Part 1
Produced by Sophia Canoni
üumlaut u, ä umlaut a
Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic; otherwise the spelling of the book has not been changed. Words in italics are included in _, bold words in &. Footnotes have been converted to endnotes and are included in (). I have also added explanation of words in endnotes. These are included in [].
Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό, κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις με πλαγίους χαρακτήρες έχουν σημειωθεί με _, ενώ λέξεις με έντονους με &. Οι υποσημειώσεις έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου και περικλείονται σε (). Έχω προσθέσει στο τέλος του βιβλίου επεξηγήσεις λέξεων. Αυτές έχουν σημειωθεί με [].
Ο ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΣ ΦΙΛΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ
ΥΠΟ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΡΟΛΙΔΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΕΝ ΤΩ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΩ
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
1917
Ο ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΣ ΦΙΛΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ
ΥΠΟ
ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΡΟΛΙΔΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΕΝ ΤΩ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΩ
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1917
Οι λόγοι οι δόντες ημίν αφορμήν εις την σύνταξιν και δημοσίευσιν της μικράς ταύτης πραγματείας είναι οι εξής: Διδάσκων εν τη ενταύθα Εταιρεία των Φίλων του Λαού την ιστορίαν του μεγάλου αγώνος και λαβών αφορμήν να ποιήσωμαι λόγον, προς τοις άλλοις, περί του εν Ευρώπη Φιλελληνισμού ως συντελεστού σπουδαίου της επιτυχίας του αγώνος τούτου, προήχθην, ως ήτο επόμενον, να πραγματευθώ και περί του σπουδαιοτάτου και πρωτίστην εν τω περί Φιλελληνισμού κεφαλαίω της ιστορίας κατέχοντος θέσιν Γερμανικού Φιλελληνισμού. Η εντεύθεν προκύψασα παρά πολλοίς των αξιοτίμων ακροατών εντύπωσις κατά τούτο ην μεγάλη, ότι προκατειλημμένοι ούτοι εκ των καθ' εκάστην εν τω τύπω κατά κόρον γραφομένων περί των λεγομένων προστατίδων Δυνάμεων και περί των λαών αυτών ως των μόνων φιλελλήνων, δεν προσεδόκων ν' ακούσωσιν ότι ο Γερμανικός Φιλελληνισμός ήτο ο πρώτος και ακραιφνέστατος φιλελληνισμός. Εντεύθεν δ' εξέφρασαν πολλοί την επιθυμίαν ίνα τα από του βήματος της αιθούσης της Εταιρείας λεχθέντα υπ' εμού αναγινώσκωνται και εν ευρυτέρω κύκλω υπό του Ελληνικού λαού. Η τοιαύτη επιθυμία προερχομένη εξ αγνού και ευγενούς προς την ιστορικήν αλήθειαν και την ιστορικήν δικαιοσύνην αισθήματος αγάπης μοι εφάνη λίαν εύλογος και, ως παρά τω λαώ διαφώτισις σπουδαίου μέρους της εθνικής ιστορίας, υπηρεσία εθνική. Ουδαμώς πάντως πρόκειται ενταύθα περί των ως μήποτ' ώφειλε εν τοις εσχάτοις καιροίς διαιρούντων και διχαζόντων το έθνος ημών πολιτικών και εθνικών φρονημάτων και αισθημάτων ως προς τας σχέσεις αυτού προς εκατέραν των διαμαχομένων προς αλλήλας συστάσεων των μεγάλων Ευρωπαϊκών Λαών, αλλά περί συμφέροντος ηθικού, κοινού εις όλους τους Έλληνας, του συμφέροντος του γινώσκειν δηλονότι και μελετών το ανεπίληστον [1] ιστορικόν παρελθόν και της κατά μέρος τουλάχιστον, δια τοιαύτης γνώσεως, διαφωτίσεως της οδού της κατευθύνσεως της ιστορικής και εθνικής εν τω αχανεί μέλλοντι. Συμφέρον μέγα του γένους ημών είναι εν τη περί του μέλλοντος κρίσει αυτού να μη παραπλανάται εκ των συγκρουομένων προς άλληλα θερμών του παρόντος αισθημάτων, αλλά ν' αποβλέπη προς το μέλλον τούτο ψυχρώς και απαθώς εν πάση γνώσει και συνειδήσει της αληθείας. Το μέλλον του κόσμου του ιστορικού ανήκει, ως τα πάντα ήρξαντο αριδήλως [2] μαρτυρούντα, ουχί εις την πρωτοβουλίαν των Κυβερνήσεων, αλλ' εις την πρωτοβουλίαν των λαών. Ακριβώς δ' εν τη διακρίσει λαών και Κυβερνήσεων έγκειται η ιδιαιτέρα σπουδαιότης της ιστορίας του καθόλου [3] φιλελληνισμού.
