Ο Σάνσελλορ

Part 13

Chapter 1320 wordsPublic domain

Τι είνε το πράγμα τούτο; Δεν δύναμαι ακόμη να το διακρίνω, και μένω εξηπλωμένος επί του δέματος των ιστίων.

Αλλ' αι πρώται ακτίνες του ήλιου ολισθαίνουσι τέλος επί της θαλάσσης, και μετ' ου πολύ διακρίνω σώμα όπερ, αιωρούμενον από του άκρου του σχοινίου, υπείκει εις τας κινήσεις της σχεδίας.

Προαίσθημα ακράτητόν με έλκει προς το σώμα τούτο, και έρχομαι εις την ρίζαν του ιστού . . .

Το σώμα τούτο είνε απηγχονισμένου ανθρώπου. Ο απηγχονισμένος δε ούτος είνε ο τροφοδότης Χόμμπαρτ! Τον ταλαίπωρον! εγώ, μάλιστα εγώ! τον ώθησα εις την αυτοκτονίαν!

Κραυγή φρίκης μ' εκφεύγει. Οι συμπλωτήρες μου εγείρονται, βλέπουσι το σώμα, εφορμώσιν επ' αυτού . . . αλλ' ουχί ίνα μάθωσιν εάν υπολείπεται έτι σπινθήρ ζωής! . . . Άλλως τε ο Χόμμπαρτ είνε νεκρός πλέον, το δε πτώμα του ήδη ψυχρόν.

Εν ακαρεί το σχοινίον κόπτεται και ο αρχιναύτης, ο Δαούλας, ο Γύγξτροπ, ο Φάλστεν, άλλοι τινές είνε εκεί κεκλιμένοι επί του πτώματος τούτου . . . .

Ουχί! δεν είδον! . . . Δεν ηθέλησα να ίδω! Δεν μετέσχον του βδελυρού τούτου συμποσίου. Ούτε η μις Χέρμπυ, ούτε ο Ανδρέας Λετουρνέρ, ουδέ ο πατήρ του ηθέλησαν να εξαγοράσωσιν ανακούφισιν των δεινών των επί τη τιμή ταύτη!

Περί δε του Ροβέρτου Κόρτις . . . αγνοώ . . . Δεν ετόλμησα να τον ερωτήσω.

Ως προς δε τους άλλους, τον αρχιναύτην, τον Δαούλαν, τον Φάλστεν, τους ναύτας! Ω! ο άνθρωπος μεταβαλλόμενος εις άγριον θηρίον . . . . Φοβερόν πράγμα!

Οι κκ. Λετουρνέρ, η μις Χέρμπυ και εγώ κρυπτόμεθα υπό την σκηνήν, ουδέν θελήσαντες να ίδωμεν! Αρκεί ότι ηκούομεν!

Ο Ανδρέας Λετουρνέρ ήθελε να επιπέση κατά των καννιβάλων τούτων να τους αποσπάση τα φρικαλέα ταύτα λείψανα! Εδέησε δε να παλαίσω προς αυτόν ίνα τον συγκρατήσω.

Και όμως ήτο δικαίωμά των των ταλαίπωρων τούτων! Διότι ο Χόμμπαρτ ήτο νεκρός! δεν τον εφόνευσαν! Και ως είπε ποτε ο αρχιναύτης «προτιμότερον να φάγη τις νεκρόν ή ζωντανόν!»

Τις οίδε νυν εάν η σκηνή αύτη μη είνε ο πρόλογος δράματός τινος αποτροπαίου, μέλλοντος να καθαιμάξη την σχεδίαν!

Πάσας τας παρατηρήσεις ταύτας είπον προς τον Ανδρέαν Λετουρνέρ, αλλά δεν ηδυνήθην να διασκεδάσω την φρίκην αυτού, ήτις είχε κορυφωθή εις το έπακρον!

Εν τούτοις σκέφθητε ότι αποθνήσκομεν της πείνης, οκτώ δε των συμπλωτήρων ημών θα διαφύγωσιν ίσως τον φρικαλέον τούτον θάνατον!

Ο Χόμμπαρτ διά των προμηθειών άς είχε κρύψη ήτο ο ακμαιότατος πάντων ημών, ουδεμία δε οργανική νόσος είχεν αλλοιώση τους ιστούς αυτού. Απηλλάγη δε του ζην εν πληρεστάτη υγιεία υπό κτηνώδους αποφάσεως!

Αλλ' εις τίνας φρικαλέους διαλογισμούς το πνεύμα μου παρασύρεται; Οι καννίβαλοι ούτοι μοι εμποιούσιν μάλλον φθόνον ή φρίκην;

Τούτων τις την στιγμήν ταύτην εγείρει φωνήν. Ο ξυλουργός Δαούλας.

Λέγει δε να εξατμίσωσι θαλάσσιον ύδωρ εις τον ήλιον, ίνα συλλέξωσιν άλας.

«Και θα αλατίσωμεν το υπόλοιπον, λέγει.

— Ναι,» αποκρίνεται ο αρχιναύτης.

Έπειτα ουδέν πλέον. Αναμφιβόλως η πρότασις του ξυλουργού εγένετο αποδεκτή, διότι δεν ακούω πλέον τίποτε. Σιωπή βαθεία αποκαθίσταται εν τη σχεδία, και εικάζω ότι οι συμπλωτήρες μου υπνώττουσι.

