Part 4
» Εμπρός Έλληνες! εμπρός εις τα όπλα. Μάχεσθε της Σπάρτης τα τέκνα μετά της αρχαίας ανδρείας υμών. Εμπρός της Κορίνθου και των Αθηνών τα Τάγματα! Γένεσθε, ό,τι ήσαν οι πατέρες υμών, και ας ανανεωθώσιν οι παλαιοί χρόνοι. Η πατρίς υμών γενήσεται αύθις οικητήριον τέχνης και επιστήμης και ο Σταυρός της Αγίας Σοφίας θέλει λάμψει εις ελευθέρους λαούς.» _
Κατά τον αυτόν χρόνον εν άσματι «Προς τους Έλληνας» λέγει προς αυτούς ο φιλέλλην ποιητής: _«Έλληνες, ίδετε τα δάκρυα της μητρός υμών· ίδετε αυτήν ωχράν και πάσχουσαν να κράζη προς υμάς: Εμπρός εις τον αγώνα, Έλληνες πλέξατε στεφάνους δάφνης. Εις τον Ουράνιον έχετε πίστιν. Εν τω θορύβω της μάχης επικαλείσθε την δεξιάν Αυτού, Αύτη ως κόνιν διασκεδάσει τον υπερόπτην πολέμιον.»_
Ότε το θέρος του 1822 κατά την εισβολήν του Δράμαλη η Ελλάς εφαίνετο κινδυνεύουσα τον έσχατον κίνδυνον, ο υπό αγωνίας κατεχόμενος επί τη τύχη της Ελλάδος, αλλά μη θέλων ν' απολέση πάσαν ελπίδα ποιητής ζητεί πανταχού, εν τη φύσει αυτή, να εύρη άγκυραν ελπίδος και κράζει προς την βροχήν κατά την ημέραν των γενεθλίων αυτού, τω 36 έτει της ηλικίας (1822):
_«Στάζετε της βροχής αι ρανίδες· στάζετε ως χαράς δάκρυ αν η Ελλάς ενίκησε λαμπράν νίκην· ως δάκρυα θλίψεως, αν ηττήθη.»_
Αυθημερόν δε πριν έτι έλθωσιν αι περί της ήττης του Δράμαλη ειδήσεις, λέγει τω Θεώ:
_«Επίτρεψον, ω Θεέ, ίνα ο σημερινός λαμπρός ουρανός αναγγείλη μοι μέλλον λαμπρόν τη Ελλάδι.»_
Την αγωνίαν του ποιητού επί τη τύχη της Ελλάδος κατά τον χρόνον εκείνον εκδηλοί και η εξής κατά το θέρος 1822 προς τους Έλληνας επίκλησις:
_«Έλληνες, αγωνίσασθε τον αγώνα του θανάτου· υπό παντός του κόσμου εγκαταλελειμμένοι, αγωνίσασθε εν τω λυκόφωτι της εσπέρας, τω φωτίζοντι τα ερείπιά σας.
» Εν τη γη, όπου ήνθουν αι τέχναι, όπου εγεννήθη ό,τι ωραίον και μέγα, όπου διάνοιαι σοφαί και σοφίας ηγέται εφάνησαν.
» Εν τη γη, όπου πρότερον ο ήλιος έλαμψε, πρέπει τώρα το σκότος να βασιλεύη;
» Υιοί ηρώων, μη απαυδήσητε και αν εσήμανεν η εσχάτη σας ώρα.
» Θέλετε αναβιώσει εν ωδαίς και ύμνοις.
» Ο Άδης σκιρτά και πενθούσιν οι άγγελοι, η ανθρωπότης στενάζει και εις των ηγεμονικών παλατίων τα τείχη αντηχούσι κραυγαί ευθυμίας, διότι βάρβαρος καταπατεί την Ελλάδα.
» Μη απελπίζετε, καν φαίνηται απολομένη η εσχάτη της ελπίδος ακτίς» _.
Την κατά των ηγεμόνων της Ευρώπης και της Γερμανίας αδιαφορίαν προς την Ελλάδα, ήν έψεξεν ο ποιητής εν τοις άνω ειρημένοις, ψέγει αύθις εν τοις επομένοις στίχοις.
_«Ο βοηθήσας τη Γερμανία σώσει την Ελλάδα. Της Γερμανίας τον ζυγόν απέσεισεν Εκείνος, ουχί οι ηγεμόνες αυτής. Εκείνος θραύσει και τας αλύσεις υμών. Ο Παντοδύναμος ζη έτι» _.
Την δεινήν αγωνίαν την κατέχουσαν την ψυχήν του βασιλόπαιδος ποιητού εκδηλοί και το επόμενον περί Ελλάδος άσμα.
_«Ως πνεύμα παρίσταται πανταχού εμπρός μου η τύχη σου, ω Ελλάς, και τότε η φύσις ζοφερόν περιβάλλεται νέφος προ των οφθαλμών μου» _.
