Part 4
Ιδού ήδη δεκατέσσαρες ημέραι από της εμφανίσεως της πυρκαϊάς και αι πρόοδοι αυτής είνε ακατάπαυστοι, διότι δεν ηδυνήθημεν να καταπαύσωμεν αυτάς. Ήδη ο χειρισμός εν τω πλοίω είνε μάλλον και μάλλον δυσχερής. Επί του επιστέγου, ού το σανίδωμα δεν συνέχεται αμέσως προς το κύτος δυνάμεθα έτι να σταθώμεν αλλά επί του καταστρώματος μέχρι του πρωραίου είνε των αδυνάτων να βαδίσωμεν ουδέ μετά χονδρών υποδημάτων. Το ύδωρ δεν εξαρκεί πλέον ίνα δροσίζη τας σανίδας ταύτας, άς το πυρ λέχει και ανακυρτούνται επί των ράβδων των. Η ρητίνη του ελατίνου τούτου ξύλου κροτεί πέριξ των όζων ως πίπτουσα χάλαζα, οι αρμοί διανοίγονται, η δε πίσσα, ρευστοποιουμένη υπό της θερμότητος διαρρέει σχεδιάζουσα παμποίκιλα ιδιόρρυθμα σχήματα επί του καταστρώματος κατά τας απαιτήσεις του διατοιχισμού του πλοίου.
Το δ' έσχατον της συμφοράς, αίφνης αναπηδά αποτόμως άνεμος Σκίρων (ΒΔ), πνέων μετά μανίας! Αυτόχρημα τυφών, οποίος ενίοτε παράγεται εν ταις ακταίς ταύταις, και μας απομακρύνει από της γης των Αντιλλών, εις ήν προσπαθούμεν να προσεγγίσωμεν! Ο Ροβέρτος Κόρτις θέλει να αντισταθή αντιμένων[45], αλλ' ο άνεμος είνε ούτω βίαιος, ώστε ο _Σάνσελλορ_ δεν δύναται να αντιμείνη, και ανάγκη είνε μετ' ου πολύ να παραδοθή τω ανέμω, ίν' αποφύγη τους κλύδωνας, οίτινες είνε φοβεροί όταν πλήττωσι πλοίον κατά το ισχίον.
Τη 29 η τρικυμία είνε εν όλη αυτής τη βία. Ο Ωκεανός είνε τεταραγμένος και η λεπτή βροχή η εκ της συγκρούσεως των κυμάτων κατακαλύπτει τον _Σάνσελλορ_ καθ' ολοκληρίαν. Των αδυνάτων να καταβιβασθή εφόλκιον εις την θάλασσαν χωρίς πάραυτα να καταποντισθή. Ημείς δε έχομεν καταφύγη οι μεν εις το επίστεγον, οι δε εις το πρυμναίον κατάστρωμα. Αποβλέπομεν προς αλλήλους, αλλά δεν τολμώμεν να λαλήσωμεν.
Περί δε του δοχείου του πικρικού ουδέ καν διανοούμεθα. Ελησμονήσαμεν «την λεπτομέρειαν ταύτην» ίνα κατά Ροβέρτον Κόρτις είπω. Δεν ειξεύρω μα το ναι, αν μη ήτο ευκταία η έκρηξις του πλοίου, ήτις έμελλε διά μιας να διαλύση την κατάστασιν των πραγμάτων. Την φράσιν ταύτην αναγράφω, διότι θέλω να παραστήσω ακριβώς την κατάστασιν των πνευμάτων μας. Ο άνθρωπος επί πολύν χρόνον επαπειλούμενος υπό τινος κινδύνου, επιθυμεί τέλος να επέλθη ο κίνδυνος όσον τάχιστα, διότι η προσδοκία καταστροφής αναποδράστου είνε φρικωδεστέρα της πραγματικής αληθείας!
Εν όσω δε ήτο καιρός, ο πλοίαρχος Κόρτις παρήγγειλε την εξαγωγήν μέρους των τροφών των αποτεταμιευμένων εν τω διανομείω, εις ό δεν θα ήτο πλέον δυνατόν να εισέλθη τις. Η θερμότης έχει ήδη βλάψη μέγα ποσόν προμηθειών αλλ' όμως βυτία τινά διπυρίτου [46] και κρέατος παστού, είς κόρος ρακής και βυτία ύδατος ετέθησαν επί του καταστρώματος, προς δε τούτοις καλύμματα, όργανα, πυξίς, ιστία, ίνα, εάν τύχη, δυνηθώμεν να εγκαταλίπωμεν πάραυτα το πλοίον.
Την ογδόην εσπερινήν ώραν, ει και ο πάταγος του τυφώνος είνε μέγας, όμως ακούεται βόμβος θορυβώδης. Οι καθέκται του καταστρώματος υπεγείρονται πιεζόμενοι έσωθεν υπό του θερμού αέρος, και δίναι καπνού μαύρου διαφεύγουσι διά των καθεκτών, ως ο ατμός διαφεύγει υπό την πλάκα της επιστομίδος λέβητος.