Δεν πεινώσι πλέον.

ΜΗ'

— _Τη 10 Ιανουαρίου_. — Την 19 Ιανουαρίου ο αυτός ουρανός, η αυτή θερμοκρασία. Η νυξ ουδεμίαν επιφέρουσα μεταρρύθμισιν εν τη καταστάσει της ατμοσφαίρας. Ουδέ ολίγας ώρας ηδυνήθην να κοιμηθώ.

Περί την πρωίαν ακούω κραυγάς οργής εκρηγνυμένας εν τη σχεδία.

Οι κκ. Λετουρνέρ και η μις Χέρμπυ, διατρίβοντες μετ' εμού υπό την σκηνήν, εγείρονται. Αποσύρω την οθόνην και βλέπω τι συμβαίνει.

Ο αρχιναύτης, ο ξυλουργός Δαούλας, οι άλλοι ναύται είνε εις το έπακρον εξηρεθισμένοι. Ο δε Ροβέρτος Κόρτις, καθήμενος εν τη πρύμνη, εγείρεται, και μαθών τι εξάπτει την οργήν των προσπαθεί να τους πραΰνη.

«Όχι! όχι! θα μάθωμεν ποιος το έκαμεν, είπεν ο Δαούλας περιφέρων βλέμμα άγριον.

— Ναι, επαναλαμβάνει ο αρχιναύτης, εδώ μέσα είνε κλέπτης, εχάθη εκείνο που μας ειχε περισσεύση.

— Δεν είμ' εγώ! — Ουδ' εγώ!» αποκρίνονται κατά σειράν οι ναύται.

Και βλέπω τους ταλαιπώρους ανερευνώντας πάσας τας γωνίας, εγείροντας τα ιστία, μετατοπίζοντας τους σφηκίσκους. Η δε οργή των αυξάνει καθ' όσον βλέπουσι τας ερεύνας των άνευ τινός αποτελέσματος.

Ο αρχιναύτης έρχεται προς με και μοι λέγει:

«Θα τον ειξεύρετε τον κλέπτην.

— Δεν ειξεύρω τι μου λέγεις», αποκρίνομαι εγώ.

Ο Δαούλας καί τινες των ναυτών έρχονται πλησίον.

«Εψάξαμεν παντού, είπεν ο Δαούλας. Τώρα μένει μόνον αυτή η σκηνή.

— Κανείς από 'μας δεν εξήλθεν από την σκηνήν, Δαούλα.

— Πρέπει να ιδούμεν!

— Όχι! αφήσατε ησύχους αυτούς που αποθνήσκουν της πείνης.

— Κύριε Κάζαλλον, μοι λέγει ο αρχιναύτης κρατούμενος, δεν σας κατηγορούμεν . . . . Αν τυχόν και επήρε κανείς από σας το μερτικόν του, που δεν το ήθελε χθες, είνε δικαίωμά του, και το έχει καλά παρμένο. Αλλά εχάθη όλον το κομμάτι, εκαταλάβατε;

— Να ψάξωμε 'ς την σκηνήν!» αναφωνεί ο Σάνδων.

Οι ναύται προβαίνουσιν, εγώ δε δεν δύναμαι να αντισταθώ εις τους ταλαιπώρους τούτους, ούς η οργή τυφλώνει. Δεινός φόβος με καταλαμβάνει. Μήπως ο κ. Λετουρνέρ, ουχί δι' εαυτόν, αλλά χάριν του υιού του, προέβη μέχρι του να λάβη . . . Εάν το έπραξε, θα κατασπαραχθή υπό των μαινομένων τούτων.

Παρατηρώ τον Ροβέρτον Κόρης, ως ζητών παρ' αυτού προστασίαν. Ο Ροβέρτος Κόρτις ελθών ίσταται πλησίον μου. Αι δύο χείρες του είνε βεβυθισμέναι εντός των θυλακίων, αλλά μαντεύω ότι είνε ωπλισμέναι.

Εν τούτοις τη προσταγή του αρχιναύτου η μις Χέρμπυ και οι κκ. Λετουρνέρ ηναγκάσθησαν να καταλίπωσι την σκηνήν, ήν οι ναύται ηρεύνησαν μέχρι και των αποκρυφωτάτων γωνιών, αλλά μάτην ευτυχώς.

Είνε δε πρόδηλον ότι, αφ' ού το λείψανον του Χόμμπαρτ εγένετο άφαντον, είχε ριφθή εις την θάλασσαν.

Ο αρχιναύτης, ο ξυλουργός, οι ναύται κατατρύχονται υπό φρικαλέου απελπισμού.

Αλλά τις εποίησε τούτο; Αποβλέπω προς την μις Χέρμπυ και τον κ. Λετουρνέρ· αλλά το βλέμμα των αποκρίνεται ότι δεν είνε αυτοί.

Οι οφθαλμοί μου φέρονται προς τον Ανδρέαν, όστις αποστρέφει επί στιγμήν την κεφαλήν.

