Part 7
— Από της 2 μέχρι της 3 Δεκεμβρίου. — Επί είκοσι και τεσσάρας έτι ώρας αγωνιζόμεθα δραστηρίως και παρακωλύομεν την επιφάνειαν του ύδατος να ανέλθη εν τω εσωτερικώ του πλοίου· αλλ' είνε προφανές ότι θα επέλθη μετ' ου πολύ στιγμή, καθ' ήν αι αντλίαι δεν θα επαρκώσι να αφαιρέσωσι ύδατος ποσότητα ίσην προς το εισρέον διά της διαρραγής του σκάφους.
Κατά την ημέραν ταύτην ο πλοίαρχος Κόρτις, ουδ' επ' ελάχιστον αναπαυόμενος, κατέρχεται αυτός εις εξέτασιν του σκάφους και τον ακολουθώ και εγώ μετά του ξυλουργού και του αρχιναύτου. Δέματά τινά βάμβακος εξετοπίσθησαν και εξακριβούμεν παραβάλλοντες το ους, ότι ακούεται ώσπερ κυματισμός τις, «κλου κλου», ακριβέστερον ειπείν. Άρα γε η διαρροή ήνοιξεν εκ νέου ή συνέβη εξάρθρωσις γενική όλου του σκάφους; Αδύνατον είνε να εξακριβωθή. Όπως δήποτε ο Ροβέρτος Κόρτις θα δοκιμάση να καταστήση το σκάφος στεγανώτερον κατά την πρύμναν, περικαλύπτων αυτό έξωθεν διά κεδρωτών ιστίων. Ίσως δε ούτω κατορθώση να διακόψη πάσαν συγκοινωνίαν, προσωρινώς τουλάχιστον, μεταξύ των ένδον και των εκτός.
Και εάν η εισροή του ύδατος στιγμιαίως κωλυθή, θα δύνανται να αντλώσι λυσιτελέστερον και αναμφιβόλως να ανορθώσωσι το πλοίον.
Αλλ' η εκτέλεσις είνε δυσχερεστέρα παρ' όσον φανταζόμεθα αυτήν διότι πρέπει πρώτον να ελαττωθή ο δρόμος του πλοίου, έπειτα δε, αφ' ού εβυθίσθησαν υπό την τρόπιν ιστία ισχυρά, συγκρατούμενα δι' επαρτών [66], προσωθήθησαν μέχρι της παλαιάς διαρροής, ώστε να καλύψωσι τελείως το μέρος τούτο του σκάφους του _Σάνσελλορ_.
Από της στιγμής δε ταύτης αι αντλίαι υπερτερούσιν ολίγον τι και ημείς επιλαμβανόμεθα αύθις του έργου μετά θάρρους. Αναμφιβόλως το ύδωρ εισρέει έτι, αλλά εν ελάσσονι ποσότητι, και περί το τέλος της ημέρας είνε βέβαιον ότι η επιφάνεια του ύδατος κατήλθε τινας δακτύλους. Δακτύλους τινάς μόνον! Αδιάφορον! Αι αντλίαι νυν εκρίπτουσι διά των σωλήνων ύδωρ περισσότερον του εισρέοντος εις το κύτος, και δεν τας εγκαταλείπομεν ουδ' επί στιγμήν.
Ο άνεμος επιτείνεται αρκούντως σφοδρός την νύκτα, νύκτα σκοτεινήν. Εν τούτοις ο πλοίαρχος Κόρτις ηθέλησε να διατηρήση όσον οίον τε πλείονα ιστία. Γινώσκει καλώς ότι το σκάφος του _Σάνσελλορ_ είνε ανεπαρκέστατα εξησφαλισμένον και σπεύδει να καταπλεύση απέναντι ξηράς. Εάν πλοίον εφαίνετο πλέον εις το πέλαγος, δεν θα εδίσταζεν ο Ροβέρτος Κόρτις να σημάνη αυτώ σημεία αμηχανίας, να επιβιβάση εις αυτό τους επιβάτας του και αυτό το πλήρωμά του, και εάν έμελλε να μείνη αυτός μόνος εν τω πλοίω μέχρι της στιγμής καθ' ήν ο _Σάνσελλορ_ ήθελε καταποντισθή υπό τους πόδας του.
Αλλά πάντα τα μέτρα ταύτα δεν έμελλον να καταλήξωσιν εις τίποτε.
Τω όντι την νύκτα το εξ υφάσματος περίβλημα υπεχώρησεν εις την έξωθεν πίεσιν, την δ' επιούσαν, 3 Δεκεμβρίου, ο αρχιναύτης μετά την καταμέτρησιν δεν ηδυνήθη να αναστείλη τας λέξεις ταύτας συνοδευομένας υπό βλασφημιών.
«Ακόμη έξ πόδες νερόν εις το κύτος!»
Το πράγμα είνε βέβαιον και υπερβέβαιον! Το πλοίον εκ νέου πληρούται, βυθίζεται προφανώς και ήδη η ίσαλος είνε επαισθητώς τεθαλασσωμένη.