Το πλήρωμα σπεύδει προς τον Ροβέρτον Κόρτις και ζητεί τας διαταγάς του. Μία και μόνη γνώμη κατέχει πάντας, να φύγωμεν δήλα δή το ηφαίστειον τούτο, όπερ μέλλει να εκραγή υπό τους πόδας ημών.
Ο Ροβέρτος Κόρτις παρατηρεί τον Ωκεανόν ού τα τεράστια κύματα εκχύνονται. Ουδέ δύναται τις πλέον να προσεγγίση εις την άκατον την κειμένην επί των υποστατών εν τω μέσω του καταστρώματος· αλλ' είνε έτι δυνατόν να χρησιμοποιήσωμεν την λέμβον την ανακρεμαμένην από των επωτίδων [47] του δεξιού τοίχου του πλοίου, ως και την φαλαινίδα [48] κρεμαμένην κατά την πρύμναν.
Οι ναύται ορμώσι προς την λέμβον.
«Όχι, αναφωνεί ο Ροβέρτος Κόρτις, όχι! Μη θυσιάσωμεν και την τελευταίαν μας ελπίδα!»
Τινές όμως των ναυτών κατεπτοημένοι, προεξάρχοντος του Όουεν, θέλουσι να καταβιβάσωσι το εφόλκιον. Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις σπεύδει εις το επίστεγον και αρπάσας πέλεκυν αναφωνεί:
«Ο πρώτος όπου θα εγγίση το σύσπαστα, του σχίζω την κεφαλήν!»
Οι ναύται αποχωρούσι. Καί τινες μεν τούτων αναβαίνουσιν εις τας κλιμακίδας των επιτόνων [49], τινές δε καταφεύγουσι μέχρι των θωρακίων.[50]
Την ενδεκάτην της νυκτός ακούονται εν τω κύτει σφοδροί κρότοι εκρήξεως· συντρίβονται τα φράγματα και αφίνουσι διέξοδον εις τον θερμόν αέρα και εις τον καπνόν. Πάραυτα χείμαρροι ατμού εκθρώσκουσιν από του στομίου της πρωραίας θέσεως και γλώσσα φλογός μακρά λείχει τον ακάτιον ιστόν.
Κραυγαί ακούονται τότε.
Η μίσιζ Κηρ υποβασταζομένη υπό της μις Χέρμπυ καταλείπει εσπευσμένως τους θαλάμους, ούς το πυρ κατέφθασεν ήδη. Έπειτα ο Σάιλας Χόντλυ επιφαίνεται, το πρόσωπόν του είνε κατάμαυρον υπό του καπνού και ησύχως, αφ' ού εχαιρέτισε τον Ροβέρτον Κόρτις, κατευθύνεται προς τους επιτόνους, αναβαίνει τας κλιμακίδας και εγκαθιδρύεται επί του θωρακίου του επιδρόμου.
Ιδών τον Σάιλας Χόντλυ, ευθύς ενθυμούμαι ότι έτερός τις διαμένει καθειργμένος υπό το επίστεγον εν τω θαλάμω εκείνω, όν αι φλόγες μέλλουσιν ίσως να καταβροχθίσωσι.
Πρέπει λοιπόν να αφήσωμεν να αποθάνη τον ταλαίπωρον Ρόμπυ; Ορμώ προς την κλίμακα . . . . Αλλ' ο παράφρων θραύσας τα δεσμά του φαίνεται την στιγμήν εκείνην, έχων την κόμην κεκαυμένην και τα ενδύματα φλεγόμενα. Ουδέν λέγων περιπατεί επί του καταστρώματος και οι πόδες του δεν καίονται! Ρίπτεται εις τας συστροφάς του καπνού, και ο καπνός δεν τον πνίγει. Ως ανθρωπίνη σαλαμάνδρα διατρέχει αναμέσον των φλογών!
Νέος κρότος εκρήγνυται τότε και η άκατος διεσκορπίζεται εις τεμάχια, ο μεσαίος καθέκτης ανατινάσσεται διασχίσας το υπόβλημά του, και πίδαξ πυρός επί πολύ συμπεπιεσμένος αναπηδά μέχρι του ημίσεος του ιστού.
Την στιγμήν εκείνην ο παράφρων εκβάλλει κραυγάς δυνατάς και εκ του στόματός του εκφεύγουσιν αι λέξεις αύται:
«Το πικρικόν! το πικρικόν! Όλοι θα πηδήσωμεν εις τον αέρα! εις τον αέρα! εις τον αέρα!»
Έπειτα δε πριν λάβωμεν καιρόν να τον αναχαιτίσωμεν κατακρημνίζεται διά του καθέκτου εις την φλεγομένην κάμινον.
ΙΔ'
— _Την νύκτα της 29 Οκτωβρίου_. — Η σκηνή αύτη υπήρξε φοβερά, έκαστος δε, ει και έβλεπε την άνευ τινος ελπίδος κατάπτωσιν εν ή διετέλει, συνησθάνθη όμως όλην αυτής την φρίκην.
