζουσα η κυρία Θεοδώρα, έπεσε και η λάμπα . . . ! Όλα πέφτουν λοιπόν σήμερον! . . . Τώρα θα ιδής τι άλλο θα πέση . . .
Και έδραμε προς μίαν γωνίαν του μαγειρείου, οπλοθήκην αφανή των σαρώθρων και των κοντοξύλων.
Αν μετά ημίσειαν ώραν ήθελε διέλθει από της οδού εκείνης η περιπολία των ευζώνων, οι ατρόμητοι ορεινοί θα ετρέποντο εις φυγήν σταυροκοπούμενοι· τόσον σατανικός ήτο ο θόρυβος των φωνών, των ιαχών, των ολολυγμών, οι οποίοι εξήρχοντο εκ της οικίας Παραδαρμένου!
ΦΟΡΟΦΟΒΙΑ
— Ζαχαρία! . . . ε, Ζαχαρία! . . . μωρέ που είσαι: . . .
Ούτως εβόα η αξιότιμος κυρία Θεοδώρα περιερχομένη την οικίαν προς ανεύρεσιν του συζύγου της, αλλ' ουκ ην φωνή και ουκ ην ακρόασις.
— Μα τι έγινες, αναθεματισμένε . . . μαγκούφη! εξηκολούθει βοώσα η σύνευνος του κ. Παραδαρμένου ερυθρά εξ οργής, εξετάζουσα εις τα δωμάτια, έως ότου εύρε τον κ. Ζαχαρίαν, δειλόν, συνεσπειρωμένον, ωχριώντα, προ του γραφείου του καθήμενον και αναγινώσκοντα εφημερίδα.
— Μα γυναίκα! . . . ε, γυναίκα! . . . είπε μόλις την είδε· τι κάθεσαι και φωνάζεις «Ζαχαρία, Ζαχαρία! . . . »; Θέλεις λοιπόν να με καταστρέψης;
Η κυρία Θεοδώρα προσέβλεψεν έκπληκτος τον σύζυγόν της και παρετήρησε μετά προσοχής αυτόν επί στιγμήν διά να πεισθή αν είχε σώας τας φρένας.
— Καλέ, δεν μου λες, στα σωστά σου είσαι, Ζαχαρία, σήμερα; του είπεν επί τέλους,
— Πάλιν! ανεβόησεν ο κύριος Παραδαρμένος θρηνωδώς πάλιν! λοιπόν εβάλθηκες χωρίς άλλο να με αφανίσης
Και η φωνή του ήρχισε να τρέμη.
— Έλα, Χριστέ και Παναγιά μου! είπε σταυροκοπουμένη η κυρία Θεοδώρα, ή μέθυσε πρωί πρωί ο άνδρας μου ή τούστριψε η βίδα χωρίς άλλο!
Την στιγμήν εκείνην ηκούσθησαν βήματα εις την κλίμακα· ήτο μία των γειτονισσών, ήτις ανήρχετο εις την οικίαν της οικογενείας Παραδαρμένου και η οποία ακούσασα τους λόγους της οικοδεσποίνης εσταμάτησεν αμηχανούσα.
— Ορίστε μέσα, ορίστε μέσα, κυρά-Ζαχαρούλα! εφώνησεν η κυρία Παραδαρμένου ιδούσα αυτήν.
Ο κ. Παραδαρμένος κατελήφθη υπό σπασμών ακούσας το όνομα τούτο.
— Ζαχαρούλα! εψιθύρισε, προσηλών οφθαλμούς πυριφλεγείς επί της γειτονίσσης, μα αυτό είνε συνωμοσία! . . .
— Τι του ήλθε, καλέ; είπεν η γειτόνισσα έκθαμβος· δεν βλέπετε πως είνε αχνός σαν το πανί; . . γρήγορα, φέρτε λίγο ξείδι . . . λίγο γλυκάδι! . . .
— Και επλησίασε προς τον κ. Ζαχαρίαν, όστις την απώθησε μετά φρίκης.
— Όχι γλυκάδι! . . . όχι γλυκάδι! . . . είπε με τρόμον, μη, δι' όνομα Θεού! . . .
Αι δύο γυναίκες παρετήρησαν αλλήλας εν αμηχανία.
