Ο Σάνσελλορ

Part 3

Chapter 328 wordsPublic domain

Την ημέραν ταύτην της 20 Οκτωβρίου οι επιβάται ανέβησαν πάντες εις το επίστεγον. Θα παρετήρησαν πιθανώς την ανώμαλον ύψωσιν της ατμοσφαίρας εν τη μεγάλη αιθούση, αλλ' όμως, αδυνατούντες να υποπτεύσωσι την αλήθειαν, ουδόλως ταράσσονται. Άλλως τε οι πόδες των, αρμοδίως υποδεδεμένοι, δεν ησθάνθησαν την θερμότητα την διαπερώσαν τας σανίδας του καταστρώματος, καίπερ αδιαλείπτως σχεδόν καταβρεχομένας. Ο χειρισμός ούτος των αντλιών ηδύνατο τουλάχιστον να προκαλέση την έκπληξιν αυτών αλλ' ουδέν τοιούτον εγένετο, και οι πλείστοι εξηπλωμένοι επί των θρανίων όλως αμέριμνοι ελικνίζοντο υπό του διατοιχισμού [39] του πλοίου.

Μόνος ο κ. Λετουρνέρ φαίνεται εκπληττόμενος και παρατηρών ότι το πλήρωμα επιδίδεται εις υπερβολικήν καθαριότητα ολίγον συνήθη εις τα εμπορικά πλοία. Μοι λέγει δε λέξεις τινάς περί τούτου, και εγώ αποκρίνομαι μετ' αδιαφορίας. Και όμως ο Γάλλος ούτος είνε ανήρ δραστήριος, και ηδυνάμην τα πάντα να τω είπω, αλλά σιγώ, υποσχεθείς εις τον Ροβέρτον Κόρτις ότι θα σιγήσω.

Έπειτα δε, καθήμενος και αναλογιζόμενος τα επακολουθήματα της ενδεχομένης καταστροφής, αισθάνομαι την καρδίαν μου θλιβομένην. Είμεθα εικοσιοκτώ ψυχαί εν τω πλοίω, εικοσιοκτώ θύματα ίσως, εις ά η φλοξ μετ' ου πολύ ουδέ μίαν σανίδα θα αφήση άθικτον!

Σήμερον εγένετο η σύσκεψις του πλοιάρχου, του δευτέρου, του υποπλοιάρχου και του αρχιναύτου, εξ ής κρέμαται η σωτηρία του _Σάνσελλορ_, των επιβατών και του πληρώματος.

Ο Ροβέρτος Κόρτις μοι ανεκοίνωσε τα εν αυτή αποφασισθέντα. Ο πλοίαρχος Χόντλυ απώλεσεν όλον το ψυχικόν αυτού σθένος, — όπερ ευκόλως ηδύνατό τις να προΐδη· ούτε αταραξίαν πλέον έχει, ούτε δραστηριότητα, και καταλείπει σιωπηλώς την κυβέρνησιν του πλοίου τω Ροβέρτω Κόρτις. Αι πρόοδοι της πυρκαϊάς εν τοις ένδον του πλοίου είνε νυν αδιαφιλονίκητοι, και ήδη εν τη θέσει του πληρώματος, κειμένη εν τη πρώρα, είνε δύσκολος η διαμονή. Πρόδηλον ότι το πυρ δεν δύναται να καταδαμασθή, και ότι ευθύς ή ύστερον θα εκραγή μετά σφοδρότητος.

Εν δε τη περιστάσει ταύτη τι ποιητέον; μία και μόνη απόφασις είνε δυνατή, ο κατάπλους εις την εγγυτάτην γην. Η γη δε αύτη, παρατηρήσεως γενομένης, είνε η των Μικρών Αντιλλών, και δυνάμεθα να ελπίζωμεν ότι θα τας φθάσωμεν ταχέως διά του επικρατούντος τούτου ανέμου, του Μέσου (ΒΑ).

Της γνώμης ταύτης αποδεκτής γενομένης, ο δεύτερος ουδέν άλλο υπελείπετο να πράξη, ή να διατηρήση την από εικοσιτέσσαρων ωρών διεύθυνσιν του πλοίου. Οι δε επιβάται, ουδέν σημείον διαγνωστικόν έχοντες επί του απείρου τούτου ωκεανού, και ολίγον εξωκειωμένοι προς τας ενδείξεις της πυξίδος, δεν ηδυνήθησαν να αναγνωρίσωσι την μεταβολήν της διευθύνσεως του _Σάνσελλορ_, όστις, έχων υψωμένους τους τε σιπάρους [40] και τα παρίστια [41], σπεύδει προς τας ακτάς των Αντιλλών, ών έτι απέχει πλέον ή εξακόσια μίλια.

Εν τούτοις ο Ροβέρτος Κόρτις, προς τον κ. Λετουρνέρ επερωτήσαντα περί της μεταβολής της διευθύνσεως του πλου, αποκρίνεται ότι, επειδή δεν δύναται να παλαίση κατά του ανέμου, θα ζητήση προς Ζέφυρον (Δ) ρεύματα ευνοϊκώτερα.