Ταλαίπωρε νεανία! Αυτός; Και εάν αυτός, άρα γε κατανοεί τα παρακολουθήματα της πράξεως ταύτης;

ΜΘ'

— _Από της 20 μέχρι της 22 Ιανουαρίου_. — Κατά τας επομένας ημέρας οι μετασχόντες του αποτροπαίου δείπνου της 18 Ιανουαρίου ολίγον ταλαιπωρούνται, αφ' ού έφαγον και έπιον.

Αλλά η μις Χέρμπυ, ο Ανδρέας Λετουρνέρ, ο πατήρ του, εγώ είνε δυνατόν να περιγραφή τι πάσχομεν! Δεν είμεθα αξιολύπητοι διά την απώλειαν των λειψάνων τούτων! . . . Εάν τις ημών αποθάνη, θα ανθέξωμεν; . . .

Ο αρχιναύτης Δαούλας και οι άλλοι μετ' ου πολύ κατελήφθησαν αύθις υπό της πείνης, και παρατηρούσιν ημάς μετά οφθαλμών πεπλανημένων. Είμεθα λοιπόν λεία βεβαία αυτών;

Αληθώς ότι μάλιστα κατατρύχει ημάς δεν είνε η πείνα, αλλ' η δίψα. Μάλιστα! Μεταξύ σταγόνων τινών ύδατος και ψιχίων τινών διπυρίτου ουδείς ημών ήθελε διστάση. Τούτο ερρήθη πάντοτε υπό ναυαγών διατελούντων εν αίς και ημείς περιστάσεσι, και είνε αληθές. Πάσχει τις μάλλον υπό της δίψης ή υπό της πείνης, και ταχύτερον αποθνήσκει.

Και, ω του φοβερού δεινού! έχει τις πέριξ αυτού το θαλάσσιον τούτο ύδωρ, όπερ ο οφθαλμός βλέπει ούτως ομοιάζον προς το γλυκύ ύδωρ! Πολλάκις προσεπάθησα να πίω σταγόνας τινάς, αλλά προεκάλεσεν εν εμοί αφορήτους ναυτίας και δίψαν δεινοτέραν μετά ταύτα ή πρότερον.

Α! Αρκεί, αρκεί! Τεσσαράκοντα δύο ημέραι είνε αφ' ότου κατελίπομεν το πλοίον! Τις ημών δύναται να εξαπατηθή του λοιπού; Δεν είμεθα προωρισμένοι να αποθάνωμεν μετ' αλλήλους και δια του χειρίστου των θανάτων!

Αισθάνομαι ότι ώσπερ τις ομίχλη συμπυκνούται περί τον εγκέφαλόν μου. Προσεγγίζει να με καταλάβη ως παραφροσύνη. Αγωνίζομαι να συγκρατήσω την φεύγουσαν διάνοιάν μου. Η παραφροσύνη αύτη με φοβίζει! Πού θα με οδηγήση; Θα είμαι αρκούντως ισχυρός ίνα αναλάβω το λογικόν μου; . .

Συνήλθον, — μετά πόσας ώρας δεν θα ηδυνάμην να είπω. Το μέτωπόν μου ήτο κεκαλυμμένον υπό σπληνίων [98] θαλασσοβρέκτων τη φροντίδι της μις Χέρμπυ. Αλλ' αισθάνομαι ότι ολίγος έτι χρόνος ζωής μοι υπολείπεται!

Σήμερον, 22 του μηνός, σκηνή φρικαλέα. Ο μαύρος Γύγξτροπ, καταληφθείς αίφνης υπό σφοδράς μανιώδους παραφροσύνης, διατρέχει την σχεδίαν ωρυόμενος. Ο Ροβέρτος Κόρτις θέλει να τον συγκρατήση, αλλά μάτην! Επιπίπτει καθ' ημών θέλων να μας καταβροχθίση, και αναγκαζόμεθα να αμυνώμεθα κατά των επιθέσεων του άγριου τούτου θηρίου. Ο Γύγξτροπ ήρπασε μοχλόν και είνε δυσχερές να αποκρούη τις τα κτυπήματά του.

Αλλ' αίφνης υπό τροπής ήν μόνος ο παροξυσμός της παραφροσύνης εξηγεί, η λύσσα του Γύγξτροπ στρέφεται καθ' εαυτού. Σπαράσσει τας σάρκας του διά των οδόντων, διά των ονύχων, ρίπτων το αίμα του κατά πρόσωπον ημών και κραυγάζων:

«Πιέτε! πιέτε!»

Επί τινας στιγμάς αγωνιά ούτω πως και κατευθύνεται προς την πρύμναν της σχεδίας κράζων αδιαλείπτως:

«Πιέτε! πιέτε!»

Έπειτα ορμά και ακούω το σώμα του καταπίπτον εις την θάλασσαν.

Ο αρχιναύτης, ο Φάλστεν, ο Δαούλας σπεύδουσιν ίνα παραλάβωσι το πτώμα, αλλ' ουδέν άλλο βλέπουσιν ή κύκλον ευρύν κόκκινον, και εν μέσω αυτού παλαίοντας καρχαρίας τεραστίους!

Ν'

— _Τη 22 και 23 Ιανουαρίου_. — Ένδεκα πλέον συμπλωτήρες είμεθα, και νυν μοι φαίνεται των αδυνάτων να μη μετρή εκάστη ημέρα και νέον θύμα. Το οίον δήποτε τέλος του δράματος τούτου προσεγγίζει. Εντός οκτώ ημερών ή θα έχωμεν προσορμισθή εις την γην, ή πλοίον τι θα έχη διασώση τους ναυαγούς. Ει δε μη, ο έσχατος των επιζώντων επιβατών του _Σάνσελλορ_ θα ζήση.

