Ο Σάνσελλορ

Part 8

Chapter 831 wordsPublic domain

Προσπαθώ να κοιμηθώ επί του στενού διαστήματος, όπερ υπελείπετο εις εμέ εν τω θωρακίω, αλλά δεν δύναμαι όμως να το κατορθώσω. Δυσάρεστα προαισθήματα με περιστοιχίζουσι, και η παρούσα ηρεμία της ατμοσφαίρας μ' εμβάλλει εις φροντίδας, και μοι φαίνεται άγαν ήρεμος· διότι μόλις που εκ διαλειμμάτων πνοή ανέμου εισδύει εις την εξαρτίαν και δονεί το μετάλλινον αυτής σχοινίον. Άλλως τε η θάλασσα «αισθάνεται» τι. Ταράσσεται υπό μακρού σάλου και προφανώς δοκιμάζει τον αντίκτυπον τρικυμίας τινος αφεστώσης.

Περί ώραν ενδεκάτην της νυκτός εν τω αραιώματι μεταξύ δύο νεφών η σελήνη λάμπει διά λάμψεως ζωηράς, τα δε κύματα αναλάμπουσιν ως φωτιζόμενα υπό λάμψεως υποβρυχίου.

Εγείρομαι και παρατηρώ. Παράξενον πράγμα, μοι φαίνεται ότι διακρίνω επί τινα λεπτά της ώρας σημείον μέλαν ανυψούμενον και ταπεινούμενον εν τω μέσω της επιτεταμένης λευκότητος των υδάτων. Δεν είνε δυνατόν να είνε βράχος, διότι παρακολουθεί τας κινήσεις του σάλου.

Τι είνε λοιπόν;

Έπειτα η σελήνη καλύπτεται εκ νέου, το σκότος γίνεται αύθις βαθύ και εγώ κατακλίνομαι πλησίον των αριστερών επιτόνων.

ΚΖ'

— _Τη 6 Δεκεμβρίου_. — Κατόρθωσα να κοιμηθώ επί τινας ώρας, αλλά την τετάρτην πρωινήν ώραν ο συριγμός του ανέμου μ' αφυπνίζει αποτόμως. Ακούω την φωνήν του Ροβέρτου Κόρτις αντηχούσαν εν τω μέσω των συστροφών του ανέμου, ών οι τιναγμοί κλονούσι την εξαρτίαν.

Εγείρομαι και συγκρατούμενος ισχυρώς από του νεύρου, προσπαθώ να ίδω τι συμβαίνει υποκάτω μου και πέριξ.

Εν τω σκότει βλέπω την θάλασσαν μυκωμένην. Μεγάλαι οθόναι αφρού μολυβδόχροι μάλλον ή λευκαί διέρχονται μεταξύ των ιστών, οίτινες υπόκεινται εις μεγάλας ταλαντώσεις ένεκα του διατοιχούντος πλοίου. Δύο σκιαί μαύραι εν τη πρύμνη διακρίνονται καθαρά επί του υπολεύκου χρώματος της θαλάσσης. Είνε δε αύται ο πλοίαρχος Κόρτις και ο αρχιναύτης. Αι φωναί των, ολίγον διακρινόμεναι μεταξύ του θορύβου των κυμάτων και των συριγμών του ανέμου, έρχονται εις τα ώτα μου ως ασθενής στεναγμός.

Την στιγμήν εκείνην ναύτης ανελθών εις το θωράκιον να δέση σχοινίον διέρχεται πλησίον μου.

«Τι τρέχεις τον ερωτώ.

— Άλλαξ' ο άνεμος.....»

Προσέθηκε δε ο ναύτης και άλλας τινάς λέξεις, άς δεν ηδυνήθην να ακούσω καθαρά· αλλά μοι φαίνεται ότι είπεν «αντίπρωρος».

Αντίπρωρος! Αλλά τότε ο άνεμος μετετράπη όλως από Μέσου (ΒΑ) εις Λίβα (ΝΔ) και νυν θα μας ωθή προς το πέλαγος! Λοιπόν τα προαισθήματά μου δεν με ηπάτησαν!

Τω όντι η ημέρα ανατέλλει κατ' ολίγον και ναι μεν ο άνεμος δεν μετεβλήθη όλως αντίπρωρος, αλλά — περίστασις ωσαύτως ολεθρία εις ημάς, — πνέει Σκίρων (ΒΔ), και λοιπόν μας απομακρύνει από της γης. Προσέτι δε το επί του καταστρώματος ύδωρ είνε νυν πέντε ποδών, ώστε τα παραρρύματα εξηφανίσθησαν τελείως. Το πλοίον εβυθίσθη την νύκτα, και το πρωραίον κατάστρωμα, ως και το επίστεγον, είνε νυν ίσα τη επιφανεία της θαλάσσης, ήτις τα σαρώνει ακαταπαύστως. Υπό τον άνεμον δε ο Ροβέρτος Κόρτις και το πλήρωμά του εργάζεται εις αποπεράτωσιν της σχεδίας, αλλά το έργον δεν δύναται να προβή ταχέως, ένεκα της σφοδρότητος του σάλου και δέον να ληφθώσιν αι σπουδαιόταται προφυλάξεις, ίνα μη το συγκρότημα, εξαρθρωθή, πριν στερεωθή τελείως.

