Ο Σάνσελλορ

Part 12

Chapter 127 wordsPublic domain

Ανάγκη λοιπόν να γίνωμεν ορατοί υπό του πλοίου, ανάγκη το παν να πράξωμεν ίνα μας διακρίνη! Ο Ροβέρτος Κόρτις παραγγέλλει να γίνη χρήσις πάντων των δυνατών σημείων, διότι ο πάρων [95] είνε έτι μίαν δωδεκάδα μιλίων προς Απηλιώτην (Αν.) και αι κραυγαί ημών δεν θα ήτο δυνατόν να ακουσθώσι. Ουδέν δε πυροβόλον έχομεν ού αι εκπυρσοκροτήσεις να δυνηθώσι να προσελκύσωσι την προσοχήν. Ας άρωμεν λοιπόν σήμα τι οίον δήποτε εις την κορυφήν του ιστού. Το περιώμιον [96] της μις Χέρμπυ είνε ερυθρόν, το χρώμα δε τούτο είνε το μάλιστα άπαδον προς τους ορίζοντας της θαλάσσης και του ουρανού.

Το περιώμιον της μις Χέρμπυ επαίρεται και ελαφρός άνεμος, ρυτιδών την στιγμήν εκείνην την επιφάνειαν των κυμάτων αναπτύσσει τας πτυχάς του περιωμίου. Εκ διαλειμμάτων διανεμούται και αι καρδίαι ημών είνε μεσταί ελπίδος. Γνωστόν δε είνε μετά πόσης προθυμίας ο πνιγόμενος προσπαθεί να συγκρατηθή και από του ελαχίστου πράγματος εφ' ού δύναται να στηριχθή, τοιούτον τι είνε εις ημάς η σημαία αύτη!

Επί μίαν ώραν διήλθομεν διά μυρίων αποριών. Ο πάρων προφανώς προσήγγιζε προς την σχεδίαν, αλλ' ενίοτε φαίνεται ιστάμενος, και ερωτώμεν καθ' εαυτούς μήπως μέλλει να αναστρέψη.

Πόσον βραδέως βαδίζει το πλοίον τούτο! Και όμως έχει αναπετάση πάντα τα ιστία, και τους σιπάρους του, και τα προΐστιά του, το δε σκάφος του είνε σχεδόν ορατόν υπεράνω του ορίζοντος. Αλλ' ο άνεμος είνε αδύνατος, εάν δε έτι μάλλον ελαττωθή! . . . Προθύμως θα εδίδομεν έτη όλα υπάρξεως ίνα ήμεθα πρεσβύτεροι κατά μίαν ώραν!

Ο αρχιναύτης και ο πλοίαρχος περί ώραν ημίσειαν μετά μεσημβρίαν υπολογίζουσιν ότι ο πάρων απέχει της σχεδίας εννέα μίλια· λοιπόν εν διαστήματι μιας και ημισείας ώρας διήνυσε τρία μόνον μίλια. Μόλις δε και μετά βίας φθάνει μέχρι αυτού ο άνεμος ο διερχόμενος άνωθεν των κεφαλών ημών. Μη φαίνεται δε νυν ότι τα ιστία του δεν κολπούνται πλέον, αλλά κρέμανται κατά μήκος των ιστών. Παρατηρώ εάν εγείρεται πνοή τις ανέμου, αλλά η θάλασσα είνε ως νεναρκωμένη, η δε πνοή η τοσούτον ευελπίσασα ημάς εκπνέει ανά το πέλαγος.

Κάθημαι κατά την πρύμναν παρά τοις κκ. Λετουρνέρ και τη μις Χέρμπυ, και τα βλέμματα ημών φέρονται απαύστως από του πλοίου προς τον πλοίαρχον. Ο Ροβέρτος Κόρτις είνε ακίνητος εν τη πρώρα, εστηριγμένος επί του ιστού, παρ' αυτώ δε ίσταται ο αρχιναύτης, ουδέ στιγμήν αποτρέποντες το βλέμμα των από του πάρωνος. Αναγινώσκομεν δε επί της όψεως αυτών, ήτις δεν δύναται να μείνη απαθής, πάσας τας συγκινήσεις άς αισθάνονται. Ουδέ γρυ δε ηκούσθη εν τη σχεδία μέχρι της στιγμής καθ' ήν ο ξυλουργός Δαούλας ανακράζει μετά τρόπου απεριγράπτου:

«Αναστρέφει!»

Όλη ημών η ύπαρξις είνε την στιγμήν ταύτην εν τοις οφθαλμοίς! Ανορθούμεθα οι μεν επί των γονάτων, οι δε ορθοί. Βλασφημία δε φοβερά διέφυγε το έρκος των οδόντων του αρχιναύτου. Το πλοίον τούτο απέχει εννέα μίλια, και εκ της αποστάσεως ταύτης δεν ηδυνήθη να διακρίνη τα σήματα ημών! Η δε σχεδία είνε απλώς σημείον τι εν τω διαστήματι, αφανές ένεκα δυνατής ακτινοβολίας των ηλιακών ακτίνων. Είνε αόρατος! δεν εγένετο ορατή! Ο πλοίαρχος του πλοίου τούτου, οίον δήποτε και αν είνε, εάν διέκρινεν ημάς, ήθελε φανή τοσούτον απάνθρωπος, ώστε να φύγη ουδόλως βοηθήσας ημάς! Ουχί. Τούτο είνε απαράδεκτον! Δεν μας είδε!