Την 23 η όψις του ουρανού μετεβλήθη, ο άνεμος διαφερόντως επετάθη, γενόμενος την νύκτα Μέσης (ΒΑ). Το ιστίον της σχεδίας εκολπώθη και ολκός αρκούντως διακρινόμενος δεικνύει ότι η σχεδία μετατοπίζεται επαισθητώς, τρία μίλια την ώραν κατά τους υπολογισμούς του πλοιάρχου.

Ο Ροβέρτος Κόρτις και ο μηχανικός Φάλστεν είνε βεβαίως οι σθεναρώτατοι μεταξύ ημών. Ει και η ισχνότης αυτών είνε εσχάτη, υπομένουσιν όμως τας στερήσεις ταύτας εις τρόπον θαυμαστόν. Των αδυνάτων να παραστήσω εις οποίον έσχατον βαθμόν κατήντησεν η τλήμων [99] μις Χέρμπυ. Είνε ψυχή πλέον, αλλά ψυχή ακμαία έτι, και όλη αυτής η ζωή φαίνεται καταφυγούσα εις τους οφθαλμούς, οίτινες λάμπουσιν ασυνήθως. Ζη εν τω ουρανώ, ουχί επί της γης!

Και όμως, ανήρ ζωηρότατος, νυν όλως καταβεβλημένος είνε ο αρχιναύτης. Είνε δε αγνώριστος. Την κεφαλήν έχων νεύουσαν επί του στήθους, τας μακράς οστεώδεις χείρας ηπλωμένας επί των γονάτων, ών αι οξείαι επιγονατίδες εξέχουσιν υπό την τετριμμένην περισκελίδα, διατελεί καθήμενος έν τινι γωνία της σχεδίας, ουδόλως εγείρων τους οφθαλμούς. Πολύ δε διάφορος της μις Χέρμπυ, αυτός ζη μόνον διά του σώματος· τοιαύτη δε είνε η ακινησία του, ώστε υποθέτω ενίοτε ότι έπαυσε του ζην.

Ούτε λόγοι, ούτε καν στεναγμοί επί της σχεδίας ταύτης. Σιγή άκρα. Λέξεις διαμείβονται καθ' εκάστην ουδέ καν δέκα. Άλλως τε αι ολίγαι τινές λέξεις άς θα ηδύναντο να προφέρωσιν η γλώσσα ημών, τα οιδαλέα και απεσκληρυμένα χείλη, θα ήσαν όλως ακατάληπτοι. Η σχεδία πλέον φέρει φάσματα κατεσκληκότα [100], έξαιμα, ουδέν έχοντα το ανθρώπινον!

ΝΑ'

— _Τη 24 Ιανουαρίου_. — Πού είμεθα; Πού του Ατλαντικού Ωκεανού παρεσύρθη η σχεδία; Δις ηρώτησα τον Ροβέρτον Κόρτις, όστις αορίστως μόνον ηδυνήθη να μ' αποκριθή. Αλλ' όμως, επειδή εξηκολούθει σημειών την διεύθυνσιν των ρευμάτων και των ανέμων, νομίζει ότι θα ήχθημεν πάλιν προς Ζέφυρον (Δ), τούτ' έστι προς το μέρος της ξηράς.

Σήμερον ο άνεμος εκόπασε τέλεον. Εν τούτοις υπάρχει επί της επιφανείας της θαλάσσης σάλος ευρύς, δεικνύων ότι ταραχή τις των υδάτων συνέβη προς Απηλιώτην (Α). Τρικυμία αναμφιβόλως θα ανέτρεψε το μέρος τούτο του Ατλαντικού. Η σχεδία καταπονείται πολύ υπό των κυμάτων, ο δε Ροβέρτος Κόρτις, ο Φάλστεν, ο ξυλουργός καταβάλλουσι το υπολειπόμενον των δυνάμεων αυτών προς στερέωσιν των μερών της σχεδίας, των κινδυνευόντων να διαλυθώσι.

Αλλά προς τι κοπιώσιν. Ας διαλυθώσι τέλος αι σανίδες αύται εις τα εξ ών συνετέθησαν. Ας μας καταπίη ο Ωκεανός ούτος! λίαν πολύν χρόνον αμφισβητούμεν αυτώ την αθλίαν ημών ζωήν!

Αληθώς τα δεινά ημών εκορυφώθησαν εις τον ύπατον βαθμόν όν δύναται να υπομένη ο άνθρωπος. Αδύνατον δε να γίνωσιν έτι δεινότερα. Ο καύσων είνε αφόρητος. Τηκτόν μόλυβδον διαχέει ο ουρανός εφ' ημών. Ο ιδρώς πλημμυρεί ημάς διά των ρακωδών ενδυμάτων ημών, η δε διαπνοή αύτη αυξάνει έτι μάλλον την δίψαν. Ουχί, δεν δύναμαι να παραστήσω ό τι συναισθάνομαι! Αι λέξεις ελλείπουσιν όταν τις θέλη να εκφράση δεινά υπεράνθρωπα!