Και ήδη οι κκ. Λετουρνέρ είνε όρθιοι πλησίον μου, ο δε πατήρ συγκρατεί τον υιόν κατά της σφοδρότητος του διατοιχούντος πλοίου.

«Αλλά το θωράκιον τούτο θα σπάση!» αναφωνεί ο κ. Λετουρνέρ, ακούων τους τριγμούς του στενού κρηπιδώματος όπερ φέρει ημάς.

Τους λόγους τούτους ακούσασα η μις Χέρμπυ ανεγείρεται, και δεικνύουσα την μίσιζ Κηρ, εξηπλωμένην προ των ποδών της:

«Και τι να κάμωμεν, κύριοι; ερωτά.

— Να μείνωμεν εδώ όπου είμεθα, απεκρίθην εγώ.

— Μις Χέρμπυ, προσθέτει ο Ανδρέας Λετουρνέρ, και εδώ είνε το ασφαλέστατον καταφύγιόν μας. Μη φοβείσθε τίποτε.»

— Δι' εμέ δεν φοβούμαι, αποκρίνεται η νεάνις διά της ηρέμου φωνής της, αλλά δι' εκείνους οι οποίοι έχουν λόγον τινά να θέλουν την ζωήν!»

Την ογδόην και τέταρτον ο αρχιναύτης αναφωνεί προς τους άνδρας του πληρώματος:

«Ε, από την πρώραν!

— Ορίστε, αναφωνεί τις των ναυτών, ο Ο Ρέδυς, πιστεύω.

— Την έχετε την φαλαινίδα;

— Όχι.

— Τότε θα μας έφυγε!»

Και όντως η φαλαινίς δεν κρατείται πλέον από του προβόλου, και σχεδόν πάραυτα βεβαιούται η εξαφάνισις του μίστερ Κηρ, του Σάιλας Χόντλυ και τριών ανδρών του πληρώματος, ενός Σκώτου και δύο Άγγλων· τότε κατανοώ οποίον τι ήτο την προτεραίαν το θέμα της συνδιαλέξεως του μίστερ Κηρ και του Σάιλας Χόντλυ. Φοβούμενοι δήλα δή μη ο _Σάνσελλορ_ καταποντισθή προ της αποπερατώσεως της σχεδίας, συνώμοσαν να φύγωσι, και κατέπεισαν διά χρημάτων τους τρεις ναύτας να παραλάβωσι την φαλαινίδα. Εξηγώ τότε τι ήτο το μέλαν εκείνο σημείον όπερ διείδον την νύκτα. Τον άθλιον! εγκατέλιπε την γυναίκα του! Ο ανάξιος πλοίαρχος εγκατέλιπε το πλοίον του! Και μας επήραν την λέμβον, τούτ' έστι το μόνον υπολειπόμενον ημίν εφόλκιον!

«Πέντε σωσμένοι! είπεν ο αρχιναύτης.

— Πέντε χαμένοι!» αποκρίνεται ο γέρων Ιρλανδός.

Τω όντι η κατάστασις της θαλάσσης πληρέστατα δικαιολογεί τους λόγους του γηραιού Ο Ρέδυ.

Είκοσι και δυο είμεθα πλέον εν τω πλοίω. Άρα γε κατά πόσους έτι ο αριθμός ούτος θα ελαττωθή;

Το πλήρωμα μαθόν την άνανδρον ταύτην λιποταξίαν και την κλοπήν της φαλαινίδος, υβρίζει δεινώς τους δραπέτας. Αν δε η τύχη ήθελεν επαναφέρη αυτούς εις το πλοίον, θα πληρώσωσιν ακριβά την προδοσίαν των.

Συνιστώ να κρύψωσι την μίσιζ Κηρ την φυγήν του ανδρός της. Η δυστυχής γυνή κατατρύχεται υπό αδιαλείπτου πυρετού, καθ' ού ουδέν δυνάμεθα, διότι η βύθισις του πλοίου εγένετο τοσούτον ταχεία, ώστε το κιβώτιον των φαρμάκων δεν ηδυνήθη να σωθή. Άλλως τε και φάρμακα αν είχομεν, οποίον τι αποτέλεσμα να προσδοκώμεν εν τη καταστάσει εν η διατελεί η μίσιζ Κηρ;

ΚΗ'

— _Συνέχεια της 6 Δεκεμβρίου_. — Εν τούτοις ο _Σάνσελλορ_ δεν συγκρατείται πλέον εν ισορροπία εν τω μέσω των στρωμάτων του ύδατος. Πιθανώς το σκάφος του εξαρθρούται και αισθανόμεθα ότι κατ' ολίγον βυθίζεται.

Ευτυχώς η σχεδία θα αποπερατωθή εντός της εσπέρας, και θα δυνηθώμεν να εγκαθιδρυθώμεν επ' αυτής, πλην εάν ο Ροβέρτος Κόρτις προτιμά να επιβιβασθώμεν την επιούσαν άμα τη ημέρα. Το συγκρότημα εγένετο στερεόν.

