Ο Σάνσελλορ

Part 14

Chapter 14102 wordsPublic domain

Το εμόν δεν έλαχε. Ζητώ να υπολογήσω τας υπολειπομένας μοι πιθανότητας. Τέσσαρες καλαί, μία κακή.

Αφ' ότου ο Βάρκε ανεκραύγασεν, ουδέ λέξις άλλη ηκούσθη.

Ο δε κ. Λετουρνέρ εξακολουθεί το απαίσιον υπούργημά του.

Έβδομον όνομα έλαχε το της μις Χέρμπυ, αλλ' η νεάνις δεν ανεσκίρτησε.

Όγδοον, το εμόν. Μάλιστα! το εμόν!

Το ένατον όνομα;

«Λετουρνέρ!

— Ποίος; ερωτά ο αρχιναύτης.

— Ανδρέας!» αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ.

Κραυγή ακούεται και ο Ανδρέας πίπτει αναίσθητος.

«Εμπρός λοιπόν!» αναφωνεί μυκώμενος ο ξυλουργός Δαούλας, ού το όνομα υπολείπεται εν τω πίλω μετά του ονόματος του κ. Λετουρνέρ.

Και ο μεν Δαούλας παρατηρεί τον αντίπαλόν του ως θύμα όπερ θέλει να καταβροχθίση, αλλ' ο κ. Λετουρνέρ είνε σχεδόν μειδιών. Εισάγει την χείρα εις τον πίλον, εξάγει τον προτελευταίον κλήρον, τον αναπτύσσει βραδέως, και μετ' ευσταθείας, ήν ουδέποτε προσεδόκων παρά του ανδρός τούτου, απαγγέλλει άνευ ουδεμιάς αλλοιώσεως της φωνής του. το όνομα:

«Δαούλας!»

Ο ξυλουργός εσώθη. Ωρυγή εκφεύγει εκ του στήθους του.

Έπειτα ο κ. Λετουρνέρ λαμβάνει τον τελευταίον κλήρον, όν ουδόλως ανοίξας σχίζει.

Τεμάχιον του σχισθέντος χαρτίου έπεσεν είς τινα γωνίαν της σχεδίας, αλλ' ουδείς προσέχει εις αυτό. Έρπω προς τα εκεί, λαμβάνω το χαρτίον και έν τινι γωνία αυτού αναγινώσκω; Ανδρ . . .

Αλλ' ο κ. Λετουρνέρ εφορμά επ' εμού, μ' αρπάζει βιαίως από των χειρών το τεμάχιον τούτο του χάρτου, το συμπιέζει εντός των δακτύλων του, έπειτα, ατενίζων με μετά σοβαρότητος, το ρίπτει εις την θάλασσαν.

ΝΔ'

— _Συνέχεια της 26 Ιανουαρίου_. — Καλώς ενόησα. Ο πατήρ ελάτρευε τον υιόν, και ουδέν άλλο έχων πλέον να τω δώση πλην της ιδίας ζωής, τω την δίδει.

Εν τούτοις πάντες ούτοι οι πειναλέοι δεν θέλουσι να περιμένωσι πλέον. Οι στροφοί των σπλάγχνων των διπλασιάζονται επί τη θέα του θύματος όπερ έλαχεν αυτοίς. Δεν θεωρούσι πλέον τον κ. Λετουρνέρ ως άνθρωπον. Και ουδέν μεν είπον ακόμη, αλλ' όμως τα χείλη των προβάλλονται, οι δε αποκαλυπτόμενοι οδόντες των, έτοιμοι εις την βιαίαν αρπαγήν, θα κατασπαράξωσιν ως οδόντες σαρκοβόρων, μετά της κτηνώδους αδηφαγίας των θηρίων. Θέλουσι λοιπόν να επιπέσωσιν επί του θύματός των και να το καταβροχθίσωσι ζων;

Τις θα πιστεύση ότι την στιγμήν ταύτην έκκλησις εγένετο εις το υπόλοιπον του ανθρωπισμού, όν έτι δύνανται να έχωσιν εν εαυτοίς, και τις θα πιστεύση μάλιστα ότι η έκκλησις αύτη εισηκούσθη; Ναι! Είς λόγος ανέστειλεν αυτούς καθ' ήν στιγμήν έμελλον να επιπέσωσι κατά του κ. Λετουρνέρ. Ο αρχιναύτης, έτοιμος να αναλάβη το έργον του κρεοπώλου, ο Δαούλας κρατών τον πέλεκυν, έμειναν ακίνητοι.

Η μις Χέρμπυ προβαίνει ή μάλλον σύρεται προς αυτούς.

«Φίλοι μου, λέγει, θέλετε να περιμείνετε μίαν ακόμη ημέραν; Μόνον μίαν! Εάν αύριον δεν φανή γη, εάν δεν μας συναντήση πλοίον, ο τάλας σύντροφός μας θα γίνη βορά σας; . .»

