Part 6
Τούτου δε γενομένου, όλη η εξαρτία εξετάζεται επιμελώς, οι επίτονοι, οι παράτονοι, οι πρότονοι εντείνονται εκ νέου, ιστία τινά αλλάσσονται, και τα σχοινιά των τροχίλων [60] καταλλήλως αποκατασταθέντα θα καταστήσωσι τον πλουν ημών ασφαλέστερον.
Πλείστη όση εργασία γίνεται κατά τε την πρύμναν και την πρώραν του πλοίου, διότι το επίστεγον και η θέσις του πληρώματος εβλάβησαν δεινώς υπό των φλογών. Εντεύθεν επάναγκες τα πάντα να αποκατασταθώσιν, όπερ απαιτεί χρόνον και φροντίδας. Χρόνος δεν ελλείπει, και δυνάμεθα μετ' ου πολύ να εισέλθωμεν πάλιν εις τους θαλάμους ημών.
Την ογδόην του μηνός μόνον κατωρθώθη να γίνη επωφελώς αρχή της εκφορτώσεως. Επειδή δε τα δέματα του βάμβακος είνε τεθαλασσωμένα εν τω ύδατι, όπερ πληροί το κύτος εν ώρα πλημμυρίδος, τα σύσπαστα ετοποθετήθησαν υπεράνω των καθεκτών, και παρέχομεν χείρα βοηθείας εις τους άνδρας του πληρώματος προς ανέλκυσιν των βαρέων τούτων δεμάτων, άτινα κατά το πλείστον είνε όλως εφθαρμένα. Τα επιβιβάζομεν ανά έν επί της φαλαινίδος — και μεταβιβάζονται επί του νησυδρίου.
Αφαιρεθέντος ούτω του πρώτου στρώματος του φορτίου, δέον να φροντίσωμεν όπως αντλήσωμεν, εν μέρει τουλάχιστον, το ύδωρ το πληρούν το κύτος. Εντεύθεν επάναγκες να φράξωμεν όσον οίον τε στεγανώς την οπήν, ήν ο βράχος εποίησεν εν τω σκάφει του πλοίου. Έργον δυσχερές μεν, αλλ' όπερ ο τε ναύτης Φλαιπόλ και ο αρχιναύτης εκτελούσι μετά ζήλου κρείττονος οίου δήποτε επαίνου, κατά την ώραν της αμπώτιδος, βυθιζόμενοι μέχρι υπό το δεξιόν ισχίον, ίνα καθηλώσωσι φύλλον χαλκού επί της οπής· αλλ' επειδή το φύλλον τούτο δεν θα δυνηθή να υπομείνη την πίεσιν, όταν η εν τω πλοίω επιφάνεια του ύδατος θα κατέλθη διά της ενεργείας των αντλιών, ο Ροβέρτος Κόρτις αποπειράται να εξασφαλίση την έμφραξιν της οπής, επισωρεύων δέματα βάμβακος επί των τεθραυσμένων επηγκενίδων. Το υλικόν είνε άφθονον και μετ' ου πολύ ο πυθμήν του _Σάνσελλορ_ είνε ως υπεστρωμένος διά των βαρέων και αδιαβρόχων τούτων δεμάτων, άτινα, ελπίζομεν, θα επιτρέψωσιν εις το φύλλον του χαλκού να ανθέξη έτι μάλλον.
Η επίνοια του πλοιάρχου επέτυχεν, ως τούτο καταφαίνεται άμα τη κινήσει των αντλιών, διότι η επιφάνεια του ύδατος εν τω κύτει κατέρχεται κατά μικρόν και οι άνδρες δύνανται να εξακολουθήσωσι την εκφόρτωσιν.
«Είνε λοιπόν πιθανόν, λέγει ημίν ο Ροβέρτος Κόρτις, ότι θα δυνηθώμεν να επιτύχωμεν την βλάβην και να την διορθώσωμεν εσωτερικώς. Βεβαίως προτιμότερον θα ήτο να κατακλίνωμεν το πλοίον και να αντικαταστήσωμεν τας επηγκενίδας, αλλά μ' ελλείπουν τα μέσα διά να επιχειρήσω τόσον μέγα έργον. Έπειτα δε θα μ' εμπόδιζεν ο φόβος μήπως επέλθη κακοκαιρία εν ώ το πλοίον θα είνε πλαγιασμένον, και τότε θα εξετίθετο εις την διάθεσιν των κυμάτων. Εν τούτοις νομίζω καθήκον μου να σας διαβεβαιώσω ότι η διαρροή θα φραχθή δεόντως και θα δυνηθώμεν εντός ολίγου να δοκιμάσωμεν να καταπλεύσωμεν εις την ακτήν μετ' ασφαλείας ικανής.
Μετά διήμερον εργασίαν το ύδωρ κατά μέγα μέρος είχεν εξαντληθή, και η εκφόρτωσις των τελευταίων δεμάτων του φορτίου εγένετο άνευ δυσχερείας. Εδέησε δε να βοηθήσωμεν και ημείς εις τον χειρισμόν των αντλιών προς ανακούφισιν του πληρώματος, εξετελέσαμεν δε τούτο μετ' ευσυνειδησίας. Και ο Ανδρέας Λετουρνέρ, και φιλάσθενος ών, ηνώθη μεθ' ημών και έκαστος εξετέλεσε κατά δύναμιν το καθήκον του.