Αύτη δε ήτο η μόνη παρατήρησις, ήν προεκάλεσεν η μεταρρύθμισις η επενεχθείσα εις την διεύθυνσιν του _Σάνσελλορ_.

Την επιούσαν, 21 Οκτωβρίου, η κατάστασις είνε η αυτή. Κατά τους επιβάτας ο διάπλους τελείται ως συνήθως, όθεν κατ' ουδέν μετέβαλον το πρόγραμμα του εν τω πλοίω βίου των.

Άλλως τε αι πρόοδοι της πυρκαϊάς δεν εκδηλούνται εις τα έξω, σημείον καλόν. Τα δε ανοίγματα εφράχθησαν τόσον στεγανώς, ώστε ουδείς καπνός προδίδει την εσωτερικήν καύσιν. Ίσως θα γίνη δυνατόν να συγκεντρώσωσι το πυρ εν τω κύτει, και ίσως τέλος, δι' έλλειψιν αέρος θα σβεσθή ή θα εξακολουθή εμφωλεύον, και δεν θα διαδοθή καθ' όλον το φορτίον. Τούτο ελπίζει και ο Ροβέρτος Κόρτις, και προς πλείονα προφύλαξιν εκέλευσε μάλιστα να φράξωσιν επιμελώς το στόμιον των αντλιών, ών ο σωλήν, παρατεινόμενος μέχρι του πυθμένος του κύτους, ηδύνατο να παράσχη δίοδον εις λεπτά τινα μόρια αέρος.

Είθε να επέλθη ημίν ουρανόθεν βοήθεια, διότι, αληθώς, ουδέν δυνάμεθα ημείς αυτοί!

Η ημέρα αύτη θα διήρχετο άνευ τινός συμβάντος, αν μη τυχαίως ήκουον λέξεις τινάς συνδιαλέξεως, εξ ών προκύπτει ότι η κατάστασις ημών, η τοσούτον ήδη σοβαρά, μέλλει να δεινωθή.

Περί τούτου θα κρίνωσιν οι αναγνώσται.

Εκαθήμην εν τω επιστέγω, δύο δε των επιβατών συνδιελέγοντο ταπεινή τη φωνή, ουδόλως υποπτεύοντες ότι λέξεις τινές αυτών ηδύναντο να έλθωσιν εις τα ώτα μου. Ήσαν δε ούτοι ο μηχανικός Φάλστεν και ο μεγαλέμπορος Ρόμπυ, συχνά πυκνά συνδιαλεγόμενοι κατ' ιδίαν.

Εν πρώτοις επισπώσι την προσοχήν μου έν ή δύο νεύματα εκφραστικά του μηχανικού, όστις φαίνεται ελέγχων σφόδρα τον μεθ' ού συνδιαλέγεται.

Δεν δύναμαι να κρατηθώ να μη παραβάλω το ους, και ακούω τους λόγους τούτους.

» Αλλ' όμως είνε άτοπον! επαναλαμβάνει ο Φάλστεν! Δεν υπάρχει μεγαλητέρα απερισκεψία!

— Πα! αποκρίνεται ο Ρόμπυ αμέριμνος, δεν θα συμβή τίποτε!

— Τουναντίον μάλιστα, δυνατόν να συμβώσι δεινά δυστυχήματα! επαναλαμβάνει ο μηχανικός.

— Αι, καλά! άπαντα ο έμπορος, δεν είνε δα και η πρώτη φορά όπου το κάμνω.

— Αλλ' όμως μικρά σύγκρουσις δυνατόν να προκαλέση έκρηξιν.

— Το έχω στερεά περιτυλιγμένον το δοχείον, κύριε Φάλστεν, και επαναλαμβάνω ότι δεν είνε φόβος καθόλου.

— Και διατί δεν το είπες εις τον πλοίαρχον;

— Αι! διότι δεν θα ήθελε να το παραλάβη.»

Του ανέμου επ' ολίγον κοπάσαντος, δεν ακούω πλέον τίποτε· αλλ' όμως είνε φανερόν ότι ο μεν μηχανικός εξακολουθεί επιμένων, ο δε Ρόμπυ απλώς ανυψοί τους ώμους.

Και όντως μετ' ου πολύ νέοι λόγοι έρχονται μέχρι εμού.

«Ναι! ναι! λέγει ο Φάλστεν, πρέπει να γίνη γνωστόν εις τον πλοίαρχον! πρέπει να ρίψωμεν το δοχείον εις την θάλασσαν! Δεν έχω όρεξιν να ανατιναχθώ εις τον αέρα!»

Να ανατιναχθώ εις τον αέρα! Ανατινάσσομαι ακούσας τας λέξεις ταύτας! Τι άρα γε νοεί ο μηχανικός; Τι υπαινίσσεται; Και όμως δεν γινώσκει την κατάστασιν του _Σάνσελλορ_, και αγνοεί ότι πυρκαϊά νέμεται το φορτίον!

Αλλά λέξις τις — λέξις «φοβερά» ως έχουσι τα παρόντα πράγματα — μοι φέρει σφοδρόν τιναγμόν.

Και η λέξις αύτη ή μάλλον αι λέξεις αύται «πικρικόν κάλι» επαναλαμβάνονται πολλάκις.

