Part 9
«Κύριε Κάζαλλον, μοι λέγει ο Ανδρέας Λετουρνέρ ημέρας τινάς μετά την εγκατάστασιν ημών επί της νέας ταύτης συσκευής, μοι φαίνεται ότι ανευρίσκομεν εδώ τας γαληνιαίας εκείνας ημέρας, αι οποίαι παρετηρήθησαν κατά την διαμονήν μας επί του Βραχοχοιρομηρίου.
— Τω όντι, αγαπητέ μου Ανδρέα, απεκρίθην.
— Αλλ' όμως προσθέτω ότι η σχεδία έχει πλεονέκτημα σημαντικώτατον, το οποίον δεν είχε το νησύδριον, δήλα δή αυτή βαδίζει.
— Εφ' όσον ο άνεμος είνε ούριος, Ανδρέα μου, η σχεδία βεβαιότατα πλεονεκτεί, αλλ' εάν ο άνεμος μεταβληθή; . . .
— Καλά, κύριε Κάζαλλον! αποκρίνεται ο νέος. Ας προσπαθώμεν να μη καταβαλλώμεθα, και ας έχωμεν πεποίθησιν!»
Λοιπόν, την πεποίθησιν ταύτην πάντες την έχομεν! Μάλιστα! Φαίνεται ότι απηλλάγημεν φοβερών δοκιμασιών εις άς δεν θα εμπέσωμεν πλέον! Αι περιστάσεις εγένοντο ευνοϊκώτεραι. Ουδείς μεταξύ ημών υπάρχει όστις να μη αισθάνεται εαυτόν σχεδόν αναθαρρήσαντα!
Δεν ειξεύρω τι συμβαίνει εν τη ψυχή του Ροβέρτου Κόρτις, και δεν δύναμαι να είπω εάν συμμερίζεται τας παρούσας ημών ιδέας. Ως επί το πλείστον ίσταται μακράν ημών μόνος. Η ευθύνη αυτού μεγάλη! Είνε ο αρχηγός και έχει να σώση ου μόνον την ζωήν του, αλλά και τας ημετέρας! Γινώσκω ότι ούτω πως νοεί το καθήκον του. Όθεν συχνάκις έχουσιν αυτόν όλον αι σκέψεις του, έκαστος δε ημών αποφεύγει να τον ταράξη.
Κατά τας μακράς ταύτας ώρας οι πλείστοι των ναυτών κοιμώνται εν τη πρώρα της σχεδίας. Κατά παραγγελίαν του πλοιάρχου την πρύμναν θα κατέχωσι μόνον οι επιβάται, και ιδρύθη επί κιόνων σκηνή παρέχουσα ημίν ολίγην τινά σκιάν. Εν κεφαλαίω διατελούμεν εν ευαρέστω υγιεινή καταστάσει. Μόνος δε ο υποπλοίαρχος Ουάλτερ δεν κατορθώνει να επανεύρη τας δυνάμεις του. Αι περιθάλψεις, άς δαψιλώς παρέχομεν αυτώ, εις ουδέν ωφελούσι και οσημέραι ελαττούνται αι δυνάμεις του.
Ουδέποτε εξετίμησα κάλλιον τον Ανδρέαν Λετουρνέρ ή κατά τας παρούσας περιστάσεις. Ο αξιέραστος ούτος νέος είνε η ψυχή της μικράς ημών κοινωνίας, έχει πνεύμα πρωτότυπον και αι νέαι αυτού επόψεις και αι απρόοπτοι θεωρίαι αφθονούσιν εν τω ιδίω αυτού τρόπω καθ' όν εξετάζει τα πράγματα. Η συνδιάλεξίς του διασκεδάζει ημάς, συχνάκις δε και διδάσκει. Εν ώ δε ο Ανδρέας λαλεί, η ασθενική πως όψις του εμψυχούται, ο δε πατήρ φαίνεται πίνων τους λόγους του. Ενίοτε δε λαμβάνων την χείρα αυτού ατενίζει προς αυτόν επί ώρας ολοκλήρους.
Η μις Χέρμπυ μετέχει ενίοτε των συνδιαλέξεων ημών μετά πολλής όμως επιφυλάξεως. Έκαστος ημών προσπαθεί διά των περιποιήσεων να την κάμη να λησμονήση, ότι απώλεσεν εκείνους, οίτινες θα έμελλον να είνε οι φυσικοί αυτής προστάται. Η νεάνις αύτη εύρεν εν τω κ. Λετουρνέρ φίλον ασφαλή, ως πατέρα, και λαλεί προς αυτόν μετά οικειότητος, ήν η ηλικία του συγχωρεί. Τη επιμόνω αυτού προτροπή διηγήθη τον βίον της, — βίον μεστόν θάρρους και αυταπαρνησίας, οποίου έλαχον οι άποροι ορφανοί. Διέμενεν από διετίας εν τη οικία του μίστερ Κηρ, και νυν απομένει άνευ τινος πόρου εν τω παρόντι, άνευ τύχης εις το μέλλον, αλλά πλήρης πεποιθήσεως, διότι είνε παρεσκευασμένη εις πάσαν δοκιμασίαν. Η μις Χέρμπυ διά του χαρακτήρος της, της ηθικής δραστηριότητος, επιβάλλει σέβας, και ουδέν σχήμα, ουδείς λόγος, δυνάμενος να εκφύγη του στόματός τινος των εν τω πλοίω χυδαίων ανδρών, επείραξεν αυτήν μέχρι τούδε.