Αλλ' ότε μετά την ήτταν του Δράμαλη ευφρόσυνοι ειδήσεις αφίκοντο εις Μόναχον, ο ποιητής, προς τοις άλλοις νικητηρίοις παιάσιν, ψάλλει και εις την εν τω μελετητηρίω προτομήν του Ομήρου το ασμάτιον τόδε (επιγραφόμενον: «προς τον Όμηρον, ού η εικών εν τω θαλάμω μου»):
_«Χαίρε, γηραιέ Όμηρε! η πατρίς σου είναι ελευθέρα· ουχί πλέον δούλοι, αλλ' ελεύθεροι θ' αναγινώσκωσι τα έπη σου» _.
Τούτω τω έτει εποιήθη και ύμνος μακρός εις τον Κανάρην («Εις το καύσιμον του Τουρκικού πλοίου»).
Εν άσματι προς το φθινόπωρον του αυτού έτους πάλιν ο ποιητής στρέφει την διάνοιαν προς την Ελλάδα.
_«Το εύθυμον φθινόπωρον ήλθε, μεμαραμένα πίπτουσι τα φύλλα. Προσκαλεί ημάς ο χυμός της αμπέλου. Εις την υγίειαν των λυτρωτών. Εις υγίειαν των ηρώων της ξηράς και της θαλάσσης! Εις των Ελλήνων την ελευθερίαν! Λάμπουσιν αι φλόγες του καιομένου Τουρκικού στόλου· των Ελλήνων τα δάκρυα εις αγαλλίασιν μεταβάλλονται. Εις υγίειαν των εν ταις μάχαις πεσόντων. Εις την γην επιστρέφουσι τα σώματα· αι ψυχαί αυτών πέτονται εις τας μονάς των μακάρων. Εις υγίειαν των αγωνισαμένων υπέρ Ελλάδος ξένων! αιώνιος έπαινος δι αυτούς! δάφναι φύονται εν τη γη τη πεποτισμένη μετά του αίματος αυτών. Και κενώσατε τα ποτήριά σας πάλιν και ψάλατε μεγαλοφώνως επινικίους παιάνας. Τιμήσατε τους ανδρείους μετ' οίνου και ασμάτων. Ζήτωσαν οι Έλληνες όλοι.» _
Εις το τέταρτον έτος της επαναστάσεως (1824) εποιήθησαν οι μακροί ύμνοι «προς την Ελλάδα, εις το τέταρτον έτος της ελευθερίας αυτής» και ο μακρός ύμνος των Ψαρρών: «Μετά την πτώσιν των Ψαρρών». Τω επομένω έτει, πριν ή έτι ανέλθη εις τον θρόνον, εποίησε (το έαρ του 1821) νέον θούριον άσμα «Προς τους Έλληνας», έπειτα «Προσφώνησιν εις τους Έλληνας· (μετά την εις Πελοπόννησον εισβολήν του Ιμβραήμ) και άλλο «εις του Νεοκάστρου την άλωσιν». Ότε δε κατά Οκτώβριον του αυτού έτους ανήλθεν εις τον θρόνον, ο Λουδοβίκος, την νέαν αυτού θέσιν προς την Ελλάδα, ως βασιλεύς πλέον, εν αντιθέσει προς την μέχρι τότε, καθώρισεν ως εξής (εν τω άσματι «προς τους Έλληνας, ότε είμαι βασιλεύς 1825»).
_«Μόνον ευχάς η ψυχή μου μέχρι νυν ν' αναπέμπη προς τους ουρανούς ηδύνατο, ω γενναίοι Έλληνες, υπέρ υμών, υπέρ του αγώνος υμών. Άπρακτοι διεσκεδάζοντο εν τω αέρι οι τόνοι της λύρας μου. Μόνον της χορδής ηδύνατον άπτηται η χειρ. Μονήρεις ήχουν ούτοι, ώσπερ στόνοι [20] μυστικής αγάπης. Νυν η λύρα μου εσίγησεν αλλ' ο λόγος ο ισχυρός ηχεί εντόνως από στόματος τον Βασιλέως εκ της πλησμονής της ζεούσης καρδίας, ίνα μεταποιηθή εις έργον, Έλληνες, προς σωτηρίαν υμών»._
Και εις μεν την περί σιγής της λύρας αυτού γνώμην δεν έμεινε πιστός ο Βασιλεύς, ουδ' ηδύνατο να μένη καταδικάζων εις σιγήν την Μούσαν αυτού απέναντι των εν Ελλάδι φοβερών γεγονότων, ιδίως των περί το Μεσολογγίου. Διά τούτο και τω 1826 εποίησε προς το Μεσολόγγιον («μετ' αποκρουσθείσαν έφοδον»), ότε απεδείχθη ψευδής η άλωσις του Μεσολογγίου, είτα δε «παρηγορίαν προς τους Έλληνας» κατά την αγωνίαν του Μεσολογγίου τον Μάρτιον του 1826. Εν τω άσματι τούτω τω αρχομένω διά των ρημάτων:
_«Εξαγριωθήτωσαν εναντίον Υμών οι πολέμιοι. Μισησάτω υμάς ο κόσμος. Μη απαυδάτε Έλληνες . . . ο Θεός έπλασε το φως από το σκότος»_ λέγονται και τάδε:
