Part 2
— Κύριε Κόρτις, υπολαμβάνει μειδιών ο Ανδρέας Λετουρνέρ, θα έχετε δίκαιον αλλ' οι ποιηταί είνε ως αι παροιμίαι, ο είς αντικρούει τον άλλον. Εάν ο Θωμάς Μουρ και ο Ουάλτερ εξύμνησαν το αρχιπέλαγος τούτο ως θαυμαστήν διαμονήν, τουναντίον ο μέγιστος των ποιητών σας, ο Σαιξπείρος, γινώσκων αυτό κάλλιον βεβαίως, ενόμισε πρέπον να θέση ενταύθα τας φοβερωτάτας σκηνάς της _Τρικυμίας_ του!»
Και όντως, κινδυνωδέστατοι είνε αι ακταί αύται αι γειτνιάζουσαι προς το βερμούδειον αρχιπέλαγος. Οι Άγγλοι, οίτινες πάντοτε κατείχον αυτό αφ' ότου ανεκαλύφθη, το χρησιμοποιούσιν απλώς ως σταθμόν στρατιωτικόν ερριμμένον μεταξύ των Αντιλλών και της Νέας Σκωτίας. Άλλως τε προώρισται να αυξηθή και πιθανώς επί ευρείας κλίμακος. Συν τω χρόνω — τη αρχή ταύτη του έργου της φύσεως, — το αρχιπέλαγος αποτελούμενον ήδη εξ εκατόν πεντήκοντα νήσων ή νησυδρίων, θα έχη έτι μείζονα αριθμόν, διότι τα οστρακώδη ζωόφυτα εργάζονται αδιαλείπτως εις κατασκευήν νέων Βερμούδων, αίτινες θα συνδεθώσι προς αλλήλας και θα αποτελέσωσι, κατά μικρόν, νέαν ήπειρον.»
Ούτε οι τρεις έτεροι επιβάται ούτε η μίσσιζ Κηρ έλαβον τον κόπον να ανέλθωσιν εις το κατάστρωμα να εξετάσωσι το περίεργον τούτο αρχιπέλαγος. Η δε μις Χέρμπυ μόλις ήρχετο εις το επίστεγον και παρευθύς η συρομένη φωνή της μίσσιζ Κηρ ηκούετο καλούσα την νεάνιδα, και αναγκάζουσα αυτήν να επανέλθη και καθίση πλησίον της.
ΣΤ'
— _Από της 8 μέχρι της 13 Οκτωβρίου._ — Ο άνεμος άρχεται πνέων από του Μέσου (ΒΑ) μετά τινος βίας, ο δε _Σάνσελλορ_ υπό τους δόλωνας [20] αυτού συνεσταλμένους και το ακάτιον ιστίον [21] , εδέησε να ανακωχεύση δι' αντιμονής [22] οιακιστής [23].
Η θάλασσα είνε πολύσαλος και το πλοίον καταπονείται, θόρυβος πολύς γίνεται, οι δ' επιβάται ίστανται ως επί το πολύ υπό το επίστεγον.
Εγώ δε προτιμώ να μείνω επί του καταστρώματος καί τοι βροχή λεπτοτάτη με διαπερά διά των υπό του άνεμου εις κόνιν μεταβαλλομένων μοριδίων αυτής.
Επί δύο ημέρας τρέχομεν ούτω πως ο άνεμος βαθμηδόν γίνεται σφοδρότερος, τα επιστήλια [24] καταβιβάζονται· την στιγμήν ταύτην ο άνεμος διανύει μίλια πεντήκοντα μέχρι εξήκοντα την ώραν (25).
Ει και ο _Σάνσελλορ_ είνε πλοίον εξαίρετον, η έκπτωσις όμως αυτού είνε σημαντική και παρεσύρθημεν προς Νότον. Η κατάστασις του ουρανού, σκοτισθέντος υπό των νεφών, δεν επιτρέπει να αναχθώμεν. Επειδή δε η διεύθυνσις του πλοίου δεν είχεν ορισθή, ανάγκη να υπολογίσωμεν κατά προσέγγισιν.
Οι συμπλωτήρες μου προς ούς ο δεύτερος πλοίαρχος ουδέν είπε, δεν είνε δυνατόν να μάθωσιν ότι πλέομεν κατά διεύθυνσιν όλως ανεξήγητον. Η Αγγλία είνε προς Μέσην (ΒΑ), και όμως ημείς τρέχομεν προς Εύρον (ΝΑ)! Ο Ροβέρτος Κόρτις δεν δύναται να νοήση την επιμονήν του πλοιάρχου, όστις ώφειλε τουλάχιστον να μεταβάλη τους προτόνους [26] και σπεύδων προς Σκίρωνα (ΒΑ) να επιτύχη ευνοϊκά ρεύματα. Αλλ' ουχί! Αφ' ότου ο άνεμος εξηκολούθει ενάντιος, ο _Σάνσελλορ_ έτι μάλλον βυθίζεται εις τον Νότον.