Η 12, 13 και 14 του μηνός ουδεμίαν επήνεγκον μεταβολήν της καταστάσεως ημών. Εξηκολούθει πνέων άνεμος Απηλιώτης (Α). Ουδέν συμβάν αναφερόμενον εις τον διάπλουν. Χειρισμούς δεν έχομεν να εκτελέσωμεν εν τη σχεδία. Ο οίαξ ή μάλλον το ουράδιον ουδέ χρήζει καν μετακινήσεως. Η συσκευή ουριοδρομεί, και δεν είνε αρκούντως ασταθής, ώστε να στρέφεται προς την ετέραν των πλευρών ή προς την ετέραν. Ναύται τινες της τετραωρίας, διαμένοντες διαρκώς εν τη πρώρα, είνε εντεταλμένοι να επιβλέπωσι την θάλασσαν μετά πάσης της δυνατής προσοχής.
Επτά ημέραι παρήλθον αφ' ότου κατελίπομεν τον _Σάνσελλορ_. Παρατηρώ δε ότι συνηθίζομεν εις τον επιβληθέντα ημίν κανονισμόν, — τουλάχιστον ως προς τα της τροφής αλλ' είνε όμως αληθές ότι αι δυνάμεις ημών δεν υπεβάλλοντο εις φυσικόν τινα κόπον. Η μεγίστη των στερήσεων ημών είνε η σχετική στέρησις του ύδατος, διότι κατά τους σφοδρούς τούτους καύσωνας η χορηγουμένη ημίν ποσότης είνε προφανώς ανεπαρκής.
Την 15 του μηνός αγέλη ιχθύων εκ του είδους των σπάρων προσήλθε παμπληθής περί την σχεδίαν. Ει και τα αλιευτικά ημών όργανα αποτελούνται μόνον εκ μακρών σχοινίων εχόντων κατά το άκρον καρφίον κεκυρτωμένον μετά τεμαχίου παστού κρέατος ως δέλεαρ, συλλαμβάνομεν μέγαν τινά αριθμόν σπάρων, τοσούτον είνε αδηφάγοι. Ως θαυμαστή αληθώς η αλιεία αύτη! πανήγυρις νομίζει τις ότι τελείται εν τη σχεδία. Των ιχθύων δε τούτων οι μεν εγένοντο οπτοί, οι δε βραστοί εν θαλασσίω ύδατι επί πυράς εκ ξύλων αναφθείσης εν τη πρώρα. Οποία ευωχία! Οποία δε οικονομία των προμηθειών μας! Ούτω δε άφθονοι είνε οι σπάροι ούτοι, ώστε επί δύο ημέρας συλλαμβάνομεν πλέον των διακοσίων λιτρών, ό έστι πλέον των εκατόν πεντήκοντα οκάδων. Μία βροχή να έλθη τώρα πλέον, και τα πάντα θα έχωσι κάλλιστα.
Δυστυχώς η αγέλη αύτη των ιχθύων δεν διέμεινε πολύ εν τοις ύδασιν ημών· Την 17 καρχαρίαι τινές μεγάλοι — του τεραστίου εκείνου είδους των στικτών εχόντων μήκος τεσσάρων ή μέχρι πέντε μέτρων, ανεφάνησαν επί της επιφανείας της θαλάσσης. Τα πτερύγια και τα επάνω του σώματος είνε μαύρα μετά στιγμάτων και λοξών ταινιών λευκών. Τα φοβερά ταύτα σκυλόψαρα εμφανιζόμενα, αείποτε είνε επίφοβα ένεκα του ολίγου ύψους αυτών, πολλάκις δε η ουρά των πλήττει τους σφηκίσκους [80] μετά φρικαλέας βίας. Εν τούτοις οι ναύται κατώρθωσαν να τους απομακρύνωσι πλήττοντες διά μοχλών. Θα εκπλαγώ πολύ αν μη ακολουθώσιν ημάς επιμόνως ως βοράν επιφυλασσομένην αυτοίς. Δεν αγαπώ τα τέρατα ταύτα τα προκαλούντα προαισθήσεις.
ΛΓ'
— _Από της 18 μέχρι 20 Δεκεμβρίου_. — Σήμερον η κατάστασις της ατμοσφαίρας μετεβλήθη και ο άνεμος επετάθη· αλλά μη παραπονώμεθα, διότι είνε εύνους. Προνοούντες όμως σπεύδομεν να στερεώσωμεν τον ιστόν, ίνα μη δύναται η τάσις του ιστίου να τον διαρρήξη. Τούτου δε γενομένου η βαρεία μηχανή εκτοπίζεται μετά ταχύτητος ολίγον τι μείζονος, και καταλείπει όπισθέν της ώσπερ ολκόν [81] τινα μακρόν.
