Ο Σάνσελλορ

Part 5

Chapter 535 wordsPublic domain

Οι κκ. Λετουρνέρ και εγώ επί πολύ συνδιελέχθημεν περί των αξιωματικών του πλοίου, περί του πληρώματος και περί της διαγωγής πάντων κατά την περίοδον ταύτην των κινδύνων. Πάντες επεδείξαντο θάρρος και δραστηριότητα. Ιδία δε διεκρίθησαν ο υποπλοίαρχος Ουάλτερ, ο αρχιναύτης, και ο ξυλουργός Δαούλας. Υπάρχουσιν εν αυτώ άνδρες γενναίοι, ναυτικοί καλοί εις ούς δύναται τις να έχη πεποίθησιν. Περί δε του Ροβέρτου Κόρτις, ούτος δεν χρήζει εγκωμίων, είνε δραστηριώτατος και πανταχού παρών. Ουδεμία δυσχέρεια παρίσταται, ήν δεν είνε έτοιμος να διαλύση, παραθαρρύνει τους ναύτας του διά λόγου και διά νεύματος, και κατέστη η ψυχή του πληρώματος τούτου όπερ δι' αυτού και μόνου ενεργεί.

Εν τούτοις από της εβδόμης πρωινής ώρας άρχεται η θάλασσα υψουμένη· είνε δε ήδη ενδεκάτη και πάσαι αι κορυφαί των ρηγμίνων εξηφανίσθησαν υπό την πλημμυρίδα. Πρέπει να αναμένωμεν να ίδωμεν την επιφάνειαν του ύδατος ανερχομένην εν τω κύτει του _Σάνσελλορ_, καθ' όσον και της θαλάσσης η επιφάνεια ανέρχεται, όπερ και συμβαίνει. Η βολίς δεικνύει μετ' ου πολύ εννέα πόδας, και νέα στρώματα βάμβακος κατεκλύσθησαν υπό του ύδατος, δι' ό είμεθα άξιοι συγχαρητηρίων.

Από της ώρας δε της πλημμυρίδος, το πλείστον των πέριξ του πλοίου βράχων κατεκλύσθη, και μένει μόνον ορατόν το πλαίσιον μικράς λεκάνης κυκλικής, διαμέτρου διακοσίων πεντήκοντα μέχρι τριακοσίων ποδών, ής την βόρειον γωνίαν κατέχει ο _Σάνσελλορ_. Είνε δε εκεί η θάλασσα αρκούντως ήρεμος, τα δε κύματα δεν διαδίδονται μέχρι του πλοίου — Περίπτωσις σφόδρα ευάρεστος, διότι το πλοίον ημών ιστάμενον ακίνητον, θα επλήττετο υπ' αυτών ως τις σκόπελος.

Την ενδεκάτην και ημίσειαν ο ήλιος, όν νέφη τινά εκάλυπτον από της δεκάτης, εφάνη επικαιρότατα. Ο δε πλοίαρχος, όστις είχεν ήδη δυνηθή την πρωίαν να υπολογίση μίαν γωνίαν ωρικήν [58], παρασκευάζεται να λάβη ύψος μεσημβρινόν και περί μεσημβρίαν ποιεί παρατήρησιν ακριβεστάτην.

Έπειτα δε, κατελθών εις τον θάλαμόν του υπολογίζει τον γενόμενον δρόμον του πλοίου, επανέρχεται εις το επίστεγον και λέγει προς ημάς:

«Είμεθα δεκαοκτώ μοίρας και πέντε πλάτους βορείου, και τεσσαράκοντα πέντε μοίρας και πεντήκοντα τρία μήκους δυτικού.»

Εξηγήθη δε τότε υπό του πλοιάρχου η κατάστασις προς πάντας όσους οι αριθμοί του μήκους και του πλάτους δεν είνε συνήθεις. Ο Ροβέρτος Κόρτις ευλόγως ουδέν θέλει να κρύψη, και επιμένει όπως πας τις γινώσκη ακριβώς εις τι να αρκεσθή εν τη παρούση καταστάσει.

Ο _Σάνσελλορ_ εκάθισε 18" 5' πλάτους βορείου και 45" 53' μήκους δυτικού επί σκοπέλου όν οι ναυτικοί πίνακες δεν δεικνύουσι. Πώς είνε δυνατόν να υπάρχωσι τοιούτοι βράχοι κατά τούτο το μέρος του Ατλαντικού Ωκεανού και να μη είνε γνωστοί; Λοιπόν το νησύδριον τούτο θα εσχηματίσθη αρτίως και θα είνε προϊόν πλουτωνείου τινός εξάρσεως; Δεν βλέπω πώς άλλως δύναται τις να εξηγήση το γεγονός τούτο.

Όπως δήποτε το νησύδριον τούτο απέχει οκτακόσια μίλια από των Γουυανών, τούτ' έστι των εγγυτάτων γαιών.