Την ημέραν εκείνην ευρεθείς μόνος εν τω επιστέγω μετά του Ροβέρτου Κόρτις, τω είπον:
«Μα είνε λοιπόν τρελός ο πλοίαρχός σας;
— Και εγώ ήθελον να σας ερωτήσω, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, αφ' ού και υμείς το παρετηρήσατε ήδη.
— Μα το ναι δεν ειξεύρω τι να σας αποκριθώ, αλλ' ομολογώ ότι η αλλόκοτος φυσιογνωμία του, οι βλοσυροί οφθαλμοί του! . . . Συνεταξειδεύσατε και άλλοτε μετ' αυτού;
— Όχι, τώρα πρώτην φοράν.
— Και τω επανελάβετε τας παρατηρήσεις σας περί της διευθύνσεως προς την οποίαν πλέομεν;
— Μάλιστα, αλλά μ' απεκρίθη ότι αύτη η διεύθυνσις είνε η καλή.
— Κύριε Κόρτη, επανέλαβον, τι λέγουσιν οι άλλοι του πλοίου;
— Ό τι και εγώ.
— Και αν ο πλοίαρχος Χόντλυ ήθελε να διευθύνη το πλοίον του εις την Κίναν;
— Θα υπακούσωμεν εις το θέλημά του.
— Αλλ' όμως έχει και η υπακοή τα όριά της.
— Ουχί, εφ' όσον η διαγωγή του πλοιάρχου δεν φέρει το πλοίον εις απώλειαν.
— Αλλ' αν είνε τρελός;
— Εάν είνε τρελός, κύριε Κάζαλλον, τότε θα ίδω τι πρέπει να κάμω.»
Πού να ήλπιζον εγώ τοιαύτην περιπλοκήν, ότε επεβιβαζόμην επί του _Σάνσελλορ_!
Εν τούτοις ο άνεμος εγίνετο κατ' ολίγον χειρότερος και αληθής καταιγίς ενσκήπτει επί του μέρους τούτου του Ατλαντικού. Το πλοίον ηναγκάσθη να ανακωχεύση [27] υπό τα συνεσταλμένα ιστία, τούτ' έστιν αντιμετωπίζει τον άνεμον πάση δυνάμει. Αλλ', ως είπον, η έκπτωσις είνε μεγίστη και μάλλον καταφερόμεθα προς Νότον.
Τούτο δε είνε προδηλότατον, ότε την νύκτα της 11 προς την 12 ο _Σάνσελλορ_ εμπίπτει εις την θάλασσαν των Σαργασσών.
Η θάλασσα αύτη περισφιγγομένη υπό του χλιαρού ρεύματος του Γελφ Στρημ είνε ευρεία έκτασις υδάτων, κεκαλυμμένη υπό των φυκών του είδους εκείνου του υπό των Ισπανών ονομαζομένου «σαργάσσο» τα δε πλοία του Κολόμβου μετά πλείστης δυσχερείας διέπλευσαν αυτήν κατά τον πρώτον αυτών διάπλουν του Ωκεανού.
Ότε εξημέρωσεν, ο Ατλαντικός παρίσταται προ των οφθαλμών ημών αλλόκοτος την θέαν, και οι κκ. Λετουρνέρ έρχονται να παρατηρήσωσιν αυτόν, ει και οι μετάλλινοι πρότονοι ηχούσι θορυβωδώς πληττόμενοι υπό του καταιγίζοντος ανέμου, ως αυτόχρημα χορδαί άρπης. Τα ενδύματα ημών, κολλητά επί του σώματος, θα εγίνοντο ράκη, εάν τυχόν παρείχον την ελαχίστην λαβήν εις τον άνεμον. Το πλοίον επήδησεν επί ταύτης της θαλάσσης, ήν η γόνιμος αύτη οικογένεια των φυκών καθιστά πυκνοτέραν, ως ευρείαν χορτοσκεπή πεδιάδα, ήν η τρόπις [28] διασχίζει ως το υννίον του αρότρου. Εκ διαλειμμάτων δε μακραί ίνες υπό του ανέμου αναρπαζόμεναι περιελίσσονται εις τα σχοινία ως αι έλικες της αμπέλου και σχηματίζουσι σκιάδα χλοεράν εκτεταμένην από ιστού εις ιστόν. Εκ των μακρών δε τούτων φυκών — ταινιών ατελευτήτων μήκους τριακοσίων τουλάχιστον ή τετρακοσίων ποδών — πολλά περιελίσσονται και εις αυτά έτι τα επίμηλα ως επισείοντες κυμαινόμενοι. Επί τινας δε ώρας ανάγκη να αγωνισθώμεν κατά της εισβολής ταύτης των φυκών, και κατά τινας στιγμάς ο _Σάνσελλορ_, έχων πάντας τους ιστούς κεκαλυμμένους υπό των υδροφύτων των περιπεπλεγμένων διά των ιδιοτρόπων τούτων κλιματίδων, θα ομοιάζη προς άλσος κινητόν εν τω μέσω λειμώνος απεράντου.
