Ο Γερμανικός Φιλελληνισμός

Part 2

Chapter 266 wordsPublic domain

&Ταύτα έλεγε προς την Ευρώπην τέσσαρας μόλις μήνας μετά την έκρηξιν της Ελληνικής επαναστάσεως η Πρωσσική Διπλωματία, καθ' όν χρόνον πλην της Ρωσσίας πάσαι αι λοιπαί μεγάλαι Δυνάμεις διέκειντο εχθρικώτατα προς τον αγώνα&. Ημείς αναδιφήσαντες όσα ηδυνήθημεν διπλωματικά έγγραφα αναγόμενα εις την ιστορίαν του αγώνος απ' αρχής μέχρι τέλους αυτού, ουδέν εύρομεν κατά την ορθήν αντίληψιν και κρίσιν των πραγμάτων, κατά την ανυπόκριτον ειλικρίνειαν και παρρησίαν, κατά την θερμότητα των αισθημάτων και τον σεβασμόν προς την αλήθειαν και την δικαιοσύνην, ουδέν έγγραφον δυνάμενον να παραβληθή καν προς το ανωτέρω Πρωσσικόν υπόμνημα, και διά τούτο προ 25 ήδη ετών συγγράφοντες την διπλωματικήν ιστορίαν του μεγάλου αγώνος και καταχωρίζοντες εν αυτή το ειρημένον έγγραφον ελέγομεν: «Ούτω αι υγιέσταται και αληθέσταται και δικαιότατοι αρχαί και θεωρίαι περί της φύσεως και του χαρακτήρος της ελληνικής επαναστάσεως και περί του τρόπου της λύσεως του ελληνικού ζητήματος εξηγγέλλοντο υπό της Πρωσσίας εις την Ευρώπην από του 1821 και συνιστάτο η διά της κοινής ευρωπαϊκής ενεργείας πρόληψης είτε περιορισμός παντός Ευρωπαϊκού πολέμου. Εν τω υπομνήματι τούτω διαλάμπει αληθώς ουχί απλώς η ασφαλής διάγνωσις του αληθούς χαρακτήρος του ελληνικού αγώνος (διότι τούτον διεγίνωσκε κατά βάθος και αυτός ο Μετερνίχος, καίπερ εν τω φανερώ όλως τουναντίον ομολογών και κηρύττων), αλλ' η πολιτική χρηστότης, η ειλικρίνεια και η παρρησία, μεθ' ής η Πρωσσία εισηγείτο τη Ευρώπη την μόνην απέναντι του ελληνικού αγώνος τηρητέαν ορθήν πολιτικήν. Εις την τοιαύτην περί του ελληνικού αγώνος γνώμην της Πρωσσικής Κυβερνήσεως (προσεθέτομεν) συνετέλεσεν ουκ ολίγον και ο φιλελληνικός ενθουσιασμός ο κατά το πρώτον ήδη έτος καταλαβών την μη Αυστριακήν Γερμανίαν κ.λ.π.».

Εις ταύτα προστίθεμεν νυν ενταύθα, ότι η Πρωσσική διπλωματία απ' αρχής μέχρι τέλους του αγώνος εφάνη πρόθυμος εις πάσας τας υπέρ Ελλάδος προτασσομένας ενεργείας εργαζομένη υπό το πνεύμα τούτο και εν Πετρουπόλει και εν Λονδίνω· — και εν Κωνσταντινουπόλει δε ετήρησε γλώσσαν αυστηρού, αλλ' ειλικρινούς συμβούλου προς την Πύλην. Τω δε 1827, ότε η Γαλλία ως όρον της εις την Αγγλορωσικήν περί Ελλάδος συνεννόησιν προσχωρήσεως αυτής έθηκε την εις συνθήκην μεταξύ των πέντε Δυνάμεων μετατροπήν του Αγγλορωσικού πρωτοκόλλου της Πετρουπόλεως, η Πρωσσική Διπλωματία ειργάσθη εκθύμως [9] προς τούτο και εν Λονδίνω (διά του πρέσβεως Μπύλωβ) και εν Βιέννη, αλλ' άπασαι αι προς τον σκοπόν τούτον καταβληθείσαι ενέργειαι αυτής εματαιώθησαν υπό της Αυστριακής κακονοίας· και η Πρωσσία (ήτις άλλως δεν είχε στόλον ίνα πέμψη αυτόν εις τας ελληνικάς θαλάσσας) ηναγκάσθη υπό των Αυστριακών εις ουδετερότητα απλώς ευμενή, ίνα μη διά της προς την Αυστρίαν φανεράς αντιπράξεως προκαλέση εσωτερικάς ανωμαλίας και περιπλοκάς εν τη Γερμανική ομοσπονδία. Άλλως η Πρωσσία εποιήσατο χρήσιν πάντοτε όσης είχεν εν Κωνσταντινουπόλει ροπής πολιτικής, ίνα πείση την Πύλην εις τας υπέρ της Ελλάδος προτάσεις των τριών Δυνάμεων. Άξιον δε σημειώσεως, ότι ο βασιλεύς της Πρωσσίας Φρειδερίκος Γουλιέλμος Γ' και ο τότε επίδοξος διάδοχος Φρειδερίκος Γουλιέλμος, ούτος μάλιστα λίαν απολυταρχικάς πρεσβεύων αρχάς, ιδιωτικώς εφάνησαν λίαν φιλέλληνες (όπως πάντες σχεδόν οι Γερμανοί ηγεμόνες) και προσήνεγκον και αδράς χρηματικάς δωρεάς υπέρ του αγώνος. Ούτως εξηγησάμενοι την θέσιν της Πρωσσικής πολιτικής εν τω ελληνικώ αγώνι, μεταβαίνομεν εις την ιδιαιτέραν ιστορίαν του Γερμανικού φιλελληνισμού.