Εν τη ιστορία του μεγάλου Ελληνικού αγώνος δύο υπήρξαν εξωτερικοί συντελεσταί εις την ευόδωσιν και τελικήν επιτυχίαν τούτου: Ο &φιλελληνισμός& ήτο η υπό των λαών της Ευρώπης λόγω και έργω δειχθείσα προς τον αγώνα συμπάθεια, και η πολιτική και πολεμική συνδρομή τινων Κυβερνήσεων Ευρωπαϊκών. Εν τω πρώτω κεφαλαίω, τω της συμπαθείας και ενεργού συνδρομής των λαών εις τον Ελληνικόν αγώνα, πρωτεύει η Γερμανία, αλλ' εν τω δευτέρω υστερεί, διότι δεν υπήρχε τότε Γερμανική Κυβέρνησις εθνική, το εθνικόν φρόνημα και αίσθημα εκπροσωπούσα, αλλά, ως θέλομεν ιδιαιτέρως πραγματευθή τούτο περαιτέρω, πολλαί κυβερνήσεις γερμανικαί, ών αι ασθενέστεραι ήσαν αι φιλελληνικαί, η δε ισχυροτάτη, ήτο η ψευδογερμανική Κυβέρνησις της Αυστρίας, η τοσούτον απηνώς πολεμία προς τον εθνικόν αγώνα των Ελλήνων, όσον και προς τον εθνικόν αγώνα των Γερμανών και προς πάντα καθόλου αγώνα εθνικόν. Ως προς δε τα της πολιτικής και πολεμικής συνδρομής τινων Κυβερνήσεων, η ευρεία και βαθεία μελέτη του ευρωπαϊκού πολιτικού ή διπλωματικού μέρους της ιστορίας του αγώνος πείθει πάντα ότι η μόνη Κυβέρνησις, ήτις ειργάσθη αληθώς πολιτικώς τε και διπλωματικώς και πολεμικώς, είναι η Ρωσσία, μόνη δυναμένη να λέγηται ευεργέτις, ουχί υποκειμενικώς, αλλ' εξ αντικειμένου, ουχί από συμπαθείας και λόγων οιωνδήποτε αισθηματικών, αλλ' εκ παραδόσεως πολιτικής, από λόγων ιστορικών, από λογικής πραγμάτων επιβαλλούσης τότε εις την Δύναμιν ταύτην τοιαύτην πολιτικήν. Πασών των άλλων μεγάλων Δυνάμεων η ενέργεια, ιδίως της Αυστρίας και Αγγλίας, έτι δε και της Γαλλίας, υπήρξεν επί έτη αντίδρασις ενεργητική ή παθητική εναντίον της Ρωσσικής ενεργείας, αγών προς ματαίωσιν της Ρωσσικής υπέρ των Ελλήνων ενεργείας. Αυτή δ' η πολιτική έπεισεν επί τέλους δύο των Δυνάμεων τούτων, την Αγγλίαν και την Γαλλίαν, να συμπράξωσι μετά της Ρωσσίας ουχί χάριν της Ελλάδος αυτής, αλλά διότι, και δι' άλλας αιτίας και διά την ισχυράν επίδρασιν του καθόλου φιλελληνισμού, δεν ηδύναντο ν' αντιπράξωσιν εις τας ενεργείας τας Ρωσσικάς. Ο πολυθρύλητος Άγγλος φιλέλλην πολιτικός Γ. Κάννιγκ επί έτη εδέσμευσε την Ρωσσικήν ενέργειαν διά μυρίων λοξοδρομικών κινήσεων εν τοις κρισιμωτάτοις του αγώνος καιροίς, τέλος δ' ηνώθη μετά της Ρωσσίας ίνα επιτηρή και περιστείλη εντός στενοτάτων ορίων την Ρωσσικήν ενέργειαν. Η Γαλλία προσεχώρησεν εις τον Αγγλορωσσικόν σύνδεσμον, ίνα διασπάση και τον σύνδεσμον τούτον, ως απροκαλύπτως ωμολόγησε προς την Αυστριακήν Κυβέρνησιν ο Γάλλος πρωθυπουργός Βιλλέλ, προσθέτων ότι «πρέπει τις ενίοτε &να συμβιβασθή μετά του κακού& ίνα επιτύχη του αγαθού». Πάσαι αι ενέργειαι αι Αγγλικαί και Γαλλικαί εν τη «τερατώδει» κληθείση υπό του Μετερνίχου εν τω Ελληνικώ ζητήματι ενώσει των τριών Δυνάμεων, απέβλεπον προς αυτόν τον σκοπόν, να μη επιτρέψωσιν εις την Ρωσσίαν ίνα προφάσει ενεργείας υπέρ Ελλάδος επενέγκη την πτώσιν του Οθωμανικού Κράτους. Η εν Ναυαρίνω ναυμαχία δεν ήτο έργον των Κυβερνήσεων, αλλά του ναυάρχου Κοδριγκτώνος, &όστις διά τούτο ακριβώς απεδοκιμάσθη και επέμφθη εις δίκην.