Ο Ρόμπυ δεν ζη πλέον, αλλ' οι τελευταίοι λόγοι του θα έχωσιν επακολουθήματα ολεθριώτατα· διότι οι ναύται τον ήκουσαν κράζοντα: «Το πικρικόν! το πικρικόν!» Ενόησαν δε ότι το πλοίον δύναται να ανατιναχθή εις τον αέρα από στιγμής εις στιγμήν, και ότι δεν τους απειλεί πλέον μόνον πυρκαϊά, αλλά και φοβερά έκρηξις.
Τινές των ανδρών, ακράτητοι ήδη, θέλουσι να φύγωσιν εξ άπαντος και άνευ αναβολής.
«Την λέμβον! την λέμβον!» ανακράζουσι.
Δεν βλέπουσι δε, δεν θέλουσι να ίδωσιν οι άφρονες, ότι η θάλασσα είνε εις άκρον τεταραγμένη και ότι ουδέν εφόλκιον δύναται να καταφρονήση τα κύματα εκείνα τα ανατινασσόμενα εις ύψος τεράστιον! Ουδέν δύναται να τους συγκρατήση, και δεν ακούουσι πλέον την φωνήν του πλοιάρχου των. Ο Ροβέρτος Κόρτις ρίπτεται εις το μέσον του πληρώματός του, αλλά μάτην, διότι ο ναύτης Όουεν εξερεθίζει τους συνναύτας του. Οι δεσμοί της λέμβου χαλαρούνται, και η λέμβος ωθείται προς τα έξω.
Το εφόλκιον αιωρείται μίαν στιγμήν εν τω αέρι, και υπακούον εις το παρακύλισμα του πλοίου, προσκόπτει επί του τροπού [51], και μετά τελευταίαν προσπάθειαν των ναυτών αποσπάται και ήδη άπτεται της θαλάσσης· αλλά αίφνης κύμα τεράστιον την καλύπτει, την απομακρύνει μίαν στιγμήν και μετά δυνάμεως ακρατήτου την κατασυντρίβει επί της πλευράς του _Σάνσελλορ_.
Η τε άκατος και η λέμβος κατεστράφησαν ήδη και μόνον υπολείπεται ημίν μία εύθραυστος και στενή φαλαινίς.
Οι ναύται κατάπληκτοι ίστανται ακίνητοι, και μόνον ακούονται οι συριγμοί του ανέμου μεταξύ των αρμένων του πλοίου, και ο βόμβος της πυρκαϊάς. Η κάμινος προχωρεί μεγεθυνομένη βαθέως προς το κέντρον του πλοίου, και χείμαρροι ατμών λιγνυωδών [52] εκθρώσκοντες εκ του καθέκτου ανέρχονται προς τον ουρανόν. Από του πρωραίου καταστρώματος μέχρι του επιστέγου δεν βλεπόμεθα πλέον, και φραγμός φλογός διαχωρίζει εις δύο τον _Σάνσελλορ_.
Οι επιβάται και δύο ή τρεις των του πληρώματος κατέφυγον εις το όπισθεν του επιστέγου. Η μίσιζ Κηρ είνε εξηπλωμένη αναίσθητος επί τινος των κλωβών των ορνίθων, και παρ' αυτή κάθηται η μις Χέρμπυ. Ο κ. Λετουρνέρ ήρπασε τον υιόν του και τον κρατεί εν ταις αγκάλαις του, θλίβων αυτόν επί του πατρικού στήθους του. Εμέ κατέλαβε νευρική ταραχή και δεν δύναμαι να την κατανικήσω. Ο δε μηχανικός Φάλστεν παρατηρεί απαθώς το ωρολόγιόν του και σημειοί την ώραν εν τω σημειωματαρίω του.
Τι δε συμβαίνει κατά την πρώραν, ένθα ευρίσκονται αναμφιβόλως ο υποπλοίαρχος, ο αρχιναύτης και το υπόλοιπον του πληρώματος, ούς ημείς δεν δυνάμεθα πλέον να ίδωμεν; Πάσα συγκοινωνία διεκόπη μεταξύ των δύο ημίσεων του πλοίου, και ουδείς ηδύνατο να διέλθη το εκ φλογών παραπέτασμα, όπερ ανέρχεται εκ του μεγάλου καθέκτου.
Έρχομαι προς τον Ροβέρτον Κόρτις και τον ερωτώ:
«Τα πάντα τετέλεσται;
— Όχι, μ' αποκρίνεται. Επειδή ο καθέκτης είνε ανοικτός, θα επιχύσωμεν χείμαρρον ύδατος εις την κάμινον, και θα κατορθώσωμεν ίσως να την κατασβέσωμεν.
— Αλλά πώς θα γίνη ο χειρισμός των αντλιών επί του καίοντος τούτου καταστρώματος, κύριε Κόρτις; Πώς θα δοθώσι διαταγαί εις τους ναύτας διά μέσου των φλογών τούτων;
Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις δεν μ' αποκρίνεται.
«Τετέλεσται τα πάντα; ηρώτησα και εκ δευτέρου.
