Part 3
Εν Μονάχω ο Θείρσιος και εν Λειψία ο Κρούγιος, εγένοντο αυτοί ιδιαίτεροι φίλοι, μη έχοντες ανάγκην άλλως της παρ' εκείνου παρορμήσεως υπέρ της ευεργετικής αυτών επιδράσεως. Ο Θείρσιος ειργάζετο ίνα διά της «Γενικής εφημερίδος» της Αυγούστης διαδίδη αληθείς ειδήσεις και ορθάς γνώμας περί του ελληνικού κινήματος και αντιδράση εναντίον των αυστριακών περί συναφείας του ελληνικού αγώνος προς τον Ιταλικόν Καρβοναρισμόν διαβολών. Ο Κρούγιος είχεν ήδη εκδώσει εναρκτήριου λόγον κατά το Πάσχα περί της αναστάσεως της Ελλάδος. Βραδύτερον εξέδωκεν επίκλησιν υπέρ συγκροτήσεως φιλελληνικών συλλόγων προς βοήθειαν του ελληνικού αγώνος και συλλογήν χρημάτων προς εξοπλισμόν φιλοπολέμων φιλελλήνων. Μετά τούτου ηνώθη ο πρώην λοχαγός της πολιτοφυλακής (Landwehr) βαρώνος Δάλμαν εν τω σχεδίω του συγκροτήσαι λεγεώνα εθελοντών, ών τόπος συναθροίσεως έμελλε να ήναι το Όφενπαχ ενεργεία του Γάγερν, όστις ήδη εν τη Βουλή της Έσσης Δαρμστάδης είχεν υψώσει την φωνήν αυτού υπέρ των Ελλήνων. Και παρενεβλήθησαν ουκ ολίγα κωλύματα εις την διάδοσιν της επικλήσεως του Κρουγίου και τω Θειρσίω εδόθησαν διαταγαί περιστέλλουσαι την ενέργειαν αυτού, της Αυστρίας καταπολεμούσης ιταμώς πάσαν φιλελληνικήν εξέγερσιν, &καθ' όν χρόνον η επίσημος εφημερίς της Γαλλικής Κυβερνήσεως Moniteur και αι Αγγλικαί εφημερίδες εχλεύαζον και διέβαλλον τον εθουσιασμόν «των νεαρών Τευτόνων» &. Τότε αι κυβερνήσεις των μικροτέρων Γερμανικών Κρατών ευρίσκοντο εν αμηχανία απέναντι αμφοτέρων των αντιμαχομένων ροπών· η δε αστυνομία δεν ήτο ασφαλής. Τούτο παρώξυνε την προς εξακολούθησιν της φιλελληνικής κινήσεως ορμήν. Το ομοσπονδιακόν συμβούλιον ήτο άφωνον. Αι Βερολίνειοι εφημερίδες κατεχώριζον ακωλύτως άρθρα υπέρ του ελληνικού αγώνος· εν Δρέσδη κατά την εν τω θεάτρω παράστασιν της «Μίννας» του Βάρνχαϊμ εξερράγη γενικός ενθουσιασμός ότε ο ηθοποιός Παύλος Βέρνερ απήγγειλεν ότι ήθελε να εκστρατεύση ουχί κατά των Περσών (ως ελέγετο εν τω δράματι), αλλά κατά των Τούρκων. Μεταξύ Μοίνου και Νέκαρος, εν Φραγκούρτη, Μογοντιάκω, Όφενπαχ, Δαρμστάτη, Εϊδελβέργη, επεκράτει μεγάλη κίνησις. Ωσαύτως δε εν Στουτγάρδη, Χομβούργω, μετ' ολίγον δε και εν άλλοις πολλοίς τόποις».
Πανταχού της Γερμανίας εν τω δημοσίω βίω και εν αυτώ έτι τω ιδιωτικώ διεφαίνοντο τεκμήρια της φιλελληνικής ορμής. Και εν τοις χοροίς έτι των προσωπιδοφόρων ανεφαίνοντο πολλοί ενεδυμένοι Σουλιωτικάς στολάς κατά τας εικονογραφίας του Στάκελβεργ. Εν Λειψία το τυπογραφείον του Ερνέστου Κλάιν ήτο ιδίως προωρισμένον εις φιλελληνικάς δημοσιεύσεις, αλλά και πολλαχού άλλοθι της Γερμανίας εξετυπούντο φυλλάδια επ' αγαθώ των Ελλήνων. Τότε ο διδάκτωρ Χέυνιγ εδημοσίευσε πραγματείαν επιγραφομένην «Καθήκον της Ευρώπης να ενώση την Ελλάδα μετά του Χριστιανικού κόσμου», μετά του προτεταγμένου λογίου: «Ο σταυρός δεν θα μείνη πλέον τεθαμμένος εν τω ζόφω· η Ελλάς πληροσέληνος και ουχί πλέον ημισέληνος». Από του 1821 πάντα τα Γερμανικά φύλλα ήσαν πλήρη εθνογραφικών και τοπογραφικών ειδήσεων περί Ελλάδος. Το «Εωθινόν φύλλον» (Morgenblatt) του Βερολίνου είχεν από του 1823 ιδιαίτερον τμήμα επιγραφόμενον «Νέος Ελληνισμός (Neugriechentum)». «Αδύνατον, λέγει ο Αρνόλδος, να περιγράψη τις τον τότε καταλαβόντα το γερμανικόν έθνος ενθουσιασμόν· οι λόγιοι μετεποιούντο εις διπλωμάτας, ούτοι δε εις λογίους. Τινές ωνειροπόλουν ήδη την πλήρη ανάστασιν της αρχαίας Ελλάδος, αυτός δε ο μέγας αρχαιολόγος Οδοφρείδος Μύλλερ, ο ύστερον αποθανών εν Ελλάδι και ταφείς εν τω Κολωνώ, απεφήνατο γνώμην ότι διά της ελληνικής επαναστάσεως ο πνευματικός της Ευρώπης βίος θα αλλοιωθή εντελώς και θα συναφθή στενώτερον προς τον αρχαίον και τον ανατολικόν πολιτισμόν».