& Η δε ναυμαχία εκείνη, ως λέγει αληθέστατα ο Πρόκες, κατά τρίχα δεν ήθελε προαγάγει την λύσιν του ελληνικού ζητήματος, αν μη εγίνετο ο Ρωσσοτουρκικός πόλεμος τω 1828-29. Ο Βασιλεύς Κάρολος I ήτο προσωπικώς λίαν φιλέλλην και εδείχθη προσωπικώς ευεργέτης της Ελλάδος· αλλ' η Γαλλική πολιτική δεν έπαυε του να είναι διπρόσωπος εν ταις υπέρ Ελλάδος επιβεβλημέναις αυτή ενεργείαις, και εν αυτή έτι τη εις Πελοπόννησον στρατεία. Η δε Αγγλική ειργάσθη πάντοτε και μετά τον πόλεμον του 1828-29, ίνα περιστείλη όσον ήτο δυνατόν τα υπέρ της Ελλάδος αποτελέσματα του πολέμου εκείνου. Μόνον δε η εσωτερική ηθική δύναμις του αγώνος και η αίγλη η ηρωική, ήν περιεβλήθη, και η μετά της τοιαύτης ιδιότητος του αγώνος συνδεομένη ηθική ισχύς του ευρωπαϊκού φιλελληνισμού κατίσχυσαν, εν ώ μέτρω ήτο δυνατόν, των επιβούλων ενεργειών της πολιτικής και εδέσμευσαν εις το άρμα του Φιλελληνισμού και της Ρωσσίας Αγγλίαν και Γαλλίαν. Συνελόντι ειπείν [4], δύο δυνάμεις, πλην της τρίτης ή μάλλον πρώτης, της αλκής [5] του Ελληνικού, συνετέλεσαν εις την επιτυχίαν του ελληνικού αγώνος, ο φιλελληνισμός και η Ρωσσική πολιτική. Περί πάσης άλλης ευρωπαϊκής πολιτικής εν τω Ελληνικώ αγώνι τούτο μόνον δύναται να ρηθή, ότι ήτο φανερά η κεκρυμμένη επίβουλος αντενέργεια εναντίον της Ρωσσικής πολιτικής. Και όμως, και η πολιτική αύτη, ένεκα της ηθικής δυνάμεως του εξ ιδέας προελθόντος αγώνος και του παρομαρτούντος [6] αυτώ φιλλεληνισμού, συνέπραττεν αφανώς και αδήλως, αλλά πραγματικώς, παρά την γνώσιν και την θέλησιν των δρώντων, εις την επικράτησιν της Ρωσσικής πολιτικής, διότι αύτη και εξ αντικειμένου μόνον και τυχαίως έστω και συμπτωματικώς ήτο φιλελληνική εν τοις πράγμασιν αυτοίς. Καθόλου δε περί της ευρωπαϊκής πολιτικής και διπλωματίας εν τω ελληνικώ αγώνι είναι αδύνατον εν παντί βήματι να μη αναμνησθή τις των ρημάτων του μεγάλου Γερβίνου: «Εάν η ελληνική επανάστασις δεν είχε χαρακτήρα ούτω τραγικόν, εάν η φρικώδης σοβαρότης των πολιτικών αγώνων και των παντοειδών συμφορών και καταθλίψεων δεν εξηρτάτο εκ του ιδιοτρόπου παιγνίου των ισχυρών, ήθελε τις επιχειρήσει να γράψη τα διπλωματικά μέρη της ιστορίας ταύτης ώσπερ σάτυραν χλευαστικήν· διότι σπανίως εν τω μυστηριώδει μίτω της ιστορίας τοσούτον φανερώς εφάνη το δίκτυον, σπανίως δε εγένετο δήλον πόσον &ασθενείς& και &ευτελείς& είναι αι δυνάμεις αι ιθύνουσαι τοσούτον συχνά τας μεγάλας τύχας των λαών». Ταύτα ο Γερβίνος περί του διπλωματικού παράγοντος του ελληνικού αγώνος. Πάντη αντιθέτως έχουσι τα του ετέρου ευρωπαϊκού παράγοντος, του Φιλελληνισμού.