Ο ΦΙΛΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ ΕΝ ΤΩ ΕΛΛΗΝΙΚΩ ΑΓΩΝΙ

Ο φιλελληνισμός ο Γερμανικός, ο μετά την έναρξιν του αγώνος του ελληνικού τω 1821 μετά τοσαύτης ορμής και ενεργείας εκδηλωθείς, ήτο απόρροια φιλελληνισμού δυνάμει υπάρχοντος εν τη χώρα ταύτη απ' αιώνων και διά της σπουδής και καλλιεργείας των ελληνικών γραμμάτων επί αιώνας αναπτυχθέντος. Τα πρώτα σπέρματα του τοιούτου φιλελληνισμού ερρίφθησαν εν Γερμανία από της δευτέρας πεντηκονταετίας του 10 μ. Χ. αιώνος, ότε μετά πολλάς ενεργείας καταβληθείσας εκ μέρους του Βασιλέως των Γερμανών και Αυτοκράτορος του Αγίου Ρωμαϊκού Κράτους Όθωνος Α' και επανειλημμένας εις την αυλήν Κωνσταντινουπόλεως πρεσβείας, επέμφθη εις Γερμανίαν διά Ρώμης (ένθα ετελέσθησαν οι γάμοι) η πορφυρογέννητος βασιλόπαις Θεοφανώ ως περίπυστος [10] νύμφη του υιού και επιδόξου διαδόχου (του Όθωνος Β' έπειτα βασιλέως και αυτοκράτορος). Οι εν τη ακολουθία της Ελληνίδος βασιλόπαιδος ευρισκόμενοι λόγιοι έθεσαν εν Γερμανία τας πρώτας βάσεις καλλιεργείας των ελληνικών γραμμάτων, ήτις δεν εξέλιπεν έκτοτε εν Γερμανία. Κατά δε τον 15 και 16 αιώνα, ότε οι Έλληνες εξ Ανατολής λόγιοι τοσαύτην παρέσχον επίδοσιν εν Ιταλία εις την των ελληνικών γραμμάτων σπουδήν, οι εν Ιταλία παιδευθέντες πρώτοι μεγάλοι Γερμανοί ελληνισταί Ιωάννης Ραϊχλίνος ή Καπνίων, και ο εκ Ροττερδάμης Έρασμος οι μεταβαλόντες, ως είπομεν, από σφοδράς αγάπης προς τα ελληνικά γράμματα και τα Λατινικά και Γερμανικά ονόματα αυτών εις ελληνικά ταυτόσημα, εκαλλιέργησαν και διέδοσαν ισχυρώς τα ελληνικά γράμματα, διδάσκοντες, εκδίδοντες και μεταφράζοντες αρχαίους Έλληνας ποιητάς και συντάσσοντες γραμματικάς της ελληνικής γλώσσης. Πάντες ούτοι ένεκα του προς την αρχαίαν ελληνικήν γλώσσαν και φιλολογίαν ενθουσιασμού αυτών ησθάνοντο συμπάθειαν προς την Ελλάδα· αλλ' η συμπάθεια αύτη είχεν απλώς χαρακτήρα ηθικόν και πλατωνικόν. Μόνον ο του Μελάγχθονος φίλος Λούθηρος ερρήγνυε κραυγήν οδύνης προς λαούς και ηγεμόνας επί τοις παθήμασι των χριστιανών της Ανατολής· αλλά και του Λουθήρου το αίσθημα είχε χαρακτήρα φιλανθρωπίας γενικωτέρας χριστιανικής. Τον αυτόν χαρακτήρα είχον και τα υπέρ των Χριστιανών της Ανατολής κηρύγματα τον Γερμανού καθολικού μοναχού Σχέρερ περί τα τέλη τον 16 αιώνος. Ως γνωστόν, ου πολύ μετά τον θάνατον τον Λουθήρου, οι προτεστάνται θεολόγοι της Τυβίγγης έπεμψαν εις Κωνσταντινούπολιν τον θεολόγον Στέφανον Γέρλαχ, ίνα συνάψη σχέσεις μεταξύ των ευαγγελικών Γερμανών και της ορθοδόξου εκκλησίας. Έκτοτε δ' ήρξατο εν Γερμανία μείζον υπέρ της ελληνικής εκκλησίας και υπέρ των Ελλήνων διαφέρον, ει και αι περί συνεννοήσεως μεταξύ των εκκλησιών διαπραγματεύσεις εις ουδέν απέληξαν αποτέλεσμα. Του τοιούτου δε διαφέροντος σύμπτωμα υπήρξε και η τω 1584 υπό του Κρουσίου εκδοθείσα περίφημος Turcograecia. Η από τον επομένου (17ου) αιώνος έτι μάλλον ενισχυθείσα μεταξύ της ελληνικής Ανατολής και της Γερμανίας πνευματική επικοινωνία έδωκε κατά μικρόν εις τον εν Γερμανία φιλελληνισμόν, χαρακτήρα και διεύθυνσιν θετικωτέραν, αποβλέπουσαν εις την ελευθέρωσιν των Ελλήνων. Κήρυξ διαπρύσιος [11] και σημαιοφόρος της νέας ταύτης διευθύνσεως υπήρξε περί τα τέλη του 17ου αιώνος ο εν Νυρεμβέργη ιεροκήρυξ Ιωάννης Βύλφερ (Wülfer). Ούτος νέος έτι ών (18 ετών) εξέδωκε πραγματείαν επιγραφομένην «η Ελλάς θρηνούσα την ερήμωσιν αυτής και επικαλουμένη βοήθειαν παρά των αλλοδαπών, μάλιστα παρά των Τευτόνων». Βραδύτερον ο Βύλφερ έγραψε συγκινητικάς επιστολάς προς τους εν Βενετία Έλληνας. Εν νέα δε πραγματεία, εκθέτων τα όσα έπασχεν η Ελλάς, επεκαλείτο την βοήθειαν πάντων των ηγεμόνων και μάλιστα του αυτοκράτορος Λεοπόλδου Α', προς όν παρίστανε την Ελλάδα ερχομένην ικέτιν και λέγουσαν εν γλώσση Ελληνική Ομηρική: «Κλύθι ω Αυτόκρατορ· ικέτις τέιν άντα ικάνω.» και αφηγουμένη πάντα όσα οι Έλληνες οι αρχαίοι έπραξαν υπέρ της ανθρωπότητος και ικετεύουσα τους &αγαθούς& βασιλείς της Εσπερίας ίνα ελευθερώσωσι τους χριστιανούς Έλληνας, εφώνει τάδε: «Ουδέν ελευθερίης βέλτερόν εστιν ανθρώποις· όστις ελευθερίης απολαύει, όλβιος εστιν· ός κείνης στέρεται, κρυεραίς άταισι παλαίει». Η επίκλησις της Ελλάδος ετελεύτα ομηρικώτατα «Νυνί, φίλοι, των βαρβάρων άιδι προϊάπτετε ψυχάς· έστι γαρ έχθιστος ανθρώπων ο Τούρκος». Εις το ποίημα τούτο του Βύλφερ απήντησεν ο εν Άλτδορφ της Βαυαρίας ελληνιστής καθηγητής Κένιγ δι' επιγράμματος ελληνικού, επικροτών εις τας ιδέας του Βύλφερ. Καθ' όν χρόνον Βύλφερ και Κένιγ εκήρυττον ταύτα, νικηφόροι προήλαυνον αι στρατιαί του αυτοκράτορος Λεοπόλδου Α' και του ηρωϊκού Δουκός και Εκλέκτορος της Βαυαρίας Μαξιμιλιανού Εμμανουήλ Β' εις τον Κάτω Δανούβιον και εις την ελληνικήν Χερσόννησον και επιτροπεία Ελλήνων σπουδαστών εν Γερμανικοίς Πανεπιστημίοις προσήρχετο προς τον Βαυαρόν ήρωα εκλιπαρούσα την ελευθέρωσιν της Ελλάδος. Και η μεν επελθούσα τω 1699 ειρήνη επέσχε την περαιτέρω προέλασιν των νικηφόρων Γερμανικών στρατιών. Αλλ' ο γερμανικός φιλελληνισμός ελάμβανεν έκτοτε διεύθυνσιν θετικήν πολιτικήν, χωρών εκ παραλλήλου προς την εν τοις Γερμανικοίς Πανεπιστημίοις τεραστίαν επίδοσιν της των ελληνικών γραμμάτων καλλιεργείας και εν αμίλλη προς ταύτην. Η προσοχή των Γερμανών Φιλολόγων ήρξατο επεκτεινομένη κατά μικρόν από του ύψους της κλασσικής φιλολογίας και επί την φιλολογίαν την νεοελληνικήν και επί τους νέους Έλληνας. Άπασα δε η ελληνική φιλολογία ήρξατο να επιδρά σπουδαιότατα και επί την γερμανικήν γραμματείαν, ουχί μόνον την κλασσικήν, αλλά και την δημοτικήν. Η κατά την οκτωκαιδεκάτην εκατονταετηρίδα διηγηματική ποίησις, λέγει ο καθηγητής Αρνόλδος, ασμενίζει ως επί το πολύ εις εγχωρίους ελληνικάς υποθέσεις. Ο Wieland και ο Heinse εισάγουσιν