_«Εν τη δεινοτάτη θλίψει της πατρίδος, εν τω θανάτω της αρμονίας, υψούται η ψυχή προς τον ουρανόν και εν τούτω αναπαύεται. Ο όλεθρός σου, Ελλάς, είνε η δόξα σου. Και ο Κύριος είνε βοηθός σου . . . Διά δοκιμασίας και διά ποταμών αίματος κεκαθαρμένη η ελευθερία σου θα διαμένη εις τους αιώνας. Μη αντιταχθήτε πολέμιοι της Ελλάδος. Του Παντοδυνάμου η θέλησις εκηρύχθη, υποταχθήτε εις τα νεύματα αυτού. Τις άνθρωπος δύναται να μεταβάλη την ημέραν εις νύκτα; Την φλόγα θέλετε να σβέσητε δι' αίματος και αυξάνετε μόνον την φλόγα._
Μετά την πτώσιν του Μεσολογγίου εποιήθη υπό του Βασιλέως ποιητού «Ο θρήνος των Ελλήνων». Εν αυτώ προς τοις άλλοις παρίστανται οι Έλληνες λέγοντες προς τους Ευρωπαίους:
_Ημείς από των ανθέων τον Παρνασσού επλέξαμεν στεφάνους υπέρ υμών, ημείς εκοσμήσαμεν τον έρημον βίον υμών διά των χαρίτων της τέχνης»._
Εν τω άσματι τούτω πικρώς καταδικάζεται η πολιτική των ισχυρών της γης, η ασέβεια αυτών προς τον Θεόν και τα θεία παραγγέλματα της χριστιανικής φιλανθρωπίας. Μετά τούτο εποιήθη το «Επιφώνημα εις το Μεσολόγγιον». «Η πτώσις σου είνε θρίαμβος!» αναφωνεί ο ένθεος ποιητής εν αυτώ. Και βραδύτερον εις του Μεσολογγίου την δευτέραν άλωσιν παρά των Ελλήνων (1829) εποιήθη νέον ποίημα εις το Μεσολόγγι «το λαμπρόν μνημείον δόξης, αξίας των περικλεεστάτων αρχαίων ηρώων». Εν τω αυτώ άσματι στρέφει ο ποιητής το βλέμμα από του Μεσολογγίου εις την Ακρόπολιν Αθηνών και τον Παρθενώνα. Ότε εκυριεύθη το Μεσολόγγιον υπό των Ελλήνων, αι Αθήναι δεν ήσαν έτι ελεύθεραι· δι' ό αναφωνεί ο ποιητής προς τους Έλληνας.
_Μη κατακλιθήτε έτι εν ησυχία. Από του Παρθενώνος προσκαλεί υμάς ανεξάλειπτος δόξα. Όταν η σημαία υμών κυματίση και ο Σταυρός λάμψη εις την Ακρόπολιν, τότε μόνον η Ελλάς είνε αληθώς ελευθέρα» _.
Πλην των εις τον μέγαν αγώνα ποιημάτων, ο Βασιλεύς Λουδοβίκος μακρόν ποίημα εποίησε και εις τα υπό των Άγγλων αρπαγέντα αγάλματα του Παρθενώνος και «εις Ρώμην και Αθήνας». Εν τω άσματι τούτω προς την λαμπρότητα και τον θόρυβον της Ρώμης αντιτίθεται η σιωπηλή ησυχία, η εξυψούσα την ψυχήν ιερά μεγαλοπρέπεια των Αθηνών.
Αλλ' ο βασιλεύς ποιητής, ο μη δυνηθείς να τηρήση εν σιγή την λύραν αυτού ένεκα του κατέχοντος την ψυχήν αυτού φλογερού ενθουσιασμού, έμεινε πιστότατος εις την υπόσχεσιν, ήν έδωκε περί της εις έργα μεταποιήσεως του εντόνου λόγου. Ο Λουδοβίκος και προ του ανελθείν εις τον θρόνον ανεπισήμως βοηθών τω ελληνικώ αγώνι, ευθύς μετά την εις τον θρόνον άνοδον έπεμψε τω φιλελληνικώ συλλόγω Μονάχου 20 χιλ. φιορίνια (10 χιλ. φράγκα) ως συνδρομήν «αρχαίου φιλέλληνος», ως εγράφετο εν τω καταλόγω. Το γεγονός, γνωσθέν εν τοις Μετερνιχείοις κύκλοις, μέγαν ήγειρε θόρυβον· αλλ' ο βασιλεύς, ουδόλως εκ τούτου ταραχθείς, εν αρχή του επομένου έτους ανενέωσε την συνδρομήν διά του αυτού ποσού, έπεμψε δε ιδιαιτέρως 20 χιλ. φράγκα προς εξαγοράν αιχμαλώτων Ελλήνων. Σημαντικαί χρηματικαί δωρεαί εγένοντο τότε και εκ μέρους πάντων των μελών της Βασιλικής Οικογενείας. (21) Ο Βασιλεύς συνήψε τότε σχέσεις προς τον περίφημον Ελβετόν φιλέλληνα Εϋνάρδον και δι' αυτού προς τον φιλελληνικόν