Και όμως αύτη είνε κοπιώδης εργασία και δεν δυνάμεθα να την εξακολουθήσωμεν πολλήν ώραν άνευ διακοπής προς ανάπαυσιν. Η χειρ και οι νεφροί τάχιστα κατακόπτωνται υπό της διαδρομής των μοχλών της αντλίας και εννοώ ότι οι ναύται δυσχεραίνουσι το έργον τούτο. Προσέτι δε εκτελούμεν αυτό επί όροις ευνοϊκοίς, καθ' όσον το πλοίον κείται επί βυθού στερεού, και δεν είνε υπό τους πόδας ημών βάραθρον. Δεν υπερασπίζομεν την ζωήν ημών εναντίον θαλάσσης εισβαλλούσης, και δεν πρόκειται αγών μεταξύ ημών και ύδατος εισρέοντος καθ' όσον ημείς εξάγομεν αυτό. Είθε να μη υποβληθώμεν ποτε εις τοιαύτην δοκιμασίαν επί πλοίου βυθιζομένου!
Κ'
— _Από της 15 μέχρι της 20 Νοεμβρίου_. — Σήμερον καθωρθώθη να γίνη η επίσκεψις του κύτους. Τέλος ανεκαλύφθη και το δοχείον του πικρικού κατά την πρύμναν, έν τινι μέρει όπου δεν είχεν ευτυχώς φθάση το πυρ, το δοχείον είνε άθικτον, ουδέ εβλάβη υπό του ύδατος το περιεχόμενον. Απετέθη δε εν ασφαλεί τόπω κατά την εσχατιάν του νησυδρίου. Αλλά διατί δεν το ρίπτουσι παρευθύς εις την θάλασσαν; αγνοώ, αλλά τέλος δεν το έρριψαν.
Ο Ροβέρτος Κόρτις και ο Δαούλας κατά την επίσκεψιν αυτών βεβαιούσιν ότι το κατάστρωμα και τα υποστηρίγματα αυτού έχουσι πάθη ολιγώτερον ή όσον ενομίζομεν. Η μεγίστη θερμότης εις ήν αι παχείαι αύται σανίδες και αι ισχυραί δοκοί υπεβλήθησαν, τας εκύρτωσε μεν, αλλά δεν τας έφαγε βαθέως, και η ενέργεια του πυρός φαίνεται ότι ειδικώτερον κατηυθύνθη προς τας πλευράς του σκάφους.
Τω όντι επί μέγιστον μήκος η εντερόνεια, τούτ' έστιν αι σανίδες της εσωτερικής επιφανείας του πλοίου, κατεβροχθίσθη υπό των φλογών, άκραι γόμφων ξυλίνων απηνθρακωμένων εξέχουσι τήδε κακείσε, και δυστυχώς τα εγκοίλια είνε τα μάλιστα εφθαρμένα, το στυπείον των γομφώσεων και των αρμών έχει χαλαρωθή, και δυνάμεθα να θεωρήσωμεν ως θαύμα ότι το πλοίον από πολλού δεν διερράγη.
Ομολογητέον δυσάρεστοι περιστάσεις είνε αύται. Ο _Σάνσελλορ_ υπέστη βλάβας τοιαύτας, ώστε ο Ροβέρτος Κόρτις δεν δύναται προφανώς να τας θεραπεύση διά των περιορισμένων μέσων ά διαθέτει, και δεν θα ηδύνατο να καταστήση το πλοίον του στερεόν προς μακρόν διάπλουν.
Όθεν ο πλοίαρχος και ο ξυλουργός επανέρχονται σφόδρα εμφρόντιδες. Αι βλάβαι είνε αληθώς ούτω σπουδαίαι, ώστε ο πλοίαρχος εάν ήτο επί νήσου και ουχί επί σκοπέλου, όν η θάλασσα δύναται να σαρώση από ώρας εις ώραν, δεν ήθελε διστάση να διαλύση το πλοίον και να ναυπηγήση άλλο μικρότερον, εις ό θα ηδύνατο να έχη τουλάχιστον πεποίθησιν.
Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις αποφασίζει τάχιστα, και καλέσας πάντας, επιβάτας τε και πλήρωμα, επί του καταστρώματος του _Σάνσελλορ_, λέγει.
«Φίλοι μου, αι βλάβαι είνε σπουδαιότεραι παρ' όσον υπεθέτομεν, και το σκάφος του πλοίου είνε πολύ βεβλαμμένον. Επειδή δε το μεν, ουδέν μέσον έχομεν προς επισκευήν, το δε, όντες επί του νησυδρίου τούτου εις την διάκρισιν της ελαχίστης τρικυμίας, δεν έχομεν τον καιρόν να ναυπηγήσωμεν άλλο, ιδού τι προτίθεμαι να πράξω. Να φραχθή η διαρροή όσον οίον τε στερεώς και να καταπλεύσωμεν εις τον εγγύτατον λιμένα. Απέχομεν οκτακόσια μόνον μίλια από της ακτής του Παραμαρίβου, της βορείου παραλίας της Ολλανδικής Γουυάνης, και εντός δώδεκα ημερών, καιρού βοηθούντος, θα εύρωμεν εκεί καταφύγιον!»