Χαρακτηριστικόν αξιοσημείωτον του Γερμανικού φιλελληνισμού ήτο, ότι ούτος ήτο κοινός (εκτός της Αυστρίας) πάσι τοις Γερμανοίς άνευ τοπικών ή φυλετικών μεταξύ των πολλών Γερμανικών λαών διαφορών ή πολιτικών διαιρέσεων μεταξύ των διαφόρων κρατών ή διαιρέσεων θρησκευτικών μεταξύ Καθολικών και Προτεσταντών, ήτο &καθολικόν αίσθημα Γερμανικόν παντός διανοουμένου και αισθανομένου Γερμανού, επεκταθέν και εις αυτούς τους εν Γερμανία Ιουδαίους&. Έχομεν δε το λαμπρόν παράδειγμα του Ιουδαϊκού Γερμανικού φιλελληνισμού, το του εν Βεστφαλία ραββίνου Έλβιγκ, επικαλεσαμένου την βοήθειαν των Ιουδαίων της Γερμανίας υπέρ των Ελλήνων διά συγκινητικοτάτης προκηρύξεως αρχομένης από της ρήσεως του προφήτου Μαλαχίου: «Ουχί πατήρ είς πάντων ημών; ουχί είς (θεός) έκτισεν ημάς; τι ότι εγκαταλείπετε έκαστος τον αδελφόν αυτού, του βεβηλώσαι την διαθήκην των πατέρων ημών;» Προχωρών δε ο Ραββίνος έλεγεν εν τη επικλήσει των υπέρ Ελλήνων συνδρομών: «Τις Ισραηλίτης δύναται ν' αναγνώση τα παθήματα των Ελλήνων και να μη χύση δάκρυα πικρά;»
Αλλά πριν ή προχωρήσωμεν περισσότερον εις τα εν Γερμανία υπό του φιλελληνισμού τελούμενα, ρίψωμεν και έν βλέμμα επί τους φιλέλληνας πολεμιστάς τους αφικνουμένους εις την Ελλάδα. Οι πολεμισταί ούτοι οι κατά εκατοντάδας αποτελούντες ιδιαιτέρους λόχους, απερχόμενοι της Γερμανίας, μετέβαινον εις την Ελλάδα διά Μασσαλίας το πλείστον (της διά Τεργέστης πορείας απαγορευομένης υπό της Αυστρίας), επιβαίνοντες ενταύθα πλοίων ναυλουμένων υπ' αυτών τούτων δαπάναις των φιλελληνικών συλλόγων, έφερον δ' εις την Ελλάδα και διαβατήρια παρεχόμενα αυτοίς υπό των αυτών συλλόγων. Οι κατά το 1821-22 πρώτοι αφικόμενοι Γερμανοί ήλθον λίαν επικαίρως, αυτοί κυρίως αποκρούσαντες κρατερώς, ως είπομεν, υπό τον γενναίον στρατηγόν Νόρμαν Έρενφελς την κατά της Πύλου επίθεσιν του Τουρκικού στόλου, αυτοί δ' απετέλεσαν κυρίως τον εν Πέτα γενναίως αγωνισάμενον και μεγάλας απωλείας υποστάντα λόχον των φιλελλήνων. Εν τη ατυχεί δε ταύτη αποβάση τοις Έλλησι μάχη εφονεύθη μέγα μέρος των Γερμανών φιλελλήνων, ετραυματίσθη δε βαρέως, ως ερρήθη, και ο στρατηγός Νόρμαν (αποθανών βραδύτερον εκ των πληγών αυτού). Και αυτοί οι αιχμαλωτισθέντες Γερμανοί απεκεφαλίσθησαν, πλην ενός Πρώσσου, όστις γινώσκων την χειρουργικήν εσώθη, ίνα