Α' ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΦΙΛΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΚΑΘΟΛΟΥ
Ο &φιλελληνισμός& και ως πράγμα και ως όνομα, είναι προϊόν πνευματικόν της νεωτέρας ευρωπαϊκής ιστορίας. Εν τη αρχαία Ελλάδι &φιλέλλην& εκαλείτο ου μόνον ο φίλος των Ελλήνων ξένος (ως ο Άμασις της Αιγύπτου), αλλά και Έλλην φιλογενής, ιδίως δε ο την ελληνικήν παίδευσιν καλλιεργών και προστατεύων, όπως ο των Συρακοσίων ηγεμών Ιέρων. Εντεύθεν δε το όνομα εσήμαινεν, όπως και το &φιλαθήναιος& και το &Ελληνικός&, και τον πεπολιτισμένον άνθρωπον. Και εν τοις Ρωμαϊκοίς δε χρόνοις το όνομα εδίδετο εις τους καλλιεργούντας την ελληνικήν παίδευσιν και τον ελληνικόν πνευματικόν βίον Ρωμαίους (Σκηπίωνα, Φλαμινίνον), και μάλιστα εις Αυτοκράτορας, οίοι Αδριανός, Μάρκος Αυρήλιος, Γαλλιηνός. Το όνομα μετά τους Ρωμαϊκούς χρόνους λησμονηθέν, ανεφάνη μετά πολλούς αιώνας εν τοις νεωτέροις χρόνοις, κατά την περίοδον της καλουμένης &Αναγεννήσεως& (Renaissance), από του 14 και 15 μ. Χ· δηλονότι αιώνος. Η διά της &Αναγεννήσεως& αρξαμένη μεγάλη προς την αρχαίαν ελληνικήν γλώσσαν, φιλολογίαν, τας καλάς τέχνας και σύμπαντα τον ελληνικόν πνευματικόν βίον αγάπη παρήγαγε κατά φυσικήν συνεφέλκυσιν ιδεών και αισθημάτων αγάπην τινά και προς παν απ' ευθείας ή εμμέσως προς το αρχαίον ελληνικόν συνδεόμενον, κατά φυσικήν δε και λογικήν ακολουθίαν και προς τους νεωτέρους Έλληνας. Ο τοιούτος ελληνισμός ήκμασε προ πάντων εν Γερμανία, ένθα οι μεγάλοι ηγέται της ελληνικής παιδεύσεως και τα ονόματα αυτών έτι μετεποίουν εις ταυτόσημα ελληνικά (ο Δεσιδέριος μετωνόμασεν εαυτόν Έρασμον, ο Ραϊχλίνος Καπνίωνα, ο Σβάρζερτ Μελάγχθονα), αλλ' υπήρχε και εν Ιταλία τουλάχιστον κατά τον 15 και 16 αιώνα. Αλλ' ο τοιούτος φιλελληνισμός ο ευρωπαϊκός κυρίως εν Γερμανία εστράφη θετικώς προς το υπό το Οθωμανικόν Κράτος Ελληνικόν και έλαβε κατά μικρόν σάρκα και υπόστασιν πολιτικήν αποβλέπουσαν εις την πολιτικήν αποκατάστασιν των νέων Ελλήνων. Η κοιτίς του νέου τούτου μετά τον πνευματικού συνημμένου πολιτικού, ούτως ειπείν, φιλελληνισμού είναι η Γερμανία, εντεύθεν δε ο Γερμανικός φιλελληνισμός κατέλαβεν έξοχον θέσιν κατά τον μέγαν υπέρ ελευθερίας ελληνικόν αγώνα.