Μετά μεσημβρίαν νέφη τινά εκάλυψαν τον ουρανόν, ο δε καύσων κατέστη ολίγον τι μετριώτερος. Ο σάλος εταλάντωσε σφοδρότερον την σχεδίαν και δύο ή τρία κύματα εισήλθον εις αυτήν. Ευτυχώς ο ξυλουργός κατώρθωσε διά τινων επηγκενίδων να στήση δρύφακτα [82] υψηλά δύο ποδών, άτινα μάλλον υπερασπίζουσιν ημάς κατά της θαλάσσης.
Στερεούμεν ωσαύτως διά διπλών σχοινίων τα βυτία τα περιέχοντα τας προμηθείας και το ύδωρ. Εάν τα εσάρωνε κύμα θαλάσσης ήθελε καταστήση ημάς εις την φρικωδεστάτην των αμηχανιών. Το ενδεχόμενον τούτο αναλογιζόμενος τις δεν δύναται να μη φρικιάση.
Την 18 οι ναύται συνέλεξαν τινα των θαλασίων εκείνων φυτών άτινα λέγονται κοινώς σαργάσα σχεδόν όμοια προς εκείνα ά εύρωμεν εν ταις νήσοις Βερμούνδαις και τω Βραχοχοιρομηρίω. Είνε δε ταύτα ζαχαροφόρα ενέχοντα στοιχείον ζαχαρώδες. Προτρέπω τους συμπλωτήρας μου να μασήσωσι τους βλαστούς, ποιούσι τούτο και η μάσησις δροσίζει επαισθητώς τον λάρυγγα και τα χείλη.
Την ημέραν ταύτην ουδέν νέον. Παρατηρώ μόνον ότι τινές των ναυτών, μάλιστα δε ο Όουεν, ο Βάρκε, ο Φλαιπόλ ο Ουίλσων και ο μαύρος Γύγξτροπ συσκέπτονται δις την ώραν, αλλά με λανθάνει περί τίνος συσκέπτονται. Ωσαύτως παρατηρώ ότι σιωπώσιν οσάκις έρχεται πλησίον αυτών αξιωματικός τις ή τις των επιβατών. Αυτό τούτο παρετήρησε προ εμού και ο Ροβέρτος Κόρτις και δεν τω αρέσκουσιν αι μυστικαί αύται συνδιαλέξεις· έχει δε απόφασιν να επιβλέπη μετά προσοχής τους άνδρας τούτους· διότι ο μαύρος Γύγξτροπ και ο ναύτης Όουεν είνε προφανώς δύο αχρείοι, ούς οφείλομεν να φυλαττώμεθα, διότι δύνανται να παρασύρωσι τους συντρόφους των.
Την 19 ο καύσων υπήρξεν υπερβολικός, εν δε τω ουρανώ ουδέν νέφος. Ο άνεμος δεν δύναται να πληρώση το ιστίον και η σχεδία μένει στάσιμος. Ναύται τινες ερρίφθησαν εις την θάλασσαν, το δε λουτρόν ενεποίησεν αυτοίς αληθή ανακούφισιν, ελάττωσαν την δίψαν των έν τινι αναλογία. Αλλά μέγας ο κίνδυνος να ρίπτεται τις παραβόλως [83] εις τα κύματα ταύτα, άτινα λυμαίνονται καρχαρίαι, ουδείς δε ημών εμιμήθη τους ακηδείς [84] τούτους ανθρώπους. Αλλά τις οίδεν όμως εάν βραδύτερον θα διστάσωμεν έτι να τους μιμηθώμεν; Βλέπων τις ακίνητον την σχεδίαν, τας ευρείας κυμάνσεις του Ωκεανού άνευ ουδεμιάς ρυτίδος, το ιστίον αδρανές επί του ιστού, δεν οφείλει να φοβήται μη παραταθή η κατάστασις αύτη;
Η υγίεια του υποπλοιάρχου Ουάλτερ αδιαλείπτως απασχολεί ημάς τα μέγιστα. Ο νέος ούτος τήκεται υπό πυρετού βραδέως και ατάκτου. Ίσως η κινίνη θα κατέβαλλε τον πυρετόν τούτον, αλλ', επαναλαμβάνω η κατάκλυσις του επιστέγου εγένετο τοσούτον ταχεία, ώστε το κιβώτιον των φαρμάκων εξηφανίσθη εν τοις κύμασι. Έπειτα ο τάλας ούτος είνε φθισικός και από τινος η ανίατος νόσος προώδευσεν εν αυτώ τεραστίως. Τα εξωτερικά συμπτώματα δεν δύνανται να μας απατήσωσι. Ο Ουάλτερ κατελήφθη υπό μικράς και ξηράς βηχός, η αναπνοή του είνε βραχεία, και οι ιδρώτες άφθονοι, μάλιστα δε την πρωίαν. Γίνεται ισχνός, η ρις λεπτύνεται, τα δε μήλα των παρειών, εξέχοντα, είνε ρόδινα και το χρώμα αυτών ποιεί αντίθεσιν προς την καθ' όλου ωχρότητα του προσώπου, αι παρειαί είνε κοίλαι και τα χείλη συνεσταλμένα, οι επιπεφυκότες υμένες των οφθαλμών λάμποντες και υποκυανίζοντες. Αλλά και εν καλλιτέρα εάν ήτο καταστάσει ο τάλας υποπλοίαρχος, η ιατρική θα ήτο ανίσχυρος προ της αδυσωπήτου ταύτης νόσου.