— Εγώ μου φαίνεται, κυρά, πως κάτι θα τούλθε, είπεν η γειτόνισσα· βάλτε τον στο κρεββάτι και δώστε του κανένα ζεστό . . . Ίσα ίσα κ' εγώ ήλθα να σας ζητήσω λίγο γλυκάνισο . . .
Ο Ζαχαρίας ηγέρθη βλοσυρός και απειλητικός.
— Μα και του λόγου σου εκόπιασες στο σπίτι μου να με βασανίσης; είπε προς την κυρά-Ζαχαρούλαν . . . Και σεις, προσέθηκε στρεφόμενος προς την σύζυγόν του, και σεις εδώ μέσα έχετε γλυκάνισον; . . . Να το πετάξετε αμέσως! . . .
Η κοχλάζουσα εις τα ευρέα στέρνα της κυρίας Θεοδώρας οργή ήρχιζεν ήδη να εκσπά, διότι όντως η υπομονή της είχεν υποβληθή εις βαρείαν δοκιμασίαν.
— Για να σου πω, βρε χαμάλη, του είπε με οφθαλμούς σπινθηροβολούντας και προσεγγίζουσα τους αιχμηρούς δακτύλους της εις τα όμματα του συζύγου, όστις ωπισθοχώρει επτοημένος, δεν μου λες τι σ' έπιασε και μας κάνεις το δαιμονισμένο; . . . Έλα στα λογικά σου, κακομοίρη, γιατί σου βγάζω τα στραβά σου!
— Μα, γυναίκα! . . . απήντησε ψελλίζων ο ατυχής Ζαχαρίας προσπαθών να μαλάξη διά μειλιχίων λόγων την παρωργισμένην μέγαιραν, μην είσαι τίγρις, καϊμένη! θα σου 'πω γιατί φοβούμαι! Δεν το έμαθες και συ πως η κυβέρνησις . . . το ισοζύγιον . . .
Αλλ' η οργή της κυρίας Παραδαρμένου άπαξ εξαφθείσα δεν κατηυνάζετο ευκόλως. Την ημέραν εκείνην ιδίως κατά σύμπτωσιν πολλά περιστατικά είχον συντείνει να εξάψουν την ευερέθιστον αυτής φύσιν. Ο αδιόρθωτος Μιμίκος είχεν επιτηδείως υπεξαιρέσει την πρωίαν, πριν απέλθη εις το σχολείον, δυο κεφτέδες, τους οποίους η κυρία Θεοδώρα είχεν αφ' εσπέρας θέσει κατά μέρος εκ του δείπνου διά το πρόγευμά της. Η Βασίλω η υπηρέτρια είχε χύσει εξ απροσεξίας εντός του μαγειρείου το βούτυρον, το οποίον είχε φέρει ο μπακάλης. Η ρομαντική Ουρανία επιμόνως εζήτησε παρ' αυτής την πρωίαν μιάμιση δραχμή λόγω μεν όπως αγοράση μαλλιά διά πλέξιμον, πράγματι δε όπως αποκτήση την Ανθοδέσμην, ήτοι συλλογήν ερωτικών ασμάτων· και αυτός δε ο πιστός φύλαξ της οικίας, ο κύων Μαύρος, κλεισθείς κατά λάθος εντός του οίκου την νύκτα, είχε το θράσος, «ο αφιλοτίμος», ως τον απεκάλεσεν η κυρία Θεοδώρα, να εκπληρώση όλας τας φυσικάς του ανάγκας εντός της σάλας, την οποίαν ακριβώς προ δύο ημερών είχε σφουγγαρίσει επιμελώς η κυρία Θεοδώρα. Είχε λοιπόν ήδη λυγίσει διά των ραβδισμών την σπονδυλικήν στήλην του Μαύρου· είχε καταφέρει τρεις κολάφους ισχυρούς επί του ρυπαρού αυχένος της Βασίλως· είχεν απειλήσει να «καρυδώση» την Ουρανίαν, την οποίαν απεκάλεσε ταβανόσκουπαν, και προητοίμαζε γενναίαν δόσιν ραπισμάτων διά τον λαίμαργον υιόν. Αλλά δεν ήρκουν πάντα ταύτα προς εξιλασμόν της οργής της, επεζήτει έριν διά να ξεθυμάνη κατά του συζύγου της και την αφορμήν της έριδος παρέσχε προς αυτήν εν πάση αθωότητι ο πτωχός Ζαχαρίας.