Εν τούτοις χειριζόμεθα τας αντλίας μετά θάρρους ει πέρ ποτε μείζονος και εξαντλούμεν τας υστάτας ημών δυνάμεις. Οι βραχίονες ημών κατεπονήθησαν, οι δάκτυλοι αιμάσσουσιν, αλλά μάτην κοπιώμεν! καταβαλλόμεθα υπό του ύδατος. Ο Ροβέρτος Κόρτις κελεύει και τοποθετείται άλυσις κατά το άνοιγμα του μεγάλου καθέκτου και οι κάδοι μεταδίδονται τάχιστα από χειρός εις χείρα.
Αλλά τα πάντα ανωφελή!
Την ογδόην και ημίσειαν προ μεσημβρίας βεβαιούται και νέα αύξησις του ύδατος εν τω κύτει. Ο απελπισμός τότε καταλαμβάνει τινάς των ναυτών, ο Ροβέρτος Κόρτις κελεύει αυτούς να εξακολουθήσωσιν εργαζόμενοι, αλλ' αυτοί αρνούνται.
Μεταξύ των ανδρών τούτων είς είνε πνεύμα επιρρεπές εις στάσιν, οχλαγωγός, περί ού είπον ήδη ανωτέρω, ο ναύτης Όουεν. Είνε περίπου τεσσαρακοντούτης, το πρόσωπόν του καταλήγει εις οξύ υπέρυθρον γένειον, αι δε παρειαί του είνε σπαναί ή εξυρημέναι, τα χείλη του αναδιπλούνται προς τα έσω, οι δε υπόξανθοι οφθαλμοί του σημειούνται δι' ερυθρού στίγματος εν τη ενώσει των βλεφάρων. Ρίνα έχει ευθείαν, ώτα λίαν διεστώτα, το δε μέτωπον κατερρυτιδωμένον βαθέως υπό ρυτίδων εμφαινουσών κακεντρέχειαν.
Πρώτος αυτός εγκαταλείπει την θέσιν του.
Πέντε ή έξ των εταίρων μιμούνται αυτόν, εν οίς παρατηρώ τον μάγειρον Γύγξτροπ, άνθρωπον κακόν και αυτόν.
Κελεύσαντος του Ροβέρτου Κόρτις τους ναύτας να επανέλθωσιν εις τας αντλίας, ο Όουεν αποκρίνεται διά ρητής αρνήσεως.
Ο πλοίαρχος επαναλαμβάνει το κέλευσμα.
Ο δε Όουεν επαναλαμβάνει την άρνησιν.
Ο Ροβέρτος Κόρτις προσέρχεται προς τον αποστάντα ναύτην.
«Δεν σε συμβουλεύω να εγγίσης επάνω μου!» λέγει απαθώς ο Όουεν ανερχόμενος εις το πρωραίον κατάστρωμα.
Ο Ροβέρτος Κόρτις κατευθύνεται τότε προς το επίστεγον, εισέρχεται εις τον θάλαμόν του και εξέρχεται ωπλισμένος διά περιστρόφου.
Ο Όουεν παρατηρεί μίαν στιγμήν τον Ροβέρτον Κόρτις, αλλά, νεύσαντος αυτώ του Γύγξτροπ, αναλαμβάνουσι πάντες την εργασίαν των.
ΚΔ'
— _Τη 4 Δεκεμβρίου_ — Το πρώτον κίνημα της αποστασίας ανεστάλη διά της δραστηρίου στάσεως του πλοιάρχου. Ο Ροβέρτος Κόρτις θα είνε και εν τω μέλλοντι ούτως ευτυχής; Πρέπει να ελπίζωμεν, διότι η απείθεια του πληρώματος ήθελε καταστήση φοβεράν κατάστασιν ήδη ούτω δεινήν.
Την νύκτα αι αντλίαι δεν δύνανται πλέον να υπερτερήσωσιν. Αι κινήσεις του πλοίου είνε βαρείαι, και επειδή μετά δυσχερείας υψούται υπό του κύματος, δέχεται όγκους θαλάσσης καταβάλλονται αυτό και εισδύοντας διά των καθεκτών ούτω δε προστίθεται εις το κύτος ύδωρ ίσον προς το εν αυτώ υπάρχον.
Η κατάστασις ημών μετ' ου πολύ θα γίνη απειλητική όσον κατά τας υστάτας ώρας της πυρκαϊάς. Οι επιβάται, το πλήρωμα, πάντες αισθάνονται ότι το πλοίον υποχωρεί κατά μικρόν υπό τους πόδας των. Βλέπουσιν απερχόμενα βραδέως μεν αλλ' αδιαλείπτως τα κύματα, άτινα φαίνονται αύτοις φοβερά όσον και αι φλόγες.
Και όμως το πλήρωμα εξακολουθεί εργαζόμενον απειλούντος του Ροβέρτου Κόρτις και, εκόντες αέκοντες, οι ναύται αγωνίζονται μετά δραστηριότητος, αλλ' είνε εξηντλημένοι. Άλλως τε δεν δύνανται να εξαντλήσωσι το ύδωρ τούτο, όπερ απαύστως ανανεούται και ού η επιφάνεια υψούται από ώρας εις ώραν. Οι δε χειριζόμενοι τους κάδους αναγκάζονται μετ' ου πολύ να καταλίπωσι το κύτος, εν ώ βεβυθισμένοι ήδη μέχρι της ζώνης κινδυνεύουσι να πνιγώσι και ανέρχονται εις το κατάστρωμα.