Ζ'
— _14 Οκτωβρίου._ — Ο _Σάνσελλορ_ κατέλιπε τέλος τον φυτικόν τούτον Ωκεανόν, και η σφοδρότης του ανέμου ηλαττώθη κατά πολύ, μετατραπείσα εις άνεμον εύδιον [29], και ήδη βαδίζομεν ταχέως μετά δύο σειρών εις τους δόλωνας.
Ο ήλιος ανεφάνη σήμερον και λάμπει ζωηρώς, η θερμοκρασία γίνεται ήδη θερμοτάτη· η δε μαγνητική βελόνη διευθετηθείσα καλώς δεικνύει 21° 33' βορείου πλάτους και 50° 17' δυτικού μήκους. Λοιπόν ο _Σάνσελλορ_ κατήλθε πλέον ή δέκα μοίρας προς Νότον. Και εξακολουθεί κατευθυνόμενος προς Εύρον (ΝΑ)!
Θέλων να πληροφορηθώ περί της ακαταλήπτου ταύτης ισχυρογνωμοσύνης του πλοιάρχου Χόντλυ, πολλάκις συνδιελέχθην μετ' αυτού. Έχει σώας τας φρένας ή ου; Αγνοώ τι να πιστεύσω. Καθ' όλου ειπείν ομιλεί λογικώς. Υπόκειται λοιπόν εις μερικήν παραφροσύνην, εις είδος τι «απροσεξίας», αναφερομένης ακριβώς εις τα του επαγγέλματός του; Παρετηρήθησαν ήδη τινές των φυσιολογικών τούτων περιπτώσεων, και λέγω περί τούτου προς τον Ροβέρτον Κόρτις, όστις με ακροάται απαθώς, λέγων μοι και επαναλαμβάνων ότι δεν έχει δικαίωμα να επεμβαίνη εις τα του πλοιάρχου του, εφ' όσον το πλοίον δεν κινδυνεύει να απολεσθή ένεκα πράξεώς τινος αυτού αποδεικνυούσης ότι είνε παράφρων. Και όντως τούτο είνε μέτρον σπουδαίον, και σπουδαίαν ήθελε καταστήση την ευθύνην αυτού.
Επανήλθον εις τον θάλαμόν μου περί την ογδόην εσπερινήν ώραν, και εις το φως της κρεμαστής λυχνίας μου διήλθον μίαν ώραν αναγινώσκων, αλλά και σκεπτόμενος. Έπειτα δε κατακλιθείς απεκοιμήθην.
Αφυπνίσθην μετά τινας ώρας υπό θορύβου ασυνήθους. Βήματα βαρέα αντηχούσιν επί του καταστρώματος και ζωηραί παρακελεύσεις ακούονται. Μοι φαίνεται ότι οι άνδρες του πληρώματος τρέχουσι μετά τινος σπουδής. Τις άρα γε η αιτία της εκτάκτου ταύτης ταραχής; Αναμφιβόλως χειρισμός τις ένεκα στροφής τινος του πλοίου . . . Αλλ' ουχί! Δεν είνε ίσως τούτο, διότι το πλοίον εξακολουθεί κλίνον προς τον δεξιόν τοίχον, και κατ' ακολουθίαν δεν μετέβαλε διεύθυνσιν.
Σκέπτομαι επί στιγμήν να αναβώ εις το κατάστρωμα, αλλ' ο θόρυβος πάραυτα κατέπαυσεν. Ακούω τότε τον πλοίαρχον Χόντλυ εισερχόμενον εις τον θάλαμόν του, κείμενον έμπροσθεν του επιστέγου, και εγώ εχώθην πάλιν εις την κρεμαστήν κλίνην μου. Χειρισμός τις αναμφιβόλως προεκάλεσε τας διαδρομάς εκείνας. Οπωςδήποτε αι κινήσεις του πλοίου δεν ηυξήθησαν, άρα ο άνεμος δεν έπνεε σφοδρός.
Την επιούσαν, 14 του μηνός, αναβαίνω εις το επίστεγον την 6 π. μ. και παρατηρώ το πλοίον.
Ουδεμία μεταβολή, — φαινομένη. Ο _Σάνσελλορ_ τρέχει έχων τους προτόνους αριστερά, έχων τα κατώτερα αυτού ιστία, τους δόλωνας και τους φώσωνας [30]. Στηρίζεται καλώς και φέρεται θαυμασίως επί της θαλάσσης εκείνης ήν υπεγείρει πνοή ανέμου δροσερά και ευμεταχείριστος. Η ταχύτης του είνε σημαντική την στιγμήν ταύτην, και δεν θα είνε κατωτέρα των ένδεκα μιλίων την ώραν.
Μετ' ού πολύ ο κ. Λετουρνέρ και ο υιός επιφαίνονται επί του καταστρώματος. Βοηθώ τον νεανίαν να αναβή εις το επίστεγον. Ο Ανδρέας έρχεται ασμένως να αναπνεύση τον πρωινόν αέρα, τον ούτω ζωογόνον και κατάμεστον θαλασσίων οσμών.