Εν ριπή οφθαλμού είμαι πλησίον των δύο επιβατών και ακουσίως, μετά δυνάμεως ανανταγωνίστου, αρπάζω τον Ρόμπυ από του περιλαιμίου.

«Υπάρχει πικρικόν εντός του πλοίου;

— Ναι! αποκρίνεται ο Φάλστεν, έν δοχείον περιέχον τριάκοντα λίτρας.

— Και πού;

— Εις το κύτος, μαζί με τα εμπορεύματα!»

ΙΑ'

— _Συνέχεια της 21 Οκτωβρίου._ — Ακούω την απόκρισιν του Φάλστεν και δεν δύναμαι να διηγηθώ τι συμβαίνει εν εμαυτώ! το συναίσθημά μου δεν είνε κατάπληξις, αλλά μάλλον ώσπερ τις υποταγή εις το θέλημα του Θεού! Μοι φαίνεται δε ότι το απρόοπτον τούτο συμπληροί την κατάστασιν ημών, και μάλιστα ότι δυνατόν να είνε και η καταστροφή αυτής! Όθεν μετά πάσης αταραξίας πορεύομαι εις συνάντησιν του Ροβέρτου Κόρτις επί του πρωραίου καταστρώματος.

Μαθών ότι δοχείον περικλείον τριάκοντα λίτρας πικρικού, — τούτ' έστιν όσον αρκεί να ανατινάξη όρος, — κείται εν τω πλοίω, εν τω πυθμένι του κύτους, εν αυτή τη εστία της πυρκαϊάς, και ότι ο _Σάνσελλορ_ δυνατόν να εκραγή όσον ούπω, ο Ροβέρτος Κόρτις δεν συνοφρυούται, μόλις δε το μέτωπόν του ρυτιδούται και των οφθαλμών του η κόρη διαστέλλεται.

«Έχει καλώς! μοι αποκρίνεται. Μηδέ γρυ περί τούτου. Και πού είνε ο Ρόμπυ;

— Εις το επίστεγον.

— Ελάτε μαζί μου, κύριε Κάζαλλον.»

Μεταβαίνομεν ομού εις το επίστεγον, ένθα συζητούσιν έτι ο μηχανικός και ο έμπορος.

Ο Ροβέρτος Κόρτις κατευθύνεται προς αυτούς και ερωτά τον Ρόμπυ:

«Το εκάμετε σεις αυτό;

— Αι, μάλιστα! το έκαμα!» αποκρίνεται ησύχως ο Ρόμπυ, νομίζων εαυτόν ένοχον το πολύ πολύ δόλου και απάτης.

Μοι φαίνεται μίαν στιγμήν, ότι ο Ροβέρτος Κόρτις θα κατασυντρίψη τον άθλιον επιβάτην, όστις δεν δύναται να κατανοήση το σπουδαίον της ασυνεσίας του! Αλλά κατορθοί να συγκρατήση εαυτόν, και τον βλέπω σφίγγοντα τας χείρας οπίσω των νώτων, ίνα μη τω επέλθη ο πειρασμός να αρπάση τον Ρόμπυ από του λαιμού.

Έπειτα δε μετά φωνής ησύχου ερωτά τον Ρόμπυ. Ούτος δε βεβαιοί τα γεγονότα, ών ανωτέρω εμνημόνευσα. Μεταξύ των δεμάτων των παρεμπορευμάτων του υπάρχει δοχείον περικλείον τριάκοντα περίπου λίτρας της κινδυνώδους ουσίας. Ο επιβάτης ούτος προσηνέχθη εν τη περιστάσει ταύτη μετά της ασυνεσίας, ήτις, ομολογητέον, είνε έμφυτος ταις αγγλοσαξωνικαίς φυλαίς, και εισήγαγε το εκρηκτικόν τούτο μίγμα εις το κύτος του πλοίου ως Γάλλος τις ήθελε εισαγάγη απλήν φιάλην οίνου. Δεν εδήλωσε δε το είδος του περιεχομένου, διότι εγίνωσκε κάλλιστα ότι ο πλοίαρχος ήθελεν αποποιηθή να το παραλάβη.

«Και τέλος πάντων, προσθέτει υψών τους ώμους, δεν είνε δα και πράξις αξία αγχόνης. Και αν το δοχείον μου σας ενοχλή τόσον πολύ, δύνασθε κάλλιστα να το ρίψετε εις την θάλασσαν. Διότι τα εμπορεύματά μου τα έχω ησφαλισμένα!»