Μία μόνη καταφυγή υπολείπεται τότε, και την επιούσαν, 4 του μηνός μετά συμβούλιον συγκροτηθέν υπό του υποπλοιάρχου, του αρχιναύτου και του πλοιάρχου Κόρτις, εγένετο αποδεκτή η απόφασις περί εγκαταλείψεως του πλοίου. Αφ' ού η φαλαινίς, το μόνον υπολειπόμενον εφόλκιον δεν δύναται να περιλάβη τους πάντας, σχεδία παρευθύς θα πηχθή. Το πλήρωμα θα εξακολουθήση χειριζόμενον τας αντλίας μέχρι της στιγμής καθ' ήν θα κελεύση ο πλοίαρχος την επιβίβασιν.
Ο ξυλουργός Δαούλας έλαβε γνώσιν του πράγματος και συνεφωνήθη να ναυπηγηθή η σχεδία άνευ αναβολής διά των εν τη αποθήκη κεραιών και των διαφόρων ξύλων, πριονισθέντων πρότερον εις το προσήκον μήκος. Η θάλασσα, σχετικώς ήρεμος την ώραν εκείνην θα διηυκόλυνε την εργασίαν ταύτην την αείποτε δύσκολον και όταν αι περιστάσεις είνε ευνοϊκαί.
Λοιπόν πάραυτα ο Ροβέρτος Κόρτις, ο μηχανικός Φάλστεν, ο ξυλουργός και δέκα ναύται μετά πριόνων και πελέκεων διαθέτουσι και πελεκώσι τας κεραίας πριν τας ρίψωσιν εις την θάλασσαν. Ούτω δε μόνον θα υπολείπεται να τας δέσωσιν ισχυρώς και να κατασκευάσωσι στερεόν συγκρότημα εφ' ού θα επιτεθή το κρηπίδωμα της σχεδίας, ήτις θα είνε τεσσαράκοντα μεν περίπου ποδών μήκους, είκοσι δε μέχρι εικοσιτέσσαρων πλάτους.
Οι δε άλλοι επιβάται και το υπόλοιπον του πληρώματος είμεθα ακόμη επί των αντλιών. Παρ' εμοί ίσταται ο Ανδρέας, όν ο πατήρ αδιαλείπτως παρατηρεί μετά βαθείας συγκινήσεως. Τι θα γίνη ο υιός του, εάν αναγκασθή να παλαίση κατά των κυμάτων, εν περιστάσεσι καθ' άς και ο υγιέστατος δεν θα εσώζετο άνευ δυσχερείας; Όπως δήποτε θα είμεθα δύο οίτινες δεν θα τον εγκαταλίπωμεν.
Ουδέν είπομεν περί του επικειμένου κινδύνου προς την μίσιζ Κηρ, ήν μακρά κάρωσις [67] καθιστά σχεδόν αναίσθητον.
Πολλάκις η μις Χέρμπυ εφάνη επί του καταστρώματος, αλλ' επί τινας στιγμάς μόνον. Οι κάματοι κατέστησαν αυτήν ωχράν, αλλά διατελεί ακμαιοτάτη, τη συνιστώ δε να είνε έτοιμη προς παν ενδεχόμενον.
«Πάντοτε είμαι έτοιμη, κύριε», μοι αποκρίνεται η θαρραλέα νεάνις επανερχομένη πάραυτα πλησίον της μίσιζ Κηρ.
Ο Ανδρέας Λετουρνέρ παρακολουθεί διά του βλέμματος την νεάνιδα και συναίσθημα λύπης επιφαίνεται επί του προσώπου του.
Περί την ογδόην ώραν μετά μεσημβρίαν το συγκρότημα της σχεδίας σχεδόν απεπερατώθη. Ασχολούνται δε εις την καταβίβασιν βυτίων κενών και στεγανώς κεκλεισμένων, άτινα θα χρησιμεύσωσι να εξασφαλίσωσι την ίσαλον της συσκευής και τα συνδέουσι στερεώς.
Μετά δύο ώρας κραυγαί ισχυραί ακούονται εν τω επιστέγω. Ο μίστερ Κηρ επιφαίνεται κράζων:
«Καταποντιζόμεθα! καταποντιζόμεθα!»
Πάραυτα βλέπω την μις Χέρμπυ και τον Φάλστεν μεταφέροντας την μίσιζ Κηρ άπνουν.
Ο Ροβέρτος Κόρτις δραμών εις τον θάλαμόν του επανέρχεται παρευθύς κρατών χάρτην, εξάντα και πυξίδα.
Κραυγαί αμηχανίας αντηχούσι, και σύγχυσις επικρατεί εν τω πλοίω. Το πλήρωμα ορμά εις την σχεδίαν, ής το συγκρότημα, ελλείποντος έτι του κρηπιδώματος, δεν δύναται να τους περιλάβη . . . .