Τα δε αποτελούντα αυτήν ξύλα συνεδέθησαν διά σχοινίων δυνατών, και επειδή ταύτα διασταυρούνται μεταξύ των υπεράλληλα, το όλον υψούται κατά δύο πόδας άνω της επιφανείας της θαλάσσης.

Το δε κρηπίδωμα είνε κατεσκευασμένον διά σανίδων άς είχον αποσπάση τα κύματα και ημείς εχρησιμοποιήσαμεν επιμελώς. Μετά μεσημβρίαν άρχεται η φόρτωσις των διασωθέντων τροφίμων, ιστίων, οργάνων, εργαλείων. Επάναγκες δε να σπεύσωμεν, διότι την στιγμήν ταύτην το μέγα θωράκιον μόλις δέκα πόδας υπερέχει της θαλάσσης, του δε προβόλου το άκρον μόνον της κεραίας υπολείπεται υψούμενον πλαγίως.

Θα εκπλαγώ σφόδρα αν μη είνε η αύριον η εσχάτη ημέρα του _Σάνσελλορ_!

Και νυν, εν τίνι ηθική καταστάσει διατελούμεν; Προσπαθώ να ορίσω τι συμβαίνει εν εμοί. Μοι φαίνεται ότι τούθ' όπερ αισθάνομαι είνε αδιαφορία τις ασυνείδητος μάλλον ή συναίσθημα καρτερίας. Ο κ. Λετουρνέρ ζη όλος εν τω υιώ αυτού, όστις και αυτός τον πατέρα του μόνον συλλογίζεται. Ο Ανδρέας δεικνύει καρτερίαν μεστήν γενναιότητος, χριστιανικήν καρτερίαν, ήν δεν δύναμαι κάλλιον να παραβάλω ή προς την καρτερίαν της μις Χέρμπυ. Ο δε Φάλστεν είνε αείποτε Φάλστεν, και, Θεέ μου, συγχώρησόν μοι, ο μηχανικός ούτος εξακολουθεί γράφων αριθμούς εν τω σημειωματαρίω του! Η δε μίσιζ Κηρ αποθνήσκει παρά τας περιποιήσεις της νεάνιδος, παρά τας εμάς.

Οι δε ναύται, τούτων δύο ή τρεις είνε ήρεμοι, αλλά οι άλλοι είνε σχεδόν παράφρονες. Τινές αγόμενοι υπό της χυδαίας αυτών φύσεως, φαίνονται διατεθειμένοι να προβώσιν εις υπερβολάς. Θα είνε δυσήνιοι [73] οι άνθρωποι ούτοι οι διατελούντες υπό την φαύλην επίδρασιν του Όουεν και του Γύγξτροπ, όταν συμβιώμεν μετ' αυτών επί στενής σχεδίας!

Ο υποπλοίαρχος Ουάλτερ είνε καταβεβλημένος σφόδρα· ει και γενναίος, αλλ' όμως θα αναγκασθή να απόσχη της υπηρεσίας του. Ο δε Ροβέρτος Κόρτις και ο αρχιναύτης, δραστήριοι, ακλόνητοι, είνε άνδρες ούς η φύσις «εσφυρηλάτησε δι' όλης αυτών της σκληρότητος». ίνα κατά μεταλλουργούς είπω, χαρακτηρίζει δε αυτούς καλώς η έκφρασις αύτη.

Περί ώραν πέμπτην μετά μεσημβρίαν ανεπαύθη είς εκ των εν δυστυχία συναδέλφων μας, η μίσιζ Κηρ απέθανε μετά οδυνηράν αγωνίαν, ίσως ουδεμίαν έχουσα συνείδησιν της καταστάσεώς της. Εξέβαλέ τινας στεναγμούς και τετέλεσται. Μέχρι της τελευταίας στιγμής η μις Χέρμπυ δαψιλώς [74] περιέθαλψεν αυτήν μετ' αφοσιώσεως, ήτις βαθέως μας συνεκίνησε!

Παρήλθεν η νυξ άνευ τινός συμβεβηκότος. Την πρωίαν περί τα χαράγματα έλαβον της νεκράς την χείρα, ήτις ήτο ψυχρά και τα μέλη της απεξυλωμένα. Το πτώμα δεν δύναται να διαμείνη πλέον εν τω θωρακίω. Η μις Χέρμπυ και εγώ την περιτυλίσσομεν διά των ενδυμάτων της, έπειτα δε ευχαί τινες απηγγέλθησαν υπέρ αναπαύσεως της ψυχής της ταλαίνης γυναικός, και το πρώτον θύμα τοσούτων συμφορών κατακρημνίζεται εις τα κύματα.

Την στιγμήν εκείνην εκστομίζει τις των εν τοις θωρακίοις ανδρών τους φοβερούς τούτους λόγους;

«Νά ένα πτώμα . . . κρίμα 'ς το! κρίμα 'ς το!»

Στρέφομαι προς την φωνήν. Ο Όουεν είνε ο λαλήσας ούτω.

Έπειτα μοι επέρχεται εις τον νουν ότι τω όντι θα έχωμεν ίσως ημέραν τινά έλλειψιν τροφίμων!