Ο _Σάνσελλορ_ λοιπόν παρεσύρθη προς Νότον μέχρι του δεκάτου ογδόου παραλλήλου, κατ' αρχάς μεν ένεκα της ασυνέτου επιμονής του Σάιλας Χόντλυ, έπειτα δε υπό της σφοδρότητος του Σκίρωνος (ΒΔ), όστις τον ηνάγκασε να φύγη. Κατ' ακολουθίαν ο _Σάνσελλορ_ οφείλει να πλεύση έτι υπέρ τα οκτακόσια μίλια πριν φθάση την εγγυτάτην ακτήν.

Τοιαύτη η κατάστασις των πραγμάτων. Κατάστασις σπουδαία, αλλ' η εντύπωσις η εκ της ανακοινώσεως ταύτης του πλοιάρχου δεν είνε κακή, — την στιγμήν ταύτην τουλάχιστον. Ποίοι νέοι κίνδυνοι ηδύναντο νυν να συγκινήσωσιν ημάς, τους άρτι διαφυγόντας τον διπλούν κίνδυνον της τε πυρκαϊάς και της εκρήξεως; Λησμονούμεν ότι το κύτος του πλοίου είνε κατάκλυστον υπό του ύδατος, ότι η γη είνε απομεμακρυσμένη, ότι ο _Σάνσελλορ_, όταν αναχθή εις το πέλαγος, δύναται να καταποντισθή κατά τον διάπλουν . . . Αλλά τα πνεύματα είνε έτι υπό τας εντυπώσεις των τρόμων του παρελθόντος, ευρίσκοντα δε ολίγην ηρεμίαν, είνε διατεθειμένα να έχωσι πεποίθησιν.

Και νυν τι θα ποιήση ο Ροβέρτος Κόρτις; Απλούστατα ό τι ο ορθός λόγος κελεύει: Να σβεσθή τελείως η πυρκαϊά, να ριφθή εις την θάλασσαν όλον το φορτίον ή μέρος αυτού, εννοείται δε και το δοχείον του πικρικού, να φραχθώσιν αι οπαί δι' ών το ύδωρ εισρέει, και τότε, του πλοίου κουφισθέντος, επωφελούμενοι της πλημμυρίδος, να εγκαταλίπωμεν τον σκόπελον όσον τάχιστα.

ΙΖ'

— _Συνέχεια της 30 Οκτωβρίου_. — Συνδιαλεχθείς μετά του κ. Λετουρνέρ περί της ημετέρας καταστάσεως, νομίζω ότι ηδυνήθην να τον βεβαιώσω ότι η επί της υφάλου διαμονή ημών θα είνε βραχεία, εάν αι περιστάσεις ηυνόουν ημάς. Αλλ' ο κ. Λετουρνέρ δεν φαίνεται συμφωνών.

«Τουναντίον μάλιστα φοβούμαι, μοι αποκρίνεται, μήπως επί πολύ μείνωμεν επί των βράχων τούτων!

— Και διατί; υπέλαβον εγώ. Δεν είνε δα και δύσκολον πράγμα να ριφθώσιν εις την θάλασαν ολίγαι εκατοστύες δεμάτων βάμβακος, και δεν θέλει και πολύ, εντός δύο ή τριών ημερών η εργασία τελειώνει.

— Αναμφιβόλως, κύριε Κάζαλλον, θα εγίνετο τάχιστα η εργασία αύτη, εάν ηδύνατο το πλήρωμα από σήμερον να την αρχίση. Αλλ' είνε των αδυνάτων να εισδύση άνθρωπος εις το κύτος του _Σάνσελλορ_, διότι ο αήρ είνε εκεί ακατάλληλος εις αναπνοήν, και Κύριος οίδε πόσαι ακόμη ημέραι θα παρέλθωσι πριν κατορθωθή τούτο, αφ' ού το μεταξύ στρώμα του φορτίου ακόμη καίει. Άλλως τε και αν άπαξ καταβάλωμεν το πυρ, θα είμεθα άρα γε εις κατάστασιν να πλεύσωμεν; Όχι! Οφείλομεν να φράξωμεν την διαρροήν του ύδατος, ήτις θα είνε μεγάλη και να την φράξωμεν μετά μεγίστης επιμελείας, εάν δεν θέλωμεν να καταποντισθώμεν, αφ' ού εκινδυνεύσαμεν να καώμεν! Όχι, κύριε Κάζαλλον, δεν κάθημαι εγώ να απατώμαι, και θα το θεωρήσω ως ευτυχή περίπτωσιν, εάν εντός τριών εβδομάδων αποπλεύσωμεν εκ του σκοπέλου τούτου. Είθε δε να μη εγερθή τρικυμία πριν αναχθώμεν εις το πέλαγος, διότι ο _Σάνσελλορ_ ήθελε κατασυντριβή επί της υφάλου ταύτης, ήτις τότε θα εγίνετο τάφος ημών!»