Την 20 η αυτή κατάστασις της θερμοκρασίας, η αυτή ακινησία της σχεδίας. Αι καυστικαί του ήλιου ακτίνες διαπερώσι τα υφάσματα της σκηνής μας και καταβεβλημένοι υπό της θερμότητος ασθμαίνομεν ενίοτε. Μετά πάσης αγωνίας αναμένομεν την στιγμήν καθ' ήν ο αρχιναύτης επιχειρεί την ευτελή διανομήν του ύδατος! Μετά ποίας απληστίας εφορμώμεν κατά των ολίγων τινών σταγόνων υγρού θερμού! Ο ουδέποτε υπό δίψης ταλαιπωρηθείς δεν θα δυνηθή να με νοήση.
Ο υποπλοίαρχος Ουάλτερ κατατρύχεται υπό δίψης και ταλαιπωρείται είπερ τις και άλλος εκ της λειψυδρίας ταύτης. Είδον την μις Χέρμπυ φυλάττουσαν αυτώ όλην αυτής την μερίδα του ύδατος. Συμπαθής και εύσπλαγχνος η νεάνις αύτη πράττει ό τι δύναται, αν μη προς τελείαν κατάπαυσιν, αλλά τουλάχιστον προς ανακούφισιν των αλγηδόνων του ατυχούς ημών εταίρου.
Σήμερον η μις Χέρμπυ μοι λέγει:
«Ο ατυχής αδυνατίζει καθ' ημέραν, κύριε Κάζαλλον.
— Μάλιστα, μις, απεκρίθην, και δεν δυνάμεθα τίποτε υπέρ αυτού, τίποτε!
— Ας προσέχωμεν, είπεν η μις Χέρμπυ, ειμπορεί να μας ακούση».
Έπειτα υπάγει και κάθηται εις το άκρον της σχεδίας, και την κεφαλήν έχουσα εστηριγμένην επί των χειρών της διαμένει σύννους.
Σήμερον συνέβη τι λυπηρόν όπερ οφείλω να καταγράψω.
Επί μίαν σχεδόν ώραν οι ναύται Όουεν, Φλαίπολ, Βάρκε και ο μαύρος Γύγξτροπ συνδιελέγοντο ζωηρότατα. Συνεζήτουν ταπεινή τη φωνή, και τα σχήματά των εδήλουν μέγαν υπερερεθισμόν. Μετά τον διάλογον τούτον ο Όουεν εγείρεται και κατευθύνεται θρασέως προς την πρύμναν, εις το μέρος της σχεδίας το προωρισμένον εις τους επιβάτας.
«Πού πηγαίνεις, Όουεν; ερωτά ο αρχιναύτης.
— Όπου έχω δουλειά.» αποκρίνεται αυθαδώς ο ναύτης.
Την χυδαίαν ταύτην απόκρισιν ακούσας ο αρχιναύτης, εγκαταλείπει την θέσιν του, αλλά προλαβών ο Ροβέρτος Κόρτις είνε αντιμέτωπος τω Όουεν.
Ο ναύτης υπομένει το βλέμμα του πλοιάρχου του και μετά τρόπου ιταμού λέγει:
«Καπετάνιε, έχω να σου 'μιλήσω από μέρος των συντρόφων.
— Λέγε, είπε ψυχρώς ο Ροβέρτος Κόρτις.
— Για το μπράντεβιν θέλω να ειπώ, επαναλαμβάνει ο Όουεν. 'Ξέρεις, εκείνο δα το βαρελάκι . . . Τι το φυλάτε; για της φώκες ή για τους αξιωματικούς;
— Και έπειτα; λέγει ο Ροβέρτος Κόρτις.
— Ζητούμεν να μας μοιράζουν κάθε πρωί το συνηθισμένο μας ποτηράκι όπως και πρώτα.
— Όχι, αποκρίνεται ο πλοίαρχος.
— Τι είπες; . . αναφωνεί ο Όουεν.
— Είπα; όχι.»
Ο ναύτης παρατηρεί ατενώς τον Ροβέρτον Κόρτις και μειδίαμα κακεντρεχές αναπτύσσει τα χείλη του. Διστάζει επί στιγμήν, ερωτών εαυτόν εάν οφείλη να επιμείνη, αλλά συγκρατείται, και ουδέ λέξιν ειπών, επανέρχεται προς τους εταίρους, οίτινες διαβουλεύονται ταπεινή τη φωνή.
Ο Ροβέρτος Κόρτις καλώς εποίησεν άρα γε αρνηθείς ούτως αυθεντικώς;
Το μέλλον θα μας το διδάξη. Ότε δε είπον προς αυτόν περί του συμβάντος τούτου, μοι λέγει:
«Ποτόν εις τους ανθρώπους τούτους! Προτιμώ να το ρίψωμεν εις την θάλασσαν!»