Την απόκρισιν ταύτην ακούσας, δεν δύναμαι να κρατηθώ, διότι δεν έχω την αταραξίαν του Ροβέρτου Κόρτις. Παραφερόμενος υπό της οργής, εφορμώ κατά του Ρόμπυ, πριν δυνηθή ο δεύτερος να με αναχαιτίση, και αναφωνώ:

«Άθλιε! Δεν ειξεύρεις λοιπόν ότι είνε πυρκαϊά εντός του πλοίου;»

Άμα εκστομίσας τας λέξεις ταύτας, ευθύς μετενόησα, αλλ' είνε πλέον πολύ αργά! Απερίγραπτον αποτέλεσμα παράγουσιν επί του Ρόμπυ. Ο τάλας καταλαμβάνεται υπό φόβου νευρικού. Το σώμα έχων παράλυτον υπό τετανικής ακαμψίας, φρίσσουσαν την κόμην, το όμμα υπερμέτρως ανοικτόν, την αναπνοήν πνευστιώσαν ως ασθματικού, δεν δύναται να λαλήση, και ο φόβος αυτού ανήλθεν εις το έπακρον. Αίφνης οι βραχίονες αυτού κινούνται, παρατηρεί το κατάστρωμα τούτο του _Σάνσελλορ_, όπερ από στιγμής εις στιγμήν δυνατόν να ανατιναχθή εις τον αέρα. Εφορμά κάτω του επιστέγου, ανεγείρεται, διατρέχει το πλοίον, χειρονομών ως παράφρων. Έπειτα αναλαμβάνει τον λόγον, και από του στόματός του εξέρχονται αι απαίσιαι αύται λέξεις:

«Πυρκαϊά! πυρκαϊά!»

Το πλήρωμα, ακούσαν την κραυγήν ταύτην, σπεύδει επί του καταστρώματος, διότι ενόμισεν αναμφιβόλως ότι η πυρκαϊά εξώρμησεν εκ των ένδον, και ότι επήλθεν η ώρα να φύγωσι διά των εφολκίων [42]. Επέρχονται και οι επιβάται, ο μίστερ Κηρ, η σύμβιός του μίσιζ Κηρ, η μις Χέρμπυ και οι δύο Λετουρνέρ.

Ο Ροβέρτος Κόρτις θέλει να επιβάλη σιγήν εις τον Ρόμπυ, αλλ' αυτός δεν έχει πλέον σώας τας φρένας.

Την στιγμήν ταύτην η αταξία είνε εσχάτη. Η μίσιζ Κηρ κατέπεσεν επί του καταστρώματος αναίσθητος, ο δε σύμβιος ουδόλως φροντίζει περί αυτής, καταλείπων την μις Χέρμπυ να την περιποιηθή.

Οι δε ναύται έχουσιν ήδη ενάψη τα σύσπαστα [43] της ακάτου, ίνα την καταβιβάσωσιν εις την θάλασσαν.

Κατά τον χρόνον δε τούτον γνωστοποιώ τοις κκ. Λετουρνέρ ό τι αγνοούσι, τούτ' έστιν ότι το φορτίον πυρπολείται, ο δε νους του πατρός παρευθύς φέρεται προς τον Ανδρέαν, όν περιβάλλει διά των βραχιόνων του· αλλ' ο νέος διατελεί ατάραχος και απαθής, και θαρρύνει τον πατέρα του, επαναλαμβάνων ότι ο κίνδυνος δεν είνε άμεσος.

Εν τούτοις ο Ροβέρτος Κόρτις βοηθούμενος υπό του υποπλοιάρχου, κατώρθωσε να αναχαιτίση τους άνδρας, βεβαιών αυτούς ότι η πυρκαϊά δεν εποίησε νέας προόδους, ο δ' επιβάτης Ρόμπυ δεν έχει συνείδησιν ούτε του τι πράττει, ούτε του τι λέγει, ότι δεν πρέπει να σπεύδωσι και ότι, όταν έλθη ο καιρός, θα καταλίπωσι πάντες το πλοίον . . .

Οι πλείστοι των ναυτών ίστανται ακούοντες την φωνήν του δευτέρου, όν αγαπώσι και σέβονται. Ούτος επιτυγχάνει παρ' αυτών ό τι ο πλοίαρχος Χόντλυ δεν ήθελε δυνηθή να κατορθώση, η δε άκατος διαμένει επί των υποστατών.

Ευτυχώς πάνυ [44] ο Ρόμπυ ουδέν είπε περί του πικρικού εκείνου, του εγκεκλεισμένου εν τω κύτει του πλοίου. Εάν το πλήρωμα εγίνωσκε την αλήθειαν, εάν εμάνθανεν ότι το πλοίον είνε αύτο δη τούτο ηφαίστειον έτοιμον να διαρραγή υπό τους πόδας του, το πλήρωμα, λέγω, ήθελεν απολέση παν ηθικόν σθένος, δεν θα ήτο δυνατόν να το κρατήσωσι και θα έφευγεν εξ άπαντος.

Ο δεύτερος ο μηχανικός Φάλστεν και εγώ, οι τρεις μόνοι γινώσκωμεν τίνι φοβερώ τρόπω ήτο περιπεπλεγμένη η πυρκαϊά του πλοίου, και επάναγκες είνε ημείς μόνοι να το γινώσκωμεν.

Της τάξεως αποκαταστάσης, ο Ροβέρτος Κόρτις και εγώ ερχόμεθα εις το επίστεγον προς συνάντησιν του Φάλστεν, όν ευρίσκομεν εσταυρωμένας έχοντα τας χείρας και σκεπτόμενον ίσως περί τινος προβλήματος της μηχανικής εν τω γενικώ εκείνω φόβω και τρόμω. Συνιστώμεν δε αυτώ να μη είπη τίποτε περί της νέας ταύτης περιπλοκής, της οφειλομένης εις την απερισκεψίαν του Ρόμπυ.