Ο μόνος τρόπος αναψυχής, εις όν ενίοτε ηδυνάμεθα να καταφεύγωμεν, είνε ήδη απηγορευμένος ημίν, και ουδείς διανοείται να λουσθή εν τη θαλάσση, διότι από του θανάτου του Γύγξτροπ οι καρχαρίαι προσερχόμενοι αγεληδόν περικυκλούσι την σχεδίαν.

Προσεπάθησα σήμερον να πορισθώ ολίγον ύδωρ πόσιμον, εξατμίζων ύδωρ θαλάσσιον. Αλλά, ει και κατέβαλον πλείστην υπομονήν, μόλις επιτυγχάνω να υγράνω τεμάχιον υφάσματος. Άλλως τε το προς βράσιν του ύδατος αγγείον δεν ηδυνήθη ν' ανθέξη εις το πυρ, διερράγη, και ηναγκάσθην να παραιτηθώ της εργασίας ταύτης.

Ο μηχανικός Φάλστεν είνε ήδη σχεδόν απειρηκώς [101] και ολίγας τινάς ημέρας θα επιζήση. Εγείρων τους οφθαλμούς δεν τον βλέπω καν πλέον. Κατεκλίθη υπό τα ιστία ή απέθανε; Μόνος ο δραστήριος Κόρτις ίσταται όρθιος κατά την πρώραν της σχεδίας και παρατηρεί! Όταν συλλογίζωμαι ότι ο ανήρ ούτος . . . . ελπίζει έτι!

Εγώ απέρχομαι να κατακλιθώ κατά την πρύμναν, αναμένων εκεί τον θάνατον. Όσον τάχιστα, τόσον καλλίτερον.

Πόσαι παρήλθον ώραι, αγνοώ . . . . Αίφνης ακούω καγχασμούς. Εξ άπαντος παρεφρόνησέ τις ημών!

Οι καγχασμοί ούτοι διπλασιάζονται. Εγώ δε δεν ανεγείρω την κεφαλήν. Ολίγον μοι μέλει. Εν τούτοις λέξεις τινές ασυνάρτητοι έρχονται μέχρι εμού.

«Ένα λιβάδι! ένα λιβάδι! Πράσινα δένδρα! και από κάτω από τα δένδρα μία ταβέρνα! γρήγορα! γρήγορα! Φέρτε μπράντεβιν, τζιν, νερό μία λίρα τη σταλαγματιά.! Πληρώνω! Έχω χρήματα! έχω χρήματα!»

Ω! τον ταλαίπωρον παρακρούοντα! Όλον το χρήμα της Τραπέζης δεν θα ηδύνατο να σοι δώση μίαν σταγόνα ύδατος επί του παρόντος!

Ο ναύτης Φλαίπολ είνε ο καταληφθείς υπό παραφροσύνης, και ανακράζει:

«Γη! γη είνε εκεί!»

Η λέξις αύτη και νεκρόν ήθελε γαλβανίση. Καταβάλλω επώδυνον προσπάθειαν και ανορθούμαι. Ουδεμία γη! Ο Φλαίπολ περιπατεί επί του κρηπιδώματος και γελά. Άδει νεύων προς παραλίαν τινά φανταστικήν. Βεβαίως αι άμεσοι αντιλήψεις της ακοής αυτού, της όψεως, της γεύσεως εξέλιπον, αλλ' αναπληροί αυτάς φαινόμενόν τι καθαρώς εγκεφαλικόν. Όθεν λαλεί προς φίλους απόντας, παρασύρων αυτούς εις το εν Κάρδιφ καπηλείον του, _Εις τα όπλα του Γεωργίου_, εκεί δε προσφέρει τζιν, ουίσκυ, ύδωρ — ύδωρ προ πάντων, ύδωρ όπερ τον μεθύσκει! Βαδίζει επί των εξηπλωμένων τούτων σωμάτων, προσκόπτων κατά παν βήμα, καταπίπτων, ανεγειρόμενος, άδων διά φωνής μεθύοντος ανθρώπου. Φαίνεται διατελών εν τω ανωτάτω βαθμώ της μέθης. Κατεχόμενος δε υπό της παραφροσύνης αυτού, δεν πάσχει πλέον, η δε δίψα του κατεσιγάσθη! Α! επεθύμουν να ήμην και εγώ κατειλημμένος υπό παρακρούσεως ως αυτός!

Ο τάλας λοιπόν θα τελευτήση όπως ο μαύρος Γύγξτροπ, ριπτόμενος εις τα κύματα;

Τούτο φαίνονται διανοηθέντες ο Δαούλας, ο Φάλστεν και ο αρχιναύτης, διότι, εάν ο Φλαίπολ θέλη να φονευθή, δεν θα τον αφήσωσι να το πράξη «άνευ ίδιας αυτών ωφελείας!» Όθεν παρευθύς ανεγείρονται, και τον παρακολουθούσι παραφυλάττοντες. Εάν ο Φλαίπολ θέλη να ριφθή εις την θάλασσαν, θα διαμφισβητήσωσιν αυτόν προς τους καρχαρίας!