Ερωτώ τους κυρίους τούτους εάν αφυπνίσθησαν την νύκτα υπό κρότου βημάτων δηλούντος ταραχήν τινα εν τω πλοίω.
«Το κατ' εμέ, όχι, απεκρίθη ο Ανδρέας Λετουρνέρ, εγώ εξύπνησα με ένα ύπνον.
— Αγαπητόν μου τέκνον, είπεν ο κ. Λετουρνέρ, συ εκοιμάσο τότε, διότι και εγώ εξύπνησα υπό του κρότου, περί του οποίου λέγει ο κ. Κάζαλλον. Μ' εφάνη μάλιστα ότι διέκρινα τας λέξεις ταύτας «Γρήγορα! γρήγορα! 'ς τα καπάκια! 'ς τα καπάκια!» [31]
— Αχ! είπον, και τι ώρα ήτο;
— Τρεις περίπου, αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ.
— Και δεν ειξεύρετε την αιτίαν του θορύβου;
— Δεν την ειξεύρω, κύριε Κάζαλλον, αλλά δεν θα ήτο σπουδαία, αφ' ού ουδείς ημών προσεκλήθη εις το κατάστρωμα.
Παρατηρώ τους καθέκτας [32] τους έμπροσθεν και όπισθεν του μεγάλου ιστού δι' ών γίνεται η κατάβασις εις το κύτος του πλοίου. Είνε κλειστοί, ως συνήθως, αλλά βλέπω ότι τους καλύπτουσιν υποβλήματα πυκνά, και ότι έχουσι ληφθή πάσαι αι αναγκαίαι προφυλάξεις όπως η κλείσις γίνη στεγανή. Αλλά διατί κατέκλεισαν ούτως επιμελώς τα ανοίγματα ταύτα; Ενυπάρχει αιτία, ήν δεν δύναμαι να μαντεύσω, και αναμφιβόλως ο Ροβέρτος Κόρτις θα μοι την είπη. Περιμένω λοιπόν να έλθη η σειρά της τετραωρίας του, και κρατώ δι' εμαυτόν τας παρατηρήσεις μου, προτιμήσας να μη τας ανακοινώσω τω κ. Λετουρνέρ.
Η ημέρα θα είνε καλή, διότι ο ήλιος ανατέλλων είνε μεγαλοπρεπέστατος και φαίνεται ξηρός, — όπερ είνε αίσιος οιωνός. Φαίνεται έτι υπεράνω του αντιθέτου ορίζοντος ο δίσκος της σελήνης ημίβρωτος [33], όστις δεν θα δύση προ της δεκάτης ώρας και πεντήκοντα επτά λεπτά προ μεσημβρίας. Εντός τριών ημερών είνε το τελευταίον τέταρτον της σελήνης, την δε 24 θα έχωμεν νέαν σελήνην. Παρατηρώ την επετηρίδα και βλέπω ότι την ημέραν εκείνην θα έχωμεν λαμπράν παλίρροιαν συζυγίας. Ολίγον διαφέρει ημίν, οίτινες κυμαινόμενοι εν μέσω Ωκεανώ δεν θα δυνηθώμεν να ίδωμεν ταποτελέσματα της παλιρροίας ταύτης· αλλά κατά πάσας τας ακτάς των τε ηπείρων και των νήσων το φαινόμενον θα είνε αξιοπαρατήρητον, διότι η νέα σελήνη θα ανεγείρη τους υδατίνους όγκους εις ύψος σημαντικόν.
Είμαι μόνος επί του επιστέγου, διότι οι κκ. Λετουρνέρ κατέβησαν εις το τέιον, και περιμένω τον δεύτερον πλοίαρχον.
Τη ογδόη ώρα ο Ροβέρτος Κόρτις έρχεται να αναλάβη την τετραωρίαν, ήν παραχωρεί αυτώ ο Ουάλτερ, και προχωρώ να τον δεξιωθώ.
Πριν μοι είπη την καλημέραν, ο Ροβέρτος Κόρτις εξακοντίζει ταχέως έν βλέμμα επί του καταστρώματος και συνοφρυούται ελαφρώς. Έπειτα δε εξετάσας την κατάστασιν του ουρανού και την ιστιοφορίαν, ήλθε προς τον Ουάλτερ και τον ηρώτησεν:
«Και ο πλοίαρχος Χόντλυ;
— Δεν τον είδον ακόμη, κύριε.
— Ουδέν νεώτερον;
— Ουδέν.»
Έπειτα δε ο Ροβέρτος Κόρτις και ο Ουάλτερ συνδιελέχθησαν ολίγον ταπεινή τη φωνή.
Ερωτήσαντος του Ροβέρτου ερώτησίν τινα, ο Ουάλτερ αποκρίνεται ανανεύων.
«Στείλε μου τον αρχιναύτην,» είπεν ο δεύτερος προς τον Ουάλτερ απερχόμενον.