Ως ήκουσα τας λέξεις ταύτας, ανεσκίρτησεν η καρδία μου. Μοι φαίνεται ότι η νεάνις αύτη ελάλησεν ως προφήτις, και ότι θεία έμπνευσις είνε η εμψυχούσα το ευγενές τούτο πλάσμα! Ελπίς άπειρος επανέρχεται εις την καρδίαν μου. Την παραλίαν, το πλοίον, η μις Χέρμπυ ίσως τα διείδεν εν τινι των υπερφυσικών εκείνων οπτασιών, άς ο Θεός προβάλλει ενώπιόν τινων βλεμμάτων! Ναι! Οφείλομεν να αναμείνωμεν μίαν έτι ημέραν. Και τι είνε μία ημέρα μεθ' όσα δεινά υπεμείναμεν;

Ο Ροβέρτος Κόρτις διανοείται όπως εγώ. Συνενούμεν τας παρακλήσεις ημών προς τας της μις Χέρμπυ, ο Φάλστεν λαλεί εν τη αυτή εννοία, ικετεύομεν τους συμπλωτήρας, τον αρχιναύτην, τον Δαούλαν, τους άλλους . . .

Οι ναύται ίστανται και ουδέ ψίθυρος ακούεται.

Ο αρχιναύτης ρίπτει τότε τον πέλεκύν του, έπειτα διά φωνής υποκώφου λέγει:

«Αύριον τα 'ξημερώματα!»

Η λέξις αύτη λέγει τα πάντα. Εάν αύριον μήτε γη φανή μήτε πλοίον, η φρικαλέα θυσία θα τελεσθή.

Έκαστος νυν επανέρχεται εις την θέσιν του και δι' υπολοίπου τινός προσπαθείας συνέχει τας αλγηδόνας του. Οι δε ναύται κρύπτονται υπό τα ιστία, ουδέ θέλοντες να ίδωσι καν την θάλασσαν. Ολίγον τοις μέλει, αφ' ού θα φάγωσιν αύριον!

Εν τούτοις ο Ανδρέας Λετουρνέρ συνελθών εις εαυτόν, ευθύς πρώτον απέβλεψε προς τον πατέρα του. Έπειτα βλέπω αυτόν μετρούντα τους επιβάτας της σχεδίας . . . Ουδείς ελλείπει. Τις λοιπόν έλαχε; Ότε ο Ανδρέας ελιποθύμησε, δύο μόνον ονόματα περιείχοντο εν τω πίλω, το του ξυλουργού και το του πατρός του! Αμφότεροι δε, ο τε κ. Λετουρνέρ και ο Δαούλας, είνε εκεί. Τότε η μις Χέρμπυ ελθούσα προς αυτόν λέγει απλώς ότι η κλήρωσις δεν απεπερατώθη. Ο δε Ανδρέας Λετουρνέρ δεν ερωτά περισσότερον. Λαμβάνει την χείρα του πατρός του, ού η όψις είνε ήρεμος, σχεδόν μειδιώσα. Έν δε μόνον βλέπει, έν μόνον καταλαμβάνει, ότι ο υιός του εσώθη. Τα δύο ταύτα όντα, τα ούτω στενώς συνδεδεμένα προς άλληλα, μεταβαίνουσιν εις την πρύμναν της σχεδίας και κάθηνται συνδιαλεγόμενα ταπεινή τη φωνή.

Εν τούτοις εγώ επιμένω εις την πρώτην εντύπωσιν ήν μοι ενεποίησεν η παρέμβασις της νεάνιδος. Πιστεύω ως αντίληψιν της Θείας Προνοίας. Δεν θα ηδυνάμην δε να είπω μέχρι τίνος η ιδέα αύτη ερριζούται εν τω πνεύματί μου. Θα ετόλμων να βεβαιώσω ότι εγγίζομεν εις το τέρμα των δεινών ημών και δεν θα ήμην βεβαιότερος περί τούτου, εάν το πλοίον ή η γη ήσαν εκεί πέραν μίλια τινα από τον άνεμον. — Αλλ' ο εγκέφαλος μου είναι ούτω κενός, ώστε αι χίμαιραι μεταβάλλονται εις πράγματα.

Λέγω προς τους κκ. Λετουρνέρ περί των προαισθήσεών μου· και ο Ανδρέας πέποιθεν όπως εγώ! Το ταλαίπωρον παιδίον! Και εάν είξευρεν ότι αύριον! . . .

Ο πατήρ μ' ακροάται σοβαρώς και με παραθαρρύνει να ελπίζω. Πιστεύει δε ασμένως, το λέγει τουλάχιστον, ότι ο Ύψιστος θα φεισθή των επιζώντων επιβατών του _Σάνσελλορ_, και επιδαψιλεύει τω υιώ του θωπείας, αίτινες ως προς αυτόν είνε αι έσχαται.

Έπειτα δε βραδύτερον, ότε ήμην μόνος πλησίον του κ. Λετουρνέρ κλίνει εις το ους μου και λέγει:

«Σας συνιστώ το δύσμοιρον τέκνον μου. Να μη μάθη ποτέ ότι . . .»

Και πριν αποπερατώση την φράσιν του, δάκρυα αδρά καταπίπτουσιν από των οφθαλμών του . . .

Εγώ δε είμαι όλως εύελπις.

Όθεν ουδ' επί στιγμήν αποστρέφω το βλέμμα μου και παρατηρώ τον ορίζοντα εφ' όλην αυτού την περίμετρον. Και είνε μεν έρημος, αλλά δεν ανησυχώ, διότι προ της αύριον ιστίον ή γη θα φανή που.