Τι άλλο ηδυνάμεθα να πράξωμεν; Όθεν η απόφασις του Ροβέρτου Κόρτις εγένετο αποδεκτή ομοθύμως.
Τότε δε ο Δαούλας και οι βοηθοί καταγίνονται να φράξωσιν εσωτερικώς την διαρροήν και στερεώσωσι κατά το δυνατόν τα πυρίβρωτα ζεύγη των εγκοιλίων. Αλλ' είνε πολύ προφανές ότι ο _Σάνσελλορ_ δεν παρέχει ασφάλειαν επαρκή προς μακρόν πως διάπλουν, και ότι θα κηρυχθή άχρηστος άμα προσορμισθείς εις τον πρώτον τυχόντα λιμένα.
Ο ξυλουργός διανάπει και τους εξωτερικούς αρμούς των επηγκενίδων εν τω μέρει του σκάφους, όπερ μένει έξω των υδάτων κατά την ώραν της αμπώτιδος· αλλά δεν δύναται να επισκεφθή το μέρος το μένον υπό το ύδωρ και κατά την ώραν της αμπώτιδος, οφείλει δε να αρκεσθή εις εσωτερικήν τινα επισκευήν.
Αι διάφοροι αύται εργασίαι διήρκεσαν μέχρι της 20 του μηνός. Την ημέραν δε ταύτην ο Ροβέρτος Κόρτις, ποιήσας ήδη παν ό τι ήτο ανθρωπίνως δυνατόν προς επισκευήν του πλοίου του, αποφασίζει να το εξαγάγη αύθις.
Περιττόν δε να είπωμεν ότι, από της στιγμής καθ' ήν το κύτος εκενώθη του τε φορτίου και του περιεχομένου ύδατος, ο _Σάνσελλορ_ δεν έπαυσεν επιπλέων και προ της πλημμυρίδος. Επειδή δε προνοήσαντες είχον αγκυρώση αυτόν κατά τε την πρώραν και την πρύμναν, δεν ενέπεσεν εις την ύφαλον, αλλά διέμεινεν εν τη μικρά εκείνη φυσική λεκάνη, προφυλαττόμενος δεξιόθεν και αριστερόθεν υπό των βράχων ούς δεν κατακλύζει ουδέ η μεγίστη παλίρροια. Αλλ' ευρίσκεται όμως ότι η λεκάνη αύτη κατά το ευρύτατον αυτής δύναται να επιτρέψη τω _Σάνσελλορ_ να εκτελέση ελιγμόν πλήρη, ο δε χειρισμός ούτος γίνεται ευκόλως διά ρυμάτων προσδεθέντων επί του σκοπέλου ούτως, ώστε το πλοίον έχει νυν εστραμμένην την πρώραν προς Νότον.
Φαίνεται λοιπόν ότι θα είνε εύκολον να απαλλάξωμεν τον _Σάνσελλορ_ είτε επαιρομένων των ιστίων εάν ο άνεμος είνε ούριος, είτε, εάν είνε εναντίος, προέλκοντες αυτόν μέχρι έξω του πόρου. Εν τούτοις η εργασία παρέχει τινάς δυσχερείας, περί ών θα γίνη ανάγκη να προνοήσωμεν. Τω όντι η είσοδος του πόρου φράσσεται υπό τινος τρόπον τινά καμάρας εκ βασάλτου, ής άνωθεν, εν ώρα πλημμυρίδος, υψούται το ύδωρ μόλις όσον απαιτείται εις το βύθισμα του _Σάνσελλορ_, ει και είνε αφερμάτιστος. Διήλθε δε υπεράνω της καμάρας ταύτης πριν καθίση, διότι, επαναλαμβάνω, επήρθη υπό κύματος υπερμεγέθους και υπ' αυτού ερρίφθη εις την λεκάνην. Άλλως τε την ημέραν ταύτην ήτο ού μόνον παλίρροια νουμηνίας, αλλά και η σημαντικωτάτη του έτους, πολλοί δε μήνες δέον να παρέλθωσι πριν επαναληφθή τοσούτον ισχυρά παλίρροια ισημεριακή.
Λοιπόν είνε προφανές ότι ο Ροβέρτος Κόρτις δεν δύναται να αναμένη πλείονας μήνας. Σήμερον είνε μεγάλη παλίρροια συζυγίας και οφείλει να ωφεληθή αυτήν εις απαλλαγήν του πλοίου του. Έπειτα δε, άπαξ εξαχθέν της λεκάνης, θα το ερματίση [61], ώστε να δύναται να φέρη ιστία, και θα αρμενίση.