εις το Γερμανικόν κοινόν τας ελληνικάς σκηνογραφίας. Ο Heinse εν τη περιφήμω πραγματεία αυτού Ardinghello (Μακάρων νήσοις), εν ή εκτίθενται αι περί πλαστικής και ζωγραφικής θεωρίαι αυτού (τη εκδοθείση τω 1787), λαμβάνει την υπόθεσιν εκ της νεωτέρας Ελλάδος· εν τω μέσω δε του Αιγαίου πελάγους αναθρώσκει [12] η ιδεώδης του ποιητού πολιτεία· υπό το φαιδρόν δε τούτο κλίμα θέλει να επαναγάγη ο ποιητής το κράτος του Ελληνισμού και να εξελάση την βαρβαρότητα. Δέκα έτη μετά το Ardinghello (τω 1797) εφάνη η μυθιστορία ο «Υπερίων» ή ο «εν Ελλάδι ερημίτης» του μεγίστου λυρικού ποιητού Φρειδερίκου Χέλδερλιν, εν ή ποιητική μεγαλοφυία, βάθος και πλούτος διανοημάτων, υπόθεσις ευγενεστάτου ελληνικού πνεύματος και συναρπάζουσα τας ψυχάς υψιπέτεια εισίν ηνωμένα και ήτις έχει την έμπνευσιν εκ της νέας Ελλάδος. Ο Υπερίων, ο πρωταγωνιστής, εν ώ απεικονίζεται αυτό το πνεύμα και ο βίος του ποιητού, είναι ο πρώτος νεώτερος Έλλην εν τη γερμανική ποιητική γραμματεία, εκπροσωπών τον νεώτερον ελληνισμόν εν τη αναγεννήσει του αρχαίου και δους αφορμήν εις την παρά τοις Γερμανοίς γένεσιν του ελληνικού ζητήματος υπό έννοιαν πολιτικήν, του ζητήματος δηλονότι της πολιτικής αποκαταστάσεως του Ελληνικού Γένους. Τοσαύτη δε υπήρξε κατά τους χρόνους εκείνους η της Γερμανικής ποιήσεως και φιλολογίας επί την προαγωγήν του ζητήματος τούτου ηθική ροπή, ώστε τω 1801, ότε ήρξαντό τινα μικρά επαναστατικά κινήματα εν τη Στερεά Ελλάδι, ο περίφημος εν τω Πανεπιστημίω της Ιένης καθηγητής των ελληνικών γραμμάτων Άσιος ηθέλησε να κατέλθη εις την Ελλάδα ίνα αγωνισθή.

Ότι ο φιλελληνισμός ούτος δεν απέβαλε και τον όν είχε κυρίως κατά τον 16 αιώνα θρησκευτικόν εν μέρει χαρακτήρα και ότι, καθ' όν χρόνον οι σοφοί φιλόλογοι και φιλόσοφοι από βημάτων πανεπιστημιακών εκήρυττον την ελευθερίαν της Ελλάδος, το αυτό εποίουν και ιεροκήρυκες οίος ο μνημονευθείς ελληνιστής άμα και θεολόγος Βύλφερ και ο θεολόγος Tschirmer τω 1813 και ο Iken εν τω «Ελληνίω» αυτού εκήρυττεν ότι είνε μεγάλη πλάνη το νομίζειν ότι η ελληνική εκκλησία αφίσταται πολύ της ευαγγελικής, τούτο βεβαίως δεν δύναται ν' αμφισβητηθή· αλλ' εγγύτερον προς την αλήθειαν ευρίσκονται οι φρονούντες, ότι ο Γερμανικός φιλελληνισμός του 18 και των αρχών του 19 αιώνος ήτο κυρίως ισχυρά αφύπνισις του πνευματικού φιλελληνισμού (Humanismus) του 15 και 16 αιώνος, κίνησις φιλολογική και &αισθητική&. Η λατρεία του αειζώου ελληνικού πολιτισμού και της ελληνικής τέχνης έδωκεν, ως λέγει και ο Caminade, εις την έξαρσιν ταύτην του ενθουσιασμού τον αληθή αυτής χαρακτήρα, υπέρ πάντας δε τους άλλους Γερμανούς οι φιλόλογοι και οι φιλόσοφοι Γερμανοί ήσαν, κατά Heine, οι καταληφθέντες υπό φλογός φιλελληνισμού, ο Θείρσιος εν Μονάχω, ο Ζόινε (Zeune) εν Βερολίνω, ο Ιάκοψ εν Γότθη, ο Φόσσιος εν Εϊδελβέργη, ο Κρύγιος [Κρούγιος] εν Λειψία.