— Τι μεσοζύγιο και διαζύγιο! . . . κάθεσαι και μου κοπανάς, μωρέ ψωριάρη; . . . Τι σου πέρασε από το νου, να μας κάμης ρεζίλι πρωί πρωί στη γειτονιά με τες σαχλαμέρες σου; ε; . . .
Και η φωνή της κυρίας Θεοδώρας είχεν ήδη φθάσει εις τους διατόρους εκείνους τόνους των εκτάκτων περιστάσεων, οι οποίοι διέσπειρον τον φόβον εις δέκα λεύγων απόστασιν, ως οι βρυχηθμοί του βασιλέως της ερήμου.
Η Ουρανία ακούσασα τας φωνάς προσέδραμε καταλιπούσα το φύλλον της εφημερίδος, της οποίας ανεγίνωσκε την επιφυλλίδα.
— Γλυκύτατε μου πάτερ! είπε διατηρούσα ακόμη την φρασεολογίαν του μυθιστορήματος το οποίον ανεγίνωσκεν, ιδούσα την ταραχήν του γεννήτορος . . .
— Ω Θεέ μου! . . . και συ ακόμη! . . . γλυκύτατος . . . εγώ γλυκύτατος . . . φύγε! . . . είπεν ο ατυχής πατήρ απομακρύνων αυτήν ζητούσαν να τον περιπτυχθή.
Οι οφθαλμοί της ευαισθήτου κόρης επλήσθησαν δακρύων. Την έξαλλον οργήν της κυρίας Θεοδώρας ήρχισεν ήδη να διαδέχεται ο φόβος.
— Βασίλω! εφώναξε . . . πού είνε πάλι αυτή η βρώμα! μη στέκεται κάτω και ζαχαρώνει με τον αγαπητικόν της;
— Ως και αυτή ζαχαρώνει . . . . ω, μα είνε ανυπόφορον! . . . εψιθύρισεν ο κ, Ζαχαρίας με φωνήν ομοιάζουσαν προς επιθανάτιον ρόγχον.
Αλλά το άκρον άωτον της ταραχής παρήγαγεν η εμφάνισις του Μιμίκου, όστις εξελθών εκ του σχολείου εισεπήδησε θορυβών εις την οικίαν, ροκανίζων γλύκυσμα, το οποίον είχεν υπεξαιρέσει εκ της &σάκκας& συμμαθητού του και κραυγάζων δήθεν προς δικαιολογίαν ίν' αποφύγη τας επιπλήξεις:
— Μπαμπά, μπαμπά! . . . μούδωσαν ένα γλυκό!
Ο κ, Ζαχαρίας κατέπεσεν ύπτιος επί ενός ανακλίντρου.
— Ένα γιατρό! εφώναξεν η κυρία Θεοδώρα ταραχθείσα, ένα γιατρό γρήγορα.
— Είδα να έλθη εδώ αντικρύ ο γιατρός, ο κ. Ζαχαρίδης! είπεν η Βασίλω.
Και έσπευσε να τον καλέση, ενώ ο ταλαίπωρος κ. Ζαχαρίας δι' ενός σπασμού έδειξεν ότι ήκουσε και ησθάνθη ως τελευταίαν πληγήν μαχαίρας το όνομα του ιατρού.
— Τι επάθατε; ηρώτησεν ο ιατρός, αφού διά προχείρου θεραπείας εβοήθησε τον κ. Ζαχαρίαν να συνέλθη.
— Τι έπαθα; απήντησε με φωνήν ασθενή ο κ. Παραδαρμένος. Μα δεν γνωρίζετε, ιατρέ, τον προϋπολογισμόν της Κυβερνήσεως και τον φοβερόν φόρον επί της ζακχάρεως; Φαντάσου την θέσιν ενός πτωχού οικογενειάρχου! Να με λέγουν Ζαχαρίαν και να με φωνάζη η σύζυγός μου δυνατά διά να τα ακούσουν οι εισπράκτορες! Και ενώ συλλογίζομαι τίνι τρόπω ν' αλλάξω το όνομά μου και να απομακρύνω εκ της οικίας μου παν είδος γλυκού, να έρχεται η Ζαχαρούλα να ζητή γλυκάδι, να θέλη γλυκάνισον, να με καλούν γλυκύτατον, να φέρη το τέκνον μου γλυκύσματα, να ζαχαρώνη η υπηρέτριά μου! . . .