Αλλά δεν έμελλε να γίνωσιν ούτω τα πράγματα. Κατά την παράκρουσιν αυτού ο Φλαίπολ έφθασε πράγματι εις τον ύπατον βαθμόν της μέθης, ως εάν είχε μεθυσθή εκ των ποτών, άτινα προσέφερεν εν τη παραφροσύνη του, και καταπεσών ως όγκος απεκοιμήθη ύπνον μολύβδινον.

ΝΒ'

— _Τη 25 Ιανουαρίου_. — Η νυξ της 24 προς την 25 Ιανουαρίου εγένετο ομιχλώδης και, ουκ οίδα τινος ένεκα φαινομένου, εκ των θερμοτάτων νυκτών άς δύναταί τις να φαντασθή. Η ομίχλη αύτη είνε πνιγηρά. Νομίζει τις ότι είς σπινθήρ ήθελεν εξαρκέση να μεταδώση εις αυτήν το πυρ, ως εις εκρηκτικήν τινα ουσίαν. Η σχεδία ου μόνον είνε στάσιμος, αλλ' ουδεμίαν πλέον κίνησιν αισθάνεται. Ενίοτε ερωτώ εμαυτόν εάν έτι επιπλέη.

Κατά την νύκτα ταύτην προσπαθώ να μετρήσω πόσοι είμεθα επί της σχεδίας. Μοι φαίνεται δε ότι είμεθα ένδεκα, αλλά μόλις δύναμαι να συγκεντρώσω τας αναγκαίας εννοίας, ίνα καταρτίσω τον υπολογισμόν τούτον, διότι οτέ μεν ευρίσκω δέκα, οτέ δε δώδεκα, αλλά θα είνε ένδεκα, μετά τον θάνατον του Γύγξτροπ. Αύριον θα είνε μόνον δέκα, διότι εγώ θα είμαι νεκρός.

Αισθάνομαι καλώς τω όντι ότι εγγίζω εις το τέρμα των δεινών μου, διότι όλος μου ο βίος διέρχεται προ της μνήμης μου. Την πατρίδα μου, τους φίλους μου, την οικογένειάν μου εδόθη μοι να επανίδω το ύστατον ήδη εν ονείρω.

Περί την πρωίαν εξηγέρθην, εάν δύναταί τις να αποκαλέση ύπνον την νοσηράν ταύτην κάρωσιν εν ή είμαι βεβυθισμένος. Ο Θεός να με συγχωρήση, αλλά διανοούμαι σπουδάζων να θέσω τέρμα εις τον βίον μου. Η ιδέα αύτη εντυπούται εν τω εγκεφάλω μου, και αισθάνομαι ηδονήν τινα, λέγων κατ' εμαυτόν ότι τα δεινά ταύτα θα λήξωσιν όταν εγώ θελήσω.

Ανακοινώ την απόφασίν μου τω Ροβέρτω Κόρτις μετά μοναδικής ηρεμίας πνεύματος. Ο δε πλοίαρχος εις απάντησιν νεύει καταφατικώς.

Έπειτα δε μοι λέγει:

«Εγώ τουλάχιστον δεν θα φονευθώ, διότι η πράξις μου θα ήτο εγκατάλειψις της θέσεώς μου. Εάν ο θάνατος δεν με 'πάρη προ των συντρόφων μου, θα μείνω ο έσχατος επί της σχεδίας ταύτης!»

Η ομίχλη επιμένει. Πλέομεν δε εν τω μέσω ατμοσφαίρας υποτέφρου, ουδέ την επιφάνειαν του ύδατος δυνάμενοι πλέον να ίδωμεν. Η ομίχλη ανέρχεται εκ του Ωκεανού ως νεφέλη πυκνή, αλλ' αισθανόμεθα καλώς ότι υπεράνω αυτής λάμπει ήλιος φλογερός, όστις μετ' ου πολύ θα αντλήση όλους τούτους τους ατμούς.

Περί ώραν εβδόμην νομίζω ότι ακούω φωνάς πτηνών υπεράνω της κεφαλής μου. Ο δε Ροβέρτος Κόρτις διατελών όρθιος, ακροάται απλήστως των φωνών τούτων. Αι φωναί δε αύται επαναλαμβάνονται τρις.

Την τρίτην φοράν πλησιάζω και ακούω τον πλοίαρχον ψιθυρίζοντα υποκώφως:

«Πτηνά. . . αλλά τότε . . . η γη θα είνε εδώ πλησίον! . .»

Ο Ροβέρτος Κόρτις πιστεύει λοιπόν ακόμη εις την γην. Αλλ' εγώ όμως δεν πιστεύω! Ούτε ήπειροι υπάρχουσιν, ούτε νήσοι. Η δε σφαίρα ουδέν άλλο είνε ή σφαιροειδές τι υγρόν, ως και εν τη δευτέρα περιόδω του σχηματισμού αυτής!

Εν τούτοις αναμένω την άρσιν της ομίχλης μετά τινος αγωνίας, ουχί διότι ελπίζω να διακρίνω γην, αλλά διότι με κατέχει άτοπος σκέψις ελπίδος ανεκτελέστου και σπεύδω να απαλλαχθώ αυτής.