Ως εγώ παρατηρεί την θάλασσαν και ο Ροβέρτος Κόρτις, η δε μις Χέρμπυ, ο Φάλστεν και αυτός ο αρχιναύτης συγκεντρούσιν εν τω βλέμματι αυτών την ζωήν των όλην.

Εν τούτοις επέρχεται η νυξ, και όμως έχω πεποίθησιν ότι πλοίον τι θα προσεγγίση εν τω βαθεί τούτω σκότει, και θα ίδη τα σημεία ημών άμα τη ημέρα.

ΝΕ'

— _Τη 27 Ιανουαρίου_. — Δεν κλείω οφθαλμόν, ακούω δε και τους ελαχίστους κρότους, τον παφλασμόν του ύδατος, την βοήν των κυμάτων. Παρατηρώ δε ότι ουδείς πλέον καρχαρίας υπάρχει πέριξ της σχεδίας, θεωρώ δε τούτο ως οιωνόν άριστον.

Ή σελήνη ανέτειλε τεσσαράκοντα έξ λεπτά μετά το μεσονύκτιον. Αλλά το ανεπαρκές αυτής φως δεν μοι επιτρέπει να παρατηρήσω την θάλασσαν επί ακτίνος εκτεταμένης. Ποσάκις ενόμισα ότι διέβλεπον ολίγας οργανιάς μακράν το ποθεινότατον ιστίον!

Αλλ' ελθούσης της πρωίας, ο ήλιος ανατέλλει επί θαλάσσης ερήμην!

Η φοβερά στιγμή ήγγικεν. Αισθάνομαι κατά μικρόν εξαλειφομένας τας χθεσινάς ελπίδας μου. Το πλοίον δεν φαίνεται, αλλ' ουδέ η γη, και εγώ επανέρχομαι εις την πραγματικότητα και ενθυμούμαι! Είνε η ώρα καθ' ήν μέλλει να εκτελεσθή απαισία θανατική εκτέλεσις.

Δεν τολμώ πλέον να βλέπω το θύμα. Ότε δε οι οφθαλμοί του, οι αποδεικνύοντες τοσαύτην καρτερίαν, προσηλούνται επ' εμού, εγώ ταπεινώνω τους εμούς.

Φρίκη ανυπέρβλητος συνθλίβει μου το στήθος, και η κεφαλή μου γυρίζει ως εν τη μέθη.

Είνε η έκτη πρωινή ώρα, και πλέον δεν πιστεύω εις την αντίληψιν της θείας Προνοίας. Η καρδία μου πάλλει πλέον των εκατόν παλμών το λεπτόν και ιδρώς αγωνίας με περικαλύπτει όλον.

Ο αρχιναύτης και ο Ροβέρτος Κόρτις όρθιοι, εστηριγμένοι επί του ιστού, εξετάζουσιν αδιαλείπτως τον Ωκεανόν. Είνε δε ο αρχιναύτης φοβερός ιδείν. Γινώσκει τις καλώς ότι δεν θα επιταχύνη την ώραν, αλλ' ουδέ θα την επιβραδύνη. Μοι είνε δε αδύνατον να μαντεύσω οποίαι τινες είνε αι εντυπώσεις του πλοιάρχου, αλλ' όμως η όψις του είνε πελιδνή και φαίνεται ζων διά του βλέμματος και μόνου.

Οι δε ναύται σύρονται επί του κρηπιδώματος και διά των φλογερών οφθαλμών του κατατρώγουσιν ήδη το θύμα των!

Δεν δύναμαι να σταθώ εκεί, και μεταβαίνω μέχρι της πρώρας της σχεδίας.

Ο αρχιναύτης είνε όρθιος έτι και παρατηρεί.

«Τέλος πάντων!» αναφωνεί.

Τας λέξεις ταύτας ακούσας αναπηδώ.

Ο αρχιναύτης, ο Δαούλας, ο Φλαίπολ ο Βάρκε, ο Σάνδον προχωρούσι προς την πρύμναν, ο δε ξυλουργός σφίγγει σπασμωδικώς τον πέλεκυν του!

Η μις Χέρμπυ δεν δύναται να καταστείλη κραυγήν.

Αίφνης ο Ανδρέας ανορθούται.

«Πάτερ μου; αναφωνεί, μετά φωνής πνιγομένης.

— Ο κλήρος με υπέδειξεν . . .» απεκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ.

Ο Ανδρέας αρπάζει τον πατέρα του εν ταις αγκάλαις του, ανακράζων μετά μυκηθμού.

«Ποτέ! Σκοτώστε με καλλίτερα, σκοτώστε με! Εγώ έρριψα εις την θάλασσαν το πτώμα του Χόμμπαρτ! Εμέ, εμέ πρέπει να σφάξετε!»

Ο τλήμων!

Οι λόγοι του διπλασιάζουσι την λύσσαν των δημίων. Ο δε Δαούλας προβάς αποσπά αυτόν από των αγκαλών του κ. Λετουρνέρ λέγων:

«Ας λείπουν τα πολλά πολλά!»

Ο Ανδρέας ανατρέπεται και δύο ναύται συσφίγγουσιν αυτόν ούτως, ώστε δεν δύναται πλέον να κινηθή.