Ακριβώς ο άνεμος είνε καλός, διότι είνε Μέσης (ΒΑ), και κατ' ακολουθίαν, προς την διεύθυνσιν του πόρου. Αλλ' ο πλοίαρχος ελλόγως δεν σπεύδει να καθελκύση πλησίστιον και εναντίον κωλύματος δυναμένου κάλλιστα να το αναχαιτίση, πλοίον ού η στερεότης είνε νυν τα μάλιστα προβληματώδης. Λοιπόν συσκεψάμενος μετά του υποπλοιάρχου Ουάλτερ, του ξυλουργού και του αρχιναύτου, αποφασίζει ίνα ο _Σάνσελλορ_ προελκυσθή. Κατ' ακολουθίαν προστίθεται κατά την πρύμναν άγκυρα, εάν τυχόν, της επιχειρήσεως αποτυχούσης, γίνη χρεία να επαναχθή το πλοίον εις το αγκυροβόλιον έπειτα δε δύο άλλαι άγκυραι φέρονται έξω του πόρου, ού το μήκος δεν υπερβαίνει τους διακοσίους πόδας. Τότε δε αλύσεις προστίθενται εις το βαρουλκόν, το πλήρωμα επιλαμβάνεται των σκυταλών του βαρούλκου, και την τετάρτην ώραν μετά μεσημβρίαν ο _Σάνσελλορ_ άρχεται κινούμενος.
Τη 4 ώρα και 23' η παλίρροια θα είνε πλήρης. Όθεν δέκα λεπτά πρότερον το πλοίον ειλκύσθη όσον επέτρετε το βύθισμά του· αλλά το πρόσθιον της τρόπιδος μετ' ου πολύ ήγγισεν ελαφρά επί της καμάρας και εδέησε να σταθή εκεί.
Και νυν, επειδή η κατωτέρα άκρα της στείρας [62] υπερέβη το κώλυμα, ουδείς πλέον λόγος υπάρχει ίνα ο Ροβέρτος Κόρτις μη ενώση την ενέργειαν του ανέμου προς την μηχανικήν δύναμιν του βαρούλκου. Όθεν τα τε κατώτερα και τα ανώτερα ιστία αναπτύσσονται και ευθετίζονται προς τον ούριον άνεμον.
Και ήδη είνε η κατάλληλος στιγμή, η θάλασσα νηνεμεί. Επιβάται και ναύται επιλαμβάνονται των σκυταλών του βαρούλκου. Και οι κκ. Λετουρνέρ, ο Φάλστεν και εγώ κρατούμεν την προς τα δεξιά σκυτάλην, ο δε Ροβέρτος Κόρτις είνε επί του επιστέγου επιτηρών την ιστιοφορίαν, ο δε υποπλοίαρχος επί του πρωραίου καταστρώματος, ο δε αρχιναύτης επί του πηδαλίου.
Ο _Σάνσελλορ_ αισθάνεταί τινας κλονισμούς και η εξοιδουμένη θάλασσα υπεγείρει αυτόν ελαφρά, αλλ' ευτυχώς είνε ήρεμος.
«Εμπρός, φίλοι μου, αναφωνεί ο Ροβέρτος Κόρτις διά της ηρεμαίας και πεποίθησιν εμποιούσης φωνής του. Δύναμιν, και όλοι μαζί, εμπρός!»
Αι σκυτάλαι του βαρούλκου κινούνται, ακούεται ο οξύς τριγμός των κατακλείδων [63], αι δε αλύσεις εντεινόμεναι κατά μικρόν κατατρίβουσι τους οφθαλμούς της πρώρας. Ο άνεμος επιτείνεται και επειδή το πλοίον δεν δύναται να λάβη ταχύτητα επαρκή, οι ιστοί κάμπτονται ωθούμενοι υπό των ιστίων. Το πλοίον προέβη εικοστύν τινα ποδών. Και τις των ναυτών άδει τι εκ των λαρυγγωδών εκείνων ασμάτων, ών ο ρυθμός επιβοηθεί εις το να καταστήση τας κινήσεις των εργαζομένων ταυτοχρόνους.
Αι προσπάθειαι ημών διπλασιάζονται και ο _Σάνσελλορ_ τρέμει . . .
Αλλά μάταιαι προσπάθειαι. Ήδη άρχεται η άμπωτις και δεν θα δυνηθώμεν να διέλθωμεν.
Αλλά, αφ' ής στιγμής το πλοίον δεν δύναται να διαβή, δεν δύναται να μείνη ταλαντευόμενον επί της καμάρας ταύτης, διότι κατά την άμπωτιν ήθελε συντριβή. Κελεύσαντος του πλοιάρχου, τα ιστία συστέλλονται ταχέως, η δε άγκυρα η κατά την πρύμναν ευθύς ήδη θα χρησιμεύση. Στιγμή δεν πρέπει να παρέλθη μάτην. Στρέφομεν προς ανάκρουσιν και επίκειται στιγμή δεινής αγωνίας . . . Αλλ' ο _Σάνσελλορ_ ολισθαίνει επί της τρόπιδος και επαναπίπτει εις την λεκάνην, ήτις νυν χρησιμεύει ως ειρκτή αυτού.