Αδύνατον να εκθέσω οποίαι τινες σκέψεις διήλθον του νου μου την στιγμήν εκείνην, ουδέ να ζωγραφήσω την εν εμοί ταχείαν οπτασίαν περί του όλου μου βίου! Μοι φαίνεται ότι όλη μου η ύπαρξις συγκεντρούται εν τη υστάτη ταύτη στιγμή, ήτις είνε και το τέρμα αυτής. Αισθάνομαι τας σανίδας του καταστρώματος καμπτομένας υπό τους πόδας μου, βλέπω το ύδωρ ανερχόμενον πέριξ του πλοίου, ως εάν ο Ωκεανός εσκάπτετο κάτωθεν αυτού!
Τινές των ναυτών καταφεύγουσιν εις τους επιτόνους κραυγάζοντες εκ τρόμου. Ετοιμάζομαι να τους ακολουθήσω . . Αλλά αισθάνομαι χείρα κωλύουσάν με.
Ο κ. Λετουρνέρ μοι δεικνύει τον υιόν του και δάκρυα αδρά ρέουσιν από των οφθαλμών του.
«Μάλιστα, λέγω θλίβων τον βραχίονά του σπασμωδικώς. Ημείς οι δύο θα τον σώσωμεν!»
Αλλά προ εμού ο Ροβέρτος Κόρτις προσήλθε προς τον Ανδρέαν και θα τον αναβιβάση επί των επιτονίων του μεγάλου ιστού, ότε ο _Σάνσελλορ_ ωθούμενος τότε ταχέως υπό του ανέμου, ίσταται αίφνης και αισθανόμεθα σφοδρόν τιναγμόν.
Το πλοίον καταβυθίζεται! Το ύδωρ φθάνει τους πόδας μου. Αυτομάτως αρπάζω σχοινίον τι . . . Αλλά διά μιας ο καταποντισμός αναστέλλεται, και ότε το κατάστρωμα είνε ήδη δύο πόδας υπό την επιφάνειαν της θαλάσσης, ο _Σάνσελλορ_ μένει ακίνητος.
ΚΕ'
— _Νυξ της 4 προς την 5 Δεκεμβρίου_. — Ο Ροβέρτος Κόρτις ήρπασε τον νέον Λετουρνέρ, και τρέχων επί του κατακλύστου καταστρώματος, τον αποθέτει επί των δεξιών επιτόνων. Ο δε πατήρ του και εγώ αναρριχόμεθα πλησίον αυτού.
Έπειτα, αποβλέπω περί εμαυτόν. Η νυξ είνε ικανώς διαυγής ώστε να δύναμαι να διακρίνω τα συμβαίνοντα.
Ο Ροβέρτος Κόρτις, επανελθών εις την θέσιν του, ίσταται όρθιος επί του επιστέγου. Όλως εν τη πρύμνη παρά τη κορώνη, ήτις δεν εβυθίσθη ακόμη, διακρίνω εν τη σκιά τον μίστερ Κηρ, την γυναίκα του, την μις Χέρμπυ και τον Φάλστεν επί δε της εσχατιάς του πρωραίου καταστρώματος τον υποπλοίαρχον και τον αρχιναύτην, επί δε των θωρακίων και των επιτόνων το λοιπόν του πληρώματος.
Ο Ανδρέας Λετουρνέρ ανερριχήθη εις το μέγα θωράκιον τη βοηθεία του πατρός του, όστις εδέησε να θέτη τον πόδα του υιού του εφ' εκάστης βαθμίδος, και τέλους ανέβη ο νέος άνευ τινός απευκταίου, καί τοι ο σάλος ήτο μέγας. Αλλά των αδυνάτων να καταπεισθή η μίσιζ Κηρ, ήτις διαμένει εν τω επιστέγω κινδυνεύουσα να σαρωθή υπό των κυμάτων, εάν επιταθή η σφοδρότης του ανέμου. Όθεν και η μις Χέρμπυ απέμεινε παρ' αυτή και δεν ήθελε να την εγκαταλίπη μόνην.
Πρώτη φροντίς του Ροβέρτου Κόρτις άμα τη αναστολή του καταποντισμού ήτο να παραγγείλη να υποστείλωσι πάραυτα όλην την ιστιοφορίαν, έπειτα δε να αποστείλη κάτω τας κεραίας και τους ιστούς του φώσωνος ίνα μη διαταραχθή η ευστάθεια του πλοίου. Ελπίζει δε ότι μετά τας προφυλάξεις ταύτας ο _Σάνσελλορ_ δεν θα περιτραπή. Αλλά δεν δύναται να βυθισθή από μιας στιγμής εις άλλην; Έρχομαι πλησίον του Ροβέρτου Κόρτις και τον ερωτώ.