Ο ιατρός κατελήφθη υπό ασβέστου γέλωτος και απερχόμενος είπε προς τον πολυπαθή οικοδεσπότην σοβαρώς:
— Έχετε όμως ανάγκην από προφύλαξιν, διότι αλλέως τρέχετε τον κίνδυνον να πάθετε από σακχαρώδη διαβήτην!
— Μπαμπά, τι θα πη σακχαρώδης διαβήτης; ηρώτησεν ο Μιμίκος τον πατέρα του, αφού απήλθεν ο ιατρός.
— Σακχαρώδης διαβήτης, απήντησε με ύφος επίσημον ο κ. Ζαχαρίας, είνε το μέτρον εκείνο με το οποίον μετρούμεν την ζάκχαριν, και το οποίον θα σου βγάλω τα αυτιά, εάν τολμήσης εις το εξής να την κλέψης από το βάζο!
Η ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΤΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΑΡΜΕΝΟΥ
— Βρε μαγκούφη! τεμπελχανά! . . . είνε 'μέρα μεσημέρι και ακόμη δεν εσηκώθηκες;
Την αβρόφρονα ταύτην αποστροφήν επέτεινεν η κυρία Θεοδώρα Παραδαρμένου προς τον πλησίον της κοιμώμενον αξιοτίμον σύνευνόν της.
Ο κ. Ζαχαρίας ήνοιξε τους οφθαλμούς. Το αληθές είνε ότι η διαβεβαίωσις της συζύγου του ότι ήτο δήθεν «'μέρα μεσημέρι» ήτο οπωσούν υπερβολική. Διά των ραγάδων των παραθύρων έβλεπε βασιλεύον ακόμη πυκνόν επί της γης το νυκτερινόν σκότος και εν τω μέσω της βαθυτάτης σιγής άλλο τι δεν ηκούετο ειμή η οξεία λαλιά των περιπλανωμένων σαλεπτζήδων.
Οπωσδήποτε όμως, αφού αφυπνίσθη, εδέησε να εγερθή, άλλως τε η ανατέλλουσα ημέρα ήτο πολυάσχολος. Ήτο η τελευταία του έτους. Έν έτος εβυθίζετο εις την αιωνιότητα, έν έτος το οποίον έφερεν εις την μυστηριώδη αυτού ανακεφαλαίωσιν αορίστως μεν πολλάς περιπετείας και βασάνους εγγεγραμμένος εις την μερίδα του κ. Ζαχαρία, ωρισμένως δε: τέσσαρας αγωγάς ενώπιον του ειρηνοδικείου, υπό του ψωμά, του παντοπώλου και άλλων ανηλεών δανειστών, δύο αποτυχόντα συνοικέσια διά την δεσποινίδα Ουρανίαν, μίαν δραχμήν διά τον Μαύρον, τον κύνα της οικογενείας, συλληφθέντα υπό του κυνοκτόνου και εξαγορασθέντα διά λύτρων, πέντε δεκανείς του πυροβολικού λαβόντας σχέσεις μετά της Βασίλως, εκατόν πεντήκοντα συγκρούσεις προς τους γείτονας εξ αιτίας του Μιμίκου και τριακοσίας εξήκοντα έξ μάχας εκ του συστάδην μετά της αξιεράστου Θεοδώρας, καθότι συνέπεσε το έτος να είνε δίσεκτον.
Ο κ. Ζαχαρίας ήτο απερροφημένος εκ της επισημότητος της ημέρας και εκ των παμπληθών υποχρεώσεων, τας οποίας συνεπήγετο διά τούτο, ότε ο Μιμίκος αναγινώσκων έν των εμμέτρων συγχαρητηρίων των σκουπιδιαραίων τον ηρώτησε τι εσήμαινεν η λέξις αιωνιότης, ο γεννήτωρ, αντί να διατυπώση τινά των συνήθων σχοινοτενών [61] όσον και μεταφυσικών ορισμών, ηρκέσθη ν' απαντήση ότι η αιωνιότης ήτο εκείνο το πράγμα, το οποίον δεν συνεβιβάζετο με την διάρκειαν των υποδημάτων του Μιμίκου και το οποίον, αν ήθελεν εξακολουθεί να τρίβη τες μύτες των παπουτσιών του, ήθελε του σπάσει την ιδικήν του μύτην.