ΛΔ'
— _Τη 21 Δεκεμβρίου_. — Ουδέν ακόμη αποτέλεσμα του ανωτέρω συμβάντος, σήμερον τουλάχιστον.
Επί τινας ώρας εκ νέου αναφαίνονται σπάροι κατά μήκος της σχεδίας και δυνάμεθα έτι να συλλάβωμεν μέγιστον αριθμόν. Τους στοιβάζομεν εντός βυτίου κενού, και η επαύξησις αύτη των προμηθειών παρέχει ημίν ελπίδας ότι υπό της πείνης τουλάχιστον δεν θα ταλαιπωρηθώμεν.
Η εσπέρα επήλθεν, αλλ' άνευ της συνήθους δροσερότητος. Συνήθως αι νύκτες είνε δροσεραί υπό τους τροπικούς, αλλ' αύτη προμηνύεται ότι θα είνε πνιγηρά. Όγκοι ατμού περιστρέφονται βαρέως υπεράνω των κυμάτων. Την πρώτην δε ώραν και τριάκοντα λεπτά της πρωίας θα έχωμεν νουμηνίαν· όθεν το σκότος είνε βαθύ μέχρι της ώρας καθ' ήν αστραπαί θερμότητος, ών η έντασις θαμβώνει, φωτίζουσα τον ορίζοντα. Είνε δε αύται μακραί και ευρείαι ηλεκτρικαί εκκενώσεις, άνευ ωρισμένου σχήματος πυρπολούσαι μέγα διάστημα. Αλλά περί κεραυνού ουδείς λόγος και δύναταί τις μάλιστα ειπείν ότι η άκρα ηρεμία της ατμοσφαίρας εμποιεί φόβον.
Επί δύο ώρας αναζητούντες εν τω αέρι πνοήν τινα ήττον καυστικήν η μις Χέρμπυ, ο Ανδρέας Λετουρνέρ και εγώ, παρατηρούμεν τα προοίμια ταύτα της καταιγίδος, άτινα είνε ως τι δοκίμιον της φύσεως, και λησμονούντες την παρούσαν κατάστασιν, θαυμάζομεν το ύψιστον τούτο θέαμα της μάχης ηλεκτρικών νεφών, άτινα φαίνονται ως φρούρια μετά επάλξεων, ών η οφρύς στέφεται υπό πυρών. Και των αγριωτάτων ανθρώπων η ψυχή είνε ευαίσθητος εις τας μεγάλας σκηνάς, και βλέπω τους ναύτας παρατηρούντας μετά προσοχής την ακατάπαυστον ταύτην των νεφών κατάφλεξιν. Αναμφιβόλως παρατηρούσι δι' οφθαλμού τεταραγμένου τα «σκόρπια» ταύτα ως κοινώς λέγονται, διότι δεν διαμένουσιν επί ουδενός σημείου του διαστήματος, προαναγγέλλοντα προσεχή πάλην των στοιχείων. Τω όντι τι έμελλε να γίνη η σχεδία μεταξύ της μανίας του ουρανού και της θαλάσσης;
Μέχρι του μεσονυκτίου μένομεν καθήμενοι εν τη πρύμνη. Αι φωτειναί δε αύται εκροαί, ών την λευκότητα η νυξ διπλασιάζει, διαχέουσιν εφ' ημών βαφήν τινα πελιδνήν, ομοίαν προς το φασματώδες εκείνο χρώμα, όπερ λαμβάνουσι τα αντικείμενα φωτιζόμενα υπό της φλογός οινοπνεύματος περιέχοντος άλας.
«Φοβείσθε την καταιγίδα, μις Χέρμπυ; ερωτά ο Ανδρέας Λετουρνέρ την νεάνιδα.
— Όχι, κύριε, αποκρίνεται η μις Χέρμπυ, το δε συναίσθημά μου είνε μάλλον σέβας. Δεν είνε εκ των ωραιοτάτων φαινομένων τα οποία δυνάμεθα να θαυμάσωμεν;
— Ουδέν αληθέστερον, μις Χέρμπυ, υπολαμβάνει ο Ανδρέας Λετουρνέρ· μάλιστα δε όταν βροντά. Δύναται το ους να ακούση κρότον μεγαλοπρεπέστερον; Τι είνε προς αυτόν αι εκπυρσοκροτήσεις του πυροβολικού, οι ψόφοι εκείνοι οι ξηροί και άνευ βόμβου παρατεταμένου; Η βροντή γεμίζει την ψυχήν και είνε ήχος μάλλον ή κρότος, ήχος όστις αυξάνει και ελαττούται ως λεπτός φθόγγος αοιδού. Και διά να είπω το παν, μις Χέρμπυ, ουδέποτε φωνή καλλιτέχνου με συνεκίνησεν, όσον η μεγάλη αύτη και απαράμιλλος φωνή της φύσεως.
— Φωνή βαθυφώνου, είπον εγώ γελών.