χρησιμοποιηθή υπό των νικητών εν τη τέχνη αυτού. Οι υπολειφθέντες εκ της ατυχούς μάχης του Πέτα ενωθέντες μετ' άλλων νεωστί ελθόντων Γερμανών έλαβον σπουδαίον μέρος εις την άλωσιν του Παλαμηδίου, ενταύθα δε, εν Ναυπλίω, προς ταις άλλαις πολλαίς στερήσεσι, μεγάλην έπαθον συμφοράν υπό της τότε ενσκηψάσης εις την πόλιν ταύτην δεινής επιδημίας. Αλλ' αφώμεν νυν τον λόγον τον περί των εν Ελλάδι Γερμανών φιλελλήνων και περί της ειρημένης νόσου εις τον αυτόπτην των γενομένων ιστοριογράφον Φώτιον Χρυσανθόπουλον ή Φωτάκον, γραμματέα του Θ. Κολοκοτρώνη, όστις, ως άλλος Θουκυδίδης, και της φοβεράς νόσου μετασχών και ταύτην περιέγραψε και τα παθήματα των Γερμανών. Και η μεν νόσος, έχουσα έν τισιν ομοιότητα προς την υπό του Θουκυδίδου περιγραφομένην λοιμώδη νόσον, ιστορείται υπό του Φωτάκου ως εξής: «Αλλά έπειτα αρρώστησα από τον τύφον, όστις εγεννήθη εντός του Ναυπλίου. Η επιδημία αύτη υπήρξε φοβερωτέρα εκείνης, η οποία έγεινεν εις την Τριπολιτσάν, διότι εθέρισε πολλούς Έλληνας, οίτινες εμβήκαν απ' έξω πάνω από τον καθαρόν αέρα εις το Ναύπλιον. Ούτοι άμα εισήλθον έλαβον τα φορέματα και τα άλλα πράγματα των Τούρκων και απ' αυτά εμολύνθησαν. Η νόσος αύτη είχε πολλά και παράξενα συμπτώματα και αποτελέσματα. Όστις κατελαμβάνετο απ' αυτήν ήτο αδύνατον να ζήση και όστις έζη και διέφευγεν αυτήν εστερείτο μίαν από τας αισθήσεις του ή την μνήμην ή την ακοήν. Όταν η νόσος έφθανεν εις την ακμήν της, ο πάσχων εκυριεύετο από μανίαν και η φαντασία του ανέβαινεν υψηλά. Πολλοί εκ των αρρώστων εσηκώθησαν οι μεν την νύκτα, οι δε την ημέραν και επήγαν να κολυμβήσουν εις την θάλασσαν, όπου και επνίγησαν. Ερρίπτοντο δε εις την θάλασσαν διά να δροσισθούν, διότι η εσωτερική φλόγα των ήτο αθεράπευτος (14) Άλλοι πάλιν ενόμιζον ότι το έδαφος ήτο θάλασσα και ερρίπτοντο από τα παράθυρα της οικίας των κάτω εις την γην, αφού προηγουμένως εξεδύοντο και άφινον τα ενδύματά των εις το σπήτι διά να μη βραχούν. Όσοι δε από το πέσημον εσώζοντο, εγύριζον γυμνοί εις την πόλιν και κανείς δεν τους εσυμμάζευεν: όλος δε ο κόσμος από τον φόβον της νόσου έφευγε. Τινές δ' άλλοι εφαντάζοντο ότι ήσαν ιερείς και γυρίζοντες μέσα εις τας οικίας των εμιμούντο τους ιερείς ιερουργούντας εις τας εκκλησίας των». Και ταύτα μεν περί της νόσου κατά Φωτάκον.