Μετ' ου πολύ φαίνεται ο αρχιναύτης, ο δε Ροβέρτος Κόρτις ερωτά αυτόν, εκείνος δε αποκρίνεται ταπεινή τη φωνή, αλλά σείων την κεφαλήν. Έπειτα δε κελεύσαντος του δευτέρου, ο αρχιναύτης προσκαλεί τους ναύτας της τετραωρίας και παραγγέλλει να καταβρέξωσι τα υποβλήματα τα καλύπτοντα τον μέγαν καθέκτην.
Μετ' ολίγας στιγμάς έρχομαι προς τον Ροβέρτον Κόρτις, και η συνδιάλεξις ημών περιστρέφεται πρώτον μεν περί ασήμαντά τινα· βλέπων δε ότι ο δεύτερος δεν άπτεται του θέματος όπερ εγώ θέλω να πραγματευθώ, τω είπον:
«Αλήθεια, κύριε Κόρτις, τι συνέβη την νύκτα;»
Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις με παρατηρεί μετά προσοχής και δεν αποκρίνεται.
«Μάλιστα, εξηκολούθησα εγώ, εξύπνησα υπό θορύβου ασυνήθους, όστις διέκοψε και του κ. Λετουρνέρ τον ύπνον. Τι συνέβη;
— Τίποτε, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις. Σφαλερός οιακισμός του πηδαλιούχου μικρού δειν ανέκοψε την πορείαν του πλοίου, και εδέησε να κερουλκήσωμεν παρευθύς, ως εκ τούτου δε επήλθε κίνησις επί του καταστρώματος. Αλλά το κακόν τάχιστα διωρθώθη, και ο _Σάνσελλορ_ επανέλαβε αμέσως τον δρόμον του.»
Μοι φαίνεται ότι ο Ροβέρτος Κόρτις, ο συνήθως ευθύς, δεν μοι λέγει την αλήθειαν.
Η'
— _Από της 15 μέχρι της 18 Οκτωβρίου_ — Ο πλους εξακολουθεί επί ταις αυταίς συνθήκαις, πνέοντος πάντοτε του ανέμου Μέσου (ΒΑ). Πας δε μη προκατειλημμένος νομίζει ότι ουδεμία συνέβη εν τω πλοίω ανωμαλία.
Και όμως «κάτι τι τρέχει!»
Οι ναύται πολλάκις συναθροιζόμενοι συνδιαλέγονται, και ευθύς ως ημείς πλησιάσωμεν, σιωπώσι. Πολλάκις ήρπασα, ούτως ειπείν, την λέξιν «τα καπάκια», ήτις είχεν ήδη εκπλήξη την νύκτα τον κ. Λετουρνέρ. Τι είνε λοιπόν εν τω κύτει του _Σάνσελλορ_, όπερ απαιτεί προφυλάξεις; Διατί τα «καπάκια» τούτ' έστιν οι καθέκται είνε ούτω στεγανώς κλειστοί; Αληθώς έχομεν ίσως πλήρωμα πολέμιον, καθειργμένον υπό το κατάστρωμα, και περί αυτού ελαμβάνομεν μέτρα μάλλον και μάλλον αυστηρότερα ίνα το φυλάττωμεν στενώς!
Τη 15 του μηνός περιπατών επί του πρωραίου καταστρώματος ακούω τον ναύτην Όουεν λέγοντα προς τους συνναύτας:
«Παιδιά, 'ξέρετε και ένα πράγμα; Εγώ δεν θα περιμένω ως 'ς την τελευταίαν ώραν. Ο καθένας διά τον εαυτόν του.
— Μα τι θα κάμης, Όουεν; τον ηρώτησεν ο μάγειρος Γύγξτροπ.
— Αι, καλά! απεκρίθη ο ναύτης. Η βάρκες τάχα έγιναν διά τες φώκες;»
Ο διάλογος ούτος αποτόμως διεκόπη, και δεν ηδυνήθην να μάθω περισσότερον.
Τεκταίνεται λοιπόν συνωμοσία τις κατά των αξιωματικών του πλοίου;
Ο Ροβέρτος Κόρτις παρετήρησε συμπτώματα στάσεως; Πάντοτε είνε επίφοβος κακή θέλησίς τινων ναυτών, και οφείλει τις να επιβάλη πειθαρχίαν σιδηράν.
Τρεις ημέραι παρήλθον, καθ' άς ουδέν νέον έχω κατά το φαινόμενον να παρατηρήσω.
Αλλ' από χθες παρατηρώ ότι ο πλοίαρχος και ο δεύτερος έχουσι συχνάς πυκνάς συνδιαλέξεις. Κινήσεις αγανακτήσεως διαφεύγουσι τον Ροβέρτον Κόρτις — εκπλήττομαι δε βλέπων ούτω πως νέον, όστις γινώσκω ότι είνε κύριο εαυτού, — αλλά μοι φαίνεται ότι ένεκα των συνδιαλέξεων τούτων ο πλοίαρχος Χόντλυ εξακολουθεί επιμένων υπέρ ποτε εις τας γνώμας του. Πλην δε τούτου, μοι φαίνεται κατατρυχόμενος υπό υπερερεθισμού, ού η αιτία με διαφεύγει.