«Δεν ειμπορώ να το ειξεύρω, αποκρίνεται μετά φωνής γαληνιαίας, διότι τούτο εξαρτάται προ πάντων εκ της καταστάσεως της θαλάσσης. Το βέβαιον είνε ότι το πλοίον διατελεί εν ισορροπία ως έχουσι νυν τα πράγματα, αλλά ταύτα δυνατόν να μεταβληθώσιν εν ριπή οφθαλμού!
— Και δύναται τώρα ο _Σάνσελλορ_ να ταξειδεύση με δύο ποδών ύδωρ εις το κατάστρωμα;
— Όχι, κύριε Κάζαλλον, αλλά δύναται να εκπέση, φερόμενος υπό του ρεύματος και του ανέμου, και εάν συγκρατηθή ούτω πως επί τινας ημέρας, να προσγειώση εις σημείον τι της ακτής. Άλλως τε έχομεν ως τελευταίον καταφύγιον την σχεδίαν, ήτις θα αποπερατωθή μετά τινας ώρας, και επί της οποίας θα είνε δυνατόν να επιβιβασθώμεν καθώς εξημερώση.
— Λοιπόν δεν εχάσατε πάσαν ελπίδα; ηρώτησα θαυμάζων διά την ηρεμίαν του Ροβέρτου Κόρτις.
— Η ελπίς δεν είνε δυνατόν να χαθή εντελώς, κύριε Κάζαλλον, και κατά τας δεινοτάτας έτι περιστάσεις. Παν ό τι δύναμαι να σας είπω είνε ότι, εάν ενενήκοντα εννέα τοις εκατόν είνε καθ' ημών, το εκατοστόν όμως είνε υπέρ ημών. Άλλως τε αν δεν μ' απατά η μνήμη, ο _Σάνσελλορ_, ως ευρίσκεται τώρα σχεδόν βεβυθισμένος, διατελεί ακριβώς υπό τας αυτάς περιστάσεις υπό τας οποίας ευρέθη το τριίστιον Ήρα τω 1795. Επί είκοσιν ημέρας και πλέον έμεινεν η Ήρα κρεμαμένη μεταξύ δύο υδάτων, και επιβάται και πλήρωμα είχον καταφύγη εις τα θωράκια· και τέλος ότε ανεφάνη γη, όσοι των ναυαγών ηδυνήθησαν να ανθέξωσιν εις τας ταλαιπωρίας και την πείναν, εσώθησαν· το γεγονός τούτο είνε γνωστότατον εις τα ναυτικά χρονικά και δεν ήτο δυνατόν να μη το ενθυμηθώ. Λοιπόν ουδείς λόγος υπάρχει ώστε, όσοι επιζήσωσιν εκ των του _Σάνσελλορ_, να μη είνε ευτυχείς όσον και οι της Ήρας.»
Και ίσως μεν θα είχε τις πολλά να απαντήση εις τους λόγους του Ροβέρτου Κόρτις, αλλ' όμως εκ της συνδιαλέξεως ταύτης εξάγεται ότι ο πλοίαρχος ημών δεν απώλεσε πάσαν ελπίδα.
Εν τούτοις επειδή οι όροι της ισορροπίας δυνατόν κατά πάσαν στιγμήν να διακοπώσιν, επάναγκες είνε τάχιον ή βραδύτερον να εγκαταλίπωμεν τον _Σάνσελλορ_. Όθεν απεφασίσθη ότι αύριον ευθύς ως αποπερατώση ο ξυλουργός την σχεδίαν θα επιβιβασθώμεν επ' αυτής.
Αλλά κρίνατε περί του δεινού απελπισμού του πληρώματος, ότε περί το μεσονύκτιον ο Δαούλας παρατηρεί ότι η ξύλωσις της σχεδίας εξηφανίσθη! Τα πείσματα [68], ει και ήσαν στερεά, εκόπησαν ένεκα του καθέτου εκτοπισμού του πλοίου, και το συγκρότημα από μιας και πλέον ώρας αναμφιβόλως, εξέπεσε και παρεσύρθη!
Οι ναύται άμα μανθάνοντες την νέαν ταύτην συμφοράν ρηγνύουσι κραυγάς αμηχανίας.
«Εις την θάλασσαν! εις την θάλασσαν, τα κατάρτια!» επαναλαμβάνουσιν οι ταλαίπωροι εκμανείς.
Και θέλουσι να κόψωσι την εξαρτίαν, διά να ρίψωσι τα επιστήλια και ναυπηγήσωσι πάραυτα νέαν σχεδίαν.
Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις παρεμβαίνων αναφωνεί:
«Εις την θέσιν σας, παιδιά! Κλωστή να μη κοπή άνευ της διαταγής μου. Ο _Σάνσελλορ_ ισορροπεί! Ο _Σάνσελλορ_ δεν θα καταποντισθή ακόμη!»
Εν τη φωνή του πλοιάρχου του, τη ούτω σταθερά, το πλήρωμα ανευρίσκει την απάθειάν του, και παρά την εθελοκακίαν τινών ναυτών έκαστος λαμβάνει την υποδεικνυομένην αυτώ θέσιν.