Β' Ο ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΣ ΦΙΛΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ
Ο Γερμανικός φιλελληνισμός διαφέρει και υπερέχει ηθικώς και πνευματικώς τον εν πάσαις ταις άλλαις ευρωπαϊκαίς χώραις, διαρκούντος του αγώνος, παραχθέντος φιλελληνισμού κατά τούτο, ότι είναι ο αρχαιότερος διαρκέστερος, ακραιφνέστερος [7], εγκαρδιώτερος, από φρονημάτων βαθυτέρων και αισθημάτων υψηλοτέρων και μάλλον πεφωτισμένων προελθών, ο εις μείζονας θυσίας και χρημάτων και αίματος υποβολών εαυτόν και πλέον καρποφόρος, ως ηθική και πνευματική δύναμις, αποβάς. Διαφέρει δε και κατά τούτο ότι προϋπήρχε της επαναστάσεως και συνετέλεσεν ηθικώς εις την έκρηξιν αυτής, ενώ ο των άλλων χωρών φιλελληνισμός προήλθεν εκ του αγώνος αυτού· έτι δε μάλλον διαφέρει του των άλλων χωρών φιλελληνισμού κατά τούτο, ότι έχει χαρακτήρα καθολικώτερον πνευματικόν, ενεργώς νοερόν, ενώ ο της άλλης Ευρώπης, προελθών κυρίως από των φοβερών συμφορών της επαναστάσεως, έχει χαρακτήρα μάλλον αισθηματικόν και χριστιανικώς φιλάνθρωπον. Ο Γερμανικός φιλελληνισμός, ο εξεγερθείς ισχυρότατος, σφοδρότατος άμα τη αρχή του αγώνος και μετασχών των πρώτων μαχών (εν Θερμοπύλαις μόλις ένα μήνα μετά την έναρξιν του αγώνος παρά τον γενναίως μαχόμενον Αθανάσιον Διάκον έπεσαν ικανοί φιλέλληνες Γερμανοί, εν οίς και ο από ευγενούς οίκον Χολσταϊνικού καταγόμενος Βάλδεμαρ Κουάλεν), είχε χαρακτήρα καθολικής ιδεώδους &φιλανθρωπίας& εν τη παρά τοις αρχαίοις σημασία του ονόματος, της αγάπης δηλονότι προς παν το εν τω ανθρωπίνω βίω και ιστορία μέγα και ευγενές. Ο Γερμανικός φιλελληνισμός, δεν προήλθεν απλώς από φιλανθρώπου συμπαθείας προς τας συμφοράς των σφαζομένων, αιχμαλωτιζομένων, εξανδραποδιζομένων θυμάτων του αγώνος, ούτε απλώς από θαυμασμού προς τα ηρωικά έργα των γενναίων μαχητών της ελευθερίας· υπό τούτων επερρώσθη προϋπάρχων αυτών· προήλθε δε από βαθείας αγάπης, θαυμασμού και λατρείας προς τα ονόματα Έλληνες και Ελλάς, προς την αρχαίαν Ελλάδα, προς την Χριστιανικήν Ελλάδα, προς το Έθνος όπερ εν ονόματι των προγόνων αυτού εξεγειρόμενον, παρίστατο εις την σκηνήν του πολιτικού κόσμου μετ' αξιώσεων και δικαιωμάτων αποκαταστάσεως εις την παλαιάν αυτού δόξαν και εύκλειαν. Εντεύθεν ο Γερμανικός φιλελληνισμός ήτο ποιητικός άμα και πρακτικός, ποιητικός εν τη προς την ιδέα και το ιδεώδες πτήσει, πρακτικός εν τη προς επιτυχίαν του αγώνος ενεργώ συμπράξει· ιδεώδης άμα και πραγματικός, ιδεώδης εν τη αντιλήψει και τω ενθουσιασμώ, πραγματικός εν τη εθελοθυσία [8]. Παραδείγματα τοιούτου φιλελληνισμού ήσαν λίαν σπάνια εκτός της Γερμανίας (οίον το του Λόρδου Βύρωνος και του Συνταγματάρχου Στάνχοπ εν Αγγλία καί τινων Αμερικανών εν ήττονι βαθμώ). Και ενώ εν ταις λοιπαίς πεπολιτισμέναις χώραις μέχρι τον 1824-25 αραιά μόνον απαντώσι παραδείγματα φιλελληνισμού, η Γερμανία από του 1821 εμφανίζεται ως μεγάλη κοιτίς και φλογερόν εργαστήριον φιλελληνισμού· Πανεπιστήμια, Ακαδήμειαι, Σύλλογοι επιστημονικοί είνε τα κέντρα της μεγάλης φιλελληνικής κινήσεως και ενεργείας, καθηγηταί δε και η Ακαδημαϊκή νεότης είναι οι κυριώτατοι πράκτορες της τοιαύτης κινήσεως. Εκείνο, όπερ ο λόρδος Γράνβιλ είπε τω 1873 τοις φοιτηταίς Αγγλικών πανεπιστήμιων, ότι η Ακαδημαϊκή νεότης εδημιούργησε την νέαν Ελλάδα, αληθεύει κυρίως περί της Ακαδημαϊκής νεότητος της Γερμανικής. Ποιηταί και ποιήτριαι, λόγιοι πάσης τάξεως, συγγραφείς και δημοσιογράφοι, πολιτειολόγοι και μυθιστοριογράφοι, βασιλείς και βασιλόπαιδες, στρατηγοί και στρατιώται, εστρατεύοντο πάντες υπέρ του ελληνικού αγώνος.