Και ο μεν Φάλστεν υπισχνείται να τηρήση το απόρρητον. Προς δε τον πλοίαρχον Χόντλυ, όστις αγνοεί έτι την εσχάτην σοβαρότητα της καταστάσεως, αναλαμβάνει ο Ροβέρτος Κόρτις να την καταστήση γνωστήν.

Αλλά προ τούτου πρέπει να ληφθή πρόνοια περί του Ρόμπυ, διότι ο τάλας διατελεί εν παντελεί παραφροσύνη. Δεν έχει πλέον συναίσθησιν των πράξεών του, και τρέχει ανά το κατάστρωμα κραυγάζων αδιαλείπτως: Πυρκαϊά! πυρκαϊά!»

Ο Ροβέρτος Κόρτις κελεύει τους ναύτας να συλλάβωσι τον επιβάτην, όν κατορθούσι να φιμώσωσι και προσδέσωσι στερεώς. Έπειτα μεταφέρεται εις τον θάλαμόν του, ένθα του λοιπού θα φυλάσσεται φυλακή αδέσμω.

Η φοβερά λέξις δεν εξέφυγε του στόματός του!

ΙΒ'

— _22 και 23 Οκτωβρίου_. — Ο Ροβέρτος Κόρτις εγνωστοποίησε τα πάντα τω πλοιάρχω Χόντλυ. Ο δε πλοίαρχος Χόντλυ, δικαιώματι, αν μη πράγματι, είνε προϊστάμενός του και δεν ηδύνατο να τον αποκρύψη την κατάστασιν των πραγμάτων.

Γρυ δεν απήντησεν ο πλοίαρχος εις την ανακοίνωσιν ταύτην και αφ' ού έφερε την χείρα επί του μετώπου, ως τις θέλων να αποσοβήση σκέψιν τινά οχληράν, εισήλθεν ησύχως εις τον θάλαμόν του ουδέν παραγγείλας.

Ο Ροβέρτος Κόρτις, ο υποπλοίαρχος, ο μηχανικός Φάλστεν και εγώ συσκεπτόμεθα, και εκπλήσσομαι επί τη απαθεία ήν έκαστος ημών έχει εν τη περιστάσει ταύτη. Πάσαι αι πιθανότητες της σωτηρίας συνεζητήθησαν, ο δε Ροβέρτος Κόρτις συνοψίζει την κατάστασιν των πραγμάτων ωδέ πως.

«Η πυρκαϊά δεν δύναται να ανασταλή, και ήδη η θερμοκρασία κατά την πρώραν κατέστη αφόρητος. Θα επέλθη λοιπόν στιγμή, μετ' ου πολύ ίσως, καθ' ήν η έντασις του πυρός θα είνε τοιαύτη, ώστε αι φλόγες θα εξέλθωσι διά του καταστρώματος. Εάν δε προ της νέας ταύτης όψεως της καταστροφής η κατάστασις της θαλάσσης επιτρέπη να χρησιμοποιήσωμεν τα εφόλκιά μας, θα αφήσωμεν το πλοίον και θα φύγωμεν. Αλλ' εάν όμως τουναντίον δεν είνε δυνατόν να αφήσωμεν τον _Σάνσελλορ_, θα αγωνισθώμεν κατά του πυρός μέχρι εσχάτων. Τις οίδεν εάν δεν το καταβάλωμεν όταν θα προβάλη έξω! Ίσως θα κατανικήσωμεν ευκολώτερον τον φανερόν εχθρόν ή τον κρυπτόμενον.

— Τούτο φρονώ, αποκρίνεται ησύχως ο μηχανικός.

— Και εγώ, είπον εγώ. Αλλά, κύριε Κόρτις, δεν υπολογίζετε και την περίπτωσιν ταύτην, ότι τριάκοντα λίτραι εκρηκτικής ουσίας εγκλείονται εν τω πυθμένι του κύτους;

— Όχι, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, διότι είνε απλή τις λεπτομέρεια, και διά τούτο ουδόλως την υπολογίζω! Και διατί τάχα να κάθημαι και να μεριμνώ περί τούτου; Δύναμαι να αναζητήσω την ουσίαν ταύτην εντός φορτίου πυρπολουμένου και εντός κύτους, όπου οφείλομεν να μη επιτρέψωμεν την είσοδον του αέρος; Όχι! Λοιπόν ουδέ καν το συλλογίζομαι! Πριν τελειώση η φράσις την οποίαν προφέρω, δύναται το πικρικόν τούτο να επιφέρη το αποτέλεσμά του; Ναι. Λοιπόν το πυρ ή θα το φθάση ή δεν θα το φθάση. Κατ' ακολουθίαν, την περίπτωσιν περί ής λέγετε εγώ την θεωρώ ως μη υπάρχουσαν. Εις τον Θεόν και ουχί εις εμέ, εναπόκειται πλέον η απαλλαγή ημών από της εσχάτης ταύτης καταστροφής!