σύλλογον των Παρισίων, τον ιδρυθέντα τω 1825. Βραδύτερον ότε ο Κυβερνήτης ίδρυσε το πιστωτικόν αυτού ίδρυμα υπέρ των εν τω πολέμω εις ένδειαν περιελθόντων, ο Βασιλεύς Λουδοβίκος, ενεγράφη δι' άλλας 50 χιλιάδας φιορίνια (100 χιλ. φρ.). Προς τούτοις τω 1826 έπεμψεν εις την Ελλάδα ανεπισήμως τον εν τω Ισπανικώ πολέμω διακριθέντα Βαυαρόν εθελοντήν συνταγματάρχην Κάρολον Έιδεκ μετά πολλών Βαυαρών κατωτέρων αξιωματικών και άλλων εθελοντών πολεμιστών, ίνα μετάσχωσι του ελληνικού αγώνος και ίνα ο Έιδεκ εκθέση πιστώς τω Βασιλεί τα κατά την εν Ελλάδι κατάστασιν υπό έποψιν αλκής πολεμικής. Μετά τίνος στοργής και μερίμνης πατρικής εφρόντιζεν ο Λουδοβίκος περί των εις Ελλάδα μεταβαινόντων Βαυαρών δηλούται εξ ών τη 19/31 Ιουλίου έγραφεν εις τον γραμματέα αυτού: «Είπατε αύθις τω Έιδεκ τάχιστα ότι εις τους εθελοντάς πρέπει να δίδηται οίνος καθαρός, διότι πρόκειται περί ζωής και θανάτου». Κατά Σεπτέμβριον του 1826 επέβησαν ο Έιδεκ μετά των συντρόφων αυτού του υπ' αυτού ναυλωθέτος «Πηγάσου» (εν Αγκώνι) ίνα μεταβώσιν εις την Ελλάδα. Εν ταις επιστολαίς δε, άς ο Λουδοβίκος μετά την εις Ελλάδα άφιξιν των Βαυαρών τούτων έγραφεν ιδιοχείρως και λίαν συχνώς, καταφαίνεται πάλιν ο ακραιφνής και φλογερός φιλελληνισμός αυτού. Τη 8 Ιανουαρίου 1827 έγραφε τω Έιδεκ: «Είη μεθ' υμών ο Θεός, γενναίοι μου Βαυαροί. Του τοσούτον τιμήσαντος εμέ εν Ελλάδι Έιδεκ τας προς με επιστολάς της 26 Σεπτεμβρίου και 25 Οκτωβρίου εκομισάμην. Με συνεκίνησε και ευφρόσυνόν μοι ενεποίησεν εντύπωσιν το γεγονός, ότι του ενδόξου Μάρκου Βότσαρη η χήρα, τον μονογενή αυτής υιόν θέλει να εμπιστεύση εις εμέ απορρίψασα την του αυτοκράτορος της Ρωσσίας και πάντων των άλλων περί προστασίας αυτού προσφοράν. (22) Ανοικταίς αγκάλαις μέλλω να δεχθώ τον υιόν του υπ' εμού θαυμαζομένου ήρωος. Εις την μητέρα σκοπώ να δώσω σύνταξιν. Πόσον ευστόχως λέγεις ότι οι των Ελλήνων οπλαρχηγών υιοί πρέπει όλοι ομού ν' ανατρέφονται και παιδεύωνται εν Γερμανία, εν Μονάχω. Ενεργήσατε ίνα ο Κολοκοτρώνης πέμψη τον υιόν αυτού εκ της εν Γενεύη υποτροφίας εις την ενταύθα σχολήν των Ευελπίδων. Ο Σύλλογος θέλει να εκπαιδεύση έτι έξ Ελληνόπαιδας. Φροντίζω δε νυν ίνα προσκαλέσω καί τινα των φυγάδων ιερέων ενταύθα (23) ίνα παιδευθώσιν οι νέοι ούτοι εν τη πίστει των πατέρων αυτών. Ελπίζω ότι θα επιστρέψωσιν εις την πατρίδα αυτών, ουχί αποξενούμενοι των πατρίων, αλλ' ελληνικότεροι ή όσον ήσαν ότε ήλθον ενταύθα. Έλληνες, εστέ ηνωμένοι! Γενναίε Έιδεκ και γενναίοι σύντροφοι αυτού, χαίρετε!
Από 12/24 Απριλίου έγραφε: «Μετ' ευφροσύνου αισθήματος έμαθον τας παρά τας Αθήνας ηρωικάς πράξεις των εμών Βαυαρών ω περινούστατε [24] γενναίε Έιδεκ. Εκφράζετε τας συμπαθείας μου προς τους αξιωματικούς και τους υπαξιωματικούς. Αφ' ής ημέρας λήγει η άδεια υμών παρατείνω αυτήν επί έν έτος· αλλά δύναται να είναι βέβαιος έκαστος ότι και ευθύς επανιών, καλλίστης παρ' εμού θα τύχη υποδοχής. Πιστεύω, η Ελλάς εσώθη. Μετά την ελευθέρωσιν της Γερμανίας από της Ναπολεοντίου καταπιεστικής δεσποτείας, ουδέν άλλο ούτω διακαώς επόθουν όσον το να νικήση η Ελλάς. Ενήργουν και ενεργώ ίνα βοήθειαι προσρέωσιν εις την Ελλάδα.»