ΚΘ'

— _Τη 7 Δεκεμβρίου_. — Το πλοίον εξακολουθεί βυθιζόμενον, η δε θάλασσα ανήλθε νυν εις το διάδετον [75] του ακατίου θωρακίου. Το δε επίστεγον και το πρωραίον κατάστρωμα είνε όλως υποβρύχια του δε προβόλου το άκρον της κεραίας εξηφανίσθη. Ουδέν δε πλέον σώζεται ή αι τρεις στήλαι των ιστών, εξέχουσαι του Ωκεανού.

Αλλ' η σχεδία είνε ετοίμη και φέρει φορτίον παν ό τι ηδυνήθημεν να διασώσωμεν. Μία υποπτερνίς [76] παρασκευασθείσα κατά την πρώραν της σχεδίας, είνε προωρισμένη να δεχθή ιστόν, όν θα υποστηρίξωσιν επίτονοι στερεούμενοι επί των πλευρών του κρηπιδώματος. Το ιστίον του μεγάλου σιπάρου θα αναδεθή και θα μας ωθήση ίσως προς την ακτήν.

Τις οίδεν εάν το εύθραυστον τούτο εκ σανίδων συγκρότημα, ήττον ευβύθιστον, κατορθώση ό τι ο _Σάνσελλορ_ δεν ηδυνήθη; Η ελπίς είνε ούτως ερριζωμένη εν τη καρδία του ανθρώπου, ώστε εισέτι ελπίζω!

Είνε εβδόμη ώρα προ μεσημβρίας. Εν ώ δε μέλλομεν να επιβιβασθώμεν, αίφνης το πλοίον βυθίζεται ούτω ταχέως, ώστε ο ξυλουργός και οι άνδρες οι απησχολημένοι επί της σχεδίας αναγκάζονται να κόψωσι το πείσμα των ίνα μη παρασυρθώσιν εις την δίνην του ύδατος.

Αισθανόμεθα τότε αγωνίαν οξυτάτην, διότι ακριβώς την στιγμήν καθ' ήν το πλοίον κατέρχεται εις την άβυσσον, η μόνη ημών σανίς της σωτηρίας απομακρύνεται εκπίπτουσα!

Δύο ναύται και είς μαθητευόμενος έξω φρενών ρίπτονται εις την θάλασσαν, αλλά μάτην προσπαθούσι να παλαίσωσι προς τον σάλον.

Μετ' ου πολύ είνε προφανές ότι ούτε εις την σχεδίαν να προφθάσωσι θα δυνηθώσιν, ούτε να επανέλθωσιν εις το πλοίον, έχοντες εναντίον αυτών τα τε κύματα και τον άνεμον. Ο Ροβέρτος Κόρτις δέσας περί την οσφύν σχοινίον σπεύδει εις βοήθειάν των. Αλλ' ανωφελής προθυμία! Διότι πριν δυνηθή να πλησιάση προς αυτούς, οι τρεις ατυχείς ούτοι, ούς βλέπω αγωνιζομένους, εξαφανίζονται, αφ' ού μάτην έτειναν τας χείρας προς ημάς.

Αποσύρομεν τον Ροβέρτον Κόρτις όλον μεμωλωπισμένον υπό του είδους εκείνου της ανακοπής των κυμάτων ήτις πλήττει την κορυφήν των ιστών.

Εν τούτοις ο Δαούλας και οι ναύται, μεταχειριζόμενοι δύο μακρά ξύλα ως κώπας, προσπαθούσι να επανέλθωσιν εις το πλοίον, αλλά μόνον μετά μιας ώρας προσπαθείας, — ώρας ήτις εφάνη ημίν αιών όλος, ώρας καθ' ήν η θάλασσα ανήλθε μέχρι της επιφανείας των θωρακίων, — η σχεδία, ήτις είχεν απομακρυνθή δύο μόνον στάδια, ό έστι τετρακόσια μέτρα, ηδυνήθη να έλθη παρά την πλευράν του _Σάνσελλορ_. Ο αρχιναύτης ρίπτει πείσμα προς τον Δαούλαν και η σχεδία προσδένεται εκ νέου εις το τραχήλωμα του μεγάλου ιστού.

Ουδεμία πλέον στιγμή χρονοτριβής υπολείπεται, διότι σφοδρά δίνη ανοίγεται περί τον εμβεβαπτισμένον σκελετόν του πλοίου, και υπερμεγέθεις φυσαλίδες αέρος ανέρχονται απειροπληθείς εις την επιφάνειαν του ύδατος.

«Επιβαίνετε! επιβαίνετε!» αναφωνεί ο Ροβέρτος Κόρτις.

Εφορμώμεν μετά σπουδής εις την σχεδίαν. Ο Ανδρέας Λετουρνέρ, αφ' ού επεστάτησεν εις την εγκατάστασιν της μις Χέρμπυ, έρχεται αισίως εις το κρηπίδωμα, μετ' ου πολύ δε και ο πατήρ είνε πλησίον του. Μετά μίαν στιγμήν οι πάντες έχομεν επιβιβασθή, — οι πάντες πλην του πλοιάρχου Κόρτις και του γηραιού ναύτου Ο Ρέδυ.