Ταυτοχρόνως δε ο Φλαίπολ και ο Βάρκε αρπάζοντες το θύμα των, σύρουσιν αυτό προς την πρώραν της σχεδίας.

Η φοβερά αύτη σκηνή τελείται ταχύτερον ή όσον την περιγράφω. Η φρίκη με προσήλωσεν επί τόπου. Ήθελον να ριφθώ μεταξύ του κ. Λετουρνέρ και των δημίων του, αλλά δεν δύναμαι!

Την στιγμήν ταύτην ο κ. Λετουρνέρ ίσταται όρθιος, απωθήσας τους ναύτας οίτινες εξέσχισαν μέρος των ενδυμάτων του. Οι ώμοι του είνε γυμνοί.

«Μίαν στιγμήν, λέγει προς αυτούς μετά τόνου φωνής, εν ώ αισθανόμεθα ζωηρότητα ακαταδάμαστον. Μίαν στιγμήν! Δεν προτίθεμαι να σας κλέψω την μερίδα σας. Αλλά δεν θα με καταβροχθίσετε ολόκληρον σήμερον, υποθέτω!»

Οι ναύται ίστανται, και κατάπληκτοι βλέπουσι και ακούουσιν. Ο δε κ. Λετουρνέρ εξακολουθεί:

«Είσθε δέκα. Δεν σας εξαρκούν αι δύο μου χείρες; Κόψατέ τας, και αύριον έχετε το υπόλοιπον! . . .

Και ταύτα λέγων, εκτείνει τας δύο χείρας του γυμνάς . . .

«Ναι!» ανακράζει ο διά φωνής φοβεράς ο ξυλουργός Δαούλας.

Και ταχύς ως ο νους, υψώνει τον πέλεκυν.

Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις δεν ηδυνήθη να βλέπη περισσότερον, ουχ ήττον δε και εγώ. Η σφαγή αύτη δεν θα εκτελεσθή, ζώντων ημών. Και ο μεν πλοίαρχος ερρίφθη εις μέσον των ναυτών, ίνα αποσπάση απ' αυτών το θύμα των, και εγώ ώρμησα εις την συμπλοκήν . . . αλλ' ότε έφθασα εις την πρώραν της σχεδίας, με απώθησε τις των ναυτών μετά σφοδρότητος και έπεσα εις την θάλασσαν . . .

Κλείω το στόμα θέλων να αποθάνω πνιγόμενος. Αλλ' ο πνιγμός είνε ανώτερος της θελήσεώς μου, τα χείλη μου ανοίγουσι και βρόχθοι τινές ύδατος εισδύουσι.»

Ύψιστε θεέ! Το ύδωρ είνε γλυκύ!

ΝΣΤ'

— _Συνέχεια της 27 Ιανουαρίου_. — Έπιον! έπιον! Αναγεννώμαι! Αίφνης αναζωογονούμαι! Δεν θέλω πλέον να αποθάνω!

Κραυγάζω και αι κραυγαί μου ακούονται. Επιφαίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις επί του χείλους της σχεδίας, μοι ρίπτει σχοινίον, όπερ η χειρ μου δράττει. Αναρριχώμαι και καταπίπτω επί του κρηπιδώματος.

Αι πρώται μου δε λέξεις είνε:

«Νερόν γλυκύ!

— Γλυκύ νερόν! αναφωνεί ο Ροβέρτος Κόρτις. Λοιπόν η γη είνε εδώ πλησίον!»

Είνε έτι καιρός! Ο φόνος δεν εξετελέσθη! Το θύμα δεν εσφάγη! Ο Ροβέρτος Κόρτις και ο Ανδρέας είχον παλαίση κατά των καννιβάλων, αλλά καθ' ήν στιγμήν έμελλον να καταβληθώσι και αυτοί, ηκούσθη η κραυγή μου.

Ο αγών καταπαύει. Επαναλαμβάνω τας λέξεις: νερόν γλυκύ! και κύψας έξω της σχεδίας πίνω απλήστως διά μεγάλων βρόχθων.

Η Μις Χέρμπυ πρώτη με μιμείται. Ο Ροβέρτος Κόρτις, ο Φάλστεν, οι άλλοι ορμώσι προς την ζείδωρον [103] ταύτην πηγήν. Πας τις ποιεί το αυτό. Τα προ μικρού ανήμερα θηρία υψούσι τας χείρας προς τον ουρανόν, τινές δε σταυροκοπούνται ανακράζοντες ότι θαύμα εγένετο. Πας τις κλίνει το γόνυ επί του χείλους της σχεδίας, και πίνει μετ' αγαλλιάσεως. Η έκστασις διαδέχεται την δεινήν μανίαν!

Ο Ανδρέας και ο πατήρ του τελευταίοι μιμούνται ημάς.

«Αλλά πού είμεθα; αναφωνώ.

— Ολιγώτερον των είκοσι μιλίων απέχομεν της γης, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις.»

Πάντες παρατηρούμεν αυτόν. Ο πλοίαρχος παραφρονεί; Ουδεμία ακτίς φαίνεται που, η δε σχεδία διατελεί κατέχουσα το κέντρον του υγρού τούτου κύκλου!

Και όμως το ύδωρ είνε γλυκύ! Από πότε δε είνε; Αδιάφορον! Αι αισθήσεις δεν μας ηπάτησαν και η δίψα ημών κατεσιγάσθη.