«Φωτιάν! καπνόν! αναφωνεί τότε ο Ροβέρτος Κόρτις. Ας καύσωμεν τας σανίδας της σχεδίας! Φίλοι μου! φίλοι μου! Τούτο είνε το έσχατον μέσον διά του οποίου είνε ελπίς να γίνωμεν ορατοί!»

Σανίδες τινές ερρίφθησαν εις την πρώραν και εσχηματίσθη πυρά. Ανάπτονται δε ουχί άνευ κόπου, διότι είνε υγραί, αλλ' η υγρότης αύτη θα καταστήση τον καπνόν πυκνότερον και κατ' ακολουθίαν ορατότερον. Μετ' ου πολύ στήλη υπομέλαινα αναβαίνει κατ' ευθείαν εις τον αέρα. Εάν ήτο νυξ, εάν το σκότος επήρχετο πριν εξαφανισθή ο πάρων, η φλοξ αύτη θα ήτο ορατή και εκ της αποστάσεως της αποχωριζούσης ημάς απ' εκείνου!

Αλλ' αι ώραι παρέρχονται, το δε πυρ σβέννυται! . . .

Εν τοιαύταις περιστάσεσιν, ίνα φανή τις καρτερικός, ίνα υποταχθή εις το θέλημα του Θεού, επάναγκες να έχη εφ' εαυτού δύναμιν ήν εγώ δεν έχω πλέον! Ουχί! δεν δύναμαι να έχω πεποίθησιν εις τον Θεόν τούτον, όστις καθιστά τας δοκιμασίας ημών δεινοτέρας, αναμιγνύων και εναλλάξ ελπίδας. Βλασφημώ ως εβλασφήμησεν ο αρχιναύτης! . . Χειρ ασθενής στηρίζεται επ' εμού και η μις Χέρμπυ μοι δεικνύει τον ουρανόν!

Αλλ' αρκεί πλέον! Δεν θέλω πλέον τίποτε να ίδω, εισδύω υπό το ιστίον, κρύπτομαι και λυγμοί εκφεύγουσιν εκ του στήθους μου . . .

Κατά τον χρόνον τούτον το πλοίον μεταβάλλει ποδίσκους [97], έπειτα δε απομακρύνεται βραδέως προς Απηλιώτην ( Αν.) και μετά τρεις ώρας ουδέ ο οξύτατος οφθαλμός θα ηδύνατο να ανακαλύψη υπεράνω του ορίζοντος τα άνω αυτού ιστία.

ΜΔ'

_Τη 15 Ιανουαρίου_. — Μετά το τελευταίον τούτο ατύχημα, ουδέν πλέον υπολείπεται ή να αναμένωμεν τον θάνατον. Και θα είνε μεν μάλλον ή ήττον βραδύς, αλλά θα επέλθη.

Σήμερον νέφη υψώθησαν προς Ζέφυρον (Δ) και έφερον ριπάς τινας ανέμου όθεν και η θερμοκρασία είνε πως ανεκτοτέρα. Ημείς δε ει και εξησθενωμένοι, όμως αισθανόμεθα την μεταβολήν ταύτην. Ο λαιμός μου αναπνέει αέρα ήττον ξηρόν, αλλ' από της αλιείας του αρχιναύτου, τούτ' έστιν από επτά ημερών δεν εφάγομεν, και ουδέν υπάρχει πλέον επί της σχεδίας. Έδωκα χθες τω Ανδρέα Λετουρνέρ το τελευταίον τεμάχιον του διπυρίτου όπερ ο πατήρ είχε φυλάξη και μοι το ενεχείρισε κλαίων.

Από της χθες ο μαύρος Γύγξτροπ κατώρθωσε να απαλλαγή των δεσμών του, ο δε Ροβέρτος Κόρτις δεν είπε να τον δέσωσιν εκ νέου. Αλλως τε προς τι; Ο άθλιος ούτος και οι συνένοχοι αυτού είνε εξησθενωμένοι εκ μακράς νηστείας. Τι θα ηδύναντο να επιχειρήσωσι νυν;

Σήμερον πολλοί καρχαρίαι μεγάλου μεγέθους εμφανίζονται, και βλέπομεν τα μαύρα αυτών πτερύγια διασχίζοντα τα ύδατα μετ' άκρας ταχύτητος. Δεν δύναμαι να κρατηθώ και να μη τους θεωρήσω ως ζωντανά φέρετρα, μέλλοντα μετ' ου πολύ να καταβροχθίσωσι τα άθλια ημών λείψανα. Δεν με φοβίζουσι πλέον, αλλά μάλλον με έλκουσι. Προσεγγίζουσι δε μέχρι των χειλέων της σχεδίας, η δε χειρ του Φλαίπολ κρεμαμένη έξω, μικρού δειν ηρπάγη υπό τινος των τεράτων τούτων.