Επελθούσης της ημέρας ο Ροβέρτος Κόρτις ανέρχεται μέχρι των διζύγων και το βλέμμα του διατρέχει μετ' επιμελείας καθ' όλην την θάλασσαν επί μεγάλης ακτίνος περί το πλοίον. Ανωφελής έρευνα! Η σχεδία είνε ήδη αφανής! Πρέπει να ετοιμάσωμεν την φαλαινίδα και να επιχειρήσωμεν έρευναν ίσως μεν μακράν, πάντως δε κινδυνώδη; Αδύνατον, διότι ο σάλος είνε ισχυρότερος ή ώστε να τον αψηφήση εφόλκιον εύθραυστον. Επιχειρητέα λοιπόν η ναυπήγησις νέας σχεδίας, και παραχρήμα επιδίδονται εις το έργον. Των κυμάτων γενομένων ισχυροτέρων, η μίσιζ Κηρ αποφασίζει τέλος να καταλίπη την θέσιν, ήν κατείχεν εν τη εσχατιά του επιστέγου, και ηδυνήθη να έλθη εις το μέγα θωράκιον, εφ' ού κατεκλίθη εν τελεία εκλύσει των δυνάμεών της. Ο δε μίστερ Κηρ ετοποθετήθη μετά του Σάιλας Χόντλυ εν τω θωρακίω του ακατίου ιστού. Παρά δε τη μίσιζ Κηρ και τη μις Χέρμπυ ετέθησαν οι κκ. Λετουρνέρ εν πολλή στενοχωρία, εννοείται, επί του κρηπιδώματος τούτου, ού η μείζων διάμετρος είνε δώδεκα ποδών αλλ' όμως σχοινία εδέθησαν από επιτόνου εις επίτονον, δι' ών προεφυλάσσοντο κατά των κλονισμών του διατοιχούντος πλοίου. Πλην δε τούτου ο Ροβέρτος Κόρτις εμερίμνησε να εκταθή υπεράνω του θωρακίου ιστίον στεγάζον τας δύο γυναίκας.
Βυτία τινά επιπλέοντα μεταξύ των ιστών του πλοίου μετά την κατάκλυσιν, και εν καιρώ συλλεγέντα, ανεβιβάσθησαν επί των θωρακίων και εδέθησαν στερεώς επί των προτόνων. Πάσα δε η προμήθεια ημών αποτελείται νυν εκ κιβωτίων ταριχηρών [69] και διπύρων [70] ως και βυτίων ύδατος ποσίμου.
ΚΣΤ'
— _Τη 5 Δεκεμβρίου_. — Η ημέρα, είνε θερμή. Ο Δεκέμβριος υπό τον δέκατον έκτον παράλληλον δεν είνε πλέον μην φθινοπωρινός, αλλ' αυτόχρημα [71] εαρινός. Οφείλομεν δε να αναμένωμεν ότι θα υπομείνωμεν δεινούς καύσωνας αν μη άνεμος δροσερός μετριάση τας ηλιακάς καυστικάς ακτίνας.
Εν τούτοις η θάλασσα διατελεί σαλεύουσα. Το σκάφος τεθαλασσωμένον κατά τα τρία τέταρτα πλήττεται υπό της θαλάσσης ως σκόπελος. Ο αφρός των κυμάτων αναπηδά μέχρι του ύψους των θωρακίων, και τα ενδύματα ημών διαβρέχονται υπό της άχνης ως υπό λεπτής βροχής.
Σώζονται δε εκ του _Σάνσελλορ_, τούτ' έστιν εξέχουσιν άνω της επιφανείας της θαλάσσης, μόνον τρεις στήλαι ιστού μετά των επιστηλίων, ο πρόβολος [72] εξ ού κρέμαται η φαλαινίς, ίνα μη συντριβή υπό των κυμάτων, έπειτα δε το επίστεγον και το πρωραίον κατάστρωμα, συνδεόμενα μόνον διά του στενού πλαισίου των αιωροθεσίων. Το δε κατάστρωμα είνε τελείως υποβρύχιον.
Η μεταξύ των θωρακίων συγκοινωνία είνε δυσχερεστάτη. Μόνοι δε οι ναύται αναρριχώμενοι διά των προτόνων δύνανται να μεταβώσιν υπό του ετέρου εις το έτερον. Κάτωθεν δε μεταξύ των ιστών, από της κορώνης μέχρι του πρωραίου καταστρώματος η θάλασσα εκχύνεται ως επί ρηγμίνος και αποσπά κατά μικρόν τας παρειάς του πλοίου, ών τας σανίδας καταγίνονται να περισυναγάγωσι. Δεινότατον αληθώς θέαμα εις τους επιβάτας, συνεσπειραμένους επί στενών κρηπιδωμάτων, να βλέπωσι και να ακούωσι τον Ωκεανόν μυκώμενον υπό τους πόδας των! Οι ιστοί ούτοι οι εξέχοντες του ύδατος τρέμουσιν εις εκάστην επίθεσιν της θαλάσσης, και δύναταί τις να πιστεύση ότι θα σαρωθώσι.
Βεβαίως προτιμότερον να μη βλέπη τις, να μη σκέπτεται, διότι η άβυσσος αύτη έλκει και επέρχεται όρεξις να κατακρημνισθή τις εις αυτήν!