Περί δε των φιλελλήνων Γερμανών και των παθημάτων αυτών από της νόσου λέγει τάδε ο Φωτάκος: «Πολλοί από τους ευρεθέντας εκεί φιλέλληνας Γερμανούς, ελθόντας νεωστί διά να προσφέρουν τον εαυτόν των θυσίαν εις την κλασσικήν γην των παλαιών Ελλήνων, διότι και τα διαβατήριά των τοιαύτα ήσαν και ούτως έλεγον: «Θεέ σώσον την Ελλάδα. Απέρχεται ο δείνα (ενταύθα εσημειούτο το όνομα, το επώνυμον και η πατρίς του), εις την Ελλάδα να συναγωνιστή μετά των αδελφών Ελλήνων, ελευθερόνων την πατρίδα του Επαμεινώνδα, του Θεμιστοκλέους, του Περικλέους και των λοιπών Ελλήνων», το δε διαβατήριον υπέγραφαν τα μέλη μιας φιλελληνικής επιτροπής υπό το όνομα κομιτέ· αυτοί όλοι εχάθησαν οι δυστυχείς δωρεάν, διότι δεν είχον κανένα συγγενή να τους συμμαζώξη και να τους περιποιηθή· άλλως τε δεν εγνώριζον και την γλώσσαν διά να εξηγούνται. Αν δε κανείς εξ αυτών είχε σώας τας φρένας και επήγαινε γυρεύων νερόν να σβύση την φωτιάν, η οποία μέσα του εκαίετο, καμμίαν βοήθειαν δεν εύρισκε, διότι έφευγον οι γεροί από κοντά του διά να μη μολυνθούν, και τούτο όχι μόνον εις τους φιλέλληνας εγίνετο, αλλά και εις τους ιδίους συγγενείς των πασχόντων, οίτινες και αυτοί ακόμη τους άφιναν. Εκτός δε τούτων ούτε ιατρούς, ούτε νοσοκομεία, ούτε άλλο τι μέσον θεραπείας υπήρχεν. Οι Έλληνες χωρικοί εφοβούντο να τους πλησιάσουν, όχι διά να μη μολυνθούν και πάθωσι και αυτοί, αλλά κυρίως εκ της προλήψεως, ότι οι προσβαλλόμενοι απ' αυτήν την νόσον δαιμονίζονται . . . Πολλοί των ευρεθέντων Γερμανών φιλελλήνων και νεωστί ελθόντων απέθανον από την νόσον. Ούτοι σωθέντες μετά του Πέτα την ατυχή μάχην έμειναν ως ζύμη του τακτικού και εκείθεν ήλθον εις το Λουτράκι και εις την Κόρινθον· έπειτα πάλιν, ως ενθυμούμαι, εβγήκαν και ύστερα ετοποθετήθησαν εις το Ξηροκάστελον και εις το μοναστήριον του Αγίου Δημητρίου και ούτως έλαβον και αυτοί μέρος εις την πολιορκίαν του Ναυπλίου. Αν και δεν ήσαν πολλοί, διότι δεν υπερέβαινον τους διακοσίους, όμως οι άνδρες αυτοί ανέλαβον τον αγώνα να φυλάττουν ως σκοποί νύκτα και ημέραν. &Εστάλαξαν οι πτωχοί εις τα πόδια των, και είναι άξιοι επαίνου διά την επί ένα περίπου μήνα τοιαύτην υπηρεσίαν των, διότι ωφέλησαν την πολιορκίαν και μάλιστα αυτοί πρώτοι των Ελλήνων κατά την άλωσιν εμβήκαν μέσα εις το Παλαμήδιον. Δεν ενθυμούμαι τα ονόματά των διά να τα μνημονεύσω, και να πλέξω τον στέφανον της καρτερίας των&. Και όμως μέχρι τέλους αδικήθησαν εις την διανομήν των λαφύρων, διότι τα επήραν οι άτακτοι. Αν έβλεπέ τις τούτο το τακτικόν σώμα πώς έγεινε τότε και πώς ήτο ενδεδυμένον, ποτέ δεν θα το ελησμόνει· αλλ' ούτε ημπορεί τις να το ζωγραφίση, διότι προς τούτο θέλει όλου του κόσμου τα χρώματα. Έφερον παραδείγματος χάριν μπινίσια τουρκικά διαφόρων χρωμάτων, και της γούναις ανάποδα και μακρόθεν εφαίνοντο σαν αρκούδες ή καμήλαις. Εις δε τας κεφαλάς των έφερον καβούκια τουρκικά. Άλλοι εξ αυτών ήσαν ξυπόλυτοι, και άλλοι πάλιν εφόρουν υποδήματα κόκκινα και κίτρινα και μέστια γυναικεία. Πολλοί δε άλλοι είχον αντί μανδύου παπλώματα εις την ράχιν των. Οι δε σκοποί μακρόθεν δεν διεκρίνοντο αν ήσαν άνθρωποι. Έβλεπέ τις μόνον ένα πράγμα και εμαύριζε και μόνον από την ορθήν λόγχην του όπλου εγνωρίζοντο ότι ήσαν σκοποί.
Ο δε καιρός ήτο χειμώνας και έκαμε κρύο πολύ, και διά τούτο υπέφεραν οι πτωχοί. Ο αρχηγός των Νόρμαν καλούμενος, Γερμανός και αυτός το γένος, όστις απέθανε κατά το 1823, ως και οι λοχαγοί έδειξαν μεγάλην γενναιότητα και καρτερίαν αμίμητον, και όπως η μητέρα τρέφει και περιποιείται τα παιδιά της, έτσι και αυτοί επεμελούντο τους στρατιώτας των. Είχον δε ούτοι και όλη μέρα πόλεμον με την έλλειψιν των αναγκαίων μέσων, διότι έως να εύρουν το ένα, τους έλειπε το άλλο, και διά ταύτα τα αίτια και άλλα ακόμη, ποτέ εις την Ελλάδα δεν ηδυνήθη να πήξη αυτό το σώμα των τακτικών. &Όλοι δε αυτοί οι Γερμανοί, υπήρξαν οι ειλικρινέστεροι και αφιλοκερδότατοι φίλοι της Ελλάδος και διά τας τοιαύτας αρετάς των εμάκρυνα τον λόγον περί αυτών» &.