«Λοιπόν, πλοίαρχε, ερωτά τότε ο αρχιναύτης, πώς θα περάσωμεν;
— Δεν ειξεύρω, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, αλλ' όμως θα περάσωμεν.»
ΚΑ'
— _Από της 21 μέχρι της 23 Νοεμβρίου_ — Τω όντι επάναγκες είνε να εγκαταλίπωμεν την στενήν ταύτην λεκάνην και άνευ αναβολής, διότι ο καιρός ο ευνοήσας ημάς καθ' όλον τον μήνα Νοέμβριον κινδυνεύει να μεταβληθή. Το βαρόμετρον κατήλθε από της χθες και σάλος άρχεται εγειρόμενος περί το νησύδριον, όπερ δεν είνε κατάλληλος και ασφαλής διαμονή εν ώρα τρικυμίας, διότι ο _Σάνσελλορ_ θα κατεκερματίζετο.
Την εσπέραν ταύτην μάλιστα κατά την άμπωτιν ο Ροβέρτος Κόρτις, ο Φάλστεν, ο αρχιναύτης, ο Δαούλας και εγώ μετέβημεν εις εξέτασιν της καμάρας, ήτις είνε νυν έξω των υδάτων. Είς μόνος τρόπος διαβάσεως υπάρχει, να φάγωμεν την επιφάνειαν της καμάρας διά σιδηρών μοχλών εις πλάτος δέκα ποδών και μήκος έξ· οκτώ δε ή εννέα δακτύλων ταπείνωσις της επιφανείας θα αρκή εις το βύθισμα το _Σάνσελλορ_· θα διέλθη δε την μικράν ταύτην διώρυχα, βάλλων μετά προσοχής σημεία εντός αυτής, και θα ευρεθή αύθις πέραν των υδάτων, άτινα αμέσως γίνονται βαθέα.
«Αλλά ο βασάλτης αυτός ήνε σκληρός σαν γρανίτης, παρατηρεί ο αρχιναύτης, και θα χρειασθή πολύ εργασία, αφ' ού μάλιστα μόνον όταν χαμηλώνουν τα νερά θα ειμπορή να γίνη, ό έστι μόλις δύο ώρας εις τας είκοσιτέσσαρας.
— Ίσα ίσα είς λόγος διά να μη χάσωμεν μίαν στιγμήν, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις.
— Αι, καπετάνιε, λέγει ο Δαούλας, θα έχωμεν διά ένα μήνα! Τάχα δεν θα ήτο δυνατόν να ανατινάξωμεν τους βράχους; Πυρίτιδα έχομεν εις το πλοίον.
— Πολύ ολίγην, αποκρίνεται ο αρχιναύτης!»
Η κατάστασις ημών είνε εις άκρον σπουδαία. Ενός μηνός εργασία! Αλλά εντός ενός μηνός το πλοίον θα είνε διαλελυμένον υπό της θαλάσσης!
«Έχομεν καλλίτερον παρά πυρίτιδα, λέγει τότε ο Φάλστεν.
— Τι; ερωτά ο Ροβέρτος Κόρτις, στρεφόμενος προς τον μηχανικόν.
— Πικρικόν κάλι!» αποκρίνεται ο Φάλστεν.
Πικρικόν κάλι, τω όντι! Το δοχείον το επιβιβασθέν υπό του μακαρίτου Ρόμπυ, η εκρηκτική ουσία ήτις μικρού δειν ανετίναξε το πλοίον, θα ανατινάξη αξιόλογα το κώλυμα! Μία οπή αρκεί να ανοιχθή επί του βασάλτου και η καμάρα δεν θα υπάρχη πλέον!
Το δοχείον του πικρικού, ως είπον ανωτέρω, απετέθη επί της υφάλου εν τόπω ασφαλεί. Ευτυχώς πάνυ, θεία φώτισις ήτο και δεν το ερρίψαμεν εις την θάλασσαν ότε εξήχθη εκ του κύτους.
Και οι μεν ναύται μεταβαίνουσιν εις εύρεσιν μοχλών, ο δε Δαούλας οδηγούμενος υπό του Φάλστεν επιχειρεί να ανοίξη οπήν υπονόμου κατά την διεύθυνσιν ήτις οφείλει να παραγάγη το άριστον αποτέλεσμα. Τα πάντα δε επιτρέπουσιν ημίν να ελπίζωμεν ότι η υπόνομος θα αποπερατωθή εντός της νυκτός και ότι αύριον άμα τη ημέρα, της εκρήξεως παραγαγούσης το ποθούμενον αποτέλεσμα, ο πόρος θα κατασταθή ελεύθερος.