Από 2/14 Μαΐου 1827 έγραφεν ο Λουδοβίκος: «Οι οφθαλμοί μου υγράνθησαν, άξιε Εϊδέκερ, ότε ανέγνων την προς τον Κρέουζερ επιστολήν σας. Η τιμή, ήν υμείς, ανδρείοι πολεμισταί, περισώσατε εν Ελλάδι εις το όνομα της Βαυαρίας, ευφραίνει την καρδίαν μου. Ανοικταίς αγκάλαις θα δεχθώ τους έξ νεαρούς Έλληνας, οις πρέπει να προστεθή και ο του Καραϊσκάκη ανεψιός, όν επιθυμή τούτο ο ήρως εκείνος (25) βλέπων εν τη πράξει μου ταύτη αναγνώρισιν της αξίας αυτού εκ μέρους μου. Οι δύο εν τη στρατιωτική Σχολή σπουδάζοντες νεαροί Έλληνες ποιούνται, ως ακούω, σημαντικάς προόδους (26). Ότε, πρό τινος μετέβην εις το Κατάστημα εκείνο απροσδοκήτως, ως συνηθίζω, και ηκροώμην της διδασκαλίας, εστράφησαν προς με ευγνώμονα βλέμματα ελληνικά. Και εν Βιέννη επετράπη νυν η συλλογή συνδρομών υπέρ των ενδεών ελληνικών οικογενειών (27).
Ο Λουδοβίκος, όστις ως Διάδοχος είχε μεταβή εις Ιταλίαν μετά την έκρηξιν της επαναστάσεως, σκοπών κυρίως να υποστηρίξη και την εν τη χώρα εκείνη φιλελληνικήν κίνησιν, μετά την εις τον θρόνον άνοδον, δις εποιήσατο περιοδείαν εν τω κράτει αυτού προς τον αυτόν κυρίως αποβλέπων σκοπόν. Εν δε τη ειρημένη προς τον Εϊδέκερ επιστολή λέγει προς τοις άλλοις: «Ως η κατά το παρελθόν έτος εις Βρυκεναυίαν (Brückenau) μετάβασίς μου επήνεγκε την υπέρ Ελλάδος βοήθειαν, το αυτό προσδοκώ και εκ της νυν περιοδείας μου, διότι θα διέλθω διά των πόλεων, όν το έδαφος δεν επάτησα έτι ως Βασιλεύς. Και, ως εν τη πρώτη περιοδεία, &θα απαγορεύσω τας φωταγωγίας, εκφράζων την ευχήν ίνα αντί τούτου δώσωσι τα χρήματα, εις τους εν Ελλάδι ενδεείς&. Η Ελλάς, ελπίζω, απηλλάγη του ζυγού, αν μη αυτή εαυτήν διαφθείρη. Ευεργετικόν εμοί αίσθημα είναι ότι υπήρξα ο πρώτος ηγεμών, ο κηρυχθείς υπέρ του αγώνος των Ελλήνων, λόγω και έργω. Της Ελλάδος η ελευθερία ήτο εμοί πόθος πολύ προ της ενάρξεως του αγώνος. Είναι δ' εμοί ζήτημα καρδίας το να μένω ως βασιλεύς, ως πιστεύω ασφαλώς, τοιούτος, οίος ήμην ως διάδοχος. Οι νεαροί Έλληνες, ιδίως ο Δ. Μπότσαρης και ο συνοδός αυτού, έχουσι πολύ καλώς· αυτός τε και ο πιστός ακόλουθος Χρήστος, φορούσι διαρκώς οίαν εν Σουλίω στολήν».
Τη 4/16 Σεπτεμβρίου έγραφεν ο Λουδοβίκος προς τον Εϊδέκερ: «Ο εν Μονάχω φιλελληνικός Σύλλογος έχει νυν περίσσευμα, ώστε να διαθέτη δύο νέας θέσεις εν τη Σχολή. Οι ενταύθα ευρισκόμενοι δεν παύουσι του να μένωσιν Έλληνες, υπάρχει δε και ναός Ελληνικός και ιερεύς, όν εγώ πληρώνω εκ του ιδιωτικού μου ταμείου (28), ούτω δε και διδασκαλίας τυγχάνουσι θρησκευτικής εν τη πίστει των πατέρων αυτών, εκτελούσι δε και τα της θρησκευτικής αυτών λατρείας. Οι Έλληνες έχουσιν ανάγκην πειθαρχίας και παιδεύσεως συστηματικής».