Έτι τω 1811 ο κλεινός γεωγράφος και ιστορικός Ούκερτ έγραψεν «Εικόνας εξ Ελλάδος», άς ανέθηκεν εις τον Γκαίτε Βόλφιον και Φόσσιον· εν τη πραγματεία δε ταύτη κηρύσσεται ως επικειμένη η ελευθέρωσις της Ελλάδος. Δύο έτη μετά τον Ούκερτ ο κλεινός ελληνιστής Φρειδερίκος Θείρσιος εν Ακαδημεική διατριβή προήγγελλε την προσεχή ανάστασιν του «προσφιλούς λαού», μετά δύο δ' έτη πάλιν ο βαρώνος Ιωσήφ Άουφενβουργ ήθελε να κατέλθη εις Ελλάδα, ίνα εργασθή προς ελευθέρωσιν αυτής· αλλ' ο νεαρός ενθουσιώδης ευπατρίδης, αφού προυχώρησε μέχρι της Τρεβίζης, ηναγκάσθη να επανέλθη εις τα ίδια. Όπως ο κατά τα έτη 1813-14 εν τω υπέρ ελευθερίας των Γερμανών αγώνι υπέρ της Γερμανικής ελευθερίας ενθουσιασμός συνήπτετο μετά του υπέρ της ελευθερίας της Ελλάδος ενθουσιώδους πόθου, ούτω και η από του 1815 καταλαβούσα τας ευγενείς Γερμανικάς ψυχάς επί τη ματαιώσει των εθνικών ελπίδων περί ενότητος και πολιτειακής ελευθερίας απογοήτευσις έτι μάλλον εξήπτε τον πόθον της ελληνικής ελευθερίας· και εν τη ιδέα ταύτη εύρισκον παραμυθίαν και ανακούφισιν ηθικήν αι ψυχαί των υπέρ της Γερμανίας ενθουσιώντων μεγάλων Γερμανών και επί μακρόν έκτοτε η φιλοπατρία η Γερμανική συνεδέετο μετά της αγάπης προς την νέαν Ελλάδα και πάντες οι μεγάλοι Γερμανοί φιλοπάτριδες ήσαν και φιλέλληνες. Ότε τω 1812 ο τότε φιλελεύθερος έτι Γερμανός ποιητής Κοτσεβούε (ο βραδύτερον γενόμενος αντιδραστικός και οικτρόν ένεκα τούτου ευρών τέλος) εποίησε το ποίημα αυτού «Τα ερείπια των Αθηνών» και εψάλη τούτο ως εξόδιον εν τω βασιλικώ θεάτρω της Πέστης, μελοποιηθέν υπό του Μπετόβεν, γενική συγκίνησις και κατάνυξις βαθεία κατέλαβε πάντας επί ταις συμφοραίς της αναξιοπαθούσης Ελλάδος. Αι από του παρελθόντος δε αιώνος ήδη αρξάμεναι πνευματικαί σχέσεις μεταξύ Ελλάδος και Γερμανίας έτι μάλλον συνεσφίγχθησαν, επιστολαί από επιστημονικών συλλόγων Γερμανικών επέμποντο εις Έλληνας λογίους ενθαρρύνουσαι τους υπέρ αναγεννήσεως αγώνας, Έλληνες δε λόγιοι διωρίζοντο μέλη Ακαδημειών, ως ο Άνθιμος Γαζής (μέλος των Ακαδημειών Βερολίνου και Μονάχου). Αύτη η Αυστριακή Βιέννη, ήτις περί τα τέλη του 18 και τας αρχάς του 19 αιώνος ήτο κέντρον μικράς ελληνικής άμα και φιλελληνικής κινήσεως, εγένετο τω 1815, ότε εκρίνετο ενταύθα και ερρυθμίζετο η τύχη των λαών και κρατών της Ευρώπης, εντευκτήριον μεγάλων Ελλήνων και φιλελλήνων. Ενταύθα συνηντήθησαν Ιάκωβος Γριμμ, Άνθιμος Γαζής, Ιωάννης Καποδίστριας· αλλά πάσαι αι υπέρ Ελλάδος παρά τοις ισχυροίς ενέργειαι αυτών υπέρ Ελλάδος εματαιώθησαν υπό της Αυστριακής πολιτικής, ής ο αντιπρόσωπος αρχιγραμματεύς της Αυτοκρατορίας πρίγκηψ Μετερνίχος έλεγε προς τον εν ταις προπαρασκευαστικαίς επιτροπείαις του Συνεδρίου προτείνοντα την βελτίωσιν της θέσεως των Ελλήνων I. Καποδίστριαν, ότι δεν εγνώριζεν έθνος ελληνικόν, αλλά μόνον υπηκόους χριστιανούς του Σουλτάνου, όπως δεν εγνώριζεν έθνος Γερμανικόν και έθνος Ιταλικόν. Το μόνον έργον του Καποδιστρίου εν Βιέννη υπήρξε τότε, ως γνωστόν, η ίδρυσις της «Εταιρείας των Φιλομούσων» προς διάδοσιν της παιδείας εν Ελλάδι, ής Εταιρείας ενεγράφησαν ως μέλη πλείστοι