Αλλ' ενταύθα ευρίσκεταί τις πάντως προ της εξής απορίας και ερωτήσεως: Πώς ούτως εχόντων των πραγμάτων η Γερμανία δεν μετέσχεν ως κράτος του υπέρ ελευθερίας αγώνος των Ελλήνων και κατέλιπε το έργον τούτο εις κράτη υποδεέστερα αυτής κατά την ηθικήν ρώμην και ζέσιν του φιλελληνισμού; Πώς η Γερμανία ή το Γερμανικόν Κράτος δεν εγένετο Δύναμις ευεργέτις της Ελλάδος, όπως η Αγγλία, η Γαλλία, η Ρωσία; Αι τοιαύται ερωτήσεις είναι καθ' εαυτάς αρκούντως σοβαραί και πείθουσιν ημάς ίνα, πριν ή προχωρήσωμεν εις την περαιτέρω παράστασιν και αφήγησιν του Γερμανικοί φιλελληνισμού, λύσωμεν το ούτω προβαλλόμενον ημίν ζήτημα.
Και λοιπόν απαντώντες εις την άνω ερώτησιν, λέγομεν ότι κατά τον χρόνον, καθ' όν ο πυρσός του γερμανικού φιλελληνισμού, αναρριπισθείς εν αρχή του αγώνος, μετεποίησε πάσαν την διανοουμένην και αισθανομένην Γερμανίαν απ' άκρου εις άκρον εις κάμινον φλεγομένην πυρός φιλελληνικού, κράτος Γερμανικόν ή Γερμανία ως κράτος και δύναμις πολιτική δεν υπήρχεν. Αι μεγάλαι ελπίδες και προσδοκίαι του Γερμανικού λαού, του τοσούτον ενθουσιωδώς και ηρωικώς αγωνισαμένου υπέρ ελευθερίας εναντίον του Ναπολεοντείου Γαλλικού ζυγού και λαβόντος παρά των ηγεμόνων αυτού πανδήμους υποσχέσεις και επαγγελίας περί πολιτικής ενότητος και περί συγκροτήσεως κράτους Γερμανικού ηνωμένου, εψεύσθησαν δεινώς, και τον καταλυθέντα του Ναπολέοντος ζυγόν διεδέξατο ο απολυταρχικός της ιεράς Συμμαχίας ζυγός· και το χείριστον, εν τη δημιουργηθείση τω 1815 Γερμανική πολυαρχία, εν τη λεγομένη Γερμανική ομοσπονδία των πολλών μεγάλων, μεσαίων και μικρών Κρατών η Αυστρία, το κράτος το μέγιστον και ισχυρότατον, το έχον την προεδρίαν εν τω ομοσπονδιακώ συμβουλίω των κρατών των Γερμανικών και την ηγεσίαν εν τη εξωτερική πολιτική της ομοσπονδίας, ήτο, κατά πνεύμα και το αίσθημα το εθνικόν, το ήκιστα πάντων γερμανικόν. Και είχε μεν το κράτος τούτο γερμανικόν πληθυσμόν ικανώς ισχυρόν και είχεν επίσημον γλώσσαν την γερμανικήν, αλλ' εν πάσι τοις άλλοις κεφαλαίοις του πολιτικού και πνευματικού βίου των Γερμανών ήτο ου μόνον το ήκιστα γερμανικόν, αλλά και το μάλιστα πολέμιον προς την Γερμανίαν ως λαόν και έθνος.
Εν τω πολυσυνθέτω τούτω πολιτικώ μουσείω εθνών και λαών η μόνη δύναμις η συνέχουσα τα πάντα ήτο η δυναστική ενότης και ο κύριος χαρακτήρ του Κράτους ήτο δυναστικός, πολεμιώτατος προς πάσαν αρχήν εθνότητος ως δύναμιν διαλυτικήν του Κράτους. Εντεύθεν η Αυστρία ήτο η γενομένη αιτία της ματαιώσεως πάσης προς πολιτειακήν ελευθερίαν και εθνικήν ενότητα του Γερμανικού έθνους, του ζητούντος αμφότερα ταύτα, ως αντάλλαγμα των μεγάλων αυτού εθνικών πολέμων των ετών 1813-15, ενεργείας των άλλων Γερμανικών Κυβερνήσεων και των πολιτικών και των εθνικών ηγετών και αντιπροσώπων της εθνικής ιδέας του γερμανικού λαού. Αι δε διαβόητοι αρχαί της Ιεράς Συμμαχίας του 1815, ών επετήδευε την θερμήν προστασίαν και φρούρησιν, ήσαν απλώς προσχήματα προς καταπολέμησιν ουχί των ανατρεπτικών πολιτικής και κοινωνικής τάξεως επαναστατικών αρχών, ως προσεποιείτο ότι επίστευεν, αλλά της εθνικής ιδέας των Γερμανών.