Ταύτα λέγει εν γλώσση απλή και αφελεί εκπροσωπούση αυτά τα φρονήματα του Ελληνικού λαού είς εκ των του λαού ανθρώπων, αυτόπτης γενόμενος των υπό των Γερμανών φιλελλήνων εν Ελλάδι από της αρχής του αγώνος πραχθέντων. Τα υπό του Φωτάκου σαφώς και εικονικώς εν τη απλότητι περί των παθημάτων των Γερμανών εκτιθέμενα εγνώσθησαν και εν Γερμανία υπό τινων τω 1823 επιστρεψάντων οίκαδε φιλελλήνων, αλλ' ου μόνον ουδαμώς περιέστειλαν την δύναμιν και ενέργειαν του φιλελληνισμού, αλλά και έτι μάλλον επέτειναν και ενέτειναν αυτάς. Πυρετωδώς προς τούτο ειργάζοντο υπέρ των Ελλήνων εν Γερμανία τότε οι πολλοί φιλελληνικοί σύλλογοι, προ πάντων δε ο του Μονάχου, ού ο υπό την προστασίαν του βασιλέως Λουδοβίκου προεδρεύων καθηγητής Θείρσιος έχων οτρηρόν [15] βοηθόν τον βαρώνον Σεγκ, δεν έπαυσε λαλών και γράφων.
Ομοίως δε ειργάζοντο και οι προμνημονευθέντες άλλοι φιλόσοφοι και φιλόλογοι. Μέγα πλήθος λογίων και συγγραφέων, ποιητών και ποιητριών, πεζογράφων συγγραφέων, μυθιστοριογράφων, διηγηματογράφων εκ του αγώνος του ελληνικού λαμβανόντων τας εμπνεύσεις και τας υποθέσεις των έργων αυτών, έπειτα εφημερίδες, περιοδικά, ο ημερήσιος και ο περιοδικός τύπος και πλήθος καθ' ημέραν εκδιδομένων εν βιβλιαρίοις πραγματειών διετήρουν άσβεστον και φλογερόν το πυρ του φιλελληνισμού. Ούτω δε παρήχθη ολόκληρος νέα γραμματεία Γερμανική, τον ελληνικόν αγώνα έχουσα υπόθεσιν κατά τρόπον μοναδικόν εν τη ιστορία των γραμμάτων.
«Ο ενθουσιασμός ούτος ο υπέρ της Ελλάδος εξεγερθείς εν Γερμανία τω 1821, λέγει ο Γάλλος Gaston Caminade, υπήρξεν αίσθημα λίαν περίπλοκον, ως προϊόν τριών μεγάλων δυνάμεων: παθών πολιτικών, πίστεως θρησκευτικής, λατρείας καλαισθητικού ιδεώδους. Ο εν τη χώρα ταύτη φιλελληνισμός εμφανίζεται οτέ μεν ως επεισόδιον της ιστορίας του ελευθέρου φιλελληνικού ρεύματος, οτέ δε ως ρεύμα ακραιφνώς φιλολογικόν. Οτέ μεν εν τη ψυχή των Γερμανών φιλελλήνων μαντεύει τις τας δονήσεις παθών πολιτικών, άτινα μετά τας δοκιμασίας του 1813 και τας απογοητεύσεις, αίτινες παρηκολούθησαν την νίκην, ανύψουν το εθνικόν αίσθημα. Ενίοτε δε τουναντίον το προς τον «ιερόν αγώνα» διαφέρον φαίνεται ειρηνικώτερον, νοερώτερον αν μη μάλλον περιεσκεμμένον. Ηδύνατό τις να ονομάση το αίσθημα τούτο προσδοκίαν και συμπάθειαν φιλοπράγμονα πνεύματος εξεγειρομένου υπό γοητείας του ονόματος «Ελλάς», έτι δε μάλλον ενθουσιασμόν γενναίον της καρδίας, εξεγειρόμενον υπό των παθημάτων και υπό της υπερηφάνου επαναστάσεως ενός λαού. Αλλά πάντα ταύτα τα ρεύματα μιγνύμενα προς άλληλα αποτελούσι χείμαρρον ακάθεκτον και ισχυρόν». Προς υποστήριξιν του ισχυρισμού αυτού ο Γάλλος συγγραφεύς αναφέρει τα γραφόμενα εν τω «Νεκρικώ διαλόγω (Totengespräch)» του Μονάχου κατά το πρώτον έτος της επαναστάσεως της ελληνικής: «Πάντα τα κόμματα ενούνται εν τω αυτώ υπέρ του ελληνικού αγώνος