ηγεμόνες, εν οίς πρώτος ο Αυτοκράτωρ Αλέξανδρος, και πολιτικοί άνδρες. Ως γνωστόν, έν έτος μετά το συνέδριον της Βιέννης ιδρύθη, κατά μίμησιν της υπό του Καποδιστρίου ιδρυθείσης, η «Εταιρεία των Φιλικών», αλλ' αύτη έλαβεν ευθής πολιτικόν χαρακτήρα αποβλέπουσα εις την ελευθέρωσιν του έθνους. Της εταιρείας ταύτης λαβών γνώσιν ο Θείρσιος εγένετο εξωτερικόν μέλος αυτής και εδιπλασίασεν έκτοτε τον υπέρ της Ελλάδος ζήλον, κηρύττων και από έδρας πανεπιστημιακής και από βήματος Ακαδημειών και Συλλόγων την προσεχή ελευθέρωσιν της Ελλάδος, μέχρις ού, εκραγείσης τω 1821 της επαναστάσεως, ίδρυσεν ευθύς, παρορμήσει του επιδόξου διαδόχου του Βαυαρικού θρόνου Λουδοβίκου, ομού μετά του έπειτα Υπουργού γενομένου βαρώνου Σεγκ τον φιλελληνικόν σύλλογον του Μονάχου, ού εγένετο Πρόεδρος. Έν των υπέρ Ελλάδος μεγάλων έργων του Θειρσίου ευθύς εξ αρχής της επαναστάσεως ήτο ότι κατώρθωσε να προσαγάγη εις τας υπέρ Ελλάδος γνώμας και ενεργείας αυτού την μέγα δυναμένην τότε εν τη δημοσία γνώμη Γερμανίας και Ευρώπης και πρωτίστην των Γερμανικών εφημερίδων Αυγουσταίαν «Γενικήν εφημερίδα» (Algemeine Zeitung von Augsburg), ήτις μέχρι τέλους υπεστήριζε τον ελληνικόν αγώνα, δεχομένη εις τας στήλας αυτής πάσας τας υπέρ Ελλάδος πραγματείας των φιλελλήνων. Μετά του Θειρσίου ηνώθη ο της φιλοσοφίας καθηγητής Κρύγιος, όστις και συνέταξε πρόγραμμα, ήτοι εναρκτήριον λόγον πανεπιστημιακόν «περί αναγεννήσεως της Ελλάδος», και περί τα μέσα Ιουλίου 1821 εξέδωκε την πρώτην προκήρυξιν περί συστάσεως επικουρικών συλλόγων και συλλογής εράνων. Εις το κήρυγμα τούτο προσήλθεν αρωγός ο βαρώνος Δάλβεργ και ο περίφημος Γάγερν. Ο Γάγερν πρώτος συνέλαβε το σχέδιον της συγκροτήσεως λεγεώνος φιλελλήνων. Και, συνωδά προς το σχέδιον του Γάγερν, απέτεινεν ο Θείρσιος (6/18 Αυγούστου) επίκλησιν προς τους Γερμανούς. Η επίκλησις αύτη τοσούτω μάλλον ισχυράν εύρεν ηχώ εν τη διανοία των Γερμανών, όσον πλην του εν Μονάχω είχον ιδρυθή τω 1821 σύλλογοι φιλελληνικοί εν Στουττγάρδη, Τυβίγγη, Φρειβούργω, Εϊδελβέργη και Φραγκφούρτη και έν τισι πόλεσι της Γερμανικής Ελβετίας, &ενώ τουναντίον&, ως λέγει ο Αρνόλδος, &εν άλλαις ευρωπαϊκαίς χώραις ο φιλελληνισμός ου μόνον ουδαμώς υπεστηρίζετο, αλλά και κατεδιώκετο&. Τουναντίον δ' εν Γερμανία, καίπερ καταδιωκόμενος απηνώς, ηθικώς τε και πολιτικώς, υπό της πανισχύρου Αυστριακής πολιτικής, πανταχού εθριάμβευε, μεθ' όσα εν Βιέννη εδημοσιεύοντο δηλητηριώδη εναντίον των Ελλήνων άρθρα εν τω οργάνω του διαβοήτου Γεντζ «Αυστριακώ παρατηρητή» (Oesterreichischer Beobachter), υπ' αυτού του Γεντζ ως κύρια άρθρα ή εν είδει ανταποκρίσεως δήθεν εξ Ελλάδος συντασσόμενα, και υπό του Τουρκιστού Χάμμερ, του γράψαντος βραδύτερον την ιστορίαν του Οθωμανικού κράτους, εν τοις «Βιενναίοις Χρονικοίς» γραφόμενα. Δεινή εναντίον του εν Γερμανία φιλελληνισμού εξηγείρετο τότε η διεφθαρμένη ηθικώς Αυστριακή αριστοκρατία και διπλωματία, αριθμούσα εν ταις τάξεσιν αυτής πάντας τους Αυστριακούς διπλωμάτας, εν οίς τινες ομού μετά του Γεντζ και διά καλάμου δηλητηριώδους κατεπολέμουν τον ελληνικόν αγώνα, οίος ο εν