Ο απέναντι του εξωτερικού κόσμου διερμηνεύων την πολιτικήν ταύτην Γερμανός το γένος πρίγκηψ Μετερνίχος, αρχιγραμματεύς της αυτοκρατορίας, εκήρυττεν εξ ίσου ως απλά γεωγραφικά ονόματα και γεωγραφικούς όρους τα ονόματα Ελλάς, Ιταλία και Γερμανία· και ήσαν αυτώ αι περί εθνικής ενότητος ιδέαι των Γερμανών και πάντα τα εθνικά ζητήματα των Γερμανών τοσούτον μισητά όσον και τα των Ιταλών και των Ελλήνων. Την δε εν τω ελληνικώ αγώνι μισελληνικωτάτην αυτού πολιτικήν υπηγόρευεν αυτώ προ πάντων ο φόβος Ρωσοτουρκικού πολέμου ο δυνάμενος να προέλθη εκ του αγώνος εκείνου, πολέμου δυναμένου να λάβη ευρείας διαστάσεις και να περιπλέξη και την Αυστρίαν, καθ' όν χρόνον το Κράτος τούτο στρατιωτικώς και οικονομικώς εν τοιαύτη διετέλει καταστάσει, ώστε εκ τοιούτου τινός πολέμου ζημίας μόνον και καταστροφάς ηδύνατο ν' αναμένη. Αλλ' η Αυστριακή αύτη πολιτική εύρισκε στήριγμα και εκτός των ορίων του Αυστριακού Κράτους. Η Αγγλική πολιτική των χρόνων εκείνων διηυθύνετο υπό του διαβοήτου μαρκησίου Λονδονδέρρυ του διά δηλητηριώδους διπλωματικού καλάμου καταπολεμούντος τον ελληνικόν αγώνα και ενισχύοντος την Μετερνίχειον μισελληνικήν πολιτικήν εν Γερμανία και εν Ευρώπη διά συνεννοήσεων διηνεκών και συνεντεύξεων προς τον Αυστριακόν αρχιγραμματέα. Αλλά και η Ρωσική πολιτική του αυτοκράτορος Αλεξάνδρου Α' απεκήρυξεν εν αρχή τον ελληνικόν αγώνα ως έχοντα την αυτήν αρχήν προς τα εν Ιταλία και εν Ισπανία ανατρεπτικά κινήματα· και ότε δε τάχιστα διέγνω τον χαρακτήρα αυτού τον αληθή, και πάλιν εν ταις πολιτικαίς ενεργείαις αυτού υπέκυψεν εις τας υποβολάς και εισηγήσεις της Αυστριακής πολιτικής. Μετά δε της Ρωσίας και Αυστρίας συνετάσσετο και η μισελληνικήν πολιτικήν μετερχομένη τότε Γαλλία. Εν Γερμανία το κράτος, το δεύτερον μετά την Αυστρίαν ερχόμενον ως προς το μέγεθος και την ισχύν, ήτο το Πρωσσικόν, όπερ απέναντι της Αυστρίας, μεθ' ής συνετάσσετο σύμπασα η Ευρώπη τω 1821-22, δεν ηδύνατο ν' ακολουθήση πολιτικήν ελευθέραν φιλελληνικήν. Και όμως η πολιτική της Πρωσσίας απ' αρχής του ελληνικού αγώνος ήτο κατ' ουσίαν φιλελληνική. Καθ' όν χρόνον ο Μετερνίχος τον ελληνικόν αγώνα εχαρακτήριζεν ως έργον ψεύδους και απάτης καταδεδικασμένον αρχήθεν εις αποτυχίαν ως πάντα τα έργα του σκότους και του ψεύδους, την δε ενδεχομένην επιτυχίαν αυτού ως μεγίστην συμφοράν εν Ευρώπη, ο δε περίφημος Γεντζ ο βοηθός αυτού, εκείνος του πολιτικού βίου του οποίου, κατά Γερβίνον, εκάστη σελίς απεκάλυπτε και έν αίσχος, εκάλει τους Έλληνας φυλήν καταχθονίαν, και εν Αγγλία δε ο Λονδονδέρρυ εκήρυττεν ότι ο αγών ο ελληνικός είχε την αυτήν αρχήν και χαρακτήρα, όν τα εν τη λοιπή Ευρώπη ανατρεπτικά κινήματα, και ότι εκ της επιτυχίας του αγώνος τούτου χάος μόνον και κυκεών πολιτικός και ηθικός ηδύνατο να προκύψη, άτε μη εχούσης της ελληνικής φυλής ουδέ δυναμένης να παραγάγη εξ εαυτής στοιχείον