— Όχι! κύριε, μοι λέγει ο Ροβέρτος Κόρτις, όχι! Και εφ' όσον μία μόνη σανίς του πλοίου τούτου μένει υπό τους πόδας μου, δεν θα απελπισθώ.»
Και όμως η δύναμις της πυρκαϊάς διπλασιάζεται και τα θαλάσσια ύδατα βάφονται διά λάμψεως υπερύθρου. Άνωθεν δε τα χαμηλά νέφη αντανακλώσι μεγάλας φλόγας ξανθάς. Μακροί πίδακες πύρινοι αναπηδώσι διά των καθόδων, ημείς δε κατεφύγομεν εις την κορώνην [53], όπισθεν του επιστέγου. Η δε μίσιζ Κηρ κατετέθη εν τη φαλαινίδι ήτις κρέμαται από των επωτίδων της, και παρ' αυτή έλαβε θέσιν η μις Χέρμπυ.
Ποία νυξ φοβερά! και οποία τις γραφίς θα ηδύνατο να γράψη το φρικαλέον αυτής;
Ο τυφών τότε εν όλη αυτού τη σφοδρότητι πνέει επί της ανθρακιάς ταύτης ως υπερμέγεθες αεριστήριον. Ο _Σάνσελλορ_ τρέχει εν τω σκότει ως πυρπολικόν γιγαντιαίον. Δυοίν δε θάτερον [54] ή πρέπει να ριφθώμεν εις την θάλασσαν ή να γίνωμεν παρανάλωμα των φλογών!
Αλλά το πικρικόν δεν θα ανάψη λοιπόν; Το ηφαίστείον τούτο δεν θα ανοιχθή υπό τους πόδας ημών; Λοιπόν εψεύσθη ο Ρόμπυ; Δεν υπάρχει λοιπόν ουσία εκρηκτική εγκεκλεισμένη εν τω κύτει;
Την ενδεκάτην και ημίσειαν, καθ' ήν στιγμήν η θάλασσα είνε φοβερά όσον ουδέποτε άλλοτε, προστίθεται εις τον κρότον των μαινομένων στοιχείων βρόμος [55] ιδιάζων, όν οι ναυτικοί σφόδρα φοβούνται· αντηχεί δε κατά την πρώραν η κραυγή αύτη·
«Σκόπελοι! σκόπελοι δεξιά!»
Ο Ροβέρτος Κόρτις πηδά επί του παραρρύμματος, ρίπτει βλέμμα ταχύ επί των λευκών κυμάτων, και στρεφόμενος προς τον πηδαλιούχον αναφωνεί μετά φωνής επιτακτικής:
«Τον οίακα δεξιά, πάντη!»
Αλλ' είνε λίαν αργά.
Αισθάνομαι ότι ανηρπάγημεν επί των νώτων κυμάτων τεραστίων, και αίφνης γίνεται σύρραξις. Το πλοίον ψαύει κατά την πρύμναν, πτερνοκοπεί πολλάκις και ο ιστός του επιδρόμου, θραυσθείς σύρριζα επί του καταστρώματος, πίπτει εις την θάλασσαν.
Ο _Σάνσελλορ_ είνε ακίνητος.
ΙΕ'
— _Συνέχεια της νυκτός της 29 Οκτωβρίου_. — Δεν είνε ακόμη μεσονύκτιον, σελήνη δεν υπάρχει και το σκότος είνε βαθύ. Δεν δυνάμεθα να γινώσκωμεν πού εκάθισε το πλοίον. Βιαίως απωθούμενον προσήγγισεν άρα γε εις την Αμερικανικήν ακτήν και άρα γε φαίνεται η γη;
Είπον ότι ο _Σάνσελλορ_, αφ' ού επ' ολίγον επτερνοκόπησε, απέμεινεν όλως ακίνητος. Μετ' ολίγον κρότος αλύσεων αντηχήσας εν τη πρύμνη, δίδει είδησιν τω Ροβέρτω Κόρτις ότι αι άγκυραι εποντίσθησαν.
«Καλά! καλά! είπεν. Ο υποπλοίαρχος και ο αρχιναύτης επόντισαν τας δύο αγκύρας. Πρέπει να ελπίζωμεν ότι θα εστερεώθησαν!»
Βλέπω τότε τον Ροβέρτον Κόρτις προχωρούντα επί των παραρρυμμάτων μέχρι του ορίου όπερ αι φλόγες δεν επιτρέπουσι να υπερβή. Ολισθαίνει επί του δεξιού επιτόνου προς το μέρος όπου το πλοίον είχε κλίνη, και ίσταται εκεί επί τινας στιγμάς πληττόμενος υπό των βαρέων κυμάτων. Τον βλέπω παραβάλλοντα το ους, ως εάν ήκουε ιδιάζοντά τινα θόρυβον εν τω μέσω του θορύβου της τρικυμίας.
Τέλος ο Ροβέρτος Κόρτις επανέρχεται εις το επίστεγον και μοι λέγει:
«Τα νερά εισέρχονται εις το πλοίον, και τα νερά αυτά, Θεού ευδοκούντος, θα καταβάλουν ίσως την πυρκαϊάν!
— Και έπειτα; είπον εγώ.