Πετρουπόλει τω 1824-25 Αυστριακός πρεσβευτής κόμης Λεβζέλτερν εξενεγκών το διαβόητον απόφθεγμα: «η Ευρώπη δεν οφείλει εις την αρχαίαν Ελλάδα ουδέ το τέταρτον του πολιτισμού, όν επορίσθη παρά των Αράβων». Εν Γερμανία αυτή μόνον οι χρηματιστικοί κύκλοι της Φραγκφούρτης αντέδρων ασθενώς εναντίον του ρεύματος του φιλελληνισμού. Τουναντίον δε εν ετέρω μεγάλω εμπορικώ και χρηματιστικώ κέντρω της Γερμανίας, τω Αμβούργω, η φιλελληνική κίνησις επήνεγκε και την ίδρυσιν ουχί μιας, αλλά πολλών φιλελληνικών επιτροπειών. Αυτό το Βερολίνον κατέστη κέντρον μεγάλης φιλελληνικής κινήσεως, μεθ' όλην την επιτετηδευμένην της Κυβερνήσεως επιφυλακτικήν πολιτικήν. Ου μόνον σοφοί μεγάλοι συγγραφείς, οι μέγιστοι ιστορικοί Νέανδρος και Νείβουρ (ούτος μάλιστα κατέχων θέσιν επισημοτάτην εν τη υπηρεσία του Κράτους) και ο περίφημος επί επιστημονική μεγαλοφυία και επιστημονική φιλανθρωπία καθηγητής της ιατρικής Χύφελανδ ήσαν ηγέται της εν Βερολίνω φιλελληνικής κινήσεως, αλλά και ο του θρόνου διάδοχος, (όπως και ο βασιλεύς πατήρ αυτού), καίπερ άλλως πρεσβεύων αρχάς πολιτικάς απολυταρχικάς (κατά τα δόγματα της πολιτικής φιλοσοφίας του Άλλερ). Διά των ανδρών τούτων και διά πλείστων άλλων περιφανών λογίων, καθηγητών, συγγραφέων, απ' άκρου εις άκρον της Γερμανίας η φιλελληνική κίνησις ευθύς από του πρώτου έτους τεραστίας έλαβεν εκτάσεις εξωτερικάς και έντασιν εσωτερικήν. Ευγενείς δέσποιναι, λέγει ο Αρνόλδος, εκ της ανωτάτης των ευπατριδών τάξεως περιήρχοντο από οικίας εις οικίαν, συνεπιβοηθούντων του βασιλέως και του πεφωτισμένου πρίγκηπος διαδόχου και του Δημοτικού συμβουλίου.

Εν Βρεσλαυία της Πρωσσίας στρατιώται και υπηρέται προσήρχοντο εις τας επιτροπείας φέροντες τον οβολόν αυτών. Ιδίως οι φιλόλογοι διέπρεπον επί φιλελληνική θέρμη. Συγκινητικώτατοι ήσαν ιδίως οι λόγοι, μεθ' ών ο γηραιός Φόσσιος, ο μεταφραστής των ομηρικών επών, συνώδευσε την εν Εϊδελβέργη εκ χιλίων φιορινιών (2 1/2 χιλ. φρ.) συνδρομήν αυτού «ως μικράν δόσιν του μεγάλου χρέους, ανθ' ής έτυχε παρά της Ελλάδος παιδεύσεως». Εν Λειψία δ' εντός του ναού του Αγίου Θωμά ο καθηγητής Τσίρνερ εκήρυττεν ακαταπαύστως υπέρ των εν Ανατολή καταδυναστευομένων χριστιανών. Πολλοί συγγραφείς φιλελληνικών πονημάτων αφιέρουν τα εκ της πωλήσεως αυτών εισπραττόμενα χρήματα εις τους ελληνικούς συλλόγους. Ου μόνον δε φιλέλληνες, αλλά και έτεροι συγγραφείς έπραττον το αυτό εκ φιλανθρωπίας, λέγει ο Αρνόλδος. Εμελοποιούντο άσματα, εδημοσιεύοντο χαλκογραφίαι, ετελούντο συναυλίαι, ετυπούντο βιβλία, τα πάντα επεχειρούντο προς υλικήν των Ελλήνων συνδρομήν. Πλείστοι όσοι ήσαν οι προσελθόντες εθελονταί. Εις την κλήσιν του Δάλβεργ υπείκοντες, έδραμον νέοι και πρεσβύτεροι εις τα εν Στουττγάρδη και Ασσαφενβούργω (της Βαυαρίας) κεντρικά στρατολογικά γραφεία. Ανώτεροι και κατώτεροι αξιωματικοί, ενώ ήλπιζον ταχείαν προαγωγήν μένοντες εν τη πατρίδι αυτών, έμποροι και χειρώνακτες, διδάκτορες της φιλοσοφίας, φοιτηταί και καλλιτέχναι, συγγραφείς και ποιηταί, έτι δε και γυναίκες καταλέγονται εις την χορείαν των εθελοντών. Τω 1821-22 επέμφθησαν εις την