Ο Ροβέρτος Κόρτις όρθιος επί του μεγάλου θωρακίου δεν θέλει να καταλίπη το πλοίον του, αλλά τότε μόνον, όταν το πλοίον του εξαφανισθή εν τη αβύσσω· τούτο δε είνε καθήκον άμα και δικαίωμά του. Τον _Σάνσελλορ_ τούτον όν αγαπά, όν κυβερνά έτι, πας τις αισθάνεται οποία τις συγκίνησις συντρίβει την καρδίαν του καθ' ήν στιγμήν μέλλει να τον εγκαταλίπη!

Ο Ιρλανδός έμεινεν επί του ακατίου θωρακίου.

«Εμπρός, γέρον, κράζει προς αυτόν ο πλοίαρχος.

— Βουλιάζει το πλοίον; ερωτά ο επίμονος γέρων μετά της μεγίστης απαθείας.

— Ναι . . .

— Εμπρός τότε.» αποκρίνεται ο Ο Ρέδυ, ότε το ύδωρ ανέβη ήδη μέχρι της ζώνης του.

Και σείων την κεφαλήν πηδά εις την σχεδίαν.

Ο Ροβέρτος Κόρτις διαμένει επί μίαν έτι στιγμήν επί του θωρακίου, περιφέρει το βλέμμα πέριξ αυτού, έπειτα έσχατος αυτός εγκαταλείπει το πλοίον του.

Είνε καιρός. Το πείσμα κόπτεται και η σχεδία απομακρύνεται βραδέως.

Πάντες αποβλέπομεν προς το μέρος τούτο όπου το πλοίον καταποντίζεται. Το άκρον του ακατίου ιστού εξαφανίζεται κατ' αρχάς, έπειτα το άκρον του μεγάλου ιστού, μετ' ου πολύ δε ουδέν υπολείπεται πλέον του κομψού εκείνου πλοίου όπερ υπήρξεν ο _Σάνσελλορ_.

Λ'

— _Συνέχεια της 7 Δεκεμβρίου._ — Νέα πλωτή συσκευή φέρει ημάς, ήτις δεν δύναται μεν να καταποντισθή, διότι τα ξύλα ταποτελούντα αυτήν θα επιπλέωσιν ό τι δήποτε και αν συμβή, αλλά η θάλασσα δεν θα την διαλύση; Δεν θα θραύση τους δεσμούς τους συνδέοντας αυτήν; Δεν θα αφανίση τέλος τους ναυαγούς τους επί της επιφανείας αυτής σεσωρευμένους;

Εκ των εικοσιοκτώ ψυχών άς είχεν ο _Σάνσελλορ_ αποπλέων εκ του Κάρλεστον, δέκα είχον ήδη απολεσθή.

Είμεθα λοιπόν δεκαοκτώ έτι, — δεκαοκτώ επί της σχεδίας ταύτης της αποτελούσης τρόπον τινά τετράπλευρον ακανόνιστον, τεσσαράκοντα περίπου ποδών μήκους και είκοσι πλάτους.

Τα δε ονόματα των επιζώντων εκ του _Σάνσελλορ_ είνε τάδε: οι κκ. Λετουρνέρ, ο μηχανικός Φάλστεν, η μις Χέρμπυ και εγώ, επιβάται. — Ο πλοίαρχος Ουάλτερ, ο αρχιναύτης, ο τροφοδότης Χόμμπαρτ, ο μάγειρος Γύγξτροπ ο μαύρος, ο ξυλουργός Δαούλας, — οι επτά ναύται Ώστιν, Όουεν, Ουίλσων, Ο Ρέδυ, Βάρκε, Σάνδων και Φλαίπολ.

Ο Ύψιστος εδοκίμασεν ημάς αρκούντως από εβδομήκοντα δύο ημερών, αφ' ής κατελίπομεν την Αμερικανικήν ακτήν, και η χειρ αυτού αρκούντως εβάρυνεν εφ' ημών; Και ουδ' ο μάλιστα εύελπις ήθελε τολμήση να ελπίση.

Αλλ' ας αφήσωμεν το μέλλον και περί του παρόντος ας σκεπτώμεθα, και εξακολουθήσωμεν καταγράφοντες τας συμφοράς του δράματος τούτου καθ' όσον εμφανίζονται.

Γνωστοί οι επιβάται της σχεδίας, τα δε προς συντήρησιν αυτών έχουσιν ως εξής.

Ο Ροβέρτος Κόρτις είχε δυνηθή να επιβιβάση μόνον ό τι υπελείπετο εκ των προμηθειών άς είχον αναβιβάση εκ του διανομείου, ών το πλείστον μέρος ηφανίσθη κατά την στιγμήν της εμβαπτίσεως του καταστρώματος του _Σάνσελλορ_. Είνε δε ολίγον άφθονοι αι προμήθειαι αύται, εάν ληφθή υπ' όψει ότι είμεθα δεκαοκτώ στόματα, και πολλαί ημέραι δυνατόν να παρέλθωσιν έτι πριν φανή πλοίον τι ή γη. Έν βυτίον διπυρίτου, έτερον κρέατος παστού, μικρός κόρος [77] βρανδεβίνου [78], δύο βυτία ύδατος, ταύτα είνε τα περισωθέντα και ουδέν πλέον. Λοιπόν έργον φρονήσεως είνε να ορισθώσιν αι μερίδες ευθύς από της πρώτης ημέρας.