— Κύριε Κάζαλλον, μοι αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, το «έπειτα» είνε μέλλον και απόκειται εις το θέλημα του Θεού. Ημείς ας μεριμνώμεν περί του παρόντος!»
Και ήδη πρώτον πάντων έπρεπε να καταφύγωμεν εις τους σίφωνας, αλλά την στιγμήν εκείνην δεν δύνανται να τους φθάσωσιν εν τω μέσω των φλογών! Πιθανώς σανίς τις εθραύσθη εν τω πυθμένι του πλοίου, και δι' αυτής εισέρχεται ύδωρ άφθονον, διότι μοι φαίνεται ότι η βία του πυρός ήδη ελαττούται. Ακούονται συριγμοί εκκωφωτικοί, τεκμήριον ότι τα δύο στοιχεία παλαίουσι. Βεβαίως δε η βάσις της εστίας είνε ήδη κατάκλυστος, και η πρώτη σειρά των δεμάτων του βάμβακος είνε εν τω ύδατι. Λοιπόν, το ύδωρ τούτο ας πνίξη την πυρκαϊάν, και ημείς πάλιν έπειτα θα το πολεμήσωμεν, και ίσως θα είνε ολιγώτερον φοβερόν του πυρός, διότι το ύδωρ είνε το στοιχείον του ναυτικού και αυτός είνε συνηθισμένος να το νικά.
Κατά τας τρεις άλλας ώρας καθ' άς διήρκεσεν έτι η τόσον μακρά αύτη νυξ, αναμένομεν μετ' αγωνίας απεριγράπτου. Πού είμεθα; Το μόνον βέβαιον είνε ότι το ύδωρ αποσύρεται κατ' ολίγον, και η σφοδρότης των κυμάτων καταπαύει. Ο _Σάνσελλορ_ πρέπει να έψαυσε μίαν ώραν μετά την πλημμυρίδα, αλλ' είνε δύσκολον να γνωσθή ακριβώς άνευ υπολογισμών και άνευ παρατηρήσεων. Εάν δε είνε τούτο, δυνάμεθα να ελπίζωμεν, επί τω λόγω όμως ότι η πυρκαϊά εσβέσθη, ότι ο _Σάνσελλορ_ ταχέως θα απαλλαχθή κατά την προσεχή παλίρροιαν.
Περί ώραν τετάρτην και ημίσειαν προ μεσημβρίας το εκ φλογών παραπέτασμα, το μεταξύ πρώρας και πρύμνης ηπλωμένον, διασκορπίζεται κατ' ολίγον, και εκείθεν διακρίνομεν τέλος όμιλον μαύρον, το πλήρωμα, όπερ είχε καταφύγη εις το πρωραίον στενόν κατάστρωμα . . Μετ' ου πολύ αι συγκοινωνίαι αποκαθίστανται αύθις μεταξύ των δύο άκρων του πλοίου, και ο υποπλοίαρχος και ο αρχιναύτης έρχονται προς ημάς, εις το επίστεγον, βαδίζοντες επί των τροπών, διότι δεν είνε ακόμη δυνατόν να πατήσωσιν επί του καταστρώματος.
Ο πλοίαρχος Κόρτις, ο υποπλοίαρχος και ο αρχιναύτης παρόντος μου συσκέπτονται και συμφωνούσιν ως προς τούτο, ότι δήλα δή ουδέν πρέπει να επιχειρήσωμεν πριν γίνη ημέρα. Και εάν μεν η γη είνε πλησίον, η δε θάλασσα προσιτή, θα αποβιβασθώμεν εις την παραλίαν είτε διά της φαλαινίδος είτε διά σχεδίας. Αλλ' εάν όμως μηδεμία γη φαίνεται και ο _Σάνσελλορ_ έχη εξοκείλη επί σκοπέλου απομεμονωμένου, θα καταβληθή προσπάθεια να τον ανασύρωμεν, ώστε να τον καταστήσωμεν ικανόν να καταπλεύση εις τον εγγύτατον λιμένα.
«Αλλά, ο Ροβέρτος Κόρτις, ού την γνώμην συμμερίζεται ο υποπλοίαρχος και ο αρχιναύτης, είνε δύσκολον, λέγει, να μαντεύσω που είμεθα, διότι διά των βορειοδυτικών τούτων ανέμων ο _Σάνσελλορ_ θα ερρίφθη αρκετά μακράν προς νότον. Ιδού ότι επί πολύν χρόνον δεν ηδυνήθην να μετρήσω το ύψος, και όμως επειδή δεν γνωρίζω σκόπελόν τινα κατά το μέρος τούτο του Ατλαντικού Ωκεανού, δυνατόν να εξοκείλαμεν επί τινος γης της Νοτίου Αμερικής.
— Αλλά, είπον εγώ, εξακολουθούμεν απειλούμενοι υπό της εκρήξεως. Δεν θα ήτο δυνατόν να εγκαταλίπωμεν τον _Σάνσελλορ_ και να καταφύγωμεν . . .