Τω όντι απειλούμεθα υπό του μεγίστου των απειλούντων ημάς κινδύνων, διότι την μεν πυρκαϊάν θα καταβάλωμεν, το δε πλοίον θα ανελκύσωμεν, τουλάχιστον τα πάντα πιθανολογούσι τούτο, αλλ' όμως διατελούμεν εν τη εξουσία μιας πνοής σφοδρού ανέμου. Και υποτεθέντος ότι το ύψιστον μέρος του σκοπέλου δύναται να παράσχη ημίν καταφύγιον εν ώρα τρικυμίας, αλλά τι θα γίνωσιν οι επιβάται και το πλήρωμα του _Σάνσελλορ_, όταν εκ του πλοίου των ουδέν άλλο θα υπολείπεται ή απλούν έκβρασμα ναυαγίου;

«Κύριε Λετουρνέρ, ηρώτησα τότε, έχετε πεποίθησιν εις τον Ροβέρτον Κόρτις;»

— Πεποίθησιν άκραν, κύριε Κάζαλλον, και θεωρώ ως χάριν ουρανόθεν ότι ο πλοίαρχος Χόντλυ ανέθηκεν εις αυτόν την κυβέρνησιν του πλοίου. Παν ό τι απαιτείται να πράξη διά να μας εξαγάγη του κακού τούτου στενού, είμαι βεβαιότατος ότι ο Ροβέρτος Κόρτις θα το πράξη».

Ερωτώ τον πλοίαρχον ως πόσην ορίζει την διάρκειαν της διαμονής ημών επί της υφάλου ταύτης, και μοι αποκρίνεται ότι δεν δύναται ακόμη να την υπολογίση, διότι προ πάντων εξαρτάται εκ των περιστάσεων, αλλ' ελπίζει ότι η ατμοσφαιρική κατάστασις δεν θα είνε δύσνους. Τω όντι το βαρόμετρον εξακολουθεί ανερχόμενον αδιαλείπτως και άνευ ταλαντώσεων, όπως ότε τα ατμοσφαιρικά στρώματα δεν είνε ακόμη εν καλή ισορροπία. Εν τούτω λοιπόν υπάρχει σύμπτωμα νηνεμίας διαρκούς, και κατ' ακολουθίαν οιωνός άριστος υπέρ των εργασιών ημών.

Άλλως τε ουδεμία ώρα απώλετο, και έκαστος επιλαμβάνεται του έργου μετά δραστηριότητος.

Ο Ροβέρτος Κόρτις προ παντός άλλου διανοείται να κατασβέση την πυρκαϊάν, ήτις νέμεται έτι το ανώτερον στρώμα των δεμάτων του βάμβακος υπεράνω της επιφανείας του εν τω κύτει ύδατος. Αλλά δεν πρόκειται να γίνεται απώλεια χρόνου προς διάσωσιν του φορτίου . . Πρόδηλον είνε ότι ο μόνος τρόπος της ενεργείας είνε να καταπνιγή το πυρ μεταξύ δύο στρωμάτων ύδατος. Αι αντλίαι λοιπόν επαναλαμβάνουσι το έργον των.

Κατά τας πρώτας ταύτας εργασίας το πλήρωμα εξαρκεί εις τον χειρισμόν των αντλιών. Οι επιβάται δεν προσεκλήθησαν, αλλ' όμως είμεθα πάντες έτοιμοι να προσφέρωμεν τους βραχίονας ημών, η δε επικουρία ημών δεν είνε αξιοκαταφρόνητος, όταν θα προβώμεν εις την εκφόρτωσιν του πλοίου. Όθεν επί του παρόντος οι κκ. Λετουρνέρ και εγώ διερχόμεθα την ώραν είτε συνδιαλεγόμενοι, είτε αναγινώσκοντες, και πλην τούτου εγώ διαθέτω ώρας τινάς εις την σύνταξιν του ημερολογίου μου. Ο δε μηχανικός Φάλστεν ήττον κοινωνικός, ασχολείται ατενώς περί τους αριθμούς του ή χαράσσει σχέδια μηχανών μετά του διαγράμματος, της διατομής και της ορθογραφίας αυτών. Είθε να δυνηθή, να επινοήση ισχυρόν τι μηχάνημα δι' ού να ανελκυσθή ο _Σάνσελλορ_. Οι δε σύζυγοι Κηρ κάθηνται κατά μέρος, και απαλλάσσουσιν ημάς της ανίας του να ακούωμεν τας αδιαλείπτους αυτών αντεγκλήσεις. Δυστυχώς η μις Χέρμπυ είνε ηναγκασμένη να μένη μετ' αυτών, και ολίγον τι ή ουδόλως βλέπομεν την νεάνιδα. Ο δε Σάιλας Χόντλυ ουδαμώς αναμιγνύεται εις τα της σωτηρίας του πλοίου, εν αυτώ δεν υπάρχει πλέον ο ναυτικός, και μόλις σώζεται εν αυτώ ο άνθρωπος, φυτού βίου ζων. Ο τροφοδότης Χόμμπαρτ εκτελεί την συνήθη αυτού υπηρεσίαν, ως εάν το πλοίον διετέλει διαπλέον τον τακτικόν αυτού διάπλουν. Είνε δε ο Χόμμπαρτ ούτος ανήρ καθ' υπερβολήν φιλόφρων, κρυψίνους και καθ' όλου ειπείν ολίγον εν αρμονία προς τον μάγειρον αυτού Γύγξτροπ, μαύρον κακοπρόσωπον, κτηνώδη το ήθος και αναιδή, αναμιγνυόμενον δε μετά των άλλων ναυτών πέρα του πρέποντος.