Οι κκ. Λετουρνέρ και εγώ παρετηρήσαμεν κατά τας ώρας του φαγητού το σιωπηλόν του πλοιάρχου και την ταραχήν του Ροβέρτου Κόρτις. Ενίοτε ο δεύτερος αποπειράται να παρατείνη την συνδιάλεξιν, αλλά σχεδόν παρευθύς χαλαρούται, και ούτε ο μηχανικός Φάλστεν, ούτε ο μίστερ Κηρ, είνε άνθρωποι να την αναστηλώσωσι, πολύ δε μάλλον ο Ρόμπυ. Εν τούτοις οι επιβάται ούτοι παραπονούνται ήδη, ουχί αλόγως, διά το μήκος του διάπλου. Ο δε μίστερ Κηρ, ως άνθρωπος αξιών να κλίνωσιν ενώπιον αυτού τα στοιχεία, φαίνεται καθιστών τον πλοιάρχον Χόντλυ υπεύθυνον διά τας βραδύτητας ταύτας και φέρεται προς αυτόν αγερώχως.
Κατά την ημέραν της 17 του μηνός και από της στιγμής ταύτης, κατά παραγγελίαν του δευτέρου πλοιάρχου, καταβρέχουσι το κατάστρωμα πολλάκις της ημέρας. Συνήθως δε η εργασία αύτη γίνεται την πρωίαν, αλλ' αναμφιβόλως αιτιολογείται νυν διά της υψωμένης θερμοκρασίας ήν υφιστάμεθα, διότι είχομεν ριφθή πολύ προς Νότον. Τα υποβλήματα τα καλύπτοντα τους καθέκτας διατηρούνται εν διαρκεί υγρά καταστάσει, το δε ύφασμα αυτών πυκνωθέν κατέστησεν αυτά αδιάβροχα. Έχει δε ο _Σάνσελλορ_ αντλίας καθιστώσας εύκολον την πλύσιν ταύτην δι' ύδατος αφθόνου. Πιστεύω μάλιστα ότι το κατάστρωμα και των πολυτελεστάτων ιδιωτικών ημιολιών [34] δεν υποβάλλεται εις τελειοτέραν καθαριότητα. Και μέχρι μεν τινος σημείου, το πλήρωμα ηδύνατο να παραπονήται επί τη προσθέτω ταύτη εργασία, αλλ' όμως «δεν παραπονείται».
Την νύκτα της 23 προς την 24 του μηνός η θερμοκρασία των θαλάμων και της κοινής αιθούσης μ' εφάνη σχεδόν πνιγηρά. Ει δε και η θάλασσα εταράσσετο υπό σφοδρού σάλου, εδέησε να αφήσω ανοικτήν την παραφωτίδα [35] του θαλάμου μου κειμένην επί του δεξιού τοίχου του πλοίου.
Οριστικώς είνε πρόδηλον ότι είμεθα υπό τους τροπικούς!
Ανέβην εις το κατάστρωμα άμα τη ημέρα. Φαινόμενον ικανώς ανεξήγητον, δεν εύρον την εξωτερικήν θερμοκρασίαν ανάλογον της εσωτερικής του πλοίου. Η πρωία είνε δροσερά μάλλον, διότι ο ήλιος μόλις ανέτειλεν υπέρ τον ορίζοντα, και όμως δεν ηπατήθην, ήτο όντως μεγίστη θερμότης εν τω επιστέγω.
Τότε δε οι ναύται ασχολούνται εις την αδιάλειπτον πλύσιν του καταστρώματος και αι αντλίαι αντλούσι το ύδωρ, όπερ, παρακολουθούν την κλίσιν του πλοίου, διεκφεύγει διά των οπών των δύο τοίχων του πλοίου.
Οι ναύται ανυπόδητοι τρέχουσιν εν τη διαυγεί οθόνη, ήτις αφρίζει κυμαινομένη. Δεν ειξεύρω διατί μοι επήλθεν όρεξις να τους μιμηθώ. Εκβάλλω λοιπόν τα υποδήματά μου και τα περιπόδια, και ιδού πλαταγίζω εν τω δροσερώ τούτω θαλασσίω ύδατι.
Σφόδρα δ' εξεπλάγην αισθανόμενος το κατάστρωμα του _Σάνσελλορ_, επαισθητώς θερμόν υπό τους γυμνούς πόδας μου, και δεν δύναμαι να συγκρατήσω κραυγήν εκπλήξεως.
Ο Ροβέρτος Κόρτις μ' ακούει, στρέφεται, έρχεται προς με και αποκρινόμενος εις ερώτησίν μου, ήν δεν δύναμαι ακόμη να διατυπώσω, μοι λέγει:
«Λοιπόν, μάλιστα! Πυρκαϊά εν τω πλοίω!»