Γνωστόν ότι το πικρικόν οξύ είνε προϊόν κρυσταλλώδες και πικρόν, εξαγόμενον εκ της ζωπίσσης των γαιανθράκων, συνδυαζόμενον δε μετά του καλίου, ήτοι της ποτάσσης, αποτελεί άλας κίτρινον, όπερ είνε το πικρικόν κάλι, ή άλλως λεγομένη πικρική πότασσα. Η εκρηκτική δε δύναμις της ουσίας ταύτης είνε κατωτέρα μεν της βαμβακοπυρίτιδος και της δυναμίτιδος, αλλ' είνε όμως πολύ ανωτέρα της συνήθους πυρίτιδος, διότι έν γραμμάριον πικρικού παράγει αποτέλεσμα δεκατριών γραμμαρίων συνήθους πυρίτιδος. Την δε ανέφλεξιν αυτής ευκόλως δύναται τις να προκαλέση διά σφοδράς και ξηράς κρούσεως, και θα το κατορθώσωμεν ευκόλως διά καψυλίων πυροκροτικού άλατος.
Το έργον του Δαούλα βοηθουμένου υπό των βοηθών αυτού, διεξάγεται μετά ζήλου, αλλ' επήλθεν όμως η ημέρα και εκείνο ακόμη δεν ετελειώθη· τω όντι δεν είνε δυνατόν να εργάζωνται εις την οπήν άλλην ώραν παρά κατά την άμπωτιν, ό έστι επί μίαν μόλις ώραν. Έπεται λοιπόν ότι απαιτούνται να παρέλθωσι τέσσαρες παλίρροιαι ίνα η οπή λάβη το προσήκον βάθος.
Μόνον την 23 του μηνός, την πρωίαν, απεπερατώθη τέλος το έργον. Ο εκ βασάλτου όγκος έχει ήδη οπήν πλαγίαν, δυναμένην να περιλάβη δεκάδα λιτρών εκρηκτικού άλατος, ήτις και θα πληρωθή πάραυτα.
Είνε περίπου ογδόη ώρα.
Την στιγμήν της εισαγωγής του πικρικού εις την οπήν, ο Φάλστεν λέγει ημίν·
«Φρονώ ότι έπρεπε να το αναμίξωμεν μετά κοινής πυρίτιδος, διότι τούτο θα μας επιτρέψη να ανάψωμεν την υπόνομον διά άπτρας, αντί διά καψυλίου, του οποίου η έκρηξις πρέπει να γίνη διά κρούσεως, είνε δε και ευκολώτερον. Προς δε τούτοις είνε βέβαιον ότι η ταυτόχρονος χρήσις πυρίτιδος και πικρικού είνε καλλιτέρα εις παραγωγήν εκρήξεως σκληρών βράχων, το πικρικόν φύσει σφοδρότατον θα προλεάνη την οδόν της πυρίτιδος, ήτις βραδύτερον αναφλεγομένη και κανονικώτερον, θα διασπάση έπειτα τον βασάλτην τούτον.»
Ο μηχανικός Φάλστεν δεν ομιλεί συχνάκις, αλλ' ομολογητέον όμως ότι οσάκις ομιλεί, ομιλεί καλώς. Εκτελείται η συμβουλή του, αναμιγνύονται αι δύο ουσίαι, και εισαχθείσης προηγουμένως άπτρας μέχρι του πυθμένος της οπής, χύνεται εις την οπήν το μίγμα και πιέζεται προσηκόντως.
Ο _Σάνσελλορ_ απέχων αρκούντως από της υπονόμου ουδέν φοβείται εκ της εκρήξεως. Εν τούτοις, χάριν ασφαλείας, επιβάται και πλήρωμα κατεφύγομεν εις την εσχατιάν της υφάλου, εις το άντρον. Και ο μίστερ Κηρ εδέησε να καταλίπη το πλοίον παρά τας αντεγκλήσεις του.
Έπειτα δε ο Φάλστεν, ανάψας την άπτραν, ήτις θα καίη επί δέκα περίπου λεπτά της ώρας, έρχεται προς ημάς.
Η έκρηξις εγένετο· υπόκωφος δε και μετά πολύ ολιγωτέρου κρότου ή όσον θα υπέθετέ τις. Αλλά τούτο συμβαίνει πάντοτε οσάκις η οπή είνε βαθεία.
Σπεύδομεν εις το κώλυμα . . . Το έργον επέτυχε πληρέστατα. Ο εκ βασάλτου βράχος εγένετο κατά γράμμα κόνις, και νυν μικρά αύλαξ πληρουμένη ήδη υπό της πλημμυρίδος, αφαιρεί το κώλυμα και καθιστά τον πόρον ελεύθερον.
Επεφημίαι μια φωνή εξερράγησαν. Η θύρα της ειρκτής είνε ανοικτή και οι καθειργμένοι ουδέν άλλο υπολείπεται να πράξωσιν ή να φύγωσι!
Κατά την ακμήν της παλιρροίας ο _Σάνσελλορ_, ελκυσθείς επί των αγκύρων του διαβαίνει τον πόρον και πλέει επί της ελευθέρας θαλάσσης.
Αλλ' επί μίαν έτι ημέραν δέον να παραμείνη παρά το νησύδριον, διότι δεν δύναται να πλεύση εν ή καταστάσει διατελεί, και είν' επάναγκες να επιβιβάσωμεν έρμα προς εξασφάλισιν της ισορροπίας του. Λοιπόν κατά τας επομένας είκοσι τεσσάρας ώρας το πλήρωμα καταγίνεται επιβιβάζον λίθους και τα ήττον εφθαρμένα εκ των δεμάτων του βάμβακος.