Εν τούτοις το πλήρωμα εργάζεται ανενδότως εις κατασκευήν της δευτέρας σχεδίας. Μεταχειρίζονται επιστήλια και τας κεραίας, και υπό την διεύθυνσιν του Ροβέρτου Κόρτις το έργον εκτελείται μετά πλείστης όσης επιμελείας. Ο _Σάνσελλορ_ δεν φαίνεται μέλλων να καταποντισθή· ως δε είπεν ο πλοίαρχος, πιθανόν επί τινα χρόνον να μείνη ούτω πως ισορροπών μεταξύ δύο υδάτων. Ο Ροβέρτος Κόρτις επιμένει ίνα η σχεδία ναυπηγηθή όσον οίον τε στερεά. Ο διάπλους μέλλει να είνε μακρός, αφ' ού η εγγυτάτη ακτή, η της Γουυάνης απέχει έτι πλείονας εκατοστύας μιλίων. Λοιπόν προτιμότερον να διημερεύσωμεν μίαν έτι ημέραν περισσότερον επί των θωρακίων και να λάβωμεν καιρόν να κατασκευάσωμεν συσκευήν πλωτήν, εφ' ήν να δύναται τις να έχη πεποίθησιν.
Ως προς τούτο δε πάντες είμεθα σύμφωνοι.
Οι ναύται ανέλαβον πως θάρρος και ήδη η εργασία γίνεται εν τάξει.
Μόνος δε γέρων ναυτικός, εξηκοντούτης, ού η γενειάς και η κόμη ελευκάνθησαν εν ταις τρικυμίαις, δεν είνε της γνώμης να εγκαταλίπωμεν τον _Σάνσελλορ_. Είνε δε ούτος Ιρλανδός ονόματι Ο Ρέδυ.
Καθ' ήν στιγμήν ήμην επί του επιστέγου ήλθε προς με και είπε μασών την καπνομαστίχην του μετά εξαισίας αδιαφορίας.
«Οι σύντροφοι είνε της γνώμης να αφήσωμεν το πλοίον, εγώ όμως όχι.
Εννέα φοράς εναυάγησα, τέσσαρες εις το πέλαγος και πέντε εις παράλια. Το αληθινόν επάγγελμά μου είνε να είμαι ναυαγός. Έχω πείραν. Λοιπόν! Ο Θεός να με κολάση αν δεν είδα πάντα να χαθούν κακοί κακώς όλοι όσοι καταφεύγουν εις σχεδίας ή λέμβους. Όσον το πλοίον επιπλέει πρέπει να μένουν μέσα οι άνθρωποι. Ακούστε όπου σας το λέγω εγώ!»
Τους λόγους τούτους ειπών μετά τρόπου πειστικωτάτου ο γηραιός Ιρλανδός, όστις εζήτει αναμφιβόλως να ανακοινώση την παρατήρησίν του προς ανακούφισιν της συνειδήσεώς του, περιπίπτει εις τελείαν αφασίαν.
Την ημέραν εκείνην περί ώραν τρίτην μετά μεσημβρίαν βλέπω τον μίστερ Κηρ και τον πρώην πλοίαρχον Σάιλας Χόντλυ συνδιαλεγομένους μετά πολλής ζωηρότητος επί του θωρακίου του ιστού. Ο Πετρέλαιος φαίνεται πιέζων σφόδρα των προς όν συνδιαλέγεται, ούτος δε μοι φαίνεται αντιτάσσων παρατηρήσεις τινάς εις πρότασίν τινα του περί ού ο λόγος μίστερ Κηρ. Επανειλημμένως δε ο Σάιλας Χόντλυ παρατηρεί επί μακρόν την τε θάλασσαν και τον ουρανόν σείων την κεφαλήν. Τέλος μετά μιας ώρας συνδιάλεξιν κατέρχεται ολισθαίνων διά του προτόνου μέχρι της εσχατιάς του πρωραίου καταστρώματος, αναμιγνύεται εις τον όμιλον των ναυτών και γίνεται αφανής από των οφθαλμών μου.
Άλλως τε ελαχίστην σημασίαν αποδίδω εις το γεγονός τούτο, και ανέρχομαι αύθις εις το μέγα θωράκιον, ένθα οι κκ. Λετουρνέρ, η μις Χέρμπυ, ο Φάλστεν και εγώ διαμένομεν συνδιαλεγόμενοι επί τινας ώρας. Ο ήλιος είνε θερμότατος και άνευ του ιστίου του χρησιμεύοντος ως σκηνή δεν θα ηδυνάμεθα να μείνωμεν εν τη θέσει ταύτη.
Την πέμπτην ώραν γευόμεθα από κοινού, το δε φαγητόν απετελείτο εκ διπυρίτου, κρέατος παστού και ημίσεος ποτηρίου ύδατος, κατ' άνθρωπον. Αλλ' η μίσιζ Κηρ σφόδρα καταβεβλημένη υπό του πυρετού δεν τρώγει. Η δε μις Χέρμπυ δεν δύναται να τη παράσχη ανακούφισίν τινα άλλως πως ή βρέχουσα εκ διαλειμμάτων τα καίοντα χείλη της. Η τάλαινα πάσχει πολύ, και αμφιβάλλω εάν θα δυνηθή να υπομείνη πολύν χρόνον τοιαύτας κακοδαιμονίας.