«Μάλιστα, η γη είνε αόρατος, αλλ' είνε εκεί! λέγει ο πλοίαρχος εκτείνων την χείρα προς Ζέφυρον (Δ).

— Ποία γη; ερωτά ο αρχιναύτης.

— Της Αμερικής, η γη όπου ρέει ο Αμαζόνειος ποταμός, ο μόνος έχων ρεύμα αρκούντως ισχυρόν, ώστε γλυκαίνει να ύδατα του Ωκεανού μέχρι είκοσι μιλίων από των εκβολών του!»

ΝΖ'

— _Συνέχεια της 27 Ιανουαρίου_. — Ο Ροβέρτος Κόρτις προδήλως έχει δίκαιον. Η εκβολή αύτη του Αμαζονείου ποταμού, ού το ποσόν είνε διακόσιαι τεσσαράκοντα χιλιάδες μέτρων κυβικών την ώραν, ό έστι τρισχιλιάκις μείζον του ποταμού των Παρισίων Σηκουάνα, είνε το μόνον μέρος του Ατλαντικού Ωκεανού, ένθα ηδυνήθημεν να εύρωμεν ύδωρ γλυκύ. Η γη είνε εκεί που, το αισθανόμεθα! Ο άνεμος φέρει ημάς εκεί!

Την στιγμήν ταύτην η φωνή της μις Χέρμπυ υψούται προς τον ουρανόν, και προς την δέησιν αυτής αναμιγνύομεν τας ημετέρας.

Ο Ανδρέας Λετουρνέρ είνε εν ταις αγκάλαις του πατρός του, εν τη πρύμνη της σχεδίας, ημείς δε οι λοιποί πάντες εν τη πρώρα παρατηρούμεν τον ορίζοντα τον προς Ζέφυρον (Δ) . . .

Μετά μίαν ώραν ο Ροβέρτος Κόρτις αναφωνεί:

«Γη!»

Το ημερολόγιον εν ώ εσημείωσα τας καθημερινάς ταύτας σημειώσεις συνετελέσθη. Η διάσωσις ημών εγένετο εντός ολίγων ωρών, θα διηγηθώ δε αυτήν εν ολίγοις.

Η σχεδία περί ώραν ενδεκάτην προ μεσημβρίας συνηντήθη κατά την άκραν Μαγκουρή επί της νήσου Μαραχώ. Ελεήμονες αλιείς περιέθαλψαν και εζωογόνησαν ημάς, έπειτα δε ωδήγησαν εις Παρά, ένθα ετύχομεν περιθάλψεων ενθερμοτάτων και συγκινητικωτάτων.

Η σχεδία επροσγείωσεν εν 0° 12' βορείου πλάτους. Ερρίφθη λοιπόν δεκαπέντε τουλάχιστον μοίρας προς Λίβα (ΝΔ), αφ' ής ημέρας κατελίπομεν το πλοίον. Λέγω δε «τουλάχιστον», διότι είνε πρόδηλον ότι εδέησε να κατέλθωμεν μάλλον προς Νότον. Κατεπλεύσαμεν δε εις την εκβολήν του Αμαζονείου ποταμού, διότι το ρεύμα του Γελφ-στρημ παρέλαβε την σχεδίαν και κατήγαγεν αυτήν εκεί. Άνευ δε της συντυχίας ταύτης η απώλεια ημών ήτο άφευκτος.

Εκ των δύο και τριάκοντα επιβιβασθέντων εν Κάρλεστον, τούτ' έστι εννέα επιβατών και είκοσι τριών ναυτών, υπελιπόμεθα πέντε μόνον επιβάται και έξ ναυτικοί, — εν όλω ένδεκα. Οι μόνοι επιζήσαντες εκ των του _Σάνσελλορ_. Πρακτικόν της διασώσεως συνετάχθη υπό των Βρασιλιανών αρχών.

Υπέγραψαν δε: Μις Χέρμπυ, I. Ρ. Κάζαλλον, Λετουρνέρ πατήρ, Ανδρέας Λετουρνέρ, Φάλστεν, αρχιναύτης, Δαούλας, Βάρκε, Φλαίπολ, Σάνδον και τελευταίον Ροβέρτος Κόρτις πλοίαρχος.

Οφείλω δε να προσθέσω ότι εν Παρά πάραυτα προσηνέχθησαν ημίν τα μέσα της εις την πατρίδα επανόδου. Πλοίον τι εκόμισεν ημάς εις Καϋένην και θα συναντήσωμεν την υπερατλάντειον Γαλλικήν γραμμήν του Άσπινβαλ ής το ατμόπλοιον _Πόλις της Σαιννχζαίρης_ θα καταγάγη ημάς εις Ευρώπην.

Και νυν μετά τοσαύτας δοκιμασίας άς από κοινού υπέστημεν, μετά τοσούτους κινδύνους, ούς εκ θαύματος, ούτως ειπείν, διεφύγομεν, δεν είνε φυσικόν να συνδέη αδιάρρηκτος φιλία τους επιβάτας του _Σάνσελλορ_; Εν οία δήποτε περιστάσει, όπου δήποτε μακράν η τύχη παρασύρη αυτούς, δεν είνε βέβαιον ότι ουδέποτι θα λησμονήσωσιν αλλήλους; Ο Ροβέρτος Κόρτις είνε και θα διατελή αείποτε ών φίλος των εν δυστυχία εταίρων αυτού.