Μόνον περί την ενδεκάτην η ομίχλη άρχεται διαλυομένη. Εν ώ δε αι πυκναί αυτής έλικες κυλίονται επί της επιφανείας των κυμάτων, διαβλέπω διά τινων ανωτέρων οπών το κυανούν του ουρανού. Ακτίνες ζωηραί διέρχονται διά της ομίχλης, και κεντούσιν ημάς ως βέλη μετάλλινα πεπυρακτωμένα. Αλλ' η συμπύκνωσις αύτη των ατμών τελείται εν τοις άνω στρώμασι και δεν δύναμαι έτι να παρατηρήσω τον ορίζοντα.

Επί ημίωρον αι συστροφαί αύται περιβάλλουσιν ημάς και δεν διαλύονται άνευ δυσχερείας, διότι ουδόλως πνέει άνεμος.

Ο Ροβέρτος Κόρτις, εστηριγμένος επί του χείλους του κρηπιδώματος, προσπαθεί να διαπεράση το πυκνόν τούτο εξ ομίχλης παραπέτασμα.

Τέλος ο ήλιος εν όλω αυτού τω καύσωνι καθαρίζει την επιφάνειαν του Ωκεανού, η ομίχλη υποχωρεί, το φως εκτείνεται εις ακτίνα μείζονα και επιφαίνεται ο ορίζων.

Ο ορίζων δε ούτος είνε οποίος και από έξ ήδη εβδομάδων, — γραμμή συνεχής και κυκλική, εφ' ής συγχέονται ουρανός και ύδωρ!

Ο Ροβέρτος Κόρτις αποβλέψας περί εαυτόν δεν λέγει λέξιν. Α! Τον οικτίρω ειλικρινώς, διότι εκ πάντων ημών αυτός μόνος δεν δικαιούται να τελευτήση τον βίον οπόταν θελήση. Εγώ δε θα αποθάνω αύριον, και εάν δεν με πλήξη ο θάνατος, εγώ θα τον προϋπαντήσω. Περί δε των συμπλωτήρων μου αγνοώ εάν είνε ζώντες έτι, αλλά μοι φαίνεται ότι πολλαί ημέραι παρήλθον αφ' ότου δεν τους είδον.

Επανήλθεν η νυξ, αλλά δεν ηδυνήθην να κοιμηθώ επί μίαν καν στιγμήν. Περί ώραν δευτέραν η δίψα τοσούτον με βασανίζει, ώστε δεν δύναμαι να καταστείλω τας κραυγάς μου. Τι! πριν αποθάνω δεν θα απολαύσω της υπερτάτης ηδονής του να κατασβέσω το πυρ το κατακαίον το στήθος μου.

Ναι! θα πίω το ίδιον μου αίμα ελλείψει του αίματος των άλλων. Και γινώσκω μεν ότι τούτο εις ουδέν θα μ' ωφελήση, αλλά τουλάχιστον θα εξαπατήσω το πάθος μου.

Και άμ' έπος άμ' έργον. Κατορθώ να ανοίξω το μαχαιρίδιόν μου, ο βραχίων μου είνε γυμνός, διά πληγής ταχείας κόπτω μίαν φλέβα, το αίμα εξέρχεται στάγδην, και εγώ κατέσβεσα την δίψαν μου εν τη πηγή ταύτη της ζωής μου! το αίμα τούτο επανέρχεται εις εμέ, κατασιγάζει στιγμιαίως τα φρικαλέα δεινά μου και έπειτα στειρεύει, δεν έχει την δύναμιν να ρεύση!

Πόσον η αύριον βραδύνει να έλθη!

Μετά της ημέρας ομίχλη πυκνή συνήχθη πάλιν εν τω ορίζοντι και συνέστειλε τον κύκλον, ού το κέντρον αποτελεί η σχεδία. Είνε δε η ομίχλη αύτη καυστηρά ως οι ατμοί οι εκφεύγοντες εκ λέβητος.

Σήμερον είνε η εσχάτη των ημερών μου.

Πριν αποθάνω ασμένως [102] θα θλίψω χείρα φιλικήν. Ο Ροβέρτος Κόρτις είν' εδώ πλησίον μου. Σύρομαι μέχρι αυτού και λαμβάνω την χείρα του. Εκείνος με νοεί, γινώσκει ότι είνε αποχαιρετισμός, και φαίνεται ότι, κινούμενος υπό τελευταίας σκέψεως ελπίδος, θέλει να με κρατήση! Αλλ' ανωφελώς.

Επεθύμουν να επανίδω τους κκ. Λετουρνέρ, την μις Χέρμπυ . . . αλλά δεν τολμώ, διότι η νεάνις ήθελεν αναγνώση εν τοις οφθαλμοίς μου την απόφασίν μου! θα μοι έλεγε περί Θεού, περί της άλλης ζωής ήν οφείλομεν να προσδοκώμεν! Αλλά να προσδοκώ . . . εγώ δεν έχω πλέον το θάρρος . . . Ο Θεός ας με συγχωρήση!

Επανέρχομαι προς την πρύμναν της σχεδίας, και μετά μακράς προσπαθείας κατορθώνω να σταθώ όρθιος παρά τω ιστώ. Το ύστατον ήδη διατρέχω διά του βλέμματος την ανελεήμονα ταύτην θάλασσαν, τον ορίζοντα τούτον όστις δεν μετατοπίζεται! Και γη αν μοι ενεφανίζετο και ιστίον εάν υψούτο υπεράνω των κυμάτων, εγώ ήθελον νομίση ότι είμαι παίγνιον απάτης . . . Αλλ' η θάλασσα είνε έρημος!