Εκ των ενδυμάτων της αποθήκης ουδέν απολύτως έχομεν· ιστία δέ τινα θα χρησιμεύσωσιν ως καλύμματα άμα και ως στέγη. Τα εργαλεία, ανήκοντα εις τον Δαούλαν, ο εκτάς και η πυξίς, είς χάρτης, τα εγκόλπια μαχαίρια ημών, λέβης μετάλλινος, κύπελλον εκ λευκοσιδήρου, ούτινος ουδέποτε αποχωρίζεται ο γέρων Ιρλανδός Ο Ρέδυ, τοιαύτα είνε τα υπολειπόμενα ημίν όργανα και σκεύη. Πάντα δε τα κιβώτια, τα επί του καταστρώματος αποκείμενα και προωρισμένα εις την πρώτην σχεδίαν, κατεποντίσθησαν κατά την επί μέρους εμβάπτισιν του πλοίου, απ' εκείνης δε της στιγμής δεν ήτο πλέον δυνατόν να εισδύση τις εις το κύτος.

Αύτη λοιπόν η ημετέρα κατάστασις, σοβαρά μεν, αλλ' ουχί και απελπιστική. Δυστυχώς φόβος είνε μη πλείονες ημών απολέσωμεν το τε ηθικόν σθένος και το φυσικόν. Άλλως τε υπάρχουσι μεταξύ ημών τινες, ών τα φαύλα ενστίγματα θα αποβώσι δυσκράτητα!

ΛΑ'

— _Συνέχεια της 7 Δεκεμβρίου_. — Την πρώτην ημέραν ουδέν αξιοσημείωτον.

Σήμερον δε την ογδόην προ μεσημβρίας ο πλοίαρχος Κόρτις συγκαλέσας πάντας επιβάτας τε και ναυτικούς:

«Φίλοι μου, είπε, κατανοήσατε το εξής. Είμαι κυβερνήτης της σχεδίας ως ήμην και του _Σάνσελλορ_. Λέγω λοιπόν ότι θα με υπακούωσι πάντες ανεξαιρέτως. Περί της κοινής σωτηρίας ας σκεπτώμεθα, ας είμεθα ηνωμένοι, και έχει ο Θεός.»

Οι λόγοι ούτοι έτυχον καλής αποδοχής.

Ο λεπτός άνεμος ο πνέων κατά την στιγμήν ταύτην και ού την διεύθυνσιν ο πλοίαρχος προσδιορίζει διά της πυξίδος, επετάθη προσεγγίζων προς τον Βορράν, περίπτωσις ευοίωνος. Οφείλομεν δε να σπεύσωμεν να επωφεληθώμεν ίνα καταπλεύσωμεν όσον τάχιστα εις τας Αμερικανικάς ακτάς. Ο ξυλουργός Δαούλας τότε καταγίνεται να στήση τον ιστόν, ού την υποπτερνίδα είχομεν παρασκευάση κατά την πρώραν της σχεδίας, προσέθηκε δε και δύο πτερύγια, είδος προώστου, δι' ών θα συγκρατήται στερεώτερον. Εν ώ δε αυτός εργάζεται, ο αρχιναύτης και οι ναύται αναδένουσι το σιπάριον επί της κεραίας ήν προς τούτο έχομεν φυλάξη.

Την ενάτην και ημίσειαν ο ιστός ίσταται όρθιος. Επίτονοι εντεταμένοι επί των πλευρών της σχεδίας ασφαλίζουσι την στερεότητα αυτού. Το ιστίον επαίρεται, ποδούται και η συσκευή έχουσα τον άνεμον ούριον εκτοπίζεται επαισθητώς υπό την ενέργειαν του ανέμου, όστις επιτείνεται επαισθητώς έτι.

Του έργου τούτου άπαξ περατωθέντος, ο Δαούλας προσπαθεί να εγκαταστήση πηδάλιον, δι' ού να δύναται η σχεδία να έχη ήν θέλει διεύθυνσιν. Διά των συμβουλών δε του Ροβέρτου Κόρτις και του μηχανικού Φάλστεν μετά δίωρον εργασίαν ιδρύεται κατά την πρώραν της σχεδίας ώσπερ τι ουράδιον, παρεμφερές προς τα εν χρήσει παρά τοις Μαλαίοις.

Κατά τον χρόνον δε τούτον ο πλοίαρχος Κόρτις εκτελεί τας αναγκαίας παρατηρήσεις προς εύρεσιν ακριβώς του μήκους του, και της μεσημβρίας ελθούσης, λαμβάνει καλόν ύψος του ηλίου.

Το δε στίγμα όπερ λαμβάνει μεθ' ικανώς μεγάλης ακριβείας έχει ώδε:

Πλάτος, 15° 7' βόρειον Μήκος, 49° 35' προς δυσμάς του Γρηνουίχου.