Λοιπόν οία δήποτε τέρψις εν τω πλοίω είνε τι σπανιώτατον. Ευτυχώς μοι επέρχεται όρεξις να εξέλθω εις εξερεύνησιν της αγνώστου υφάλου, εφ' ής εκάθισεν ο _Σάνσελλορ_. Ο περίπατος αναμφιβόλως ούτε μακρός θα είνε ούτε ποικίλος, αλλ' είνε ευκαιρία να καταλίπω το πλοίον επί τινας ώρας, να μελετήσω έδαφος ού η αρχή είνε βεβαίως περίεργος.

Άλλως τε είνε επάναγκες να ληφθή μετ' επιμελείας το σχέδιον της υφάλου ταύτης, ήτις δεν δεικνύεται εν τοις ναυτικοίς χάρταις. Νομίζω δε ότι οι κκ. Λετουρνέρ και εγώ δυνάμεθα να εκτελέσωμεν μεθ' ικανής ευκολίας την υδρογραφικήν ταύτην εργασίαν, καταλείποντες τω πλοιάρχω Κόρτις την φροντίδα της συμπληρώσεως, όταν θα υπολογίση εκ νέου το μήκος και το πλάτος του σκοπέλου μετά πάσης της δυνατής ακριβείας.

Η πρότασίς μου γίνεται αποδεκτή υπό των κκ. Λετουρνέρ, η δε φαλαινίς κομίζουσα βολίδας, μεθ' ενός ναύτου ίνα την κυβερνά, παρεχωρήθη ημίν, και καταλείπομεν τον _Σάνσελλορ_ την πρωίαν της 31 Οκτωβρίου.

ΙΗ'

— _Από της 31 Οκτωβρίου μέχρι της 5 Νοεμβρίου_. — Αρχόμεθα κατά πρώτον περιπλέοντες τον σκόπελον, ού το μήκος είνε περίπου τέταρτον μιλίου.

Ο «περίπλους» δε ούτος εκτελείται τάχιστα, ημείς δε ανά χείρας έχοντες την βολίδα ανευρίσκομεν ότι αι προσελεύσεις της υφάλου είνε απότομοι και απόκρημνοι, το ύδωρ είνε εσχάτως βαθύ παρά τους βράχους και δεν είνε αμφίβολον ότι έξαρσις αιφνιδία, ώσις σφοδρά, οφειλομένη εις την ενέργειαν των πλουτωνείων δυνάμεων, εξήγαγε τον σκόπελον τούτον έξω της επιφανείας των υδάτων.

Άλλως τε η αρχή του νησυδρίου δεν είνε συζητήσιμος, ούσα καθαρώς ηφαιστειακή. Πανταχού υπάρχουσιν όγκοι βασάλτου διατεθειμένοι εν τελεία τάξει, και ών τα κανονικά πρίσματα παρέχουσιν όψιν γιγαντιαίας αποκρυσταλλώσεως. Η θάλασσα, είνε θαυμασίως διαφανής καθέτως της περιμέτρου του σκοπέλου και δεικνύει την περίεργον δέσμην των πρισματικών στύλων ήτις υποβαστάζει την υποβρύχιον ταύτην οικοδομήν.

«Ιδού παράδοξον νησύδριον, λέγει ο κ. Λετουρνέρ, και θα ανέδυσε βεβαίως νεωστί.»

— Είνε προφανές, αποκρίνεται ο νέος Ανδρέας· προσθέτω δε ότι φαινόμενον απαράλλακτον όπως τα φαινόμενα της νήσου Ιουλίας, επί της ακτής της Σικελίας, και της νήσου Θήρας εν τω Αιγαίω πελάγει, εδημιούργησε το νησύδριον τούτο ακριβώς εις καιρόν κατάλληλον διά να δυνηθή ο _Σάνσελλορ_ να καθίση επ' αυτού!

— Τω όντι, προσέθηκα εγώ, πρέπει να συνέβη έξαρσις κατά το μέρος τούτο του Ωκεανού, αφ' ού ο σκόπελος ούτος δεν σημειούται εις τους νεωτάτους ναυτικούς χάρτας· διότι δεν ήτο δυνατόν να διαφύγη τους οφθαλμούς των ναυτικών, εις το τμήμα τούτο του Ωκεανού το οποίον συχνάζεται τόσον πολύ. Ας τον εξετάσωμεν λοιπόν μετά προσοχής και θα τον φέρωμεν εις γνώσιν των ναυτιλλομένων.

— Αλλά τις οίδεν εάν δεν εξαφανισθή μετ' ου πολύ ένεκα φαινομένου ομοίου προς εκείνο το οποίον τον παρήγαγεν, αποκρίνεται ο Ανδρέας Λετουρνέρ. Ειξεύρετε, κύριε Κάζαλλον, των ηφαιστειακών τούτων νήσων η διάρκεια είνε συχνάκις εφήμερος και όταν οι γεωγράφοι θα εγγράψουν το νησύδριον τούτο εις τους νέους των γεωγραφικούς πίνακας, ίσως δεν θα υπάρχη πλέον!