Ο σύμβιος ουδέ καν άπαξ ηρώτησε περί αυτής. Εν τούτοις περί ώραν έκτην παρά τέταρτον ερωτώ εμαυτόν εάν καλή τις προαίρεσις συνεκίνησε τέλος την καρδίαν του φιλαύτου τούτου άνθρωπου. Και τω όντι ο μίστερ Κηρ καλεί τινας ναύτας του πρωραίου καταστρώματος, παρακαλών αυτούς να τον βοηθήσωσι να καταβή εκ του θωρακίου. Θέλει λοιπόν να μεταβή εις συνάντησιν της γυναικός του, εις το μέγα θωράκιον;
Οι ναύται δεν αποκρίνονται κατ' αρχάς εις την πρόσκλησιν του μίστερ Κηρ· αλλ' αυτός επιμένει ζωηρότερον και υπόσχεται ότι θα «καλοπληρώση» όσους τω παράσχωσι την υπηρεσίαν ταύτην.
Πάραυτα δύο ναύται, ο Βάρκε και ο Σάντων, σπεύδουσιν επί των παραρρυμάτων, αναβαίνουσιν εις τους ακατίους επιτόνους και φθάνουσιν εις το θωράκιον.
Ελθόντες πλησίον του μίστερ Κηρ συζητούσιν επί μακρόν μετ' αυτού τους όρους της συμφωνίας. Πρόδηλον δε ότι αυτοί μεν απαιτούσι πολλά, ο δε μίστερ Κηρ θέλει να δώση ολίγα. Εγώ δε βλέπω την στιγμήν καθ' ήν οι δύο ναύται θα εγκαταλίπωσι τον επιβάτην εν τω θωρακίω. Τέλος τα διαφερόμενα μέρη συμφωνούσιν, ο δε μίστερ Κηρ εξάγων εκ της ζώνης δέσμην χαρτίνων δολλαρίων, την εγχειρίζει εις τον έτερον των ναυτών. Ούτος δε μετρεί μετά προσοχής το ποσόν και υπολογίζω ότι δεν θα έχη εις χείρας του ολιγώτερα των εκατόν δολλαρίων.
Πρόκειται δε τότε να καταβιβάσωσι τον μίστερ Κηρ μέχρι του πρωραίου καταστρώματος διά του ακατίου προτόνου. Ο Βάρκε και ο Σάνδων προσδένουσι περί το σώμα αυτού επιχειρίαν, ήν περιελίσσουσιν έπειτα επί του προτόνου, και αφίνουσιν αυτόν να κατολισθήση ως δέμα, ουχί άνευ τιναγμών τινων ισχυρών, οίτινες προκαλούσι τας βωμολοχίας των συντρόφων των.
Αλλ' ηπατήθην. Ο μίστερ Κηρ ουδεμίαν ειχε πρόθεσιν να μεταβή εις συνάντησιν της γυναικός του. Διαμένει εν τω πρωραίω καταστρώματι παρά τω Σάιλας Χόντλυ, όστις τον ανέμενεν εκεί. Το σκότος εξαφανίζει αμφοτέρους μετ' ου πολύ από των οφθαλμών μου.
Επανήλθεν η νυξ τελεία, ο άνεμος εκόπασεν, αλλ' η θάλασσα διατελεί έτι σαλεύουσα. Η δε σελήνη ήτις είχεν ανατείλη από της τετάρτης μετά μεσημβρίαν ώρας, διαφαίνεται κατά σπάνια διαλείμματα μεταξύ στενών ταινιών νεφών. Τινές των ατμών τούτων, διατεθειμένοι ανά τον ορίζοντα ως μακραί στοιβάδες, χρωματίζονται ερυθροί, προμηνύοντες ότι αύριον θα έχωμεν σφοδρόν άνεμον. Είθε ο άνεμος ούτος να είνε πάλιν ο Μέσης (ΒΑ) και να μας ωθήση προς την γην! Διότι οία δήποτε μεταβολή της διευθύνσεως αυτού θα ήτο ολεθρία, όταν θα επιβιβασθώμεν επί της σχεδίας, ήτις μόνον δι' ουρίου ανέμου δύναται να πλεύση.
Ο Ροβέρτος Κόρτις ανέβη επί του μεγάλου θωρακίου περί την ογδόην εσπερινήν ώραν. Διανοούμαι ότι απασχολεί αυτόν η κατάστασις του ουρανού και ότι θέλει να προσπαθήση να προμαντεύση οποία τις έσται η προσδοκωμένη επιούσα. Επί τέταρτον ώρας ίσταται παρατηρών· έπειτα δε πριν κατέλθη, θλίβει την χείρα μου ουδέ λέξιν εκστομίσας, και απελθών καταλαμβάνει την όπισθεν του επιστέγου θέσιν του.