— Επί του σκοπέλου τούτου; απαντά ο Ροβέρτος Κόρτις. Αλλ' οποία τις είνε η κατασκευή του; δεν καλύπτεται υπό της πλημμυρίδος; Δυνάμεθα να τον αναγνωρίσωμεν εντός του σκότους τούτου; Ας αφήσωμεν να γίνη ημέρα, και βλέπομεν.»
Τους λόγους τούτους του Ροβέρτου Κόρτις αναφέρω πάραυτα προς τους άλλους επιβάτας. Και ναι μεν δεν είνε απολύτως θαρρυντικοί, αλλ' ουδείς θέλει να ίδη τον νέον κίνδυνον, όν δημιουργεί η κατάστασις του πλοίου, εάν κατά δυστυχίαν έχη ριφθή επί αγνώστου σκοπέλου, εκατοστύας μιλίων μακράν πάσης γης. Μία δε μόνη παρατήρησις επικρατεί, ότι δήλα δή το ύδωρ νυν μάχεται υπέρ ημών και παλαίει επωφελώς κατά της πυρκαϊάς, και κατ' ακολουθίαν κατά των πιθανοτήτων της εκρήξεως.
Τω όντι, τας περιαυγείς φλόγας διαδέχεται κατά μικρόν καπνός πυκνός μαύρος, εκθρώσκων εκ του καθέκτου εις υγράς περιστροφάς. Γλώσσαι τινες φλογεραί ανατινάσσονται έτι μεταξύ σκοτεινών ελίκων, αλλά σβέννυνται σχεδόν παρευθύς. Τον δε βόμβον του πυρός διαδέχονται συριγμοί του ύδατος, εξατμιζομένου επί της εσωτερικής εστίας. Είνε βέβαιον ότι η θάλασσα πράττει εκεί ό τι ούτε αι αντλίαι ημών ούτε οι κάδοι θα ηδύναντο να πράξωσι. Πλημμύρας δε μόνον έργον ώφειλε να είνε η κατάσβεσις της πυρκαϊάς ταύτης, της διαδεδομένης μεταξύ χιλίων επτακοσίων δεμάτων βάμβακος!
ΙΣΤ'
— _30 Οκτωβρίου_. — Αι πρώται πρωιναί λάμψεις ελεύκαναν τον ορίζοντα, αλλ' αι ομίχλαι του πελάγους κωλύουσι το βλέμμα επί περιφερείας ικανώς περιωρισμένης. Ουδεμία γη φαίνεται ακόμη, και όμως ο οφθαλμός ημών ανερευνά μετ' αγωνίας ανυπομόνως όλον το δυτικόν και το μεσημβρινόν μέρος του Ωκεανού.
Κατ' εκείνην την στιγμήν η θάλασσα ειχε σχεδόν όλως αποσυρθή και δεν υπάρχει έξ ποδών ύδωρ πέριξ του πλοίου, όπερ βυθίζεται εις δεκαπέντε περίπου όταν είνε κατάφορτον. Κορυφαί τίνες βράχων προκύπτουσι τήδε κακείσε, και φαίνεται έκ τινων χρωμάτων του πυθμένος, ότι ο σκόπελος ούτος αποτελείται εκ βράχων βασαλτικών. Πώς ηδυνήθη ο _Σάνσελλορ_ να μετενεχθή τοσούτον εμπρός επί της υφάλου ταύτης; Κύμα υπερμέγεθες θα τον ανύψωσεν, αυτό δε τούτο ησθάνθην ολίγας στιγμάς πριν εξοκείλη. Όθεν εξετάσας την γραμμήν των βράχων των περικυκλούντων το πλοίον, ερωτώ εμαυτόν πώς θα κατορθωθή η εκείθεν ανέλκυσις του. Είνε κεκλιμένον από της πρύμνης εις την πρώραν, εξ ού καθίσταται επιπονωτάτη η επί του καταστρώματος πορεία, και πλην τούτου, καθ' όσον η του Ωκεανού επιφάνεια ταπεινούται, φαίνεται έτι μάλλον αποκλίνον προς αριστερά. Ο Ροβέρτος Κόρτις εφοβήθη μάλιστα προς στιγμήν μήπως εξοκείλη εις τα ρηχά. Αλλ' η κλίσις αυτού επαγιώθη τέλος οριστικώς και ουδείς υπάρχει ως προς τούτο φόβος.
Την έκτην πρωινήν ώραν συγκρούσεις βίαιαι γίνονται επαισθηταί. Ο ιστός του επιδρόμου, όστις πρότερον είχε παρασυρθή υπό των κυμάτων, επανελθών πλήττει τας πλευράς του _Σάνσελλορ_. Ταυτοχρόνως δε κραυγαί αντηχούσι και το όνομα του Ροβέρτου Κόρτις πλεονάκις ακούεται προφερόμενον.
Παρατηρούμεν κατά την διεύθυνσιν εκείσε όθεν έρχονται αι κραυγαί, και εν τω σκιόφωτι της υποφωσκούσης ημέρας βλέπομεν άνθρωπον συγκρατούμερον από του θωρακίου του επιδρόμου, τον Σάιλας Χόντλυ, όστις ειχε συμπαρασυρθή υπό της πτώσεως του ιστού και ως εκ θαύματος διέφυγε τον θάνατον.