διαφέροντι. Αι ευσεβείς ψυχαί παρορμώνται υπό της θρησκείας και του χριστιανικού αισθήματος, τα πεφωτισμένα πνεύματα υπό αναμνήσεων κλασσικών, οι φιλελεύθεροι υφ' ής κατέχονται ελπίδος περί μελλουσών δημοκρατιών και της μελλούσης δημοκρατίας της Ευρώπης». Και εν ταύταις μεν ταις γνώμαις του Γάλλου συγγραφέως υπάρχει τις πάντως αλήθεια μονομερής. Αλλ' ο Γάλλος ούτος μαρτυρεί άγνοιαν αυτού περί τε του βαθυτέρου χαρακτήρος του Γερμανικού φιλελληνισμού όταν λέγει: Ο φιλελληνισμός υπήρξεν απλούν πρόσχημα. Οι ύμνοι οι υπέρ των Ελλήνων, ένθα η λέξις ελευθερία φρικάζει εις το τέλος εκάστου στίχου, ενοούντο υπό παντός κόμματος προοδευτικού, ως τις ηχώ ζώσα της Γερμανικής συνειδήσεως». Προς αναίρεσιν του ισχυρισμού τούτου αρκεί ν' αναφέρωμεν το γεγονός ότι εν Γερμανία ουχί απλώς οι φιλελεύθεροι ησθάνοντο ενθουσιασμόν υπέρ του ελληνικού αγώνος, αλλά και οι άκροι συντηρητικοί και απολυταρχικοί. Απολυταρχικός ην ο μέγιστος των φιλελλήνων βασιλεύς της Βαυαρίας Λουδοβίκος, ως απολυταρχικότατος ήτο και ο διάδοχος του Πρωσσικού θρόνου. Ο διάσημος Στάιν, ο Γάγερν, ο Χείβουρ, ήσαν άνδρες ιστάμενοι πλησιέστατα ηγεμόνων και αυλών. Ο Γερμανικός φιλελληνισμός είχε πάντα τα ουσιώδη γνωρίσματα αυτοτελούς αισθήματος συμπαθείας υπέρ του Ελληνικού, αισθήματος απ' αιώνων, ως είδομεν, αναπτυσσομένου πάντα δε, όσα αναφέρει ο Caminade ως αποτελούντα συστατικά συνθέτου και περιπλόκου αισθήματος, ήσαν αισθήματα συνεφελκυόμενα υπό του πρώτου και ουσιώδους και αυτοτελούς αισθήματος και ενισχύοντα αυτό, ούτω δε εξηγητέον και το υπό του Caminade αναφερόμενον του Γερμανού φιλέλληνος Iken, εν τω ποιηματίω αυτού, «Eλληνίω» (Hellenion) λόγιoν: «Hμείς οι Γερμανοί εν τοις Έλλησιν oρώμεν την ιδίαν ημών εικόνα και το ημέτερον πνεύμα, ως εξ ορμεμφύτου και αφανώς πως, επαναφέρεται τον χρόνον της από του Γαλλικού ζυγού ελευθερώσεως ημών. Ο πολιτειολόγος δεν δύναται να βλέπη άνευ αισθήματος πόθου συγκροτούμενος αύθις τας Αμφικτυονίας και τας πολιτείας τας ελληνικάς, συνερχομένας και διασκεπτομένας περί των συμφερόντων των Ελλήνων και ήδη νομίζει ότι ακούει (ο πολιτειολόγος) τους αρμονικούς λόγους νέου Δημοσθένους, Αισχίνου και Ισοκράτους». Και αυτή δε η σταθερότης και διάρκεια του Γερμανικού φιλελληνισμού καθ' όλον το διάστημα του αγώνος, μαρτυρεί, ότι ουχί παροδικός τις ενθουσιασμός, αλλά συνείδησις λαμπρώς πεφωτισμένη και αίσθημα βαθέως ερριζωμένον εν τη τοιαύτη συνειδήσει υπήρξαν τα κύρια γενεσιουργά αίτια του φιλελληνισμού τούτου, ού διαπρεπείς αντιπρόσωποι υπήρξαν οι διαπρεπέστεροι των μεγάλων ανδρών και των ηγεμόνων της Γερμανίας (16). Αλλ' ως είρηται μεταξύ πάντων των ανδρών τούτων και των ηγεμόνων και ηγεμονοπαίδων αυτών, μέγιστος των φιλελλήνων, υπήρξεν ο της Βαυαρίας βασιλεύς Λουδοβίκος, περί ού δίκαιον είναι ιδιαίτερος ενταύθα να γένηται λόγος.