— Αδιάφορον, αγαπητέ μοι υιέ, αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ. Προτιμότερον να καταδείξωμεν κίνδυνον μη υπάρχοντα, παρά να παραλείψωμεν κίνδυνον υπάρχοντα. Οι δε ναύται δεν θα έχουν δικαίωμα να παραπονώνται αν δεν ευρίσκουν πλέον σκόπελον εκεί όπου θα υπάρχη σημειωμένος!

— Έχετε δίκαιον, λέγει προς τον πατέρα του ο Ανδρέας, και το κάτω κάτω της γραφής είνε λίαν δυνατόν το νησύδριον τούτο να είνε προωρισμένον να διαρκέση όσον και αι ήπειροί μας. Μόνον εάν μέλλη να εξαφανισθή, ο πλοίαρχος Κόρτις θα ήθελε να γίνη τούτο μετά τινας ημέρας, αφ' ού διορθώση τας βλάβας του, διότι ούτω πως θα απηλλάσσετο του κόπου να ανελκύση το πλοίον του.

— Αλήθεια, Ανδρέα, ανεφώνησα αστεϊζόμενος, αξιοίς να διαθέτης τα της φύσεως ως άρχων! Θέλεις να αναβιβάζη και να καταβιβάζη ένα σκόπελον κατά την θέλησίν σου, κατά την ιδίαν σου ανάγκην, και αφ' ού εδημιούργησε τους βράχους τούτους εξεπίτηδες διά να βοηθήσωσι να κατασβεσθή η πυρκαϊά του _Σάνσελλορ_, πάλιν να τους εξαφανίση όταν συ κτυπήσης διά της ράβδου σου, διά να τον απαλλάξη;

— Τίποτε άλλο δεν θέλλω, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται μειδιών ο νέος, παρά να ευχαριστήσω τον Θεόν διότι τόσον φανερά μας επροστάτευσε· ηθέλησε να ρίψη το πλοίον μας επί της υφάλου ταύτης και πάλιν θα το επαναφέρη εις την θάλασσαν όταν έλθη η ώρα.

— Και θα τον βοηθήσωμεν κατά το μέτρον όλων μας των δυνάμεων· δεν έχει ούτω φίλοι μου;

— Μάλιστα, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ, διότι νόμος της ανθρωπότητος είνε το βοηθείν αλλήλους. Εν τούτοις ο Ανδρέας έχει δίκαιον αναθέτων την πεποίθησίν του εις τον Θεόν. Βεβαίως ο άνθρωπος ριψοκινδυνών επί της θαλάσσης, ποιείται χρήσιν αξιόλογον των ιδιοτήτων άς έλαβεν εκ φύσεως· αλλά επί του απείρου τούτου Ωκεανού, όταν τα στοιχεία ενσκήπτωσι κατ' αυτού, αισθάνεται πόσον εύθραστον είνε το φέρον αυτόν πλοίον και αυτός πόσον είνε ανίσχυρος και αφοπλισμένος! Όθεν νομίζω ότι το σύμβολον του ναυτικού έπρεπε να είνε: Έχε πεποίθησιν εις σεαυτόν και πίστιν εις τον Θεόν.

— Ουδέν αληθέστερον τούτου, κύριε Λετουρνέρ, απεκρίθην εγώ, και πιστεύω ότι πολλά ολίγοι ναυτικοί υπάρχουσι, των οποίων η ψυχή να είνε επιμόνως κλειστή εις τας εντυπώσεις της θρησκείας!»

Και ούτω πως συνδιαλεγόμενοι εξερευνώμεν τους βράχους τους αποτελούντας την βάσιν του νησυδρίου, και τα πάντα πείθουσιν ημάς ότι αρτίως ανεφάνη. Και τω όντι ουδέ έν κογχύλιον υπάρχει επ' αυτού, ουδέ θύσανος φυκών είνε προσκεκολλημένος επί των πλευρών του βασάλτου. Εραστής της φυσικής ιστορίας μάτην θα ανεσκάλευε τον σωρόν τούτον των λίθων, ένθα η φυτική και η ζωική φύσις δεν επέθηκεν ακόμη τον τύπον της σφραγίδος της. Τα μαλάκια όλως ελλείπουσιν, ωσαύτως δε και τα υδρόφυτα. Ο άνεμος δεν έφερεν ακόμη ουδέ έν σπέρμα, και τα θαλάσσια πτηνά ουδόλως εζήτησαν εν αυτοίς καταφύγιον. Μόνος ο γεωλόγος δύναται να εύρη ύλην προς αξίαν λόγου μελέτην, εξετάζων την βασαλτικήν ταύτην θεμελιώδη κατασκευήν, ήτις φέρει τα ίχνη πλουτωνείου σχηματισμού.

Την στιγμήν ταύτην η λέμβος ημών επανέρχεται εις την νότιον άκραν του νησυδρίου εφ' ής εκάθισεν ο _Σάνσελλορ_ Προτείνω εις τους συντρόφους μου να αποβιβασθώμεν, και δέχονται την πρότασίν μου.