Ο Ροβέρτος Κόρτις σπεύδει παρευθύς εις βοήθειαν του πρώην πλοιάρχου του, και αψηφών μυρίους όσους κινδύνους, κατορθοί να τον επαναγάγη εις το πλοίον. Ο Σάιλας Χόντλυ ουδέ γρυ ειπών, επορεύθη εις την απωτάτην γωνίαν του επιστέγου και εκάθισεν. Ο άνθρωπος ούτος γενόμενος όν όλως παθητικόν, περί ουδενός μεριμνά.
Επετύχομεν έπειτα να υπηνεμώσωμεν τον ιστόν του επιδρόμου και δέσωμεν αυτόν στερεώς εις το πλοίον, ού τας πλευράς δεν απειλεί πλέον. Το διασωθέν τούτο ναυάγιον ίσως, χρησιμεύση εις ημάς, τις οίδε;
Ήδη η ημέρα αρκούντως προυχώρησε και η ομίχλη άρχεται υψουμένη. Ήδη το βλέμμα δύναται να διαδράμη επαρκώς την περίμετρον του ορίζοντος πλέον των τριών μιλίων, αλλ' ουδέν ακόμη φαίνεται ομοιάζον προς ακτήν. Η γραμμή των ρηγμίνων [56] διαθέει προς Λίβα (ΝΔ) και προς Μέσην (ΒΑ) επί έν περίπου μίλιον. Προς Βορράν αναδύει ώσπερ τι νησύδριον ακανονίστου σχήματος, ιδιότροπος σύστασις βράχων ύψους πεντήκοντα ποδών υψουμένη διακοσίας το πολύ οργυιάς από του μέρους ένθα εξώκειλεν ο _Σάνσελλορ_. Θα υπέρκειται λοιπόν της επιφανείας των υψίστων παλιρροιών. Ώσπερ τις οδός κτιστή στενοτάτη μεν αλλά ευδιάβατος εν αμπώτιδι, θα επιτρέψη εις ημάς να έλθωμεν εις το νησύδριον τούτο χρείας τυχούσης.
Εκείθεν η θάλασσα αναλαμβάνει το σκοτεινόν αυτής χρώμα. Εκεί το ύδωρ είνε βαθύ, εκεί τελευτά ο σκόπελος.
Αμηχανία άπειρος, ήν δικαιολογεί η του πλοίου κατάστασις, καταλαμβάνει τα πνεύματα πάντα. Είνε φόβος τω όντι μήπως αι ρηγμίνες αύται δεν συνέχονται προς ουδεμίαν ακτήν.
Την στιγμήν ταύτην, ώραν εβδόμην, η ημέρα είνε φωτεινή η δε ομίχλη εξηφανίσθη. Ο ορίζων φαίνεται πέριξ του _Σάνσελλορ_ μετά τελείας διαυγείας, αλλ' η γραμμή του ύδατος και η του ουρανού συγχέονται επί της αυτής περιοχής, η δε θάλασσα πληροί όλον το διάστημα.
Ο Ροβέρτος Κόρτις ακίνητος παρατηρεί τον Ωκεανόν κυρίως προς Ζέφυρον (Δ). Ο δε κ. Λετουρνέρ και εγώ όρθιοι πλησίον αλλήλων, εξετάζομεν και τας ελαχίστας αυτού κινήσεις, και αναγινώσκομεν σαφώς τας εννοίας τας συνθλιβομένας εν τω εγκεφάλω αυτού. Η έκπληξις αυτού μεγάλη, διότι ηδύνατο να πιστεύη ότι ήμεθα πλησίον ακτής, αφ' ού σχεδόν πάντοτε εξηκολουθούμεν πλέοντες προς Νότον από της προσορμίσεως του πλοίου παρά τας Βερμούδας νήσους, και όμως ουδεμία γη φαίνεταί που.
Την στιγμήν ταύτην ο Ροβέρτος Κόρτις, καταλιπών το επίστεγον, μεταβαίνει διά των παρραρυμμάτων μέχρι των επιτόνων, ανέρχεται ταχέως τας κλιμακίδας, αρπάζει τους επιτόνους του μεγάλου επιστηλίου, υπερβαίνει τα δίζυγα και φθάνει ταχέως το ανώτατον του επιστηλίου. Εκείθεν δε επί τινα λεπτά της ώρας εξετάζει επιμελέστατα όλον το διάστημα. Έπειτα δε αρπάσας σχοινίον τι ωλίσθησε μέχρι των τροπών και επανήλθε πλησίον ημών.
Τον ερωτώμεν διά των βλεμμάτων.
«Ουδεμία γη» αποκρίνεται απαθώς.
Τότε προχωρεί ο μίστερ Κηρ και ερωτά δυσθύμως πως:
«Και πού είμεθα, κύριε;»
— Δεν ειξεύρω τίποτε, κύριε, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις.
— Έπρεπε να ειξεύρης! αποκρίνεται ανοήτως ο Πετρέλαιος.