— Τω όντι, αποκρίνεται ο Ανδρέας, και είθε να την ακούσωμεν εντός ολίγου, διότι αι άκροτοι αστραπαί είνε μονότονοι!
— Νομίζεις, αγαπητέ μου Ανδρέα; απεκρίθην. Υπόμενε την καταιγίδα αν έλθη, αλλά μη την ποθής.
— Καλά! αλλ' η καταιγίς είνε άνεμος!
— Και νερόν, αναμφιβόλως, προσθέτει η μις Χέρμπυ, νερόν του οποίου έχομεν έλλειψιν!»
Πολλά θα είχε τις να απαντήση προς τους δύο τούτους νέους, αλλά δεν θέλω να αναμίξω τον λυπηρόν πεζόν λόγον μου προς την ποίησίν των. Θεωρούσι την καταιγίδα εξ ειδικής όλως απόψεως, και επί μίαν ώραν τους ακούω ποιητικώς περί αυτής λαλούντας και επικαλουμένους αυτήν εξ όλης καρδίας.
Εν τούτοις το στερέωμα κατά μικρόν εκρύβη όπισθεν του πάχους των νεφών. Τα άστρα σβέννυνται ανά έν εν τω ζενίθ, ολίγον μετά την εξαφάνισιν των ζωδιακών αστερισμών υπό τας ομίχλας του ορίζοντος. Οι μαύροι και βαρείς ατμοί στρογγυλούνται υπεράνω των κεφαλών μας και καλύπτουσι τους τελευταίους αστέρας του ουρανού. Κατά πάσαν στιγμήν ο όγκος ούτος διαχέει μεγάλας λάμψεις υπολεύκους, εφ' ών αποτυπούνται νεφύδρια υπότεφρα.
Όλον τούτο το δοχείον του ηλεκτρισμού, το ιδρυμένον εν ταις υψηλαίς χώραις της ατμοσφαίρας, εκενώθη μέχρι της ώρας ταύτης αθορύβως. Αλλ' επειδή ο αήρ είνε ξηρός και ως εκ τούτου μάλιστα, κακός αγωγός, το ρευστόν θα δυνηθή να εκφύγη μόνον διά φοβερών συγκρούσεων, και μοι φαίνεται αδύνατον να μη εκραγή μετ' ου πολύ η καταιγίς μετ' άκρας σφοδρότητος.
Την αυτήν γνώμην έχει και ο Κόρτις και ο αρχιναύτης, όστις ως μόνον οδηγόν έχει το ναυτικόν αυτού ένστιγμα όπερ είνε αλάθητον. Ο δε πλοίαρχος προς τω ενστίγματι τούτω του «ουέδερ ουάιζ», του μάντεως του καιρού, έχει και τας γνώσεις πεπαιδευμένου ανδρός. Μοι δεικνύει άνωθεν ημών σωρείαν πυκνών νεφών, άτινα οι μετεωρολόγοι καλούσι «κλουδ ριγγ» ό έστι δακτυλιόσχημα νέφη, σχηματιζόμενα σχεδόν μόνον εν ταις χώραις της διακεκαυμένης ζώνης, κεκορεσμένα δε όλα του ατμού, όν φέρουσιν οι ετησίαι εκ διαφόρων σημείων του Ωκεανού.
«Μάλιστα, κύριε Κάζαλλον, μοι λέγει ο Ροβέρτος Κόρτις, είμεθα εν τη χώρα των καταιγίδων, διότι ο άνεμος ώθησε την σχεδίαν μας μέχρι ταύτης της ζώνης, όπου παρατηρητής έχων όργανα ευαίσθητα ήθελεν ακούη συνεχώς τους βόμβους της βροντής. Η παρατήρησις αύτη έχει γίνει προ πολλού ήδη, και εγώ την νομίζω ορθήν.
— Μοι φαίνεται, απεκρίθην παραβάλλων το ους, ότι ακούω τους συνεχείς τούτους βόμβους περί ών λέγετε.
— Πράγματι, είπεν ο Ροβέρτος Κόρτις, είνε οι πρώτοι βρόντοι της καταιγίδος, ήτις εντός δύο ωρών θα είνε σφοδροτάτη. Λοιπόν, θα είμεθα έτοιμοι εις υποδοχήν της!»
Ουδείς ημών διανοείται να κοιμηθή, και δεν θα ηδύνατο, διότι ο αήρ είνε αποπνυκτικός. Αι αστραπαί ευρύνονται, αναπτυσσόμεναι ανά τον ορίζοντα εκτάσεως εκατόν μέχρι εκατόν πεντήκοντα μοιρών, και πυρπολούσι κατά διαδοχήν όλην την περιφέρειαν του ουρανού, εν ώ από της ατμοσφαίρας εκπέμπεται ως τις λάμψις φωσφορίζουσα.
Τέλος οι βόμβοι των βροντών επιτείνονται και γίνονται οξύτεροι, αλλ' εάν δύναται τις να εκφρασθή ούτω, είνε έτι κρότοι στρογγύλοι, άνευ γωνιών εκρήξεως, βρόντοι ούς η ηχώ δεν διατρέφει ακόμη, θα ενόμιζέ τις ότι ο ουράνιος θόλος είν' επεστρωμένος διά των νεφών τούτων, ών το ελαστικόν καταπνίγει το εύηχον των ηλεκτρικών εκκενώσεων.