Η δε μις Χέρμπυ ήθελε να αποσυρθή των εγκοσμίων, και να αφιερώση τον βίον της εις την περίθαλψιν των πασχόντων.

«Αλλά και ο υιός μου δεν είνε πάσχων! . .» είπε προς αυτήν ο κ. Λετουρνέρ.

Και η μις Χέρμπυ έχει νυν πατέρα μεν τον κ. Λετουρνέρ, αδελφόν δε τον υιόν αυτού Ανδρέαν. — Λέγω δε αδελφόν, αλλ' εντός ολίγου, εν τη νέα αυτής οικογενεία, η ισχυρά αύτη νεάνις θα εύρη την ευδαιμονίαν, ής είνε αξία, όπερ και ημείς ευχόμεθα αυτή εξ όλης της καρδίας.

Τ Ε Λ Ο Σ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΙΟΥΛΙΟΥ ΒΕΡΝ

ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ

ΒΡΑΒΕΥΘΕΙΣΑ ΥΠΟ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΑΚΑΔΗΜΕΙΑΣ

Έκδοσις καλλιτεχνική εις μέγα 8ον

Κατά μετάφρασιν

Π. I. ΦΕΡΜΠΟΥ

Καθηγητού

Ρωβύρος ο κατακτητής μετ' εικόνων 45 τιμάται Δρ 6

Ο _Σάνσελλορ_ μετ' εικόνων 45 τιμάται Δρ 6

Σχολή των Ροβινσώνων ή νήσος επί του Ειρην. Ωκεανού μετ' εικόνων 51 τιμάται Δρ 6

Ο Λαχνός ή ο αριθμός 9672 μετ' εικόνων 42 τιμάται Δρ 6

Μεσημβρινός Αστήρ ή χώρα των αδαμάντων μετ' εικόνων 63 τιμάται Δρ 7

_____

Λεζάντες εικόνων

Η πνοή του Βορρά ωθεί τον _Σάνσελλορ_ . . . (σελ. 1) ΡΟΒΕΡΤΟΣ ΚΟΡΤΙΣ, ο δεύτερος πλοίαρχος. Οι επιβάται του _Σάνσελλορ_. Ο Σάνσελορ και τα φύκη. (σελ. 18.) Πυρκαϊά, κύριε Κάζαλλον.·!...» (σελ. 25) Οι ναύται διέκριναν ελαφρόν καπνόν (σελ. 27) Κατελήφθη υπό σπασμωδικού φόβου (σελ. 34) Τρέχει κράζων: «Πυρκαϊά!» (σελ. 36) Γλώσσα πυρός μακρά! . . (σελ. 44) «Το πικρικόν! το πικρικόν!» (σελ. 46) Διακρίνομεν όμιλον μαύρον . . . (σελ. 51) Άνθρωπος φαίνεται κρεμάμενος.....(σελ. 53.) Παρασκευάζουσιν επί του επιστέγου κατασκήνωσιν (σελ. 56) Το νησύδριον τούτο. . . (σελ. 58) Το ιχνογράφημα του Ανδρέου. Οι ναυαγοί αλιεύοντες . . . Επιστατούντος του Φάλστεν, οι ναύται . . . Εγένετο η έκρηξις «Δεν σε συμβουλεύω να εγγίσης επάνω μου . .» Αλλ' αίφνης ο καταποντισμός αναστέλλεται . . . . Μόνος, γέρων ναυτικός . . . Μοι φαίνεται ότι διακρίνω μέλαν σημείον. «Νά, και ένα πτώμα! . .» είπεν ο Όουεν. Μάτην έτεινον τας χείρας προς ημάς . . . Η σχεδία ουριοδρομεί . . . Ως θαυμαστή αληθώς η αλιεία αύτη! «Καταιγίς! καταιγίς!» Μ' εξήπλωσεν επί του κρηπιδώματος . . . Κατά παν τέταρτον εμβρέχει τα χείλη του. . . «Κτυπάτε τον πλοίαρχον!» ωρύεται ο Όουεν . . . Ο Ροβέρτος Κόρης καταφέρει τον πέλεκυν . . . Δεν δύναμαι να καταστείλω σχήμα φρίκης Ο Όουεν εις την θάλασσαν. «Πλοίον! πλοίον!» Η κεφαλή τον ζώου αναδύεται. Κατακείμεθα ύπτιοι και πίνομεν . . . Παρατηρώ εις το φως της σελήνης. Είνε σώμα απηγχονισμένου. Έπειτα ορμά και πίπτει εις την θάλασσαν. Ακτίνες ζωηραί διαπερώσι την ομίχλην. «Φίλοι μου! περιμένετε μίαν ημέραν; . . .» Και πίνομεν, πίνομεν, πίνομεν! Η φωνή της μις Χέρμπυ υψούται προς τον Ουρανόν.

_____

1] Τρίστηλο: με τρία κατάρτια.

2] Γόμφος: καρφί. Αν ξύλινος, ο γόμφος λέγεται καβίλια.