Το στίγμα, τούτο, μετενεχθέν επί του χάρτου, δεικνύει ότι απέχομεν εξακόσια πεντήκοντα μίλια της βορειοανατολικής ακτής του Παραμαρίβου, τούτ' έστι του εγγυτάτου τμήματος της Αμερικής ηπείρου, ήτις, ως ήδη ερρήθη, αποτελεί το παράλιον της Ολλανδικής Γουυάνης.

Όθεν, λαμβάνοντες τον μέσον όρον των περιπτώσεων, δεν δυνάμεθα να ελπίζωμεν, και αν διαρκώς βοηθώσιν ημάς οι ετησίοι άνεμοι, ότι θα διανύσωμεν πλείονα των δέκα ή δώδεκα μιλίων την ημέραν, επί συσκευής ούτως ατελούς ως η σχεδία, ήτις δεν δύναται να πλαγιοδρομή προς τον άνεμον. Τούτο λοιπόν θα απαιτήση δίμηνον διάπλουν, επί τη υποθέσει ότι αι περιστάσεις θα είνε αισιώταται, — πλην της περιπτώσεως, της ολίγον πιθανής, ότι ήθελε συναντήση ημάς πλοίον τι. Αλλ' εις τούτο το μέρος του Ατλαντικού Ωκεανού ολιγώτερον φοιτώσι πλοία παρά εις το βορειότερον ή το νοτιώτερον. Ερρίφθημεν δυστυχώς μεταξύ των γραμμών των Αντιλλών και των της Βρασιλίας, ας ακολουθούσιν τα υπερωκεάνεια Αγγλικά ή Γαλλικά, και προτιμότερον να μη αναθέτωμεν τας ελπίδας ημών εις το τυχαίον της συναντήσεως πλοίου. Άλλως τε, εάν αι νηνεμίαι επέλθωσιν, εάν ο άνεμος μεταβληθείς ωθήση ημάς προς Ανατολάς, ουχί πλέον δύο μήνες, αλλά τέσσαρες, αλλά έξ απαιτούνται, αι δε τροφαί ήθελον σωθή προ της λήξεως της τριμηνίας.

Η σύνεσις λοιπόν απαιτεί από τούδε να καταναλίσκωμεν το απολύτως αναγκαίον. Ο πλοίαρχος Κόρτις εζήτησε την γνώμην μας περί τούτου, ημείς δε αυστηρώς ωρίσαμεν το πρόγραμμα. Αι μερίδες υπελογίσθησαν εις πάντας αδιακρίτως ούτως, ώστε ή τε πείνα και η δίψα να κορέννυνται κατά το ήμισυ. Ο χειρισμός της σχεδίας δεν χρήζει μεγάλης δαπάνης φυσικών δυνάμεων, όθεν τροφή μεμετρημένη θα είνε επαρκής. Το δε βρανδεβίνον, ού το βυτίον δεν περιέχει πλείονα των πέντε γαλλονίων, ό έστι είκοσι τρεις περίπου λίτρας Γαλλικάς, ήτοι δεκαοκτώ οκάδας, θα διανεμηθή μετά της εσχάτης φειδούς. Ουδείς θα έχη δικαίωμα να το εγγίση άνευ της αδείας του πλοιάρχου.

Λοιπόν τα της διαίτης εν τω πλοίω εκανονίσθησαν ώδε: Πέντε ουγκίαι κρέατος και πέντε διπυρίτου καθ' εκάστην και κατ' άνθρωπον. Και ναι μεν είνε ολίγον, αλλ' όμως δεν ήτο δυνατόν η μερίς να είνε περισσοτέρα των πέντε λιτρών εξ εκάστης ουσίας, ό έστι εν μια τριμηνία λίτραι εξακόσιαι. Αλλά εν συνόλω δεν έχομεν πλέον των εξακοσίων λιτρών κρέατος και διπυρίτου, επάναγκες λοιπόν να σταθώμεν εν τω αριθμώ τούτω. Του δε ύδατος η ποσότης δύναται να εκτιμηθή εις εκατόν τριάκοντα δύο γαλλόνια, ό έστι περί τας τετρακοσίας εβδομήκοντα οκάδας, συνεφωνήθη δε να περιορισθή η ημερησία κατανάλωσις εις μίαν πίνταν, τούτ' έστι πεντήκοντα έξ εκατόλιτρα, εκατόν εβδομήκοντα πέντε δράμια κατ' άνθρωπον, όπερ θα εξασφαλίση ημίν και τριών μηνών ύδωρ.

Η διανομή των τροφών θα γίνεται κατά πάσαν πρωίαν την δεκάτην ώραν διά του αρχιναύτου. Έκαστος θα λαμβάνη την μερίδα όλης της ημέρας, και διπυρίτην και κρέας, και θα την καταναλίσκη οπόταν και όπως θέλη, το δε ύδωρ, ελλείψει επαρκών σκευών προς διαφύλαξιν αυτού, διότι δεν έχομεν άλλα σκεύη ή την χύτραν και το κύπελλον του Ιρλανδού, το ύδωρ θα διανέμεται δις της ημέρας, την δεκάτην προ μεσημβρίας και την έκτην μετά μεσημβρίαν, έκαστος δε οφείλει να το πίνη αμέσως.