Είνε δεκάτη ώρα προ μεσημβρίας, η στιγμή του τέλους μου! Οι στροφοί της πείνης, οι νυγμοί της δίψης κατασπαράττουσί με μετά νέας σφοδρότητος. Η ορμή της συντηρήσεως εσβέσθη εν εμοί, και μετά τινας στιγμάς θα έχω παύση των δεινών μου. Θεέ των οικτιρμών, παράλαβέ μου το πνεύμα!

Αλλά την στιγμήν εκείνη φωνή τις ακούεται. Αναγνωρίζω την φωνήν του Δαούλα.

Ο ξυλουργός είνε πλησίον του Ροβέρτου Κόρτις.

«Πλοίαρχε, λέγει, θα βάλωμεν κλήρον.»

Ενώ ήμην έτοιμος να ριφθώ εις την θάλασσαν, ίσταμαι. Διατί; Ουδ' εγώ ειξεύρω το διατί, αλλ' όμως επανέρχομαι εις την πρύμναν της σχεδίας.

ΝΓ'

— _Τη 26 Ιανουαρίου_ — Η πρότασις εγένετο, πάντες δε την ήκουσαν και πάντες την ενόησαν. Από τινων δε ημερών είχεν αύτη κατασταθή προκατάληψης, ήν ουδείς ετόλμα να διατυπώση.

Θα ριφθή κλήρος!

Ο δε λαχών θα διαμελισθή και έκαστος θα λάβη την μερίδα του.

Λοιπόν, έστω! Αν εγώ λάχω, δεν θα μεμψιμοιρήσω.

Μοι φαίνεται ότι προυτάθη εξαίρεσις υπέρ της μις Χέρμπυ υπό του Ανδρέου Λετουρνέρ. Αλλά ψίθυρος οργής διατρέχει μεταξύ των ναυτών, διότι είμεθα ένδεκα, λοιπόν έκαστος ημών έχει δέκα πιθανότητας υπέρ εαυτού και μίαν κατά· η δε προτεινομένη εξαίρεσις ήθελε μεταβάλη την αναλογίαν ταύτην. Ώστε και η μις Χέρμπυ θα υποστή την κοινήν τύχην.

Είνε δε τότε ώρα δεκάτη και ημίσεια προ μεσημβρίας. Ο αρχιναύτης, όν η πρότασις του Δαούλα εζωογόνησεν, επιμένει να γίνη η κλήρωσις παραχρήμα. Και έχει δίκαιον. Άλλως τε ουδείς ημών θέλει την ζωήν. Ο λαχών ημέρας τινάς μόνον, ώρας τινάς ίσως θα προηγηθή των εν θανάτω εταίρων του. Πας τις γινώσκει τούτο και δεν φοβείται διότι θ' αποθάνη. Αλλά να μη ταλαιπωρήται υπό της πείνης ταύτης μίαν ή δύο ημέρας, να μη συναισθάνεται πλέον την δίψαν ταύτην, ιδού τι έκαστος θέλει, όπερ και γενήσεται.

Δεν δύναμαι να είπω πώς έκαστον των ονομάτων ημών ευρέθη εν τω πυθμένι τινός πίλου. Ο Φάλστεν ίσως θα τα έγραψεν επί φύλλου αποσπασθέντος εκ του σημειωματαρίου του.

Τα ένδεκα ονόματα είνε εκεί. Συνεφωνήθη δε ασυζητητεί ότι το τελευταίον εξελθόν όνομα θα είνε το θύμα.

Τις θα προβή εις την κλήρωσιν; Ενδοιασμός τις διεγείρεται, «Εγώ!» αποκρίνεταί τις ημών.

Στρέφομαι και αναγνωρίζω τον κ. Λετουρνέρ.

Είν' εκεί, όρθιος, πελιδνός, εκτείνων την χείρα, η λευκή κόμη του καταπίπτει επί των κατεσκληκυιών παρειών του, είνε δε φοβερός ένεκα της ηρεμίας αυτού.

Α! δύστηνε πάτερ! Σε καταλαμβάνω! Γινώσκω διατί συ θέλεις να απαγγείλης τα ονόματα! Η πατρική σου στοργή θα προβή και μέχρι τούτου!

«Όταν θέλετε!» λέγει ο αρχιναύτης προς τον κ. Λετουρνέρ.

Ο κ. Λετουρνέρ εισάγει την χείρα εις τον πίλον. Λαμβάνει ένα κλήρον, τον αναπτύσσει, απαγγέλλει μεγαλοφώνως το εγγεγραμμένον όνομα και το εγχειρίζει εις τον έχοντα το όνομα τούτο.

Το πρώτον λαχόν όνομα είνε το του Βάρκε, όστις εκβάλλει κραυγήν χαράς.

Δεύτερον, το του Φλαίπολ.

Τρίτον, το του αρχιναύτου.

Τέταρτον, το του Φάλστεν.

Πέμπτον, το του Ροβέρτου Κόρτις.

Έκτον, το του Σάνδον.

Το ήμισυ των ονομάτων πλέον ενός, απηγγέλθησαν.