3] Επίδρομος ή μετζάνα: Το τελευταίο κατάρτι του πλοίου, δηλαδή αυτό που βρίσκεται πιο κοντά στην πρύμνη.

4] Εξαρτία: Τα σκοινιά και τα κατάρτια και γενικά καθετί άλλο που χρησιμοποιείται στο χειρισμό των ιστίων ενός ιστιοφόρου πλοίου, τα άρμενα, η αρμποραδούρα, κοινά αρματωσιά.

5] Ίσαλος γραμμή: Η γραμμή που χαράζεται στις πλευρές του πλοίου, συνήθως στο ύψος όπου αυτές εφάπτονται με την επιφάνεια της θάλασσας — Το ίχνος της γραμμής που αφήνει η θάλασσα στα πλευρά του ακίνητου σκάφους.

6] Επίμηλο: Η γαλέτα — ξύλινος δίσκος στην κορφή των καταρτιών και του ιστού της σημαίας.

7] Άβαξ - Το σανίδωμα που αποτελεί την πρύμνη του πλοίου και είναι κάθετο σχεδόν προς την θάλασσα.

8] Ναυφθορία: Ναυάγιο, βλάβη πλοίου.

9] Τρίχαπτο: Είδος δαντέλλας.

10] Παρακύλισμα ή μπότζι: Κίνηση του σκάφους αριστερά-δεξιά.

11] Προνευστασμός ή σκαμπανέβασμα: Κίνηση του σκάφους πάνω- κάτω.

12] Πολιός: ασπρομάλλης, λευκός ή ψαρός.

13] Επίστεγο (κάσσαρο): Στα παλαιά ιστιοφόρα, υπερυψωμένο μέρος του καταστρώματος μεταξύ του ψηλότερου σημείου τους πρύμνης και του ιστού της μαΐστρας (που βρίσκεται στο κέντρο του πλοίου) στο οποίο τοποθετούνταν κατά κανόνα οι κοιτώνες των αξιωματικών.

14] Ευεκτικός: έχων ευεξία.

15] Βρενθύομαι: Υπερηφανεύομαι, κορδώνομαι.

16] Τεώς: Παγώνι.

17] Φυξίκεντρος: Φυγόκεντρος. Ο όρος προτάθηκε από τον Κωνσταντίνο Ασώπιο (1843) και επικράτησε. Ο όρος φυξίκεντρος που προτάθηκε από τον Ηρακλή Μητσόπουλο (1845) δεν επικράτησε.

18] Γιγγλυμωτό: Αρθρωτό, με αρθρώσεις.

19] Γελφ Στρημ: Gulf Stream.

20] Δόλωνας ή γάμπια: Τετράγωνο πανί που δένεται στον ιστό της μαΐστρας πάνω από τη μαΐστρα. Από αυτό παίρνει το όνομα του ο άξονας ή το κομμάτι του σύνθετου καταρτιού που το συγκρατεί (ιστός γάμπιας ή δόλωνα).

21] Ακάτιος ιστός: Ο πλωριός ιστός, ο πρώτος από την πλώρη. Ο κοντινότερος προς την πλώρη ιστός πάνω στον οποίο στηρίζεται το ακάτιο ιστίο. Στα μεγάλα ιστιοφόρα ονομάζεται και Τουρκέτο η Τρίγκος.

22] Αντιμονή: (Πλέω εν αντιμονή) ελαττώνω την ταχύτητα του πλοίου, για την αποφυγή ζημιών από την τρικυμία: για να γίνει αυτό, το πλοίο πρέπει να στραφεί προς την κατεύθυνση του ανέμου, «πλέοντας την εγγυτάτη» ,και να μειώσει τα ιστία μόνο στα χαμηλά πανιά (ιστία θυέλλης).

23] Οιακιστής: Πηδαλιούχος, πιλότος.

24] Επιστήλιο: α. Τετράγωνο πανί δεμένο επάνω από αυτό του τρίγκου και β. το μικρό κατάρτι που αντιστοιχεί σε αυτό.

25) Περί τα 30 μέτρα το δευτερόλεπτον.

26] Πρότονας: Οι ανάδρομοι κι οι πρότονοι είναι σκοινιά που στερεώνουν τα επιστήλια των ιστών, κοινώς τα στράλια.

27] Ανακωχεύω: Έχω τα πανιά κατά τέτοιο τρόπο, ώστε η λέμβος να μην προχωρεί αλλά μόνον να εκπίπτει. Ο χειρισμός λέγεται ανακωχή και τον χρησιμοποιούμε όταν πχ θέλουμε να περισυλλέξουμε ναυαγό.

28] Τρόπις: Η Τρόπιδα ή καρένα ή καρίνα (keel) ονομάζεται το κατώτερο τμήμα του πλοίου που εκτείνεται σε όλο το μήκος του.

29] Εύδιος: α. για καιρό, αίθριος, γαλήνιος, που δεν έχει σύννεφα β. (μτφ.) για τη ζωή ή την ψυχή κάποιου προσώπου ήσυχος, ειρηνικός.

30] Φώσωνας (ή παπαφίγκος): Τετράγωνο ιστίο που ξεδιπλωνόταν πάνω από τον τρίγκο και από το αντίστοιχο επιστήλιο.