Χαρακτηριστικώτατον παράδειγμα του ιδεώδους ηθικού ύψους και του υψηλού ηθικού αισθήματος, ού ενεφορείτο ο Γερμανικός φιλελληνισμός, είνε ο βασιλεύς Λουδοβίκος, εκπροσωπών τον φιλελληνισμόν τούτον εν οίκω ηγεμονικώ Γερμανικώ εκ των αρχαιοτάτων, ευγενεστάτων και ηρωικωτάτων της Γερμανίας και της Ευρώπης, και επί θρόνου ηγεμονικού εκ των λαμπροτάτων της Γερμανίας. Και πολύ προ του βασιλέως Λουδοβίκου, εκατόν και επέκεινα έτη προ της εκρήξεως της ελληνικής επαναστάσεως, έναυσμά τι φιλελληνισμού είχεν εκδηλωθή εν τω οίκω των Βιτελσβάχων, επί του Δουκός και Εκλέκτορος της Βαυαρίας Μαξιμιλιανού Εμμανουήλ, ως έφθημεν ειπόντες εν τοις έμπροσθεν, ενός των μεγάλων ηρώων, ούς ανέδειξαν οι περί τα τέλη του 17ου αιώνος μεγάλοι και μακροχρόνιοι εναντίον του Οθωμανικού Κράτους πόλεμοι των Γερμανών, και ο Μαξιμιλιανός Εμμανουήλ ην ο δεξάμενος εις ακρόασιν Έλληνας φοιτητάς εκλιπαρούντας την βοήθειαν αυτών προς ελευθέρωσιν της Πατρίδος αυτών. Βεβαίως δε και ο Μαξιμιλιανός και οι διάδοχοι αυτού δεν ήσαν ξένοι προς το από των χρόνων εκείνων εν Βαυαρία και ιδίως εν Μονάχω αρξάμενον κίνημα του φιλελληνισμού, περί ού εγένετο υφ' ημών εν τοις έμπροσθεν λόγος. Αλλ' όπως ο από αιώνων εν Γερμανία εν λανθανούση μάλλον ή ήττον καταστάσει αναπτυσσόμενος και διηνεκώς αυξανόμενος φιλελληνισμός εν τη επαναστάσει του 1821 εξέπεμψε τας ουρανομήκεις αυτού φλόγας, ούτω και ο οίκος των Βιτελσβάχων εν τω βασιλεί Λουδοβίκω ανέδειξε τον ευγενέστατον, ενθουσιωδέστατον και υψηλοφρονέστατον φιλέλληνα ηγεμόνα. Έτι προ της εκρήξεως της επαναστάσεως του 1821 ο Λουδοβίκος ως διάδοχος του Βαυαρικού θρόνου, έμπλεως ων θαυμασμού προς τον αρχαίον ελληνισμόν, εξεδήλου τούτον εν πάση ευκαιρία. Φύσει ποιητής ων ένθεος και υπό των διδαγμάτων της κλασσικής παιδεύσεως πληρωθείς αγνού ενθουσιασμού προς το μεγαλείον του αρχαίου ελληνικού κόσμου, περιηγούμενος την Ιταλίαν, θεώμενος τα μεγαλοπρεπή ερείπια Παιστού (Ποσειδωνίας), αυτός ο εν συντηρητικωτάταις μοναρχικαίς αρχαίς παιδευθείς επίδοξος διάδοχος θρόνου βασιλικού εκήρυττεν εν τω προς τα ερείπια εκείνα ποιήματι αυτού: «θα προυτίμων να ήμαι πολίτης απλούς αρχαίας ελληνικής πόλεως παρά διάδοχος βασιλικού στέμματος». Ότε δε τω 1820 ευρέθη εν Μήλω το αριστούργημα της Μηλίας Αφροδίτης υπό των Γάλλων, έσπευσεν ο Λουδοβίκος, όστις, ων φειδωλός εν ταις του ιδιωτικού βίου δαπάναις, ήτο ελευθεριώτατος εν τω δαπανάν υπέρ της επιστήμης και των καλών τεχνών, ηγόρασε τον χώρον, ένθα υπήρχον τα ερείπια του αρχαίου θεάτρου, εν ώ ευρέθη το αριστούργημα, ίνα ενεργήση ανασκαφάς εν αυτώ, επί τη ελπίδι ανευρέσεως των λειπόντων τεμαχίων του αγάλματος, ή άλλων ευρημάτων αρχαιολογικών. Αλλά τας ανασκαφάς ταύτας μόλις τω 1836 ηδυνήθη να ενεργήση, βασιλεύς ων, ο Λουδοβίκος, διότι μικρόν μετά την αγοράν του ειρημένου χώρου πάσαν προσοχήν και ενέργειαν του επιδόξου διαδόχου του Βαυαρικού θρόνου είλκυσεν ισχυρώς η εκραγείσα τω 1821 επανάστασις. Ο Λουδοβίκος ήτο είς των μάλιστα επί τω ακούσματι του γεγονότος εν μέσω ενθουσιώντος Βαυαρικού και Γερμανικού λαού υπό ενθουσιασμού αρρήτου καταληφθέντων. Η φοβερά αντιδραστική κατά της επαναστάσεως Αυστριακή πολιτική, η υπαγορεύουσα εκ Βιέννης τοις ηγεμόσι και ταις κυβερνήσεσι της Γερμανίας ομοίαν πολιτικήν, επέβαλλε μεγίστην επιφύλαξιν τω βασιλόπαιδι Λουδοβίκω. Αλλ' ούτος παρ' όλην την καταναγκαστικήν ταύτην επιφύλαξιν, δεν εδίσταζε να εργάζηται εκθύμως [17] υπέρ του ελληνικού αγώνος, ενθαρρύνων τον Θείρσιον και τον βαρώνον Σεγκ εις την ίδρυσιν του φιλελληνικού Συλλόγου του Μονάχου, εισφέρων και αυτός γενναίως και ανταποκρινόμενος ιδιωτικώς προς πάντας τους εν Γερμανία και Ιταλία φιλέλληνας. Φοιβόληπτος [18] δε γενόμενος επί τω πρώτω αγγέλματι της επαναστάσεως, εχαιρέτισε τον ελληνικόν αγώνα διά του εξής προς την Ελλάδα ύμνου.