Από 8/20 Φεβρουαρίου 1829 έγραφε προς τον αυτόν: «Την επιθυμίαν υμών να επανέλθητε οίκαδε ευρίσκω λίαν φυσικήν και δεν δύναμαι ν' αντείπω· αλλά πρέπει να μη υπολάβη ο Καποδίστριας την επιστροφήν σας ως ελάττωσιν της εμής προς την Ελλάδα συμπαθείας. Η συμπάθεια αύτη είναι πάντοτε διάπυρος· τούτο εντυπώσατε καλώς εις την διάνοιαν αυτού και είπατε αυτώ μετά πόσου ζήλου εργάζομαι ίνα τα όρια εκταθώσι τουλάχιστον μέχρι των Θερμοπυλών (29)».
Τη δε 10/22 Μαΐου έγραφε προς τον Γραμματέα αυτού τάδε τα άξια σημειώσεως: «υπάρχουσι πάντως παρ' ημίν άνθρωποι (εννοεί τους περί Μετερνίχον), οίτινες, αν εγώ το έτος τούτο εδαπάνων χιλιάδας τινάς και εκατοντάδας φιορινιών προς κτήσιν αραβικών τίνων ίππων εις το ιπποστάσιόν μου, θα εύρισκον τούτο εν τάξει γινόμενον, ήθελον δε κραυγάσει ότι αντί τούτου δαπανώ προς ανατροφήν Ελλήνων αλλ' αφίημι τους κύνας να υλακτώσι και πορεύομαι την οδόν μου».
Ότε τω 1829 ο Θείρσιος προέτεινε τω Λουδοβίκω την εις τον ελληνικόν θρόνον υποψηφιότητα του δευτεροτόκου υιού αυτού Όθωνος, έγραψεν αυτώ ότι δεν ενόει διά τοιαύτης υποψηφιότητος ν' αμαυρωθή κατ' ελάχιστον η αγνότης και η αφιλοκέρδεια του φιλελληνισμού αυτού· και εγκατελείφθη όλως το σχέδιον του Θειρσίου επί δύο έτη. Ότε δε ο Θείρσιος κατ' εντολήν του Λουδοβίκου κατήλθεν εις την Ελλάδα και παρέσχε μεγάλας τη Ελλάδι ηθικάς τε και πολιτικάς υπηρεσίας, ανεκινήθη το ζήτημα της υποφηφιότητος εκείνης, ήν μόλις τω επομένω έτει εδέξατο ο Λουδοβίκος προσενεχθείσαν υπό των τριών Δυνάμεων και επί όροις παρασχούσι νέα ευρύτερα όρια τω κράτει και τον βαθμόν βασιλείου. Πολλά έπραξεν υπέρ της Ελλάδος ο Λουδοβίκος και μετά την ανάρρησιν του υιού αυτού ως βασιλέως της Ελλάδος, κοσμήσας συν τοις άλλοις και τον περίβολον του εν Μονάχω βασιλικού κήπου διά τριάκοντα εννέα λαμπρών τοιχογραφιών του περιφήμου ζωγράφου Πέτρου Εςς, στήσας ανδριάντας των αρχηγών του ελληνικού αγώνος εν ταις αιθούσαις των ανακτόρων του Μονάχου, οικοδομήσας κατά μίμησιν των Προπυλαίων της Ακροπόλεως Προπύλαια μεγαλοπρεπή εν Μονάχω και αναγράψας επί των τοιχωμάτων αυτών δεξιόθεν και αριστερόθεν μεγάλοις γράμμασι τα ονόματα πάντων των επιφανών της επαναστάσεως ανδρών, των πολεμάρχων της ξηράς και της θαλάσσης και των πολιτικών ανδρών και αυτών έτι των κληρικών αγωνιστών. Αλλά ταύτα δεν ανάγονται κυρίως εις την ιστορίαν του φιλελληνισμού.
Τοιούτος ο μέγας φιλέλλην βασιλεύς Λουδοβίκος, είς των τύπων του Γερμανικού φιλελληνισμού εκ των λαμπροτάτων. Εν τω χαρακτήρι δ' ακριβώς του φιλελληνισμού του Λουδοβίκου εικονίζεται ακριβώς ο φιλελληνισμός ο Γερμανικός εν τη αυτοτελεία, απλότητι και τελειότητι αυτού ως ακραιφνής, αυθόρμητος, αυτοσυνείδητος προς τον εξεγειρόμενον ελληνισμόν ενθουσιασμός, προελθών ουχί όπως εν άλλαις ευρωπαϊκαίς χώραις, και δη εν Γαλλία και Αγγλία, ολόκληρα έτη μετά την έναρξιν του αγώνος και οιονεί παθητικώς εξ αισθήματος κοινής φιλανθρωπίας επί ταις συμφοραίς και εκ θαυμασμού προς τον ηρωισμόν του ελληνικού λαού, αλλ' ενεργητικώς από της πρώτης στιγμής μετά του αγώνος αυτού εκδηλωθείς και προϋπάρχων τούτου και συντελέσας ηθικώς εις την ύπαρξιν τούτου. Πάντες οι μεγάλοι αρχηγοί του Γερμανικού φιλελληνισμού επόθουν την ελευθέρωσιν της Ελλάδος προ της επαναστάσεως, ως τούτο λέγει περί εαυτού και ο Λουδοβίκος. Ο Θείρσιος δε και Στάιν και Γάγερν, ήσαν ωσαύτως φιλέλληνες, προσδοκώντες εξέγερσιν του ελληνικού έθνους. Και αυτός δε ο Γάλλος Gaston Caminade, ο θέλων να παραστήση τον Γερμανικόν φιλελληνισμόν ως ονειροπόλημα προελθόν εκ της προς ελευθερίαν εαυτών πολιτικήν επιθυμίας των Γερμανών και λέγων ότι οι Γερμανοί εν τω αγώνι των Ελλήνων έβλεπον τον ίδιον αυτών εθνικόν αγώνα, και αυτός, οιονεί αναιρών εαυτόν, λέγει περί ενός των μεγίστων αρχηγών του Γερμανικού φιλελληνισμού, του Γουλιέλμου Μυλλέρου, ότι «πολύ προ της επαναστάσεως ήτο προπαρεσκευασμένος να παραστήση πρόσωπον του _Κορυφαίου_ του φιλελληνισμού».