«Εάν τυχόν το νησύδριον έμελλε να εξαφανισθή, λέγει ο Ανδρέας γελών, πρέπει τουλάχιστον να το έχουν επισκεφθή ανθρώπινα πλάσματα».

Η λέμβος προσεγγίζει εις την ακτήν και αποβαίνομεν επί του βασαλτικού βράχου. Και ο μεν Ανδρέας προηγείται, διότι το έδαφος είνε αρκούντως βατόν και ο νέος δεν έχει χρείαν βραχίονος ίνα τον υποστηρίξη. Ο πατήρ του μένει ολίγον τι οπίσω πλησίον μου, και ιδού αναβαίνομεν εις τον σκόπελον δι' ελαφράς ανωφερείας, αγούσης εις την υψίστην των κορυφών του.

Τέταρτον ώρας εξαρκεί ίνα διανύσωμεν το διάστημα τούτο, και καθήμεθα και οι τρεις επί βασαλτικού πρίσματος, όπερ επιστέφει τον ύψιστον βράχον του νησυδρίου. Ο Ανδρέας Λετουρνέρ εξάγει τότε εκ του θυλακίου του σημειωματάριον και σχεδιάζει τον σκόπελον, ού το περίγραμμα φαίνεται καθαρώτατα προ των οφθαλμών ημών εις το πράσινον πεδίον των υδάτων.

Ο ουρανός είνε αίθριος, η δε θάλασσα, ταπεινή έτι, αποκαλύπτει τας τελευταίας κορυφάς αίτινες αναδύουσι προς Νότον, καταλείπουσαι μεταξύ αυτών τον στενόν πόρον όν ηκολούθησεν ο _Σάνσελλορ_ πριν καθίση.

Το σχήμα του σκοπέλου είνε αρκούντως παράδοξον και υπενθυμίζει καθ' όλου το του «χοιρομηρίου της Υόρκης», ού το κεντρικόν μέρος εξογκούται μέχρι του εξοιδήματος, ού την κορυφήν κατέχομεν.

Όθεν ότε ο Ανδρέας εσχεδίασε την περίμετρον του νησυδρίου, λέγει προς αυτόν ο πατήρ:

«Αλλά, παιδί μου, συ εσχεδίασες αυτού χοιρομήριον»

— Μάλιστα, πάτερ μου, αποκρίνεται ο Ανδρέας, χοιρομήριον βασαλτικόν του οποίου το μέγεθος ήθελεν ευφράνη και τον ακόρεστον Γαργαντούαν. Και εάν ο πλοίαρχος Κόρτις συναινή, θα ονομάσωμεν την ύφαλον ταύτην Βραχοχοιρομήριον.

— Βέβαια ανεφώνησα, το όνομα επιτυχέστατον, Βραχοχοιρομήριον! Και είθε οι ναυτιλλόμενοι να μη το πλησιάζουν πάρα πολύ, διότι δεν είνε διά τα δόντια των!»

Κατά την νότιον εσχατιάν του νησυδρίου είχε ψαύση ο _Σάνσελλορ_, τούτ' έστι επί της λαβής αυτής του χοιρομηρίου και εν τω ορμίσκω τω σχηματιζομένω υπό της κοιλότητος της λαβής ταύτης. Είνε δε κεκλιμένος επί του δεξιού ισχίου και εις μέγιστον βαθμόν την στιγμήν ταύτην, διότι η παλίρροια είνε καθ' υπερβολήν ταπεινή.

Αποπερατωθέντος του σχεδίου του Ανδρέου Λετουρνέρ, καταβαίνομεν δι' ετέρας κλιτύος ηρέμα κατερχομένης προς δυσμάς, και μετ' ού πολύ παρίσταται προ των οφθαλμών ημών άντρον κομψότατον. Βλέπων τις αυτό θα έλεγεν αληθώς ότι είνε έργον αρχιτεκτονικόν, ρυθμού εξ εκείνων ούς η φύσις ίδρυσεν ανά τας νήσους Εβρίδας και ειδικώτερον εν τη νήσω Στάφφα. Οι κκ. Λετουρνέρ οίτινες έχουσιν επισκεφθή το Φιγγάλειον άντρον, ανευρίσκουσιν αυτό ενταύθα, ολόκληρον, αλλά μικροτέρων διαστάσεων. Η αυτή διάθεσις των ομοκέντρων πρισμάτων προερχομένη εκ του τρόπου της ψύξεως των βασαλτών· το αυτό επιστέγασμα εκ μαύρων δοκών, ών αι συναρμογαί είνε πεφραγμέναι διά κίτρινης ύλης· η αυτή ακρίβεια των πρισματικών γωνιών, ών τας κόψεις η γλυφίς κοσμηματοποιού δεν ήθελε καλλιτεχνήση καθαρώτερον, τέλος ο αυτός βρόμος του αέρος διά μέσου των ηχηρών τούτων βασαλτών, εξ ού οι Γαέλσοι, ο αρχαίος ούτος λαός της Ιρλανδίας και Σκωτίας, εδημιούργησαν τας άρπας των Φιγγαλείων σκιών.