Κατά την ημέραν ταύτην οι κκ. Λετουρνέρ, η μις Χέρμπυ και εγώ εξερχόμεθα άπαξ έτι εις περίπατον μεταξύ των βασαλτών της υφάλου ταύτης ήν ουδέποτε θα επανίδωμεν και εφ' ής διετρίψαμεν τρεις εβδομάδας. Το όνομα του _Σάνσελλορ_, το του σκοπέλου, η ημερομηνία της καθίσεως του πλοίου εχαράχθησαν εντέχνως υπό του Ανδρέου επί τινος των τοίχων του άντρου, και προσαγορεύομεν το ύστατον τον βράχον τούτον, εφ' ού διήλθομεν πολλάς ημέρας, ών τινας θα συγκαταριθμώμεν μεταξύ των αρίστων του βίου ημών!
Τέλος τη 14 Νοεμβρίου, κατά την πρωινήν παλίρροιαν, ο _Σάνσελλορ_ απαίρει υπό τα κατώτερα αυτού ιστία, τους δόλωνας και τους φώσωνας, και μετά δύο ώρας, η τελευταία κορυφή του Βραχοχοιρομηρίου εξηφανίσθη υπό τον ορίζοντα.
ΚΒ'
— _Από της 24 Νοεμβρίου μέχρι της 1 Δεκεμβρίου_. — Ιδού λοιπόν είμεθα εν τη θαλάσση, επιβαίνοντες πλοίου ού η στερεότης έπαθε μεν, αλλ' ευτυχώς πάνυ δεν πρόκειται πλέον περί μακρού διάπλου. Έχομεν να διανύσωμεν οκτακόσια μόνον μίλια. Εάν δε ο άνεμος Μέσης (ΒΑ) διατηρηθή επί τινας ημέρας, ο _Σάνσελλορ_ ουριοδρομών [64] θα κοπιάση ολίγον και θα φθάση ασφαλώς την παραλίαν της Γουυάνης.
Το πλοίον λαμβάνει διεύθυνσιν προς Λίβα (ΝΔ), και ο εν αυτώ βίος λαμβάνει τον κανονικόν αυτού ρουν.
Αι πρώται ημέραι παρέρχονται άνευ τινος συμβάντος. Η διεύθυνσις του ανέμου εξακολουθεί μεν ούσα καλή· αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις δεν θέλει να αυξήση τα ιστία, μήπως επιβάλλων υπερβολικήν ταχύτητα εις το πλοίον, προκαλέση νέον άνοιγμα της διαρροής.
Ανιαρός, ενί λόγω, διάπλους ο γινόμενος επί τοιούτοις όροις, όταν δεν έχωμεν πεποίθησιν εις το πλοίον όπερ φέρει ημάς! Έπειτα δε πλέομεν προς τα οπίσω αντί να προχωρώμεν! Όθεν έκαστος ημών κατέχεται υπό των σκέψεων τούτων, και το πλοίον δεν έχει την μεταδοτικήν εκείνην ζωηρότητα ήν προκαλεί ασφαλής και ταχύς πλους.
Κατά την ημέραν της 29 του μηνός ο άνεμος ανέρχεται κατά έν τέταρτον προς Βορράν· όθεν η πνοή του ουρίου ανέμου δεν δύναται να διατηρηθή. Δέον να κερουλκήσωσι και να ευθετίσωσι τα ιστία και να ποδώσωσι δεξιά. Τούτου δ' ένεκα το πλοίον τοιχίζει εις μέγιστον βαθμόν.
Ο Ροβέρτος Κόρτις αισθανόμενος πόσον καταπονεί η έγκλισις την τρόπιν του _Σάνσελλορ_, συστέλλει τους φώσωνας. Και ευλόγως, αφ' ού δεν πρόκειται τόσον να εκτελέση ταχέως τον διάπλουν, όσον να καταπλεύση άνευ νέου δυστυχήματος εις στερεάν.
Η νυξ της 29 προς την 30 είνε σκοτεινή και ομιχλώδης. Ο άνεμος επιτείνεται οσημέραι και δυστυχώς προσεγγίζει προς Σκίρωνα (ΒΔ). Οι πλείστοι των επιβατών επανέρχονται εις τους θαλάμους των, αλλ' ο πλοίαρχος Κόρτις δεν καταλείπει το επίστεγον, το δε πλήρωμα όλον διαμένει επί του καταστρώματος. Το πλοίον εξακολουθεί κεκλιμένον ισχυρώς, ει και δεν φέρει πλέον ουδέν των ανωτέρων αυτού ιστίων.
Περί την δευτέραν πρωινήν ώραν ετοιμαζόμενος να καταβώ εις τον θάλαμον, βλέπων ναύτην, τον Βάρκε, ανερχόμενον εσπευσμένως εκ του κύτους και αναφωνούντα·
«Δύο πόδας νερά!»