Παρατηρητέον δε ότι έχομεν πάντοτε δύο άλλας πιθανότητας, αίτινες δύνανται να επαυξήσωσι τας προμηθείας ημών, την βροχήν προς πόσιν και την αλιείαν προς βρώσιν. Όθεν δύο βυτία κενά διετέθησαν, ίνα περιλάβωσι το βρόχινον ύδωρ. Ως προς δε τα αλιευτικά όργανα, οι ναύται ασχολούνται παρασκευάζοντες αυτά, ίνα ρίψωσιν ορμιάς [79] τινας συρομένας.

Τοιαύτα τα ληφθέντα μέτρα. Επεδοκιμάσθησαν και θα τηρώνται αυστηρώς. Μόνον εάν τηρώμεν κανόνα αυστηρόν, δυνάμεθα να ελπίσωμεν ότι θα δυνηθώμεν να αποφύγωμεν τας φρικαλεότητας της πείνης. Πλείστα όσα παραδείγματα εδίδαξαν ημάς να είμεθα προμηθείς, περιήλθομεν δε εις τας εσχάτας των στερήσεων διά τον απλούστατον λόγον ότι η τύχη δεν παύεται πλήττουσα ημάς!

ΛΒ'

— _Από της 8 μέχρι της 17 Δεκεμβρίου_. — Επελθούσης της νυκτός εχώθημεν υπό τα ιστία. Καταπεπονημένος εκ των μακρών ωρών άς είχον διέλθη επί της εξαρτίας, ηδυνήθην να κοιμηθώ επί τινας ώρας. Η σχεδία σχετικώς ολιγώτερον πεφορτισμένη, υψούται μεθ' ικανής ευχερείας. Επειδή δε η θάλασσα δεν εκχύνεται, δεν μας προσβάλλουσι τα κύματα. Δυστυχώς, εάν ο σάλος κοπάση, θα συμβή τούτο, διότι ο άνεμος πραΰνεται και περί την πρωίαν αναγκάζομαι να σημειώσω εν τω ημερολογίω μου: γαλήνη.

Ότε δε ανεφάνη η ημέρα, ουδέν νέον είχον να βεβαιώσω, και οι κκ. Λετουρνέρ εκοιμήθησαν μέρος τι της νυκτός και άπαξ έτι συνεθλίψαμεν τας χείρας αλλήλων, και η μις Χέρμπυ ηδυνήθη να αναπαυθή, οι δε χαρακτήρες αυτής, ήττον κεκμηκότες, ανέλαβον την συνήθη αυτών ηρεμίαν.

Είμεθα υπό τον ενδέκατον παράλληλον. Ο καύσων την ημέραν είνε εις άκρον σφοδρός και ο ήλιος λάμπει ζωηρός, και εν τη ατμοσφαίρα είνε αναμεμιγμένος ατμός τρόπον τινά διάπυρος. Επειδή δε ο άνεμος πνέει εκ διαλειμμάτων, το ιστίον κρέμαται επί του ιστού κατά τας ώρας της νηνεμίας αίτινες παρατείνονται λίαν. Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις και ο αρχιναύτης έκ τινων τεκμηρίων, άτινα μόνοι οι ναυτικοί δύνανται να διακρίνωσι, νομίζουσιν ότι ρεύμα δύο ή τριών μιλίων καθ' ώραν παρασύρει ημάς προς δυσμάς. Τούτο βεβαίως θα ήτο περίστασις ευνοϊκή, δυναμένη να βραχύνη σημαντικά τον διάπλουν ημών. Είθε ο πλοίαρχος και αρχιναύτης να μη απατώνται, διότι ευθύς από των πρώτων τούτων ημερών και εν τη υψηλή ταύτη θερμοκρασία, η μερίς του ύδατος μόλις εξαρκεί να πραΰνη την δίψαν!

Και όμως αφ' ότου, εγκαταλιπόντες τον _Σάνσελλορ_ ή μάλλον ειπείν τα θωράκια του πλοίου, επεβιβάσθημεν επί της σχεδίας ταύτης, η κατάστασις ημών εβελτιώθη. Ο _Σάνσελλορ_ ηδύνατο κατά πάσαν στιγμήν να καταποντισθή, και τουλάχιστον το κρηπίδωμα τούτο όπερ νυν κατέχομεν, είνε σχετικώς στερεόν. Μάλιστα το επαναλαμβάνω, η κατάστασις επαισθητώς εμετριάσθη και συγκριτικώς έκαστος διατελεί εν κρείσσονι καταστάσει. Είμεθα σχεδόν εν ανέσει, δυνάμεθα να κινώμεθα και να μετατοπιζώμεθα. Και την μεν ημέραν συνερχόμεθα, συνδιαλεγόμεθα, συζητούμεν, παρατηρούμεν την θάλασσαν, την δε νύκτα κοιμώμεθα στεγαζόμενοι υπό των ιστίων. Η δε παρατήρησις του ορίζοντος, η επιτήρησις των ορμιών άς ερρίψαμεν εις την θάλασσαν, τα πάντα διαφέρουσιν ημίν.