— Έστω, αλλά δεν ειξεύρω.
— Λοιπόν, επαναλαμβάνει ο μίστερ Κηρ, μάθε λοιπόν ότε δεν έχω εγώ σκοπόν να μείνω αιωνίως εις το πλοίον σου, κύριε, και . . .»
Ο Ροβέρτος Κόρτις αρκείται υψών τους ώμους.
Έπειτα δε στρεφόμενος προς τον κ. Λετουρνέρ και εμέ λέγει:
«Θα μετρήσω το ύψος, εάν ο ήλιος φανή, και τότε θα μάθωμεν επί τινος σημείου του Ατλαντικού Ωκεανού μας έρριψεν η τρικυμία.»
Ο Ροβέρτος Κόρτις τότε ασχολείται εις την διανομήν τροφών εις τους επιβάτας και εις το πλήρωμα, διότι πάντες έχομεν χρείαν τροφής, καταβεβλημένοι υπό του καμάτου και της πείνης. Τρώγομεν διπυρίτην και ολίγον κρέας παστόν. Έπειτα δε ο πλοίαρχος όσον τάχιστα λαμβάνει διάφορα μέτρα προς επαναφοράν του πλοίου εις την πλήμμυραν.
Η πυρκαϊά ηλαττώθη πολύ, και ήδη ουδεμία φλοξ εξέρχεται, ο δε καπνός είνε ήττον [57] άφθονος ει και μαύρος έτι. Είνε δε βέβαιον ότι ο _Σάνσελλορ_ έχει εν τω κύτει ικανήν ποσότητα ύδατος, αλλά δεν είνε δυνατόν να βεβαιωθώμεν περί τούτου, διότι το κατάστρωμα δεν είνε προσιτόν.
Ο Ροβέρτος Κόρτις κελεύει τότε να καταβρέχωσι τας καιομένας σανίδας, και μετά δύο ώρας οι ναύται δύνανται να βαδίζωσιν επί του καταστρώματος.
Πρώτον πάντων γίνεται φροντίς περί βολιδοσκοπήσεως, ήν εκτελεί ο αρχιναύτης. Εξελέγξεως δε γενομένης ευρίσκεται ότι υπάρχει εν τω κύτει ύδωρ πέντε ποδών, αλλ' ο πλοίαρχος δεν παραγγέλλει ακόμη να το αντλήσωσι, διότι θέλει να το αφήση να αποτελειώση το έργον του.
Την πυρκαϊάν πρώτον και έπειτα το ύδωρ.
Και νυν προτιμότερον είνε να εγκαταλίπωμεν ευθύς το πλοίον και να καταφύγωμεν επί του σκοπέλου; Ο πλοίαρχος Κόρτις δεν έχει ταύτην την γνώμην, συμφωνεί δε ο υποπλοίαρχος και ο αρχιναύτης. Τω όντι, όπως η θάλασσα είνε τρικυμιώδης δεν θα είνε δυνατόν να σταθή τις επί των βράχων τούτων και αυτών έτι των υψίστων, ούς θα σαρώνωσι τα μεγάλα κύματα. Αι δε πιθανότητες της εκρήξεως ηλαττώθησαν ήδη επαισθητώς, διότι το ύδωρ κατέκλυσε βεβαίως το μέρος του κύτους, εν ώ είνε κατατεθειμένον το παρεμπόρευμα του Ρόμπυ, και κατ' ακολουθίαν, κατέκλυσε και το δοχείον του πικρικού. Απόφασις λοιπόν εγένετο μήτε οι επιβάται να εγκαταλίπωσι το _Σάνσελλορ_ μήτε το πλήρωμα.
Καταγίνονται δε τότε παρασκευάζοντες εν τη πρύμνη επί του επιστέγου ώσπερ τινά κατασκήνωσιν, και τινά στρώματα άτινα δεν έχει προσβάλη το πυρ, διατίθενται υπέρ των δύο επιβατριών. Οι δε άνδρες του πληρώματος, σώσαντες τους σάκκους των, τοποθετούσιν αυτούς υπό το πρωραίον κατάστρωμα και εγκαθίστανται εκεί, διότι η θέσις των είνε όλως ακατοίκητος.
Ευτυχώς πάνυ αι βλάβαι εν τω διανομείω δεν εγένοντο μέγισται, τα τρόφιμα κατά μέγα μέρος διεσώθησαν ως και αι υδροδόκαι. Ωσαύτως δε άθικτος είνε και η ιστιοθήκη κειμένη εν τη πρώρα.
Τέλος ίσως είμεθα περί το τέρμα των δοκιμασιών! θα εκινείτο τις να το πιστεύση, διότι από της πρωίας ο άνεμος εξέλιπε κατά το πλείστον, και εν τω πελάγει ο σάλος εκόπασε πολύ. Περίπτωσις ευνοϊκή, διότι κύματα μέλλοντα να προσβάλωσι τον _Σάνσελλορ_ κατ' εκείνην την στιγμήν, θα τον συνέτριβον αφεύκτως επί των σκληρών τούτων βασαλτών.