Ο Ροβέρτος Κόρτις και ο αρχιναύτης κατέρχονται εις το κύτος και εξακριβούσιν ότι η απαισία είδησις είνε αληθεστάτη. Και ή η διαρροή εκ νέου ήνοιξεν, ει και είχε ληφθή πάσα ασφάλεια, ή αρμοί τίνες κακώς φραχθέντες εχαλαρώθησαν και το ύδωρ εισδύει μεθ' ορμής εις το κύτος.
Ο πλοίαρχος επανελθών εις το κατάστρωμα επαναφέρει το πλοίον κατά τον ούριον άνεμον, ίνα ολιγώτερον καταπονήται, και αναμένομεν την ημέραν.
Την αυγήν γίνεται καταμέτρησις και ευρίσκονται τρεις πόδες ύδατος.
Παρατηρώ τον Ροβέρτον Κόρτις. Ωχρότης παροδική ελεύκανε τα χείλη του, αλλά διατηρεί όλην αυτού την απάθειαν. Οι επιβάται, ών πλείονες έχουσιν αναβή επί του καταστρώματος, μανθάνουσι τι συμβαίνει, άλλως τε ήτο δυσχερές να το αποκρύψη τις.
«Νέον δυστύχημα; μοι λέγει ο κ. Λετουρνέρ.
— Ήτο επόμενον, απεκρίθην εγώ, αλλά δεν θα είμεθα πολύ μακράν της ξηράς, και ελπίζω ότι θα την φθάσωμεν.
— Ο Θεός να δώση! αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ.
— Και μήπως ο Θεός είν' εδώ μέσα; αναφωνεί ο Φάλστεν υψών τους ώμους.
— «Είνε, κύριε,» αποκρίνεται η μις Χέρμπυ.
Ο δε μηχανικός εσίγησε μετά σεβασμού προ της αποκρίσεως ταύτης, της μεστής πίστεως αδιαφιλονικήτου.
Εν τούτοις, κελεύσαντος του Ροβέρτου Κόρτις, κατηρτίσθη η υπηρεσία των αντλιών, το δε πλήρωμα εργάζεται μετά μείζονος καρτερίας ή προθυμίας· αλλ' ήδη πρόκειται ζήτημα περί σωτηρίας, οι δε ναύται διηρημένοι εις δύο, μεταλλάσσονται εις τας σκυτάλας των αντλιών.
Κατά το διάστημα της ημέρας ο αρχιναύτης εκτελεί νέας καταμετρήσεις και εξακριβούται ότι η θάλασσα εισδύει βραδέως μεν, αλλ' αδιαλείπτως εις τα ένδον του πλοίου.
Αλλά δυστυχώς αι αντλίαι εκ της πολλής χρήσεως βλάπτονται και κατ' ανάγκην χρήζουσιν επισκευής. Προσέτι δε φράσσονται είτε υπό τέφρας είτε υπό κλωνίων βάμβακος, ών έτι είνε πλήρες το κάτω μέρος του κύτους· τούτου ένεκα ανάγκη επανειλημμένου καθαρισμού, όστις γίνεται αιτία απωλείας μέρους του εκτελεσθέντος έργου.
Την επιούσαν πρωίαν μετά νέαν καταμέτρησιν εβεβαιώθη ότι η επιφάνεια του ύδατος είνε εις ύψος πέντε ποδών. Εάν λοιπόν δι' οίον δήποτε λόγον ο χειρισμός των αντλιών διεκόπτετο, το πλοίον ήθελε πληρωθή ύδατος. Τούτο δε θα ήτο απλούστατον ζήτημα χρόνου βραχυτάτου. Η ίσαλος στάθμη του _Σάνσελλορ_, είνε ήδη τεθαλασσωμένη ένα πόδα και το σκάφος προνευστάζει [65] μάλλον- μάλλον αμβλύτερον, διότι δυσχερέστατα υψούται υπό του κύματος. Βλέπω τον πλοίαρχον Κόρτις συνοφρυούμενον οσάκις ο αρχιναύτης ή ο υποπλοίαρχος κομίζουσιν αυτώ είδησίν τινα.
Κακός οιωνός.
Ο χειρισμός των αντλιών εξηκολούθησεν όλην την ημέραν και όλην την νύκτα, αλλ' η θάλασσα υπερτερεί ημών. Το πλήρωμα είνε εξησθενωμένον και συμπτώματα αποθαρρύνσεως ακυρούται μεταξύ των ανδρών. Εν τούτοις ο αρχιναύτης και ο δεύτερος δίδουσι το καλόν παράδειγμα και οι επιβάται προσέρχονται και τοποθετούνται προ των σκυταλών των αντλιών.
Η κατάστασις ημών δεν είνε πλέον η αυτή και ότε ο _Σάνσελλορ_ είχε καθίση επί του στερεού εδάφους του Βραχοχοιρομηρίου. Το πλοίον ημών επιπλέει επί αβύσου, εις ήν δύναται κατά πάσαν στιγμήν να εξαφανισθή.
ΚΓ'