Η πρωία κατηναλώθη ολόκληρος εις αγοράς παντοίων τροφίμων, μία δε των σπουδαιοτάτων μεριμνών της ημέρας ήτο και η βασιλόπιττα. Έπρεπε να ίδη τις μετά ποίας υπερηφανείας η κυρία Θεοδώρα απέπεμψε τους υπηρέτας όλων των παντοπωλών και χαλβατζήδων της συνοικίας, έως να εκλέξη την καλυτέραν ποιότητα του βουτύρου, μετά ποίας καρτερίας απέκρουε τας επανειλημμένας εφόδους του Μιμίκου κατά του μέλιτος, μετά ποίας θηριωδίας επέπληττε την Βασίλων διότι δεν εζύμωνε καλά. Έπρεπε να ίδη τις κατόπιν μετά ποίας επισημότητος εκομίσθη εις τον φούρνον η πίττα της οικογενείας. Εις το μέσον εβάδιζεν η Βασίλω κρατούσα υψηλά το ταψίον ως ιερόν κειμήλιον. Εκατέρωθεν αυτής έβαινον αγερώχως ως άγγελοι φύλακες ο Ζαχαρίας μετά του γόνου αυτού, είπετο δε ο Μαύρος. Από του παραθύρου η κυρία Θεοδώρα μετά της δεσποινίδος Ουρανίας έβλεπον το θέαμα και η κυρία Παραδαρμένου μεγαλοφώνως συνίστα προς τον σύζυγόν της:
— Πρόσεχε καλά, αυτήν την ξεμυαλισμένη να μη της πέση!
Η πομπή αύτη εφείλκυσε την προσοχήν της συνοικίας και πολλοί γείτονες εξήλθον εις τα παράθυρα διά να την ίδουν, ευχόμενοι «και του χρόνου», «και εις έτη πολλά» εις τον κ. Ζαχαρίαν, όστις απήντα μειδιών διά παρομοίων ευχών.
Ήδη απέκλινεν η ημέρα προς την δύσιν, ότε ο κ. Ζαχαρίας μετά της κυρίας Θεοδώρας, της δεσποινίδος Ουρανίας και του Μιμίκου — τον οποίον απηλευθέρωσεν από τας χείρας του γείτονός των γηραιού ανθυπασπιστού, αγανακτήσαντος διότι ο Μιμίκος πετροβολών την γάτταν είχε σπάσει μίαν γλάστραν ιδικήν του — εξεκίνησε διά την πανήγυριν της παραμονής της πρωτοχρονιάς. Εκ των κεντρικών οδών ηκούετο προερχόμενος υπόκωφος, συνεχής, αδιάλειπτος ο ποικίλος θόρυβος των Κρονίων, άτινα ευρίσκοντο εις το κατακόρυφον του παροξυσμού, ότε το μελιτζανί φόρεμα της κυρίας Παραδαρμένου και το κίτρινον πανταλόνιον του αξιοτίμου συμβίου της ήστραψαν ως μετέωρα εις την οδόν Ερμού. Ο απεψιλωμένος υψηλός πίλος του κ. Ζαχαρία δεν εβράδυνε να γίνη ο σκοπός, κατά του οποίου δαψιλώς ερρίπτοντο τα πυροκρόταλα προς μέγιστον τρόμον της ευαισθήτου δεσποινίδος Ουρανίας, ενώ αφ' ετέρου ο Μιμίκος κρατών εκ του κρασπέδου του επενδύτου τον γεννήτορα καθίστατο αληθής βάσανος διά των ερωτήσεων και των αποριών του. Ο μικρός εσταμάτα ανά παν βήμα περιεργαζόμενος τα εκτεθειμένα εμπορεύματα και αποτείνων προς τον πατέρα του παντοίας ερωτήσεις, εις τας οποίας ανεμιγνύοντο αι προσφάτως εκ των παραδόσεων του σχολείου του αντληθείσαι συγκεχυμέναι ιστορικαί και μυθολογικαί γνώσεις:
— Μπαμπά, αυτό το μεγάλον ξύλινον άλογον είνε ο Δούρειος ίππος;
— Ναι.
— Μπαμπά, τι ήτο ο Δούρειος ίππος;
— Ο Δούρειος ίππος ήτο η καμήλα, την οποίαν κατεσκεύασεν ο Αλκιβιάδης εις την πολιορκίαν της Ερετρίας.