Κατά τούτο δε μόνον διαφέρει του άντρου της Στάφφας, ότι εκεί μεν το έδαφος είνε σινδών υγρά, ενταύθα δε μόνον τα μεγάλα κύματα δύνανται να προσβάλλωσι το άντρον και το μεταξύ των πρισματικών στύλων αποτελεί στερεόν λιθόστρωτον.

«Προς τούτοις, παρατηρεί ο Ανδρέας Λετουρνέρ, το μεν άντρον της Στάφφας είνε ευρύχωρος γοτθική εκκλησία, τούτο δε είνε παρεκκλήσιον μόνον της μητροπόλεως εκείνης! Αλλά τις θα ήλπιζε ποτε να εύρη τοιούτον θαυμάσιον επί αγνώστου υφάλου του Ωκεανού!»

Αναπαυθέντες επί μίαν ώραν εν τω άντρω, πορευόμεθα κατά μήκος της παραλίας του νησυδρίου και επανερχόμεθα εις τον _Σάνσελλορ_ Ο Ροβέρτος Κόρτις πληροφορείται περί των ανακαλύψεών μας και εγγράφει το νησύδριον επί του χάρτου του μετά του ονόματος όπερ έδωκεν αυτώ ο Ανδρέας.

Κατά τας επομένας ημέρας ουδέποτε παρημελήσαμεν να εξερχώμεθα εις περίπατον μέχρι του άντρου του Βροχοχοιρομηρίου, ένθα διερχόμεθα ώρας τινάς ευαρέστους. Το επεσκέφθη και ο Ροβέρτος Κόρτις, αλλ' ως άνθρωπος απησχολημένος περί παν άλλο ή περί τον θαυμασμόν φυσικού θαυμασίου. Και ο Φάλστεν ήλθεν άπαξ ίνα εξετάση την φύσιν των βράχων και θραύση τεμάχιά τινα μετά της ασπλαγχνίας γεωλόγου. Ο μίστερ Κηρ δεν ηθέλησε να ταραχθή, και έμεινε περιωρισμένος εν τω πλοίω. Είπον τη μίσιζ Κηρ να μας συνοδεύση εν μια των εκδρομών ημών, αλλ' απέκρουσε την πρότασίν μου φοβουμένη μη την ενοχλήση η επιβίβασις εις την λέμβον ή την καταλάβη ο ελάχιστος κάματος.

Και ο κ. Λετουρνέρ είπε προς την μις Χέρμπυ εάν ευαρεστήται να επισκεφθή την ύφαλον. Η νεάνις ενόμισεν ότι ηδύνατο να αποδεχθή την πρότασίν ταύτην, ευτυχής διότι έμελλε να λυτρωθή, έστω και επί μίαν ώραν, της ιδιοτρόπου τυραννίας της κυρίας της. Αλλ' ότε παρακάλεσε την μίσιζ Κηρ να τη δώση άδειαν εξόδου, η μίσιζ Κηρ αρνείται διαρρήδην.

Πειραχθείς επί τη διαγωγή ταύτη, μεσολαβώ παρά τη μίσιζ Κηρ υπέρ της μις Χέρμπυ. Ανάγκη να αγωνισθώ, αλλ' επειδή ήδη είχον τύχη της ευκαιρίας να παράσχω υπηρεσίας τινάς εις την φίλαυτον επιβάτριαν, και επειδή δυνατόν να λάβη χρείαν εμού εν τω μέλλοντι, υπεχώρησε τέλος εις τας επιμόνους παρακλήσεις μου.

Λοιπόν η μις Χέρμπυ συνοδεύει ημάς πολλάκις εν τοις ανά μέσον των βράχων περιπάτοις· πολλάκις ωσαύτως αλιεύομεν εν τη παραλία του νησυδρίου και γευματίζομεν φαιδρώς εν τω άντρω, εν ώ αι βασαλτικαί άρπαι δονούνται υπό της πνοής του ανέμου. Είμεθα όντως ευτυχείς βλέποντες την μις Χέρμπυ ευφραινομένην, διότι αισθάνεται εαυτήν επί τινας ώρας ελευθέραν. Βεβαίως το νησύδριον είνε μικρόν, αλλ' ουδέν εν τω κόσμω ουδέποτε εφάνη τη νεάνιδι ούτω μέγα. Και ημείς δε αγαπώμεν την άγονον ταύτην ύφαλον, και μετ' ου πολύ δεν θα υπάρχη λίθος όστις να μη είνε γνωστός ημίν, ουδέ ατραπός ήν να μη διήλθομεν πολλάκις μετά χαράς. Είνε γη ευρεία παραβαλλομένη προς το στενόν κατάστρωμα του _Σάνσελλορ_, και είμαι βέβαιος ότι την ώραν της αναχωρήσεως θα την καταλίπωμεν ουχί άνευ λύπης.