31] (των αμπαριών μάλλον)

32] Καθέκτης: Μπουκαπόρτα, πόρτα καταπακτής, αμπαριού.

33] Ημίβρωτος: μισοφαγωμένος.

34] Ημιολία: Τύπος ιστιοφόρου πλοίου. Οι Άγγλοι και οι Αμερικανοί τον τύπο αυτό τον ονομάζουν "σκούνερ", εμείς από παλαιότερα "γολέτα" ή "σκούνα" ή "γολετόβρικο" ή "μυοπάρωνα".

35] Παραφωτίδα: Φινιστρίνι.

36] Οσημέραι: Από μέρα σε μέρα.

37] Οιακοστρόφιο: Τιμόνι.

38] Οίακας: Πηδάλιο.

39] Διατοιχισμός: Η Διατοίχιση ή διατοιχισμός, κοινώς «μπότζι» (λέγεται ακόμη και «σάλος»), αφορά μορφή ταλάντωσης του πλοίου κατά τον εγκάρσιο άξονα, δηλαδή οι κλίσεις δεξιά και αριστερά που παίρνει το πλοίο «εξ υπαμοιβής» (= διαδοχικά), είτε «εν πλω» (όταν κινείται), είτε «εν όρμω» (αγκυροβολημένο). Αιτία της είναι είτε ο υφιστάμενος πλάγιος κυματισμός (κατάσταση θαλάσσης), είτε κυματισμός από το φαινόμενο της αποθαλασσίας, είτε και από άλλο παράγοντα όπως από κυματισμό που προκάλεσε διερχόμενο άλλο πλοίο.

40] Σίπαρος ή Κουντρίνι: Ελαφρό τετράγωνο ιστίο που βρίσκεται πάνω από τον παπαφίγκο . Χρησιμοποιείται όταν ο άνεμος είναι ασθενής ή μέτριος.

41] Παρίστιο ή Κουρτελάτσα: Βοηθητικό πανί με τραπεζοειδές σχήμα, το οποίο τοποθετείται στην άκρη κάθε αντένας για να γίνει εκμετάλλευση λιγοστού αέρα.

42] Εφόλκιο: το σύνολο των επί του πλοίου μεταφερομένων λέμβων.

43] Σύσπαστο: α. Στη ναυτική τέχνη διάταση ή "διάταμα" (κοινώς ξεθύμασμα, ή βγάλσιμο του σχοινιού) ονομάζεται το τέντωμα που επιβάλλεται να γίνει στα καινούργια σχοινιά μόλις παραληφθούν στο πλοίο. Τα σχοινιά εκτείνονται με σύσπαστα δια του βαρούλκου προκειμένου έτσι ν΄ αποκτήσουν σταθερό και μη αυξομειούμενο μήκος. Ιδιαίτερα παλαιότερα στα ιστιοφόρα αν δεν γινόταν αυτή η εργασία και χρησιμοποιούνταν τα σχοινιά ως πρότονοι, παράτονοι ή επίτονοι των επιστηλίων τότε επιμηκύνονταν με κίνδυνο τα επιστήλια να κοπούν. β. Επίσης, τα σύσπαστα και τα πολύσπαστα είναι συνδυασμός δύο τροχίλων που συνδέονται με σχοινί ή συρματόσχοινο και χρησιμοποιούνται για την ανύψωση μικρών ή μεγάλων βαρών αντίστοιχα.

44] Ευτυχώς πάνυ: Πάνυ-»υπερθετικό -» Πολύ ευτυχώς.

45] Δες σημείωση 22

46] Διπυρίτης: (άρτος) Ψωμί που ψήθηκε δύο φορές για να διατηρηθεί περισσότερο, παξιμάδι, γαλέτα.

47] Επωτίδα: (καπόνια, davits) είναι μέρος του εξαρτισμού των σωσιβίων λέμβων και χρησιμεύουν για την καθαίρεση και την ανακρέμασή τους.

48] Φαλαινίδα (ή Φαλαινίς) ή Κέλης (ή Κέλητας): Πρόκειται για ελαφρού τύπου λέμβου στενής και μακράς για χρήση ναυάρχου, κυβερνήτη ή επιτελείου.

49] Επίτονοι: Ξάρτια των επιστήλιων.

50] Θωράκιο (Κόφα ή θωράκιο ιστού): Ξύλινη πλατφόρμα, αρχικά κυκλική και στη συνέχεια ημικυκλική, τοποθετημένη σχεδόν στην κορυφή των ψηλότερων αξόνων των ιστιοφόρων, υποβασταζόμενη από πλάγιες και εγκάρσιες ράβδους, ώστε να συμβάλλει στη συνολική αντοχή των ιστών, παρέχοντας το απαραίτητο έρεισμα στα ξάρτια των ανώτερων ιστών (επιστηλίων).

51] Τροπός: Λουρί που δένει χαλαρά το κουπί πάνω στον σκαρμό της βάρκας.

52] Λιγνυώδης: καπνώδης, σκουρόχρωμος.

53] Κορώνη: Πρύμνη.

54] Δυοίν δε θάτερον: Ποιο από τα δύο είναι καλλίτερο;

55] Βρόμος: ο θόρυβος του κεραυνού, της φωτιάς, του ανέμου, δυνατή κραυγή ή ούρλιασμα, κτλ.