— Της υπηρετρίας; . . . Μπαμπά, της υπηρετρίας οπού έχει ο κυρ-Λεωνίδας ο δικηγόρος;
— Σου είπα της Ερετρίας, η οποία είνε πόλις της Σαμοθράκης και η οποία . . . να μη ξανασκουπισθής με τα μανίκια σου αλλά με το μανδήλι, διότι θα σου ξεκολλήσω ταυτιά.
Αίφνης κύμα βίαιον του πλήθους ανέκοψε την πορείαν των.
Η συμπαγής μάζα των κατερχομένων εκ της πλατείας του Συντάγματος συνεκρούσθη με την ετέραν συμπαγή μάζαν των ανερχομένων εκεί παρά την Καπνικαρέαν και εν τη σχηματισθείση δίνη διεσπάσθη η ενότης της οικογενείας Παραδαρμένου. Αφού περιεστράφησαν επί ικανήν ώραν, τα μεγάλα μέλη της οικογενείας ανεύρον άλληλα, αλλ' ο Μιμίκος είχε γίνει άφαντος.
Φωνή σπαρακτική εξήλθεν εκ του μητρικού στήθους της κυρίας Θεοδώρας, βρυχηθμός λεαίνης αναζητούσης τον απολεσθέντα σκύμνον της.
— Το παιδί μου! ανεβόησε, το παιδί μου.
Η Ουρανία επεχείρησεν απόπειραν λιποθυμίας και κλονισθείσα ευρέθη εις τας αγκάλας νεαρού ανθυπολοχαγού του πυροβολικού, τυχόντος εκ συμπτώσεως πλησίον της. Ο κ. Ζαχαρίας πελιδνός περιεπλανήθη εντός του κυκεώνος εκείνου του πλήθους όπως ανεύρη τον απολεσθέντα μικρόν, περιερχόμενος από τα καταστήματα των αθυρματοπωλών [62] εις τα τραπέζια των πωλητών των γλυκυσμάτων, ερευνών και εξετάζων· αλλ' εις μάτην, το τέκνον της δεν ανευρέθη.
Αι κραυγαί της κυρίας Θεοδώρας επετάθησαν, ευθύς ως είδε τον σύζυγον επανερχόμενον άπρακτον.
— Το παιδί μου! εβόα ολοφυρομένη, το παιδί μου . . . θα μου το 'πήραν οι Εβραίοι!
Αι φωναί της κυρίας Παραδαρμένου και η παράδοξος αυτή εικασία ότι οι Εβραίοι εύρον την ευκαιρίαν ν' αρπάσουν το τέκνον της την παραμονήν της πρώτης του έτους εις το κεντρικώτατον μέρος της πόλεως και επί παρουσία μυριάδων λαού εκίνησαν την περιέργειαν πολλών και ήρχισεν ήδη να σχηματίζεται συνάθροισις περί την απορφανισθείσαν οικογένειαν. Ο ατυχής πατήρ παραλαβών την απαρηγόρητον σύζυγον και την θυγατέρα του, ήτις ανεπόλει μετά τρόμου κατ' εκείνην την στιγμήν διάφορα τραγικά επεισόδια αρπαγής παιδίων, τα οποία είχεν αναγνώσει εις τας επιφυλλίδας των εφημερίδων, επορεύθη εις την κατοικίαν του με την αμυδράν ελπίδα ότι ίσως είχεν επιστρέψει εκεί ο υιός του μετά την εξαφάνισίν του. Καθ' οδόν αντήχουν γοεροί οι λυγμοί της κυρίας Θεοδώρας, ήτις εν τω μέσω του πένθους της εύρισκε καιρόν ν' αποτείνη πικράς παρατηρήσεις προς τον σύζυγόν της:
— Εσύ, μωρέ κακομοίρη, τα φταις! . . . Πού τα είχες τα στραβά σου και άφησες να χαθή το παιδί;
Η αγωνία ευτυχώς δεν διήρκεσε πολύ. Ο κ. Ζαχαρίας προπορευθείς, αφού κατέφερεν ισχυρόν λάκτισμα κατά του Μαύρου, όστις προσήλθε σείων την ουράν διά να υποδεχθή αυτόν, είδε τον Μιμίκον εις την είσοδον της οικίας. Ο πατήρ εξέφερε στεναγμόν ανακουφίσεως, φιλοδωρών άμα και δι' ενός κολάφου τον ανευρεθέντα υιόν· δύο δάκρυα ανέβλυσαν από τους ικτερικούς οφθαλμούς της δεσποινίδος Ουρανίας, ενώ η μήτηρ δραμούσα ανήγειρε και ησπάζετο μετά φιλοστόργου περιπαθείας το τέκνον της, ερωτώσα:
— Σου εκάμανε τίποτε; . . . σου εκάμανε τίποτε; . . .