Ο Ροβέρτος Κόρτις απήγγειλε τους λόγους τούτους σοβαρώς, ημείς δε κλίνομεν την κεφαλήν άναυδοι. Αφ' ού, τοιαύτης ούσης της θαλάσσης, η άμεσος φυγή είνε αδύνατος, οφείλομεν να λησμονήσωμεν την περίπτωσιν ταύτην.

«Η έκρηξις δεν είνε αναγκαία, θα έλεγε λεπτολόγος τις, αλλά μόνον ενδεχομένη.»

Την παρατήρησιν ταύτην εποίησεν ο μηχανικός μετά απαραμίλλου απαθείας.

«Μίαν ερώτησιν, κύριε Φάλστεν, εις την οποίαν παρακαλώ να μ' απαντήσετε, είπον εγώ προς αυτόν. Δύναται να αναφλεχθή το πικρικόν κάλι αν δεν προηγηθή σύγκρουσις;

— Βεβαίως, αποκρίνεται ο μηχανικός. Υπό τας συνήθεις περιστάσεις το πικρικόν κάλι δεν είνε μεν περισσότερον εύφλεκτον της κοινής πυρίτιδος, αλλ' όμως είνε όσον και εκείνη. Άρα ...»

Ο Φάλστεν είπεν «Άρα». Δεν ηθέλετε νομίση ότι λέγει απόδειξίν τινα διδάσκων χημείαν;

Έπειτα αναβαίνομεν πάλιν εις το κατάστρωμα. Εν ώ δε εξηρχόμεθα της αιθούσης, ο Ροβέρτος Κόρτις λαβών με από της χειρός, μοι είπεν ουδόλως επιχειρών να κρύψη την συγκίνησίν του:

«Κύριε Κάζαλλον, τον _Σάνσελλορ_, τον οποίον τόσον αγαπώ, να τον βλέπω βοράν του πυρός και να μη δύναμαι τίποτε, τίποτε! . .

— Κύριε Κόρτις, η συγκίνησίς σας . . .

— Κύριε, λέγει εκείνος, δεν δύναμαι να την καταδαμάσω. Υμείς μόνος θα έχετε παρατηρήση τι υποφέρω. — Αλλά τετέλεσται, προσέθηκε προσπαθών βιαίως να καταστείλη εαυτόν.

— Η κατάστασις λοιπόν είνε απελπιστική; ηρώτησα τότε.

— Η κατάστασις, ιδού, αποκρίνεται απαθώς ο Ροβέρτος Κόρτις. Ευρισκόμεθα επί υπονόμου και η άπτρα είνε αναμμένη. Υπολείπεται να μάθωμεν πόσον είνε το μήκος της άπτρας!»

Και ταύτα ειπών απέρχεται.

Όπως δήποτε το τε πλήρωμα και οι λοιποί επιβάται αγνοούσι μέχρι πόσου έχει δεινωθή η κατάστασις ημών.

Αφ' ότου έγινε γνωστή η πυρκαϊά, ο μίστερ Κηρ καταγίνεται συναθροίζων τα πολυτιμότατα των πραγμάτων του και, ως εικός, ουδόλως έχει τον νουν του εις την γυναίκα του. Αφ' ού δε ανεκοίνωσεν επισήμως τω δευτέρω πλοιάρχω ότι οφείλει να προβή εις την κατάσβεσιν της πυρκαϊάς, και κατέστησεν αυτόν υπεύθυνον παντός ενδεχομένου, εισήλθε πάλιν εις τον παρά την πρύμναν θάλαμόν του και ουδέποτε πλέον εξήλθε.

Η δε μίσιζ Κηρ εκβάλλει στεναγμούς και η τάλαινα γυνή, ει και γελοία, εμποιεί οίκτον. Η μις Χέρμπυ, εν τοις καιροίς τούτοις, νομίζει εαυτήν ολιγώτερον παρά ποτε απηλλαγμένην των προς την κυρίαν αυτής καθηκόντων, και την περιποιείται μετ' άκρας αφοσιώσεως. Θαυμάζω καθ' υπερβολήν την διαγωγήν της κόρης ταύτης, ήτις θεωρεί το καθήκον ως πάντων ανώτατον.

Την επιούσαν, 23 Οκτωβρίου, ο πλοίαρχος Χόντλυ προσκαλεί τον δεύτερον εις τον θάλαμόν του και γίνεται μεταξύ αυτών ο εξής διάλογος, όν μοι ανεκοίνωσεν έπειτα ο Ροβέρτος Κόρτις.

«Κύριε Κόρτις, λέγει ο πλοίαρχος, ού το βλοσυρόν όμμα δηλοί διατάραξιν των διανοητικών δυνάμεων, είμαι ναυτικός, δεν είν' αλήθεια;

— Μάλιστα, κύριε.

— Λοιπόν, φαντάσθητε ότι δεν ειξεύρω πλέον το επάγγελμά μου, αγνοώ τι συμβαίνει εν εμοί . . . αλλά λησμονώ . . . δεν ειξεύρω πλέον . . . Δεν πλέομεν προς Μέσην (ΒΑ), αφ' ότου απεπλεύσαμεν εκ του Κάρλεστον;

— Όχι, κύριε, αποκρίνεται ο δεύτερος, πλέομεν προς Εύρον (ΝΑ) κατά τας οδηγίας σας.