Αλλ' ο αρχιναύτης το όμμα έχων ατενές και υπερμέτρως διεσταλμένον, τους δε οδόντας συνεσφιγμένους και φαινομένους υπό τα ανυψωμένα αυτού χείλη, θεωρεί τους καρχαρίας τούτους υπό έποψιν όλως αλλοίαν της εμής. Αυτός θέλει να τους καταβροχθίση, ουχί δε να καταβροχθισθή υπ' αυτών. Εάν δε ηδύνατο να συλλάβη ένα, δεν θα εσικχαίνετο την σκληράν αυτού σάρκα· αλλ' ουδέ ημείς.

Ο αρχιναύτης θα επιχειρήση. Επειδή δε δεν έχει μέγα άγκιστρον εις ό να δυνηθή να δέση σχοινίον, θα προσπαθήση να κατασκευάση. Ο δε Ροβέρτος Κόρτις και ο Δαούλας νοήσαντες την πρόθεσιν αυτού συσκέπτονται, ρίπτοντες εν ταυτώ σφηκίσκους ή σχοινία, ίνα συγκρατώσι τους καρχαρίας πέριξ της σχεδίας.

Ο Δαούλας πορευθείς έλαβε την ξυλουργικήν αυτού σφύραν, σκοπόν έχων να την μεταχειρισθή ως άγκιστρον. Είτε διά της κόψεως αυτής, είτε διά του αντιθέτου μέρους είνε δυνατόν να εμπηχθή μεταξύ των σιαγόνων τινός καρχαρίου, εάν την καταπίη. Ο δε στειλεός της σφύρας όστις είνε ξύλινος προσεδέθη εις ισχυρόν τόνον, δεθέντα και αυτόν επί τινος των στηριγμάτων της σχεδίας.

Αι επιθυμίαι ημών εξεκαύθησαν εκ των παρασκευών τούτων. Ασθμαίνομεν εξ αγωνίας, και διά πάντων των δυνατών μέσων προκαλούμεν την προσοχήν των καρχαριών, οίτινες δεν θα φύγωσι πλέον.

Το μέγα άγκιστρον είν' έτοιμον αλλά δεν έχομεν τίποτε να το δολώσωμεν. Ο αρχιναύτης όστις περιπατεί επί της σχεδίας λαλών καθ' εαυτόν, ερευνά κατά πάσας τας γωνίας, και φαίνεται ως αναζητών πτώμα τι μεταξύ ημών! . . .

Ανάγκη λοιπόν καταφυγής εις το μέσον ού εγίνετο η χρήσις, και ο σίδηρος της σφύρας περιτυλίσσεται εντός ράκους μαλλίνου ερυθρού, όπερ και πάλιν χορηγεί το περιώμιον της μις Χέρμπυ.

Αλλ' ο αρχιναύτης δεν θέλει να επιχειρήση πριν ληφθώσι πάσαι αι αναγκαίαι προφυλάξεις. Το μέγα άγκιστρον είνε στερεώς προσδεδεμένον. Ο επίδεσμος ο προσηλών την ορμιάν επί της σχεδίας θα ανθέξη κατά των τιναγμών; Ο τόνος είνε αρκούντως στερεός ίνα ανθέξη; Ο αρχιναύτης εξελέγχει τα σπουδαία ταύτα ζητήματα, και τούτου γενομένου απολύει το μηχάνημά του υπό την θάλασσαν.

Η θάλασσα είνε διαφανής, και θα ήτο ευδιάκριτον πράγμα κείμενον εκατόν πόδας υπό την επιφάνειαν αυτής. Βλέπω κατερχόμενον βραδέως το άγκιστρον περιτετυλιγμένον εντός του ερυθρού ράκους, ού το χρώμα απάδει καθαρά επί του κυανού όγκου των υδάτων.

Επιβάται και ναύται πάντες κύπτομεν άνωθεν των δρυφάκτων τηρούντες άκραν σιωπήν. Αλλά, φαίνεται, οι καρχαρίαι αφ' ότου το δέλεαρ τούτο προσηνέχθη εις την αδηφαγίαν των, εξηφανίσθησαν κατά μικρόν. Αλλ' όμως είνε δυνατόν να έχωσιν απομακρυνθή, και πάσα λεία οία δήποτε πεσούσα εις την θέσιν ταύτην θα κατεβροχθίζετο εν ακαρεί!

Αίφνης ο αρχιναύτης νεύει διά της χειρός, δεικνύων όγκον υπερμεγέθη ερχόμενον προς την σχεδίαν, και πλέοντα ευθύς υπό την επιφάνειαν της θαλάσσης. Είνε καρχαρίας το μήκος δωδεκάπους καταλιπών τα βαθέα ύδατα και επιπλέων εφ' ημών κατ' ευθείαν γραμμήν.

Ότε δε το ζώον απέχει της σχεδίας ουχί πλέον των τεσσάρων οργυιών, ο αρχιναύτης ανασύρει την ορμιάν ηρέμα, ώστε να τρέχη το άγκιστρον επί της οδού αυτού· μεταδίδει δε εις το ερυθρόν ράκος ελαφράν κίνησιν και φαίνεται ως ζωντανόν.

Αισθάνομαι την καρδίαν μου παλλομένην μετ' άκρας σφοδρότητος, ως εάν διεκυβεύετο η ζωή μου.