Και ήτο τόση η συγκίνησις και η ταραχή της, ώστε δεν εννόησεν, ότε τον ανήγειρεν, ότι το βάρος του Μιμίκου ήτο εκτάκτως ανώτερον του συνήθους και ότι η γαστήρ του είχε λάβει επιφόβους διαστάσεις.
Εν τοσούτω οι από της πρωίας κόποι, οι δρόμοι, αι αλλεπάλληλοι συγκινήσεις είχον κινήσει την όρεξιν της οικογενείας. Άλλως τε ο αξιότιμος κ. Ζαχαρίας έπρεπε να δειπνήση ενωρίς, διότι ήτο προσκεκλημένος εις την οικίαν παλαιού του φίλου, αρχαίου συμβολαιογράφου, και είχε φροντίσει μάλιστα να εφοδιασθή από πρωίας δι' ενός φυσεκίου γαζετών, επειδή έμελλον να παίξουν και χαρτιά «διά το καλόν του χρόνου». Διό η Βασίλω διετάχθη να στρώση το τραπέζι και να φέρη την πίτταν.
Είχεν ήδη συναχθή περί την τράπεζαν η οικογένεια και ανέμενεν, ότε η Βασίλω επανήλθεν έντρομος, τραυλίζουσα, ωχρά υπό την καλύπτουσαν το πρόσωπόν της ακαθαρσίαν.
— Η πίττα, είπε, δεν ηξεύρω τι έγινε . . . δεν υπάρχει πλέον! . . .
Ο Ξέρξης βλέπων την καταστροφήν του στόλου του, ο Αύγουστος μανθάνων την σφαγήν των λεγεώνων του Ουάρρου δεν ησθάνθησαν έκπληξιν και οργήν μεγαλυτέραν αφ' όσην ησθάνθη η κυρία Παραδαρμένου διά το αιφνίδιον άκουσμα.
— Τι λες, μωρή δαιμονισμένη; ανέκραξε και ώρμησεν εις το μαγειρείον, παρακολουθουμένη υπό των λοιπών.
Η πίττα είχε τω όντι εξαφανισθή. Το ταψίον κομισθέν υπό του υπηρέτου του φούρναρη κατά την απουσίαν της οικογενείας ευρίσκετο επί της τραπέζης, αλλ' εντός αυτού μόλις διεσώζοντο ολίγα ελεεινά ψιχία, μόλις απέμενον ολίγα ελεεινά ίχνη εκ της ροδοκοκκίνης και καλοψημένης κρούστας.
— Εσύ την έφαγες! ανεβόησεν η οικοδέσποινα και επέπεσε κατά της Βασίλως με διαθέσεις καννιβαλικάς.
Και αι τρίχες της κόμης της υπηρετρίας απεσπώντο μανιωδώς και κατέπιπτον βροχηδόν ως κάρφη ανατινασσόμενα εις το αλώνιον υπό του δικράνου, και αι οξείαι και αλγειναί κραυγαί της προυκάλουν την συρροήν περιέργων εκ του παρακειμένου παντοπωλείου.
— Εσύ την έφαγες μαζί με τον αγαπητικό σου, με εκείνον τον βρωμιάρη! . . . εβόα αφρίζουσα η κυρία Θεοδώρα, ενώ οι στιβαροί γρόνθοι της κατέπιπτον επί της ράχεως του θύματός της.