— Και όμως εφορτώσαμεν διά Λιβερπούλην!

— Αναμφιβόλως.

— Και ο; . . . πώς ονομάζεται το πλοίον, κύριε Κόρτις;

— _Σάνσελλορ_.

— Α, ναι! ο _Σάνσελλορ_! Και ευρίσκεται τώρα;

— Προς νότον του Τροπικού.

— Λοιπόν, κύριε, δεν αναλαμβάνω να τον επαναφέρω προς βορράν! . . . Όχι! . . . δεν θα δυνηθώ . . . Επιθυμώ να μη εξέλθω πλέον εκ του θαλάμου μου . . . Η θέα της θαλάσσης με βλάπτει! . . .

— Κύριε, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, ελπίζω ότι διά των περιποιήσεων . . .

— Ναι, ναι, βλέπομεν αργότερα. — Εν τοσούτω θα σας δώσω μίαν διαταγήν, αλλά θα είνε η τελευταία την οποίαν θα λάβετε παρ' εμού.

— Σας ακούω, αποκρίνεται ο δεύτερος.

— Κύριε, επαναλαμβάνει ο πλοίαρχος, από της στιγμής ταύτης δεν είμαι πλέον τίποτε εν τω πλοίω, και λαμβάνετε υμείς την κυβέρνησιν του _Σάνσελλορ_. Αι περιστάσεις είνε ισχυρώτεραι εμού, και αισθάνομαι ότι δεν δύναμαι να ανθέξω ... Η κεφαλή μου είνε άνω κάτω! — Πάσχω πολύ, κύριε Κόρτις,» προσθέτει ο Σάιλας Χόντλυ θλίβων το μέτωπόν του δι' αμφοτέρων των χειρών.

Ο δεύτερος εξετάζει μετά προσοχής τον τέως κυβερνώντα το πλοίον και αρκείται μόνον αποκρινόμενος:

«Έχει καλώς, κύριε.»

Έπειτα δε ανελθών εις το κατάστρωμα, μοι διηγείται τα διατρέξαντα. «Μάλιστα, λέγω, ο άνθρωπος ούτος έχει τουλάχιστον ασθενή τον εγκέφαλον, αν δεν είνε παράφρων, και προτιμότερον ότι παρητήθη μόνος του.

— Τον αντικαθιστώ εις περιστάσεις σοβαράς, μοι αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις· αλλ' αδιάφορον, θα πράξω το καθήκον μου.»

Ταύτα ειπών ο δεύτερος, καλεί ναύτην τινά και τω λέγει να υπάγη να εύρη τον αρχιναύτην, όστις πάραυτα έρχεται.

«Να προσκληθή το πλήρωμα, λέγει προς τον αρχιναύτην, παρά την πτέρναν του μεγάλου ιστού.»

Ο αρχιναύτης αποχωρεί και μετά τινας στιγμάς οι άνδρες του _Σάνσελλορ_ είνε συνηγμένοι εν τω υποδειχθέντι τόπω.

Ο δε Ροβέρτος Κόρτις προσελθών προς αυτούς λέγει μετά φωνής γαληνιαίας:

«Παιδιά, εις την κατάστασιν εις την οποίαν ευρισκόμεθα, και διά λόγους οι οποίοι είνε εις εμέ γνωστοί, ο κύριος Σάιλας Χόντλυ ενόμισε καθήκον του να παραιτηθή του πλοιαρχικού αξιώματος. Όθεν από της ημέρας ταύτης εγώ είμαι ο κυβερνήτης.»

Ούτω πως εξετελέσθη η μεταβολή αύτη, ήτις εξ άπαντος θα αποβή εις καλόν πάντων. Έχομεν αρχηγόν άνδρα δραστήριον και ασφαλή, όστις προ ουδενός μέσου θα υποχωρήση, τείνοντος εις την κοινήν σωτηρίαν. Οι κκ. Λετουρνέρ, ο μηχανικός Φάλστεν και εγώ συγχαίρομεν παρευθύς τω Ροβέρτω Κόρτις, ο δε υποπλοίαρχος και ο αρχιναύτης προσθέτουσι τα συγχαρητήριά των εις τα ημέτερα.

Ο πλους του _Σάνσελλορ_ εξακολουθεί προς Λίβα (ΝΔ), ο δε Ροβέρτος Κόρτις βιάζων, επιζητεί να προσεγγίση εν τω βραχυτάτω διαστήματι χρόνου εις την εγγυτάτην των Μικρών Αντιλλών.

ΙΓ'

— _Από της 24 μέχρι 29 Οκτωβρίου_. — Κατά τας πέντε επομένας ημέρας η θάλασσα είνε αγρία. Ο δε _Σάνσελλορ_, ει και δεν παλαίει πλέον κατ' αυτής και τρέχει συν τω ανέμω και τω κύματι, κινείται όμως καθ' υπερβολήν. Κατά τον διάπλουν τούτον, τον επί πυρπολικού, ουδ' επί στιγμήν έχομεν ησυχίαν. Παρατηρούμεν μετά πόθου το ύδωρ τούτο όπερ, περιβάλλον το πλοίον, έλκει, κατακηλεί.