Εν τούτοις ο καρχαρίας προσεγγίζει, οι δε εξέρυθροι αυτού οφθαλμοί λάμπουσιν επί της επιφανείας των υδάτων, αι δε σιαγόνες υπερμέτρως ανοικταί, δεικνύουσιν, ότε το ζώον στρέφεται ολίγον, τον ουρανίσκον αυτού επεστρωμένον δι' οδόντων οξέων.

Κραυγή ακούεται! . . Ο καρχαρίας ίσταται και εξαφανίζεται εις το βάθος των υδάτων.

Τις εξ ημών εξέβαλε την κραυγήν ταύτην, ακουσίως εννοείται;

Την στιγμήν ταύτην ο αρχιναύτης εγείρεται ωχρός υπ' οργής και λέγει:

«Ο πρώτος που θα 'μιλήση, τον σκοτώνω!»

Και επαναλαμβάνει το έργον του.

Και έπειτα, έχει δίκαιον ο αρχιναύτης!

Το άγκιστρον καταβιβάζεται εκ νέου· αλλ' επί ημίωρον ουδείς καρχαρίας επιφαίνεται, και εδέησε να βυθισθή το αλιευτικόν μηχάνημα είκοσι οργυιάς.

Εν τούτοις μοι φαίνεται ότι εν τω βάθει τούτω τα ύδατα είνε τεθολωμένα, όπερ δεικνύει την παρουσίαν των καρχαριών.

Τω όντι η ορμιά υφίσταται αίφνης τιναγμόν σφοδρόν, και το σχοινίον διέφυγε των χειρών του αρχιναύτου, αλλά, στερεώς συγκρατούμενον εκ των στηριγμάτων της σχεδίας, δεν εξέφυγεν εντελώς.

Καρχαρίας δάκνει και συλλαμβάνεται.

«Βοήθειαν, παιδιά, βοήθειαν! ανακράζει ο αρχιναύτης.

Πάραυτα επιβάται και ναυτικοί, πάντες επιλαμβανόμεθα της ορμιάς· αι δυνάμεις ημών ζωογονούνται υπό της ελπίδος, αλλά μόλις και μετά βίας επαρκούσι, διότι το τέρας ανθίσταται βιαίως. Ανέλκομεν πάντες ομού. Κατά μικρόν τα κατώτερα στρώματα της θαλάσσης ταράσσοντα υπό της σφοδράς ριπής της ουράς και των στηθιαίων πτερυγίων του καρχαρίου. Κύψας παρατηρώ το υπερμέγεθες σώμα κινούμενον σπασμωδικώς εν τω μέσω των καθημαγμένων υδάτων.

«Θάρρος! Θάρρος!» αναφωνεί ο αρχιναύτης.

Τέλος η κεφαλή του ζώου αναδύεται. Διά των ημιανοίκτων σιαγόνων το άγκιστρον εισέδυσε μέχρι των βαθέων του λάρυγγος και ενεπάγη εκεί, ουδενός τιναγμού δυναμένου νυν να το αποσπάση εκείθεν. Ο Δαούλας αρπάζει τον πέλεκύν του ίνα το αποτελειώση, άμα ανασυρθέν μέχρι της επιφανείας του κρηπιδώματος της σχεδίας.

Αλλά την στιγμήν ταύτην κρότος ξηρός ακούεται. Ο καρχαρίας έκλεισε βιαίως τας σιαγόνας, αίτινες έκοψαν διά μιας τον στειλεόν της σφύρας, και εξαφανίζεται υπό τα ύδατα.

Ωρυγή απελπισμού εξήλθεν εκ του στήθους ημών!

Ο αρχιναύτης, ο Ροβέρτος Κόρτις, ο Δαούλας προσεπάθησαν έτι να συλλάβωσί τινα των καρχαριών τούτων, ει και δεν έχουσι πλέον άγκιστρον, ουδ' εργαλεία προς κατασκευήν αγκίστρου. Εκσφενδονίζουσι σχοινία μετά βρόχων, αλλά ταύτα ολισθαίνουσιν επί του ιξώδους δέρματος των ζώων. Ο δε αρχιναύτης επιχειρεί μάλιστα να τους προσελκύση, κρεμών έξω της σχεδίας τον πόδα του γυμνόν, και κινδυνεύων να ακρωτηριασθή διά των οδόντων . . .

Αι άγονοι αύται απόπειραι καταπαύουσι τέλος, και έκαστος απέρχεται εις την προτέραν θέσιν του αναμένων θάνατον, όν ουδέν δύναται του λοιπού να αποτρέψη.

Αλλ' ει και ταχέως απομακρύνομαι, ακούω όμως τον αρχιναύτην λέγοντα προς τον Ροβέρτον Κόρτις:

«Πλοίαρχε, πότε θα βάλωμεν κλήρον;»

Και ο μεν Ροβέρτος Κόρτις δεν απεκρίθη, αλλά το ζήτημα όμως προυτάθη εις συζήτησιν.