πολιτικής αναγεννήσεως· και ότι Αγγλία και Ευρώπη σύμπασα ησθάνοντο την ανάγκην να διαμαρτυρηθώσιν ισχυρώς εναντίον πάσης σκέψεως και αποπείρας της διά Ρωσοτουρκικού πολέμου αντικαταστάσεως εν Ευρώπη οθωμανικού κράτους δι' Ελληνικού· κατά τον χρόνον, λέγομεν, εκείνον μόνη κυβέρνησις μεγάλης Δυνάμεως ευρωπαϊκής συνηγορούσα υπέρ του ελληνικού αγώνος ήτο η Πρωσσική. Και ενώ τα επίσημα φύλλα της Πρωσσικής κυβερνήσεως, από φόβου συγκρούσεως προς την Αυστρίαν, τους Έλληνας εθεώρουν αθώα θύματα πλάνης, η Πρωσσική Κυβέρνησις ου μόνον εν τη προς την Ρωσικήν περί των ελληνικών πραγμάτων εγκύκλιον απαντήσει αυτής επεδοκίμαζε την δι' ευρωπαϊκού συνεδρίου ως ευρωπαϊκού ζητήματος λύσιν του ελληνικού ζητήματος, αλλά και δι' υπομνήματος συνταχθέντος υπό του εν τω Υπουργείω των Εξωτερικών συμβούλου Αγκιλλών (βραδύτερον Υπουργού των Εξωτερικών) συνηγόρει υπέρ των ελληνικών δικαίων. Το υπόμνημα τούτο συνταχθέν κατά Ιούλιον 1821 συμφώνως προς το πνεύμα της υπό του πρωθυπουργού της Πρωσσίας κόμητος Άρδεμβεργ προς τον βασιλέα εκθέσεως της 10/22 Ιουνίου, έλεγεν: «Η ελληνική επανάστασις &είναι αποτέλεσμα των καταπιέσεων της Πύλης&, λαβούσα απλώς &αφορμήν& προς έκρηξιν εκ της επιδράσεως του εν Ευρώπη επαναστατικού κόμματος. &Η αρχή και η δύναμις της επαναστάσεως έγκεινται εν αυτώ τω έθνει των Ελλήνων& των καταστάντων ικανών να εξεγερθώσιν ένεκα της παρακμής και αδυναμίας των Τούρκων και της ωμότητος αυτών, ής ένεκα το ζήτημα το ελληνικόν μετετράπη εις ζήτημα φιλανθρωπίας, έτι δε εν τη κοινή της Ευρώπης γνώμη, ήν ασπάζονται πάντες οι φίλοι της εννόμου τάξεως, του χριστιανισμού και της δικαιοσύνης. Η &ελληνική επανάστασις ουδέν κοινόν έχει& προς τας της Νεαπόλεως Σαρδηνίας, Ισπανίας και Πορτογαλλίας, πλην ίσως της αφορμής της εκρήξεως. Οι Έλληνες &δεν είναι αντάρται εναντίον νομίμου εξουσίας&, ουδ' είναι άνθρωποι διακινδυνεύοντες &υπέρ τεμαχίου τινός χάρτου& πάντα τα πλεονεκτήματα της κοινωνικής τάξεως. &Εκείνο, όπερ ώπλισεν αυτούς, εισίν αισθήματα ευγενέστατα και ευγενέστατοι σκοποί&· η δε του Σουλτάνου δεσποτεία δεν είναι Κυβέρνησις, αλλά παραφθορά πάσης κυβερνήσεως· ουδεμία υπάρχει υποχρέωσις υποταγής εις την τοιαύτην δεσποτείαν, καθ' ής και εν παντί άλλω χρόνω θα εδράττετό τις των όπλων ορμώμενος από αισθημάτων φιλανθρωπίας και θρησκευτικής αληθείας, Όπερ σήμερον απαγορεύεται υπό υψηλότερου σκοπού . . . Ο αυτοκράτωρ Αλέξανδρος δεν θα δυνηθή ν' αντιστή μέχρι τέλους προς υπαγορεύσεις της ευσεβείας και της φιλανθρωπίας αυτού. &Κατ' ακολουθίαν ο πόθος της διατηρήσεως της ειρήνης και της ομονοίας εναντίον των επαναστάσεων άγει εξ ανάγκης εις την μόνην οδόν του να κατασταθή ο ελληνικός αγών ζήτημα ευρωπαϊκόν& και να προληφθή η Ρωσσική επέμβασις διά της επεμβάσεως της Ευρωπαϊκής, &εν άλλαις λέξεσι να τεθώσιν οι Έλληνες υπό την προστασίαν της Ευρώπης» &.