Θ'
— _19 Οκτωβρίου_. — Τα πάντα, εξηγούνται, τα διαβούλια των ναυτών, το τεταραγμένον αυτών ήθος, οι λόγοι του Όουεν, το κατάβρεγμα του καταστρώματος όπερ θέλουσι να διατηρήσωσιν εν διαρκεί υγρασία, και τέλος η θερμότης αύτη, ήτις διαχέεται νυν εν τη αιθούση και καθίσταται σχεδόν αφόρητος. Οι επιβάται ενοχλούνται υπ' αυτής ως και εγώ, αλλ' ουδέν δύνανται να νοήσωσιν εκ της ακανονίστου ταύτης θερμοκρασίας.
Ο Ροβέρτος Κόρτις μετά την σπουδαίαν ανακοίνωσίν του εσίγησεν, αναμένων ερωτήσεις μου. Αλλ' ομολογώ ότι κατ' αρχάς φρικίασις με κατέλαβεν όλον. Ενώπιόν μου είχον το φοβερώτατον των ενδεχομένων να συμβώσιν εν διάπλω, ουδείς δε ανήρ, όσον και αν είνε κύριος εαυτού, θακούση άνευ φρίκης τας απαισίας ταύτας λέξεις: «Πυρκαϊά εν τω πλοίω.»
Εν τούτοις αναλαμβάνω την αταραξίαν μου πάραυτα σχεδόν, και πρώτη μου ερώτησις είνε ήδε:
«Και από πότε η πυρκαϊά; . . .
— Από έξ ημερών!
— Από έξ ημερών! ανεφώνησα. Ώστε και την νύκτα;
— Μάλιστα, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, την νύκτα, καθ' ήν η ταραχή έγινε μεγάλη επί του καταστρώματος του _Σάνσελλορ_. Οι ναύται της τετραωρίας είχον παρατηρήση ελαφρόν καπνόν εξερχόμενον εκ των σχισμάδων του μεγάλου καθέκτου. Ο πλοίαρχος και εγώ ελάβομεν είδησιν παρευθύς. Ουδεμία αμφιβολία δυνατή! Τα εμπορεύματα ήναψαν εντός του κύτους του πλοίου, και ουδείς πλέον τρόπος ήτο να φθάσωμεν εις την εστίαν της πυρκαϊάς. Εξετελέσαμεν δε το μόνον όπερ ηδύνατο να γίνη εν τοιαύτη περιστάσει, τούτ' έστι κατεκλείσαμεν τους καθέκτας, εμποδίσαντες την είσοδον του αέρος εις τα ένδον του πλοίου. Ήλπιζον δε ότι ηθέλομεν κατορθώση ούτω να καταπνίξωμεν την έναρξιν τοιαύτης πυρκαϊάς, και όντως τας πρώτας ημέρας ενόμισα ότι την κατεστείλαμεν! Αλλ' από τριών ημερών εβεβαιώθη δυστυχώς ότι το πυρ εκ νέου προώδευεν. Η θερμότης η αναπτυχθείσα υπό τους πόδας μας αυξάνει ακαταπαύστως, και άνευ των προφυλακτικών μέσων τα όποια έλαβον, του να διατηρήται το κατάστρωμα υγρό ημέρας και νυκτός, το πυρ θα ήτο ήδη ακατάσχετον. — Προτιμώ τέλος πάντων, να τα ειξεύρετε όλα υμείς, κύριε Κάζαλλον, προσέθηκεν ο Ροβέρτος Κόρτις, και ιδού ο λόγος δι' όν σας τα λέγω.»
Ήκουσα εν σιγή την διήγησιν του δευτέρου πλοιάρχου. Κατανοώ όλην την βαρύτητα της καταστάσεως ενώπιον πυρκαϊάς, ής η έντασις αυξάνει οσημέραι [36], και ίσως ουδεμία δύναμις ανθρωπίνη δύναται να την εξαλείψη.
«Ειξεύρετε πόθεν προήλθεν η πυρκαϊά; ηρώτησα τον Ροβέρτον Κόρτις.
— Πιθανώτατα, μοι αποκρίνεται, προέρχεται εξ αυτομάτου αναφλέξεως του βάμβακος.
— Και συμβαίνει τούτο συχνάκις;
— Συχνάκις, όχι· αλλ' ενίοτε, διότι όταν ο βάμβαξ δεν είνε εντελώς στεγνός την ώραν της φορτώσεως, η ανάφλεξις δύναται να γίνη αυτομάτως, όπως ευρίσκεται εντός υγρού κύτους, όπερ είνε δύσκολον να αερίζεται. Άρα, κατ' εμέ τουλάχιστον, είνε βέβαιον ότι η πυρκαϊά δεν έχει άλλην αιτίαν.