ΜΕ'

— _Τη 16 Ιανουαρίου_. — Πάντες είμεθα εξηπλωμένοι επί των ιστίων. Εάν διήρχετο πλοίον τι, το πλήρωμα αυτού θα ενόμιζεν ότι βλέπει ναυάγια κεκαλυμμένα υπό νεκρών.

Πάσχω δεινώς· ως έχουσι τα χείλη μου, η γλώσσα μου, ο λάρυγξ μου, θα ηδυνάμην να φάγω; Δεν πιστεύω· και όμως οι συμπλωτήρες μου και εγώ αποβλέπομεν προς αλλήλους μετά βλεμμάτων αγρίων.

Ο καύσων σήμερον είνε τοσούτον μάλλον ισχυρός, καθ' όσον ο ουρανός είνε θυελλώδης. Ανυψούνται πυκνοί ατμοί, αλλά μοι φαίνεται αληθώς ότι είνε δυνατόν να βρέξη παντού αλλού, πλην επί της σχεδίας ταύτης.

Και όμως πας τις παρατηρεί μετ' απλήστων οφθαλμών τα νέφη ανυψούμενα, και τα χείλη ημών τείνουσι προς αυτά. Ο δε κ. Λετουρνέρ τείνει τας χείρας αυτού ικέτιδας προς τον ουρανόν τούτον τον ανίλεων!

Ακροώμαι εάν μακρόθεν βρόμος τις αναγγέλλη θύελλαν. Είνε δε ώρα ενδεκάτη προ μεσημβρίας. Οι ατμοί εκώλυσαν τας ηλιακάς ακτίνας, αλλ' ήδη δεν έχουσι πλέον όψιν ηλεκτρικήν. Πρόδηλον δε ότι η θύελλα δεν θα εκραγή, διότι ο όγκος των ατμών έλαβε χροιάν ομοιόμορφον και τα περιγράμματα αυτού, τόσον ευδιάκριτα κατά την ανατολήν του ηλίου, συνεχωνεύθησαν εις έν όλον υπότεφρον. Και νυν είνε απλή ομίχλη.

Αλλ' η βροχή δεν δύναται να απολυθή εκ της ομίχλης ταύτης, όσον δήποτε ολίγη, τινές σταγόνες μόνον!

«Βροχή!» αναφωνεί αίφνης ο Δαούλας.

Τω όντι, ήμισυ μίλιον μακράν της σχεδίας ο ουρανός χαράσσεται υπό παραλλήλων γραμμών. Βρέχει και βλέπω σταγόνας αναπηδώσας επί της επιφανείας του Ωκεανού. Ο άνεμος επιταθείς πνέει προς ημάς· μόνον να μη εξαντληθή το νέφος τούτο πριν διέλθη άνωθεν των κεφαλών ημών!

Ο Θεός τέλος ηλέησεν ημάς. Βρέχει κατά χονδράς σταγόνας, οποίας ρίπτουσι τα θυελλώδη νέφη. Αλλ' η ραγδαία αύτη βροχή δεν θα διαρκέση, και οφείλομεν να συναγάγωμεν όσον ύδωρ δυνηθή να χορηγήση, διότι ήδη ζωηρός ολκός φωτός φλέγει το νέφος κατά το κατώτερον αυτού άκρον υπεράνω του ορίζοντος.

Ο Ροβέρτος Κόρτις είπε και έστησαν το τεθραυσμένον βυτίον, ώστε να συγκρατήση όσον οίον τε πλειότερον ύδωρ, και τα ιστία εκδιπλούνται ίνα δέχωνται την βροχήν επί μείζονος επιφανείας.

Κατακλινόμεθα ύπτιοι έχοντες ανοικτόν το στόμα. Το ύδωρ καταβρέχει το πρόσωπόν μου, τα χείλη μου, και αισθάνομαι αυτό εισρέον μέχρι εν τω λαιμώ μου. Α! απόλαυσις ανεκλάλητος! Η ζωή ρέει εν εμοί. Αι βλενώδεις μεμβράναι του λάρυγγός μου απαλύνονται εκ της επαφής ταύτης. Αναπνέω καθ' όσον πίνω το ζωογόνον τούτο ύδωρ, το εισδύον μέχρι των ενδοτάτων της υπάρξεώς μου!

Η βροχή διήρκεσεν είκοσι περίπου δευτερόλεπτα, έπειτα δε το νέφος εξαντληθέν κατά το ήμισυ, διελύθη εν τω διαστήματι.

Ανηγέρθημεν καλλίτεροι, μάλιστα! «καλλίτεροι». Θλίβομεν τας χείρας αλλήλων, λαλούμεν! Φαίνεται ότι εσώθημεν! Ο Θεός εν τη ευσπλαγχνία αυτού θ' αποστείλη και άλλα νέφη, άτινα και αύθις θα κομίσωσι το ύδωρ, ού τοσούτον χρόνον στερούμεθα!

Και έπειτα το ύδωρ τούτο το πεσόν επί της σχεδίας δεν θα απολεσθή, διότι το βυτίον και τα ιστία τι συνήγαγον, αλλά επάναγκες να το διατηρήσωμεν επιμελώς και να το διανέμωμεν κατά σταγόνα.