Πάντως ενταύθα δεν δυνάμεθα να ποιώμεθα μακρόν λόγον περί πάντων των κορυφαίων του Γερμανικού Φιλελληνισμού, του Βασιλέως της Βυρτεμβέργης Γουλιέλμου Α', του επιδόξου Διαδόχου του Πρωσσικού Θρόνου και άλλων Γερμανών ηγεμόνων και ηγεμονοπαίδων και περί των μεγάλων κατά τους χρόνους εκείνους ηγετών του πνευματικού βίου των Γερμανών, οίτινες ήσαν και ηγέται του Φιλελληνισμού. Αρκεί ν' αναφέρωμεν ενταύθα εκ του καταλόγου των υπέρ του αγώνος ποιημάτων του ενθουσιωδεστάτου και κορυφαίου των φιλελλήνων ποιητών, του Γουλιέλμου Μυλλέρου (πατρός του περιφήμου Ασιανολόγου Μαξ Μυλλέρου) τα ονόματα των κυριοτέρων: 1) Οι φίλοι της αρχαιότητος, 2) Οι Έλληνες προς τους φίλους του αρχαίου βίου αυτών, 3) Ο Φαναριώτης, 4) Η Παρθένος των Αθηνών (Πρβλ. The maid of Athens του Βύρωνος), 5) Η Μανιάτισσα, 6) Ο γέρων της Ύδρας, 7) Ο ιερός Λόχος, 8) Οι Έλληνες προς τον Αυστριακόν Παρατηρητήν, 9) Τα ερείπια των Αθηνών προς την Αγγλίαν, 10) Ελλάδος ελπίς, 11) Η Πύλη, 12) Ο εξόριστος της Ιθάκης, 13) Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης εν Μουγκάζη, 14) Η εις πλοία επίβασις των Αθηναίων, 15). Η εν Ασία αιχμάλωτος, 16) Ο μικρός Υδραίος, 17) Διδασκαλία Μανιατίσσης, 18) Η γλαυξ, 19) Ο Μανιάτης, 20) Ο αποχωρισμός των Παργίων, 21) Η μετά του Θεού συνθήκη, 22) Οι διακόσιοι και ο είς (εις τον Κ. Κανάρην), 23) Η Χίος, 24) Αι Θερμοπύλαι, 25) Ο Μπότσαρης, 26) Η Ύδρα, 27) Η Μπουμπουλίνα, 28) Το Μανιατόπουλο, 29) Η Σουλιώτισσα, 30) Άσμα προ της μάχης, 31) Οι βασιλείς και ο Βασιλεύς, 32) Άσμα παραμυθητικόν, 33) Τα αρχαία και τα νέα ιερά, 34) Σταυρώσατε αυτόν (Crucificite eum), 35) Το νίψιμον των χειρών του Πιλάτου, 36) Η έπαλξις του ουρανού, 37) Το ελληνικόν πυρ, 38) Οι νέοι Σταυροφόροι, 39) Η Μούσα μου, 40) Η λοιμόβλητος ελευθερία, 41) Η χήρα του Μανιάτου, 42) Ο Κωνσταντίνος Κανάρης, 43) Έχ' ατρέμας, 44) Ο Αχελώος και η θάλασσα, 45) Ο Μάρκος Μπότσαρης, 46) Οι τελευταίοι Έλληνες, 47) Η Ελλάς και ο κόσμος, 48) Ο Βύρων, 49) Άνοδος του ουρανού, 50) Η εις ουρανόν άνοδος του Μεσολογγίου, 51) Το νέον Μεσολόγγι, 52) Το Μεσολόγγι έπεσεν.