— Και έπειτα τι σημαίνει η αιτία; απεκρίθην. Είνε δυνατόν να γίνη τίποτε, κύριε Κόρτις;
— Όχι, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, σας είπον και σας επαναλαμβάνω ότι ελάβομεν τας εν τοιαύτη περιστάσει απαιτουμένας προφυλάξεις. Εσκέφθην να θαλασσώσω το πλοίον μέχρι της ισάλου στάθμης διά να εισέλθη ύδωρ αρκετόν, το οποίον έπειτα αι αντλίαι ήθελον αντλήση· αλλ' ενομίσαμεν ότι ανεκαλύψαμεν ότι η πυρκαϊά διεδόθη μεταξύ των μεσολαβούντων στρωμάτων του φορτίου, και διά να το φθάσωμεν, θα έπρεπε να κατακλύσωμεν εντελώς το κύτος. Εν τούτοις παρήγγειλα να διατρυπήσωσι το κατάστρωμα εις διάφορα μέρη, και την νύκτα χύνουσιν ύδωρ διά των ανοιγμάτων τούτων, αλλά τούτο είνε ανεπαρκές. Όχι, έν μόνον πράγμα υπολείπεται να πράξωμεν, — όπερ πράττουσιν εν παρομοία περιστάσει, να ενεργήσωμεν διά του πνιγμού, κλείοντες πάσαν είσοδον εις τον εξωτερικόν αέρα, και αναγκάζοντες την πυρκαϊάν, ελλείψει οξυγόνου, να σβεσθή αφ' εαυτής.
— Και η πυρκαϊά εξακολουθεί αυξανομένη;
— Μάλιστα! απόδειξις ότι ο αήρ εισδύει εις το κύτος διά τινος σχισμάδος, ήν επανειλημμένως αναζητήσαντες, δεν κατωρθώσαμεν να ανακαλύψωμεν.
— Αναφέρονται παραδείγματα πλοίων, τα οποία ηδυνήθησαν να ανθέξωσιν εν τοιαύτη περιστάσει ευρεθέντα, κύριε Κόρτις;
— Αναμφιβόλως, κύριε Κάζαλλον, και δεν είνε σπάνιον, πλοία έχοντα φορτίον βάμβακα, να καταπλεύσωσιν εις Λιβερπούλην ή εις Άβρην μετά μέρους του φορτίου των απηνθρακωμένου. Αλλ' όμως εν τη περιπτώσει ταύτη η πυρκαϊά είχε κατορθωθή να σβεσθή, ή τουλάχιστον να περιορισθή κατά τον διάπλουν. Εγνώρισα πολλούς πλοιάρχους καταπλεύσαντας εις τον λιμένα μετά καταστρώματος καίοντος υπό τους πόδας των. Η εκφόρτωσις εξετελείτο τότε όσον τάχιστα, και το αβλαβές μέρος των εμπορευμάτων εσώζετο μετά του πλοίου. Αλλ' ως προς ημάς το πράγμα διαφέρει, και αισθάνομαι καλώς ότι το πυρ αντί να ανασταλή, τουναντίον οσημέραι προοδεύει. Αναγκαίως θα υπάρχει που οπή ήτις διέφυγε τας ερεύνας μας, και δι' αυτής ο έξωθεν αήρ συντηρεί την πυρκαϊάν.
— Και δεν είνε τρόπος να επανέλθωμεν οπίσω όθεν εξεκινήσαμεν, και να προσεγγίσωμεν εις την πλησιεστάτην ξηράν;
— Ίσως, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, και το ζήτημα τούτο θα συζητήσωμεν σήμερον μετά του πλοιάρχου. Αλλά, κύριε Κάζαλλον, εις υμάς το λέγω μόνον, εγώ ήδη ανέλαβον επ' ευθύνει μου να μεταβάλω την διεύθυνσιν την οποίαν έχομεν μέχρι τούδε, και πλέομεν, έχοντες ούριον τον άνεμον, προς τον Σκίρωνα (ΝΔ), ό έστι προς την ακτήν.
— Οι επιβάται δεν ειξεύρουσι καθόλου τον κίνδυνον όστις τους απειλεί;
— Τίποτε, και σας παρακαλώ να φυλάξετε μυστικήν την ανακοίνωσίν μου. Δεν πρέπει ο τρόμος των γυναικών και των μικροψύχων ανδρών να αυξήση έτι μάλλον την αμηχανίαν μας. Και το πλήρωμα έλαβε την παραγγελίαν να μη είπη τίποτε.»
Κατανοώ τους σπουδαίους λόγους τους αναγκάζοντας τον δεύτερον πλοίαρνον να λαλή ούτω πως, και τω υπισχνούμαι άκραν εχεμυθίαν.
Ι'
— _20 και 21 Οκτωβρίου_. — Επί τοις όροις τούτοις ο _Σάνσελλορ_ εξακολουθεί τον πλουν, έχων ανεπτυγμένα όσα ιστία δύναται να φέρη η εξαρτία του. Ενίοτε τα επιστήλια κάμπτονται ούτως, ώστε επίκειται η θραύσις των, αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις γρηγορεί. Διαμένων παρά το οιακοστρόφιον [37], δεν θέλει να καταλίπη τον οίακα [38] εις μόνον τον πηδαλιούχον. Διά μικρών δε παροιακισμών, επιδεξίως γινομένων, υποχωρεί προς την πνοήν του ανέμου, ότε η ασφάλεια του πλοίου θα ηδύνατο να κινδυνεύση, και, κατά το δυνατόν, ουδ' ελάχιστον μέρος της ταχύτητος του _Σάνσελλορ_ απόλλυται υπό την κυβερνώσαν αυτόν χείρα.