Η θάλασσα μέχρι τούδε διατελεί ήρεμος, βαρεία, και μάλιστα στάσιμος. Εν τούτοις εκ των ευρειών διακυμάνσεων αίτινες υπεγείρουσιν ήδη αυτήν, οι ναυτικοί δεν απατώνται. Κατ' αυτούς η θάλασσα είνε «εν τω γίνεσθαι», αισθανομένη τον αντίκτυπον τρικυμίας τινός ενσκηψάσης εις το πέλαγος. Ο δεινός άνεμος δεν είνε μακράν και, κατά μέτρον συνετόν, εάν ήτο πλοίον τι, ήδη θα εστρέφετο πλάγιον, αλλ' η σχεδία δεν δύναται να χειρισθή, και θα καταντήση να παραδοθή τω ανέμω.
Την πρώτην πρωινήν ώραν αστραπή ζωηρά συνοδευομένη υπό εκκενώσεως μετά διάλειμμά τινων δευτερολέπτων δεικνύει ότι η καταιγίς σχεδόν υπέρκειται ημών. Ο ορίζων εξαφανίζεται αίφνης εν υγρά ομίχλη και ήθελέ τις νομίση ότι καταπίπτει μεγαλωστί επί της σχεδίας.
Πάραυτα φωνή ναύτου ακούεται:
«Καταιγίς! καταιγίς!»
ΛΕ'
— _Νυξ της 21 προς την 22 Δεκεμβρίου_. — Ο αρχιναύτης, ορμά προς την υπέραν την συγκρατούσαν το ιστίον, και η κεραία υποστέλλεται πάραυτα. Ήτο δε καιρός, διότι η καταιγίς διέρχεται ως ανεμοστρόβιλος. Άνευ της κραυγής του ναύτου όστις έδωκεν ημίν είδησιν, θα ανετρεπόμεθα, ίσως δε και θα κατεκρημνιζόμεθα εις την θάλασσαν. Η δε σκηνή η κατά την πρύμναν ανηρπάγη υπό της ορμής της καταιγίδος.
Αλλ' η σχεδία αν μη φοβήται αμέσως τον άνεμον, εάν είνε λίαν ταπεινή ώστε να μη δίδη λαβήν εις αυτόν, αλλ' όμως έχει να φοβήται τα τεράστια κύματα τα υπεγειρόμενα υπό της θυέλλης. Τα κύματα δε ταύτα επί τινα λεπτά της ώρας ήσαν πεπλατυσμένα και ως συντεθλιμμένα υπό την πίεσιν των στρωμάτων της ατμοσφαίρας· έπειτα δε ανηγέρθησαν σφοδρότερον, το δε ύψος των αυξάνει κατά λόγον μάλιστα της συμπιέσεως ήν υφίστανται.
Πάραυτα η σχεδία ακολουθεί τας ατάκτους κινήσεις του σάλου τούτου και δεν εκτοπίζεται μεν περισσότερον αυτού, αλλ' ακατάπαυστος διαδρομή επιφέρει τουλάχιστον εις αυτήν ταλαντώσεις από της ετέρας πλευράς εις την ετέραν και από των έμπροσθεν εις τα όπισθεν.
«Δεθήτε! δεθήτε!» αναφωνεί ο αρχιναύτης ρίπτων προ ημάς σχοινία.
Ο Ροβέρτος Κόρτις ήλθεν εις βοήθειαν ημών, και μετ' ου πολύ οι κκ. Λετουρνέρ, ο Φάλστεν και εγώ είμεθα στερεώς προσδεδεμένοι επί του συγκροτήματος, και θα σαρωθώμεν μόνον εάν το συγκρότημα θραυσθή. Η δε μις Χέρμπυ εδέθη από της οσφύος επί τινος των κιόνων, οίτινες συνεκράτουν την σκηνήν. Εν τη λάμψει δε των αστραπών βλέπω το πρόσωπον αυτής γαλήνιον.
Ήδη ο κεραυνός αποκαλύπτεται αδιαλείπτως διά του φωτός και της βροντής, οι δε οφθαλμοί ημών και τα ώτα είνε μεστά. Η βροντή δεν αναμένει την βροντήν, και την αστραπήν πριν σβεσθή διαδέχεται ετέρα αστραπή. Εν τω μέσω δε των εξαστραπτουσών τούτων εκλάμψεων, ο εξ ατμών θόλος φαίνεται όλος πυρπολούμενος. Θα ενόμιζε δέ τις ότι και ο Ωκεανός πυρπολείται ως ο ουρανός, και βλέπω πολλάς αστραπάς ανιούσας, αίτινες υψούμεναι από της οφρύος των κυμάτων, διασταυρούνται προς τας των νεφών. Δριμεία δε θειώδης οσμή διαχέεται εν τη ατμοσφαίρα, αλλά μέχρι του νυν ο κεραυνός φειδόμενος ημών έπληξε μόνον τα κύματα.