Τω όντι το βυτίον συνεκράτησε δυο περίπου πίντας μέχρι τριών, εκθλίβοντες δε το απορροφηθέν υπό των ιστίων, θα δυνηθώμεν να επαυξήσωμεν την προμήθειαν ημών έν τινι αναλογία.

Οι ναύται κινούνται εις έργον, αλλ' ο Ροβέρτος διά νεύματος αναχαιτίζει αυτούς.

«Μίαν στιγμήν! λέγει. Το ύδωρ τούτο είνε πόσιμον;»

Τον παρατηρώ. Διατί το ύδωρ τούτο, όπερ είνε βρόχινον, διατί τάχα δύναται να μη είνε πόσιμον;

Ο Ροβέρτος Κόρτις εκθλίβει εν τω λευκοσιδηρώ κυπέλλω ολίγον ύδωρ εκ του περιεχομένου εντός των πτυχών ιστίου τινός, έπειτα το απογεύεται, και παρευθύς το χύνει προς μεγίστην μου έκπληξιν.

Απογεύομαι και εγώ, το ύδωρ τούτο είνε πλέον ή υφάλμυρον! Ήθελέ τις υποθέση αυτό ύδωρ θαλάσσιον.

Ο δε λόγος είνε ότι τα ιστία, από τοσούτου ήδη χρόνου εκτεθειμένα εις την επίδρασιν των κυμάτων, μετέδωκαν εις το συναχθέν ύδωρ αλμυρότητα υπερβολικήν. Δυστύχημα ανεπανόρθωτον! Αλλ' αδιάφορον! Έχομεν πεποίθησιν! Άλλως τε υπολείπονται τινες πίνται πόσιμοι εν τω βυτίω! Και έπειτα η βροχή ήλθε! Και θα επανέλθη.

ΜΣΤ'

— _Τη 17 Ιανουαρίου_. — Εάν η δίψα ημών επί μικρόν επραΰνθη, η πείνα κατ' ακολουθίαν φυσικήν κατέλαβεν ημάς εκ νέου μετά μείζονος σφοδρότητος. Δεν υπάρχει λοιπόν άλλος τρόπος, άνευ αγκίστρου και δολώματος να συλλάβωμέν τινα των καρχαριών, ών γέμει η πέριξ της σχεδίας θάλασσα; Ουχί, πλην εάν ριφθή τις εις την θάλασσαν, ίνα προσβάλη διά πληγών μαχαίρας τα τέρατα ταύτα εν τω ιδίω αυτών στοιχείω, ως ποιούσιν οι Ινδοί εν τη αλιεία των μαργαριτών. Ο Ροβέρτος Κόρτις διενοήθη να διακινδυνεύση· αλλ' ημείς τον εκωλύσαμεν, διότι οι καρχαρίαι είνε καθ' υπερβολήν πολυάριθμοι και ήθελεν εκτεθή δωρεάν εις θάνατον βέβαιον.

Παρατηρώ δ' ενταύθα ότι, εάν είνε δυνατόν να κατορθώση τις να διαφύγη την δίψαν, είτε βυθιζόμενος εις την θάλασσαν, είτε μασών πράγμα τι μετάλλινον, ουχ ούτως όμως και την πείναν, διότι ουδέν δύναται να αντικαταστήση την θρεπτικήν ουσίαν. Άλλως τε το ύδωρ δύναται πάντοτε να παραχθή εκ φυσικού τινος γεγονότος, της βροχής φέρ' ειπείν. Άρα, εάν οφείλη τις να μη απελπίζεται τελείως περί της πόσεως, αλλά δύναται όμως να απελπίζεται παντελώς περί της βρώσεως.

Και ημείς λοιπόν εν τούτω δη τω σημείω διατελούμεν. Ίνα δε τα πάντα ομολογήσω, τινές των εταίρων μου αποβλέπουσι προς αλλήλους μετά οφθαλμού απλήστου. Ας νοήση έκαστος επί τίνος κλιτύος ολισθαίνουσιν αι σκέψεις ημών, και εις οποίαν αγριότητα δύναται να ωθήση η δυστυχία εγκεφάλους υπό ενός και του αυτού μελήματος ενδελεχώς πειραζομένους!

Αφ' ότου παρήλθον τα θυελλώδη νέφη τα δόντα ημίν το ημίωρον της βροχής, ο ουρανός εγένετο πάλιν αίθριος. Ο άνεμος επετάθη επ' ολίγον, αλλά μετ' ου πολύ εκόπασε, το δε ιστίον κρέμαται κατά μήκος του ιστού. Άλλως τε δεν θεωρούμεν πλέον τον άνεμον ως κινητήρα. Πού είνε η σχεδία; τα ρεύματα πού του Ατλαντικού Ωκεανού ώθησαν αυτήν; Ουδείς δύναται ειπείν, ουδέ να εύχεται να πνέη Απηλιώτης μάλλον ή Βορράς ή Νότος. Έν μόνον ζητούμεν παρά του ανέμου, να δροσίζη τα στήθη ημών, να αναμιγνύη και ολίγον τι ατμού εις τον ξηρόν αέρα τον κατατρύχοντα ημάς, να μετριάζη τέλος τον καύσωνα τούτον, όν καταχέει από του ζενίθ ήλιος πύρινος.