Ελλάδα υπό των φιλελληνικών Συλλόγων 327 εθελονταί· έτεροι δε εθελονταί απήλθον ιδίοις αναλώμασιν [13]. Ο του Νείβουρ φίλος Λίβερ μάτην ηγωνίσθη να πραγματώση τα ιδεώδη αυτού σχέδια εν Ελλάδι· αλλ' ηρώων ουδεμία υπήρχεν έλλειψις. Μεταξύ των πρώτων εθελοντών, τον πρώτον ήδη μήνα της επαναστάσεως σπευσάντων εις την Ελλάδα, ήν, ως ερρήθη, ο από Ολσατίας (Χόλστεϊν) ευγενής Βάλδεμαρ Κουάλεν, πεσών εν τη μάχη των Θερμοπυλών παρά τον ηρωικώς ενταύθα μαχόμενον Αθ. Διάκον. Θαυμάσια ανδραγαθήματα διέπραξεν εν Ελλάδι, κατά τον Αρνόλδον, ο λοχαγός Φάβεκ. Εν τοις νεαροίς αγωνισταίς τοις καταβάσιν εις Ελλάδα συνηριθμείτο και ο αξιωματικός Σάγχορστ, επί θυγατρί γαμβρός του περιωνύμου Πρώσσου στρατάρχου Γναϊζενάου. Μεγάλας υπηρεσίας προσήνεγκεν εις την Ελλάδα ο το πρώτον έτος ήδη της επαναστάσεως κατελθών εις Ελλάδα, εκ των κατά του Ναπολέοντος πολέμων γνωστός Βυρτεμβέργιος στρατηγός Νόρμαν Έρενφελς, γενναίως υπερασπίσας την Πύλον εναντίον του Τουρκικού στόλου και είτα γενναίως αγωνισάμενος και τραυματισθείς εν τη μάχη του Πέτα (1822). Ο φιλελληνισμός ο Γερμανικός εισεχώρησε τότε και εις την παιδαγωγικήν επί τοσούτον (λέγει πάντοτε ο Γερμανός Αρνόλδος), ώστε είς των αρίστων καθηγητών, ο Μυγχ, μεγαλοφώνως απεφαίνετο υπέρ της εισαγωγής της καθ' Έλληνας προφοράς των ελληνικών γραμμάτων εις τα Γερμανικά γυμνάσια. Και οι εν τοις γυμνασίοις μαθηταί κατελήφθησαν τότε υπό τοσούτου και τηλικούτου ενθουσιασμού, ώστε εν τοις τετραδίοις αυτών εικόνιζον τας νίκας των Ελλήνων· είς δε των φιλελλήνων τούτων μαθητών (ο ύστερον επιφανής ιστορικός Ερνέστος Κούρτιος) έλαβε παρά του Γυμνασιάρχου ράπισμα ένεκα της φιλελληνικής παραφοράς αυτού. Και ο ύστερον μέγας ιστορικός Γερβίνος, ο τοσούτον θαυμασίαν συγγράψας ιστορίαν του ελληνικού αγώνος, νέος ών τότε και μεστός φιλελληνισμού, μόλις και μετά βίας εκωλύθη υπό των γονέων αυτού του μεταβήναι εις Ελλάδα· αλλ' η Ελλάς η στερηθείσα τότε ενός περιπλέον φιλέλληνος πολεμιστού ημείφθη είτα μυριοπλασίως διά του καλάμου του μεγαλοφυούς ιστοριογράφου του ελληνικού αγώνος. Αλλ' ενταύθα γενόμενοι του λόγου ακούσωμεν και ολίγων τινών του μεγάλου τούτου ιστορικού περί του εν Γερμανία φιλελληνισμού ρημάτων.

«Την πρώτην έργοις εκδηλουμένην (λέγει ο Γερβίνος) συμπάθειαν εύρεν ο Ελληνικός αγών εν Γερμανία, ένθα η πολιτική τέχνη εσιώπα και ουδένα ηδύνατο να θέση φραγμόν ιδιοτελή εις την γλώσσαν της ενθουσιώδους φαντασίας του ανθρωπίνου ευγενούς φρονήματος. Καθ' όν χρόνον ο Αλέξανδρος Υψηλάντης ευρίσκετο εν Φωξάνη, είχε πέμψει τον ενθουσιώδη ιατρόν αυτού Ηπίτην μετά συστατικών επιστολών προς τους εν Γερμανία Έλληνας και φιλέλληνας, ίνα εξεγείρη υπέρ του ελληνικού αγώνος την ηθικήν αρωγήν των λογίων και των φιλελευθέρων πολιτικών μερίδων. Ο Ηπίτης ήλθε το πρώτον εις Βιέννην, ένθα οι φίλοι αυτού κατεπειγόντως συνέδραμον αυτώ, ίνα αποφύγη την τύχην του Ρήγα· αλλ' επί παντός άλλου (εκτός της Αυστρίας!) Γερμανικού εδάφους έτυχε φιλοξενίας ευμενούς, εν Μονάχω, Λειψία, Δρέσδη, εν Γοττίγγη και εν Ιένη, εν Βερολίνω και εν Αννοβέρω, εν Αμβούργω και εν Κιέλω.