_«Ω Πατρίς των μεγίστων και ενδοξοτάτων ηρώων, Θρόνε της διά παντός απαραμίλλου τέχνης, Αιώνιον υψηλόν πρότυπον πάντων των κόσμων, Η μετά δαψιλούς Μουσών εννοίας κεκοσμημένη, Συ η πιστή κοιτίς της ευγενεστάτης μοίρας της ανθρωπότητος Η εξόχοις δωρεαίς θείαις κεκοσμημένη Ελλάς, Νίκα! μετά πόθου προσφωνεί σοι πας λαός. Ω Πατρίς παντός αγαθόν, παντός υψηλού όπερ συνείχετο πιεζόμενον εν σοι χωρίς να η εξηφανισμένον, Νίκα εν τω ιερώ αγώνι. Νίκα! μετά πόθου προσφωνεί σοι πας λαός.»_
Μετά τον πρώτον τούτον ύμνον, ο μουσόληπτος βασιλεύς ποιητής διά του εξής άσματος εχαιρέτισε το έαρ του 1821.
_«Η Ηώς ανοίγει τας πύλας της Ανατολής εις τον ήλιου το χαρμόσυνον άρμα. Η σελήνη ωχριά και εξαφανίζεται. Διασκεδάννυται το σκότος το καλύπτον την αρίστην του ανθρωπίνου γένους μοίραν. Οι τάφοι ανοίγονται και έμπνους [19] εξεγείρεται από του μακροχρονίου ύπνου η Ελλάς η σώσασα ημάς ποτε από της βαρβαρότητος . . . Αν οι μεγάλοι της γης φέρωνται εχθρικώς προς σε, συ όμως είσαι ελευθέρα, μεγάλη Ελλάς, όταν ο Αιώνιος προφέρη το «Γίνου». Ας περιχέη σε το γλυκύ όνειρον των μυθωδών σου αιώνων και η ιστορία των ενδόξων σου ηρώων μετ' αναμνήσεων λαμπρού παρελθόντος. Ό,τι θαυμαστότατον εις του κόσμου τα χρονικά και εις τους ανθώνας της ποιήσεως είναι στενώς μετά σου συνδεδεμένον. Αντηχούσι πάλιν του Τυρταίον τα άσματα, οδηγούντα σε εις την μάχην και την δόξαν και σοι υπισχνούνται νίκην οι στίχοι αυτού. Ω Έλληνες, αι σκιαί των πεσόντων υπέρ της Ελλάδος αγωνιστών προτρέπουσιν υμάς να μη απαυδήσητε εις τον αγώνα. Σύγχρονοι και απόγονοι θέλουσιν ευγνωμονεί προς υμάς. Εξ ουρανού οι πεσόντες πάλαι ήρωες επιβλέπουσιν επί τα έργα υμών και ευλογούσιν υμάς και το ανθρώπινον γένος σύμπαν μετ' ελπίδων φαιδρών προς υμάς στρέφει το βλέμμα. Αι καρδίαι των ελευθέρων προσεύχονται υπέρ της ελευθερίας υμών. Ω Ελλάς, πατρίς των περικλεεστάτων ηρώων, αγλάισμα των Μουσών, μήτερ των αμιμήτων τεχνών, του κόσμου ο θαυμασμός, η τροφός της ευγενεστάτης μοίρας της ανθρωπότητος, Νίκα! νίκα! ανευφημούσι προς σε πάντες οι λαοί. Το υψηλόν και το καλόν εκρύπτετο εν τοις κόλποις σου πιεζόμενον, δεν εφυγαδεύθη όμως απ' αυτών. Νίκα εν τω ιερώ σου αγώνι!
» Αγαλλομένη κυλίει τα πλοία η νήσων πλειάδι κοσμουμένη θάλασσα. Τας πρώρας αυτών σέβονται οι ύφαλοι και οι σκόπελοι, διότι φέρουσι το μέγιστον των αγαθών, φέρουσιν ελευθερίαν, φέρουσι των τυράννων την πτώσιν. Μακρόθεν και εγγύθεν ορμώσιν οι μαχηταί. Οι λαοί εν αλαλαγμοίς ρίπτονται εις τας μάχας. Ως επί Κάδμου η γη εσπαρμένη μετά των οδόντων του δράκοντος, ούτως αρδευομένη σήμερον μετά των δακρύων της Ελλάδος γεννά οπλίτας.