Την δευτέραν πρωινήν ώραν η θύελλα διατελεί εν όλη αυτής τη μανία. Ο άνεμος μετετράπη εις λαίλαπα, ο δε σάλος, φοβερός ών, κινδυνεύει να εξαρθρώση την σχεδίαν. Ο ξυλουργός Δαούλας, ο Ροβέρτος Κόρτις, ο αρχιναύτης, άλλοι ναύται, επιχειρούσι να στερεώσωσιν αυτήν διά σχοινίων. Υπερμεγέθεις όγκοι θαλάσσης πίπτουσι καθέτως, και αι βαρείαι αύται καταιονήσεις διαβρέχουσιν ημάς μέχρι οστέων δι' ύδατος σχεδόν χλιαρού. Ο κ. Λετουρνέρ ρίπτεται προ των μαινομένων τούτων κυμάτων, ως θέλων να προασπίση τον υιόν του εκ συγκρούσεως καθ' υπερβολήν σφοδράς. Η δε μις Χέρμπυ είνε ακίνητος· ήθελεν υπολάβη τις αυτήν ως άγαλμα της καρτερίας.
Την στιγμήν δε ταύτην εν τη οξεία των αστραπών λάμψει διακρίνω χονδρά νέφη, τα μάλα εκτεταμένα, και πιθανώς βαθύτατα, την χροιάν υπόπυρρα [85], και κρότος συνεχής ως όπλων εκπυρσοκρότησις αντήχησεν εν τη ατμοσφαίρα. Είνε δε ο κρότος ούτος ιδιάζων τις βρόμος, παραγόμενος εκ σειράς ηλεκτρικών εκκενώσεων, εις άς χονδροί κόκκοι χαλάζης χρησιμεύουσιν ως διάμεσα μεταξύ των αντικειμένων νεφών. Και τω όντι διά της συναντήσεως νέφους θυελλώδους και ρεύματος αέρος ψυχρού σχηματίζεται χάλαζα και καταπίπτει μεθ' υπερβολικής σφοδρότητος. Σφαιροβολούμεθα υπό των κόκκων τούτων της χαλάζης το μέγεθος καρύου, οίτινες πλήττουσι το κρηπίδωμα μετά λαμπρού μεταλλικού ήχου.
Το μετέωρον τούτο επιμένει ούτω επί ημίσειαν ώραν και συντελεί εις τον κοπασμόν του ανέμου· αλλ' ούτος, αφ' ού μετεπήδησεν εις πάντα τα σημεία της πυξίδος, αναλαμβάνει έπειτα μετ' απαραμίλλου σφοδρότητος. Ο ιστός της σχεδίας θραυσθέντων των επιτόνων κλίνει πλαγίως, και σπεύδουσι να τον αποσπάσωσι της υποπτερνίδος του, ίνα μη θραυσθή σύρριζα. Το δε πηδάλιον εξαρθρούται υπό κύματος, και το ουράδιον εκπεσόν εκφεύγει και των αδυνάτων να το συγκρατήσωσι. Ταυτοχρόνως δε τα του αριστερού τοίχου δρύφακτα αποσπώνται και τα κύματα εισπίπτουσι διά του ρήγματος τούτου.
Ο ξυλουργός και οι ναύται θέλουσι να διορθώσωσι την βλάβην, αλλά κωλυόμενοι υπό των τιναγμών, συγκυλίονται επ' αλλήλους, ότε η σχεδία ανεγειρομένη υπό τεραστίων κυμάτων κλίνει, σχηματίζουσα γωνίαν πλέον των τεσσαράκοντα πέντε μοιρών. Πώς οι άνδρες ούτοι δεν παρεσύρθησαν; Πώς δεν θραύονται τα σχοινία τα συγκρατούντα ημάς; Πώς δεν ερρίφθημεν πάντες εις την θάλασσαν; Ανεξήγητον. Εγώ δε, μοι φαίνεται των αδυνάτων να μη ανατραπή η σχεδία κατά τινα των ατάκτων τούτων κινήσεων, και τότε, ως είμεθα δεδεμένοι επί των σανίδων τούτων, θα αποθάνωμεν εξ ασφυξίας μετά σπασμών!
Τω όντι περί την τρίτην πρωινήν ώραν, καθ' ήν στιγμήν η λαίλαψ μαίνεται υπέρ ποτε σφοδρότερον, η σχεδία, ανάρπαστος γενομένη επί των νώτων κύματος, κλίνει προς την ετέραν πλευράν και κραυγαί φρίκης ρήγνυνται! Μέλλομεν να περιτραπώμεν! . . . Όχι . . . Η σχεδία συνεκρατήθη επί της οφρύος του κύματος εις ύψος ακατάληπτον, και υπό την επιτεταμένην λάμψιν των αστραπών, αίτινες πολυτρόπως διασταυρούνται, κατεπτοημένοι, έντρομοι, ηδυνήθημεν να περιλάβωμεν διά του βλέμματος την θάλασσαν ταύτην, την αφρίζουσαν ως εάν εθραύετο επί σκοπέλων.