«Αλλά, είπον προς τον Ροβέρτον Κόρτις, διατί να μη τρυπήσωμεν το κατάστρωμα; διατί να μη χύσωμεν τόννους ύδατος εις το κύτος; Και όταν το πλοίον γεμίση, πού έγκειται το κακόν; Της πυρκαϊάς σβεσθείσης αι αντλίαι θα χύσωσι πάλιν όλον το ύδωρ εις την θάλασσαν!

— Κύριε Κάζαλλον, μοι αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, σας το είπον και σας το επαναλαμβάνω, εάν αφήσωμεν τον αέρα να διέλθη, έστω και όσον δήποτε και ολίγον, το πυρ θα διαδοθή εν ακαρεί καθ' όλον το πλοίον, αι δε φλόγες θα το περιβάλωσιν από της τρόπιδος μέχρι του επιμήλου των ιστίων. Είμεθα καταδεδικασμένοι εις απραξίαν και υπάρχουσι περιστάσεις, καθ' άς οφείλει ο άνθρωπος να έχη την γενναιότητα του απρακτείν!»

Μάλιστα! Ο μόνος τρόπος του να καταπολεμηθή η πυρκαϊά είνε να φραχθή στεγανώς πάσα είσοδος.

Εν τούτοις αι πρόοδοι του πυρός είνε ακατάπαυστοι και ίσως ταχύτεραι ή όσον υποθέτομεν. Κατά μικρόν η θερμότης καθίσταται αρκούντως ισχυρά, ώστε οι επιβάται εδέησε να καταφύγωσιν επί της γεφύρας οι δε πρυμναίοι θάλαμοι ευρέως φωτιζόμενοι διά των παραθύρων του άβακος, είνε έτι κατοικήσιμοι. Αλλ' εκ τούτων τον μεν δεν εγκαταλείπει η μίσιζ Κηρ, τον δ' έτερον διέθεσεν ο Ροβέρτος Κόρτις τω εμπόρω Ρόμπυ. Πολλάκις μετέβην εις επίσκεψιν του ταλαιπώρου τούτου, όστις είνε όλως παράφρων, και ανάγκης να τον κρατώσι δέσμιον, αν μη θέλωσι να θραύση την θύραν του θαλάμου του. Πράγμα παράδοξον! Διετήρησεν εν τη παραφροσύνη του αίσθημα φρικαλέου τρόμου, και εκβάλλει φρικώδεις κραυγάς, ως εάν υπό την επίδρασιν φαινομένου φυσιολογικού, ησθάνετο αληθή καύματα.

Και τον τέως πλοίαρχον πολλάκις επισκέπτομαι και ευρίσκω εν αυτώ άνδρα ηρεμώτατον και λαλούντα λογικώς πλην των αναφερομένων εις τα ναυτικά. Ως προς τούτο δεν έχει πλέον τον κοινόν νουν. Προσφέρομαι να τον περιποιηθώ, διότι πάσχει, αλλά δεν θέλει να δεχθή τας περιποιήσεις μου και δεν εξέρχεται πλέον εκ του θαλάμου του.

Σήμερον εισεπήδησεν εις την θέσιν του πληρώματος καπνός δριμύς και ναυτιώδης διηθούμενος διά των σχισμάδων του φράγματος. Είνε δε βέβαιον ότι η πυρκαϊά προοδεύει προς το μέρος τούτο, παραβάλλοντες δε το ους, ακούομεν υπόκωφον βόμβον. Αλλά πόθεν λοιπόν το πυρ λαμβάνει όλον τούτον τον αέρα όστις το τρέφει; Ποία τις η ρωγμή η διαφυγούσα τας ερεύνας ημών; Η φρικώδης καταστροφή δεν θα ηδύνατο νυν να αποσοβηθή! Ίσως είνε ζήτημά τινων μόνον ημερών, ωρών τινων, και δυστυχώς η θάλασσα κυμαίνεται ούτως ώστε δεν είνε δυνατόν να σκεφθώμεν περί φυγής διά των εφολκίων.

Κατά παραγγελίαν του Ροβέρτου Κόρτις το φράγμα της θέσεως καλύπτεται διά υποβλήματος διαβρεχομένου απαύστως. Αλλά, μάταιαι φροντίδες, ο καπνός εξακολουθεί εξερχόμενος εν μέσω θερμότητος υγράς, ήτις διαχεομένη επί της πρώρας καθιστά τον αέρα σχεδόν ανεπιτήδειον εις αναπνοήν.

Ευτυχώς ο μέγας ιστός και ο ακάτιος είνε σιδηροί· ει δε μη, καιόμενοι από της πτέρνης θα είχον ήδη καταπέση, και ημείς θα είχομεν απολεσθή.

Ο Ροβέρτος Κόρτις λοιπόν βιάζει όσον οίον τε, και υπό τον άνεμον τούτον, τον Μέσην (ΒΑ), όστις επιτείνεται, ο _Σάνσελλορ_ βαδίζει μετά πολλής ταχύτητος.