Επήλθεν η εσπέρα, η δε νυξ θα είνε σκοτεινή μέχρι του μεσονυκτίου, ότε θ' ανατείλη η σελήνη, εισερχομένη εις το τελευταίον αυτής τέταρτον. Οι δε αστερισμοί, ολίγον τι κεκαλυμμένοι υπό ομίχλης, δεν προβάλλουσι την εξαισίαν εκείνην σπινθηροβολίαν την φωτίζουσαν τας ψυχράς νύκτας.

Κατατρυχόμενος ώσπερ υπό παραφροσύνης, κατεχόμενος υπό πείνης δεινής, ήτις συνήθως διπλασιάζεται ληγούσης της ημέρας, μεταβαίνω και κατακλίνομαι επί δέματος ιστίων, κειμένου κατά τον δεξιόν τοίχον της σχεδίας και εκεί κύπτω υπεράνω της θαλάσσης όπως αναπνεύσω την εξ αυτών δρόσον.

Εκ των εταίρων μου οίτινες είνε κατακεκλιμένοι εν τη συνήθει αυτών θέσει, πόσοι άρα γε ευρίσκουσιν εν τω ύπνω λήθην των δεινών; Ουδείς ίσως· Εγώ δε; τον κενόν εγκέφαλόν μου πολιορκούσιν εφιάλται.

Εν τούτοις με κατέλαβεν ασθενική τις κάρωσις, ήτις ούτε εγρήγορσις είνε ούτε ύπνος. Δεν θα ηδυνάμην να είπω πόσον χρόνον έμεινα εν τη εκλυτική ταύτη καταστάσει. Το μόνον δε όπερ ενθυμούμαι είνε ότι κατά τινα στιγμήν ιδιάζουσα τις αίσθησις μ' εξήγαγεν εξ αυτής.

Δεν ειξεύρω εάν βλέπω όνειρον, αλλ' η όσφρησίς μου ερεθίζεται υπό οσμής, ήν κατ' αρχάς δεν αναγνωρίζω. Φαίνεται ως αναθυμίασις αόριστος, ήν μοι φέρει εκ διαλειμμάτων υπόλοιπόν τι του ανέμου. Οι ρώθωνές μου εξογκούνται και εισπνέουσι. «Τι μυρίζει»; εκινήθην να αναφωνήσω . . . Αλλ' ώσπερ τι ένστιγμά με κωλύει, και αναζητώ ως αναζητή τις εν τη μνήμη του λέξιν τινα ή όνομα λησμονηθέν.

Παρέρχονται στιγμαί τινες. Η δε έντασις της αναθυμιάσεως, ζωηρότερον εκδηλουμένη, προκαλεί ζωηροτέρας εισπνοάς.

«Αλλά, λέγω αίφνης, και ως άνθρωπος ενθυμούμενος, είνε οσμή κρέατος ψητού!»

Εισπνοή δυνατωτέρα με βεβαιοί ότι αι αισθήσεις μου δεν μ' εξηπάτησαν, και όμως επί της σχεδίας ταύτης . . .

Εγείρομαι επί των γονάτων, εισπνέω εκ νέου και, συγχωρηθήτω μοι η έκφρασις, μυχθίζω τον περιέχοντα αέρα! Η αυτή αναθυμίασις προσβάλλει έτι τους ρώθωνάς μου. Είμαι λοιπόν εις το ρεύμα του αντικειμένου του παράγοντος την οσμήν ταύτην, και κατ' ακολουθίαν το αντικείμενον τούτο ευρίσκεται εν τη πρώρα της σχεδίας.

Και ιδού εγώ εγκαταλείπων την θέσιν μου, έρπων ως ζώον, ανερευνών ουχί διά των οφθαλμών αλλά διά της ρινός, εισδύων υπό τα ιστία, μεταξύ των σφηκίσκων, ως γάτος προσέχων, και κατ' ουδένα λόγον επιθυμών να διεγείρω την προσοχήν των εταίρων μου.

Επί τινα λεπτά της ώρας σύρομαι ούτως εις πάσας τας γωνίας, οδηγούμενος υπό της οσφρήσεως ως κύων ρινηλάτης. Και νυν μεν το ίχνος με διαφεύγει, είτε διότι εγώ απομακρύνομαι του σκοπού, είτε διότι ο άνεμος κοπάζει, νυν δε η αναθυμίασις μ' έρχεται μετά νέας εντάσεως. Κατέχω τέλος το ίχνος τούτο, το ακολουθώ, και αισθάνομαι ότι βαίνω κατ' ευθείαν προς το ζητούμενον.

Την στιγμήν ταύτην αφικνούμαι εις την γωνίαν του δεξιού τοίχου της πρώρας και αναγνωρίζω ότι η οσμή είνε κνίσα λίπους καπνιστού. Δεν απατώμαι. Όλαι αι θηλαί της γλώσσης μου φρίσσουσιν υπό επιθυμίας!

Ανάγκη τότε να κρυφθώ υπό πυκνήν πτυχήν ιστίων, ψυχή δεν με βλέπει, ψυχή δεν μ' ακούει. Ολισθαίνω επί των γονάτων και των αγκώνων. Εκτείνω την χείρα και λαμβάνω πράγμα τι τετυλιγμένον εντός χαρτίου, το σύρω ταχέως, και βλέπω εις το φως της σελήνης, ήτις ανατέλλει την στιγμήν εκείνην υπεράνω του ορίζοντος.