— Εγώ την έφαγα ή ο γυιόκας σου; απήντα η Βασίλω, ήτις βαρυνθείσα επί τέλους ήρχισε ν' ανταποδίδη τα ίσα προς την κυρίαν της. ·
Ο γυιόκας σου! . . η λέξις αύτη εφώτισε διά μιας την κατάστασιν και πρώτος ο κύριος Ζαχαρίας εννόησε τα διατρέχοντα. Κατ' αρχάς και αυτός είχεν υποπτεύσει την Βασίλων ως ένοχον του στυγερού εγκλήματος, αλλ' η στάσις και αι διαμαρτυρίαι αυτής εκλόνισαν την πεποίθησίν του, αι υποψίαι του τότε μετέπεσον επί του Μαύρου και οι πόδες του προ των ομμάτων ανεζήτησαν το κακούργον τετράποδον. Αλλ' ο ατυχής Μαύρος ευρίσκετο εις μίαν γωνίαν, αμεριμνών δι' όλην εκείνην την τιτανομαχίαν, διότι ήτο, φαίνεται, συνηθισμένος εις τας τοιαύτας σκηνάς και εμάσσα έν ξεροκόμματον με τόσην όρεξιν, ώστε ο δικαιοκρίτης κ. Ζαχαρίας, ο ακέραιος λειτουργός της Θέμιδος, δεν ηδύνατο να παραδεχθή ότι ο σκύλος του ήτο τόσον πανούργος, ώστε να υποκρίνεται τον πεινασμένον, ενώ προ ολίγης ώρας είχεν ευφρανθή διά πλουσίας και εκλεκτής ευωχίας. Ο γυιόκας του! . . . αυτός θα ήτο βέβαια ο δράστης τοσούτω μάλλον, όσον από της ενάρξεως της σκηνής είχε γίνει άφαντος.
Και ήτο αυτός πράγματι ο ένοχος. Αποχωρισθείς κατά τύχην των γονέων του εν τη οδώ Ερμού και μη ανευρών αυτούς μετά τινας ερεύνας ο μικρός κατεργάρης επανήλθε μόνος του εις τον οίκον, ιδών δε κατ' εκείνην την ώραν κομισθείσαν πίτταν κατελήφθη υπό του πειρασμού. Η Βασίλω αγνοούσα την επιστροφήν του ευρίσκετο κατ' εκείνην την ώραν εις τρυφεράν συνέντευξιν μετά του συμπατριώτου της στρατιώτου και η ευκαιρία τον ενεθάρρυνεν. Έκοψε κατ' αρχάς έν μικρόν τεμάχιον και επειδή η όρεξίς του κατά το λόγιον τόσον μάλλον ηύξανεν όσον μάλλον έτρωγε, την έφαγεν όλην, μεθ' ό ανέμενε θαρραλέως τα γενησόμενα:
— Γυναίκα, γυναίκα! . . . είπεν ο κ. Ζαχαρίας παρεμβαίνων, έλα τώρα άφησέ την.
Και μετά κόπου βοηθούμενος και υπό της Ουρανίας κατώρθωσε ν' αποχωρίση τας δύο συμπλακείσας, αι οποίαι διά των περιστροφών του εαυτών σώματος είχον αποτελέσει σύμπλεγμα πλαστικόν αξιοθέατον, ανάλογον προς το του Λαοκόοντος. Εννοείται ότι τον Δράκοντα δεν αντεπροσώπευεν εν αυτώ η Βασίλω.
Ο ένοχος ανευρέθη και συνελήφθη, μετά σύντομον δε διαδικασίαν κατά την οποίαν το ους αυτού ήλθεν εις συχνήν επαφήν μετά της πατρικής χειρός, η ενοχή του εξηκριβώθη. Ήδη ο κ. Ζαχαρίας ητοιμάζετο να αποτείνη διά της παλάμης ευγλώττους παραινέσεις επί του αυχένος του γόνου του· ήδη η κυρία Θεοδώρα εξέτεινεν επιτακτικώς την χείρα λέγουσα προς τον σύζυγον να της κάμη την χάριν να μη πειράξη το παιδί «διότι έκαμε και αυτό μίαν αταξίαν ωσάν παιδί», αλλέως θα είχε να κάμη μαζί της· ήδη η Ουρανία προβλέπουσα νέαν οικογενειακήν ρήξιν εβίαζε τους δακρυχόους αδένας των οφθαλμών της να χύσουν δάκρυα ικεσίας, ότε διά μιας ο κ. Ζαχαρίας έστη ως ηθοποιός καταλαμβανόμενος εν τω μέσω της πράξεώς του υπό αιφνιδίου λογισμού και αφήκε φωνήν σπαρακτικήν.