Εκ των «Φίλων της αρχαιότητος» παραθέτομεν ενταύθα:
_«Προς τι υμείς ενθουσιάτε υπέρ των μακρών ημών παναρχαίων ηρωικών χρόνων; Επιστρέψατε οίκαδε, υμείς οι υπερενθουσιασμένοι. Η οδός είνε λίαν μακρά. Το αρχαίον εγένετο νέον, το πόρρω λίαν πλησίον, Ό,τι επί τοσούτον χρόνον ονειρεύεσθε, ενσώματον ίπταται εμπρός Υμών»._
Εκ του Φαναριώτου:
_«Ιδού αι κεφαλαί των αδελφών ημών λάμπουσαι μετά στεφάνων μαρτύρων. Ιδού ο πρωτομάρτυς Γρηγόριος αναμένει ημάς μετά στεφάνων νίκης.» _
Εκ της Ελλάδος ελπίδος:
_«Αδελφοί, μη ζητήτε βοήθειαν μακρόθεν. Ελπίζεις πλέον; μη κτίζε πύργους επί της ελπίδος της ελευθερίας σου. Ησυχίαν και ειρήνην θέλει η Ευρώπη· διατί ετάραξες αυτήν; Διατί αυθαιρέτως απετύφλωσας σεαυτήν μετά της μανίας της ελευθερίας;» _
Ο νους του ποιήματος εναντίον των πολιτικών της ιεράς συμμαχίας· έτι σαφέστερος ο νους ούτος εν τοις Σταυροφόροις (ιδίως εναντίον των περί τους Μέττερνιχ και Γεντζ):
_«Έξω συ όστις μετ' αναιδούς στόματος την ελευθερίαν καλείς ανταρσίαν Και τον ηρωικόν αγώνα των Ελλήνων οικτείρεις ως τύφλωσιν. Συ, όστις μετά της λεπτής σου πολιτικής τορνεύεις τας αποδείξεις, Ότι δύναται τις να πνίξη την ανθρωπότητα διά της οδού της νομιμοφροσύνης.» _
Εκ του Ποντίου Πιλάτου εναντίον του Μέττερνιχ και Γεντζ:
_«Ω! φέρετε χέρνιβα ιερόν αμίαντον. Πιλάτε, νίψον την χείρα σου, νίψον το στόμα σου. Η χειρ σου είνε μαύρη από μέλανος, το στόμα σου ελκώδες από δηλητηρίου»._
Εκ του εξορίστου της Ιθάκης:
_«Άγγλοι, εξαλείψατε εκ των καταλόγων υμών το όνομα το εμόν. Εξελάσατέ με εκ της προστασίας υμών, πωλήσατε και την οικίαν μου. Θα υπερασπίζω εγώ εμαυτόν, τον Θεόν ο Ουρανός είνε η στέγη μου»._
Εκ της λοιμοβλήτου ελευθερίας (εναντίον του διατάγματος του αυτοκράτορος της Αυστρίας του απαγορεύοντος εις τους πρόσφυγας Έλληνας την εις το έδαφος της αυτοκρατορίας είσοδον):
_«Τι τοσούτον αγωνιωδώς κράζει ο των Φαρισαίων λαός, ανά πάσας τας χώρας, Τας κεφαλάς πεπασμένος παχυλώς μετά κόνεως και διαρρηγνύων τα ιμάτια ; Βοώσιν αυτοί: «Κλείσατε τους λιμένας, περιφράξατε αυτούς ταχέως, Τα μεθόρια κλείσατε και τας παραλίας διά πλοίων και λέμβων, Ο λοιμός είνε εν ταις τάξεσιν αυτών. Η ελευθερία αυτή προσεβλήθη υπό λοιμού. Μη επιτρέψατε είσοδον μηδενί φυγάδι εξ Ελλάδος ερχομένω, Ίνα μη η ελευθερία φέρη τον λοιμόν αυτής εις τας καλάς ημών χώρας»._
Εκ των ερειπίων των Αθηνών προς την Αγγλίαν (εναντίον της μισελληνικής πολιτικής του παρά τη Πύλη πρέσβεως λόρδου Στραγγφόρδου, ενός των αισχίστων μισελλήνων, οργάνου αξίου του αισχίστου μισέλληνος Κοστλρήγου (Λονδονδέρρυ):
_«Ευδόκησον να δεχθής, Αγγλία, φρουρά της ελευθερίας τας ημετέρας ευχαριστίας! Έπεμψας εις τον Κύριον της Πύλης ευγενή τινα λόρδον Ίνα μεσιτεύση υπέρ ημών και ποιεί τούτο ιπποτικώς. Έλληνες, ακούσατε, τι ούτος διά καλάμου οξυγράφου κατώρθωσε. Και όταν της νεαράς ελευθερίας τα άνθη καταπατηθώσιν εν κόνει, Και όταν η ιερά της Αθηνάς πόλις γίνη βορά του μεγάλου απίστου, Και τότε, και τότε, νοήσατε αυτόν, ω Έλληνες, πρέπει να ιστάμεθα απαθείς, Ημείς φρουρούμενοι εν τη θυέλλη των όπλων υπό του ξίφους του αγρίου ημών πολεμίου._
Από του Μάρκου Μπότσαρη:
_ _«Ελευθέρα απέπτη η ηρωική αυτού ψυχή εκ των χαινουσών του στήθους πληγών εις το κράτος της ελευθερίας»._
Παραθέτομεν ενταύθα και δύο επιγράμματα του Γ. Μυλλέρου, το μεν εις τον Κανάρην (επί τη ψευδεί ειδήσει του θανάτου αυτού).