Περί δε της νήσου Στάφφας ο Ανδρέας Λετουρνέρ πληροφορεί ημάς ότι ανήκει τη οικογένεια των Μακ Δόναλδ, οίτινες την εκμισθώνουσιν ετησίως αντί δώδεκα λιρών στερλινών, ό έστι τριακοσίων δραχμών.

«Λοιπόν, κύριοι, ερωτά η μις Χέρμπυ, νομίζετε ότι ήθελεν ενοικιάση τις αυτήν εδώ περισσότερον του ημίσεος ταλλήρου;

— Ουδέ αντί μιας δεκάρας, μις, είπον εγώ γελών. Μήπως σκοπεύετε να την εκμισθώσετε;

— Όχι, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται η νεάνις καταστέλλουσα στεναγμόν, και όμως εδώ ίσως είνε το μόνον μέρος όπου ησθάνθην ευτυχίαν.

— «Και εγώ!» ψιθυρίζει ο Ανδρέας.

Πολλά εγκρύπτονται δεινά εν τη αποκρίσει ταύτη της μις Χέρμπυ! Η νεάνις, άπορος, ορφανή, άνευ φίλων δεν εύρεν ακόμη την ευτυχίαν — ολίγων τινών στιγμών ευτυχίαν — , αλλαχού, ή επί αγνώστου βράχου του Ατλαντικού Ωκεανού!

ΙΘ'

— _Από της 6 μέχρι της 15 Νοεμβρίου_ — Τας πρώτας πέντε ημέρας, αφ' ότου εκάθισεν ο _Σάνσελλορ_, ατμοί δριμείς και πυκνοί εκθρώσκουσιν από του κύτους αυτού, έπειτα κατά μικρόν ηλαττώθησαν, και τη 6 Νοεμβρίου δυνάμεθα να θεωρήσωμεν την πυρκαϊάν ως εσβεσμένην. Εν τούτοις, κατά μέτρον συνετόν ο Ροβέρτος Κόρτις κελεύει να εξακολουθήση ο χειρισμός των αντλιών, ώστε το σκάφος είνε ήδη τεθαλασσωμένον μέχρι του ύψους του μεταφράγματος. Μόνον δε όταν είνε άμπωτις, το ύδωρ ταπεινούται και εν τω κύτει, και αι δύο υγραί επιφάνειαι ισορροπούσιν ένδοθεν και έξωθεν.

«Όπερ αποδεικνύει, λέγει ο Ροβέρτος Κόρτις, ότι η διαρροή είνε σημαντική, αφ' ού η εκροή γίνεται μετά τοσαύτης ταχύτητος.

Και όντος το ρήγμα το γενόμενον εν τω σκάφει δεν έχει επιφάνειαν ολιγωτέραν των τεσσάρων τετραγωνικών ποδών. Εκ των ναυτών ο Φλαιπόλ ριφθείς εις την θάλασσαν κατά την ώραν της αμπώτιδος ανεγνώρισε την θέσιν και την σπουδαιότητα της ναυφθορίας. Η διαρροή ανοίγεται τριάκοντα πόδας επί του έμπροσθεν του πηδαλίου και τρεις επηγκενίδες [59] συνετρίβησαν υπό της οξείας κορυφής βράχου τινός, δύο σχεδόν πόδας υπεράνω του κανθού της τρόπιδος. Η σύρραξις εγένετο μετ' άκρας σφοδρότητος, διότι και το πλοίον όντως ήτο βαρέως πεφορτισμένον και η θάλασσα εκυμαίνετο. Είνε μάλιστα εκπλήξεως άξιον ότι το σκάφος δεν ερράγη πολλαχού. Ως προς δε την διαρροήν θα είνε άρα γε εύκολον να φραχθή; τούτο θα γνωσθή όταν, του φορτίου εξαχθέντος ή μετατοπισθέντος, θα δυνηθή ο ξυλουργός να εισδύση μέχρι αυτής. Αλλ' απαιτούνται δύο έτι ημέραι πριν γίνη δυνατόν να εισδύση τις εις το κύτος του _Σάνσελλορ_ και να ανελκύση τα δέματα του βαμβακίου ών εφείσθη το πυρ.

Εν τούτοις ο Ροβέρτος Κόρτις δεν μένει αργός, τη μετά ζήλου δε βοηθεία του πληρώματος αξιολογώτατα έργα ετελέσθησαν.

Ούτως ο πλοίαρχος αναστηλώνει τον ιστόν του επιδρόμου, όστις είχε καταπέση την στιγμήν καθ' ήν εκάθισεν ο _Σάνσελλορ_, και είχον κατορθώση να τον ανελκύσωσιν επί της υφάλου μεθ' όλης αυτού της εξαρτίας. Αμείβοντες ετοποθετήθησαν εν τη πρύμνη και η στήλη του ιστού κατωρθώθη να τεθή πάλιν επί του παλαιού τεθραυσμένου τεμαχίου, όπερ ο ξυλουργός Δαούλας επίτηδες ενέσκαψε. Κατάλληλα δε άμβολα, συγκρατούμενα δι' ισχυρών επιδέσμων και γόμφων σιδηρών, εξασφαλίζουσι την ένωσιν των δύο τεθραυσμένων τεμαχίων.