Δεν είνε απάτη. Κρατώ τεμάχιον λίπους, μόλις τέταρτον της λίτρας, αλλ' ικανόν να κατασιγάσω δι' αυτού επί όλην ημέραν τα δεινά μου. Φέρω εις το στόμα μου . . .

Χειρ αρπάζει την χείρα μου. Στρέφομαι, μόλις συγκρατών μυκηθμόν.

Αναγνωρίζω τον τροφοδότην Χόμμπαρτ.

Τα πάντα εξηγούνται, η ιδιάζουσα κατάστασις του Χόμμπαρτ, η υγεία αυτού η σχετικώς διαμείνασα καλλιτέρα των άλλων, τα υποκριτικά αυτού παράπονα. Την στιγμήν του ναυαγίου ηδυνήθη να σώση τρόφιμά τινα, τα εφύλαξε, και αυτός είχε τροφήν εν ώ ημείς απεθνήσκομεν της πείνης! Ω! τον άθλιον!

Αλλ' όχι! Ο Χόμμπαρτ έπραξε φρονίμως. Φρονώ ότι είνε άνθρωπος συνετός, προμηθής, και εάν εφύλαξε τροφήν τινα εν αγνοία πάντων, άριστα έπραξε, τόσον καλλίτερα δι' αυτόν . . . και δι' εμέ.

Αλλ' ο Χόμμπαρτ δεν νοεί το πράγμα ούτω πως.

Αρπάζει την χείρα μου και προσπαθεί να λάβη οπίσω το τεμάχιον του λίπους, αλλά δεν λέγει τίποτε, διότι δεν θέλει να προσελκύση την προσοχήν των συντρόφων του.

Αλλά και εμού συμφέρον είνε να σιωπώ, διότι δεν είνε καλόν να έλθωσιν άλλοι και να μ' αρπάσωσι την λείαν ταύτην! Παλαίω λοιπόν σιωπηλώς, αλλά μετά τοσαύτης μάλλον λύσσης, καθ' όσον ακούω τον Χόμμπαρτ λέγοντα μεταξύ των οδόντων του «το τελευταίον μου κομμάτι! η τελευταία μου βουκιά!»

Η τελευταία του «βουκιά!». Μοι χρειάζεται πάση θυσία, την θέλω, θα την λάβω! Αρπάζω από τον λαιμόν τον αντίπαλόν μου, όστις αγωνιά υπό την χείρα μου και μετ' ου πολύ απομένει ακίνητος!

Και εγώ θραύω το τεμάχιον τούτο του λίπους διά των οδόντων μου, κρατών ταυτοχρόνως τον Χόμμπαρτ ανατετραμμένον . . . .

Έπειτα καταλείπων τον ταλαίπωρον, σύρομαι εκ νέου και επανελθών καταλαμβάνω την εν τη πρύμνη θέσιν μου.

Ψυχή δεν με είδε! Έφαγον!

ΜΖ'

— _Τη 18 Ιανουαρίου_. — Αναμένω την ημέραν εν αγωνία εξάλλω. Τι θα είπη ο Χόμμπαρτ; Μοι φαίνεται ότι θα έχη το δικαίωμα να με καταγγείλη! Ουχί! Είνε άτοπον διότι, εάν διηγηθώ τι συνέβη, εάν είπω πώς ο Χόμμπαρτ έζησεν, εν ώ ημείς απεθνήσκομεν της πείνης, πώς ετράφη εν αγνοία και επί βλάβη ημών, οι σύντροφοί του θα τον κατασφάξωσιν αλύπητα.

Αλλά δεν πειράζει! Επεθύμουν να είμαι εν πλήρει μεσημβρία.

Η πείνα στιγμιαίως ανεχαιτίσθη εν εμοί, ει και το τεμάχιον εκείνο του λίπους ήτο μικρόν πράγμα, μία «βουκιά» και η «τελευταία» ως είχεν είπη ο τάλας εκείνος. Εν τούτοις δεν πάσχω, και το λέγω εκ των μυχίων της καρδίας μου, αισθάνομαι τρόπον τινά τύψιν του συνειδότος, διότι δεν διένειμα το άθλιον τούτο λείψανον μετά των συμπλωτήρων μου. Ώφειλον να ενθυμηθώ την μις Χέρμπυ, τον Ανδρέαν, τον πατέρα του. . . εγώ δε μόνον περί εμαυτού εφρόντισα!

Εν τούτοις η σελήνη ανατέλλει, και μετ' ου πολύ παρακολουθούσιν αυτήν αι πρώται λευκαί λάμψεις της πρωίας, ταχέως δε θα γίνη ημέρα, διότι είμεθα υπό τα ταπεινά ταύτα πλάτη, άτινα ούτε αυγήν γινώσκουσιν ούτε λυκαυγές.

Δεν έκλεισα οφθαλμόν. Ότε δε υπεφαίνετο ημέρα, ενόμισα ότι βλέπω όγκον άμορφον αιωρούμενον μεσίστιον.