Part 11
— Κύριε, επαναλαμβάνει ο πατήρ διακόπτων με, δεν έρχομαι να σας ζητήσω παραμυθίας τετριμμένας. Δεν θα περάση πλοίον, το ειξεύρετε κάλλιστα. Όχι, περί άλλου πρόκειται. Από πότε ο υιός μου, σεις ο ίδιος και οι άλλοι έχετε να φάγετε;»
Εις την ερώτησιν ταύτην ήν ακούω μετ' εκπλήξεως, αποκρίνομαι:
«Την 2 Ιανουαρίου εξέλιπεν ο διπυρίτης, και σήμερον έχομεν 6 Ιανουαρίου. Τεσσάρας λοιπόν ημέρας . . .
— Έχετε να φάγετε! αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ. Εγώ λοιπόν έχω οκτώ!
— Οκτώ ημέρας!
— Μάλιστα! οικονόμισα διά τον υιόν μου!»
Ως ήκουσα τους λόγους τούτους, δάκρυα εκχύνονται εκ των οφθαλμών μου. Αρπάζω τας χείρας του κ Λετουρνέρ . . . μόλις δυνάμενος να αρθρώσω λέξιν. Τον ατενίζω! . . οκτώ ημέρας!
«Κύριε, τω λέγω τέλος, τι θέλετε απ' εμέ;
— Σουτ! όχι τόσον δυνατά! Ψυχή να μη μας ακούση!
— Λέγετε λοιπόν! . .
— Θέλω . ., είπε ταπεινών την φωνήν, . . να προσφέρετε εις τον Ανδρέαν . . .
— Αλλά σεις ο ίδιος δεν ειμπορείτε; . . .
— Όχι! όχι! . . θα νομίση ότι εγώ εστερήθην χάριν αυτού . . . και θα μ' αποποιηθή . . . Όχι! πρέπει να προέλθη από σας . . .
— Κύριε Λετουρνέρ! . .
— Εξ οίκτου! κάμετέ μου αυτήν την χάριν . . . την μεγίστην χάριν την οποίαν δύναμαι να σας ζητήσω . . . Άλλως τε . . . διά τον κόπον σας . .»
Και λαβών την χείρα μου εθώπευσεν αυτήν ελαφρώς.
«Διά τον κόπον σας . . . Ναι . . . θα φάγετε και σεις . . . ολίγον! . .»
Ταλαίπωρε πάτερ! Ακούων αυτόν τρέμω ως παιδίον. Το όλον μου φρικιά και η καρδία μου πάλλει σφοδρότατα! Ταυτοχρόνως αισθάνομαι ότι ο κ. Λετουρνέρ παρεισάγει εις την χείρα μου μικρόν τεμάχιον διπυρίτου.
«Προσοχή μη σας ίδη ψυχή!, μοι λέγει, διότι τα τέρατα θα σας εδολοφόνουν! Έχω ακόμη δι' άλλην μίαν ημέραν . . . αλλά αύριον . . . θα σας παραδώσω άλλο τόσον!»
Ο τάλας δυσπιστεί προς με! και ίσως έχει δίκαιον, διότι, αισθανόμενος εγώ το τεμάχιον του διπυρίτου μεταξύ των χειρών μου, μικρού δειν εκινήθην να το βάλω εις το στόμα μου!
Αλλ' αντέσχον· οι δε αναγινώσκοντές με ας νοήσωσι παν ό τι η γραφίς μου αδυνατεί ενταύθα να εκφράση.
Επελθούσης της νυκτός μετά της ιδιαζούσης εκείνης ταχύτητος εις τα ταπεινά πλάτη, παρεισδύω πλησίον του Ανδρέου και τω υποβάλλω το μικρόν εκείνο τεμάχιον του διπυρίτου «ως εξ εμού προερχόμενον».
Ο νέος ρίπτεται επ' αυτού και έπειτά μοι λέγει:
«Και ο πατήρ μου;»
Εγώ δε τω αποκρίνομαι ότι και ο κ. Λετουρνέρ έλαβε το μερίδιόν του . . και εγώ το εμόν . . . και ότι αύριον . . . τας επομένας ημέρας, θα δύναμαι αναμφιβόλως να τω παρέχω έτι . . . ας λάβη . . . ας λάβη. . .!
Ο Ανδρέας δεν μ' ηρώτησε πόθεν προήρχετο ο διπυρίτης εκείνος, και απλήστως έβαλε το τεμάχιον εις το στόμα του.
Και την εσπέραν εκείνην, ει και ο κ. Λετουρνέρ μοι προσέφερεν, δεν έφαγον τίποτε! . . τίποτε!
Μ'
— _Τη 7 Ιανουαρίου_ — Από τινων ημερών το θαλάσσιον ύδωρ, το σαρώνον αδιαλείπτως σχεδόν το κρηπίδωμα της σχεδίας, άμα εγειρομένου του σάλου, εξηρέθισε το δέρμα των ποδών και των κνημών τινων εκ του πληρώματος. Ο Όουεν, όν ο αρχιναύτης κρατεί δέσμιον εν τη πρώρα από της σκηνής της στάσεως, διατελεί εν οικτρά καταστάσει, κατ' αίτησιν δε ημών λύεται των δεσμών. Και ο Σάνδων δε και ο Βάρκε ωσαύτως διεβρώθησαν υπό της διαβρωτικής δυνάμεως των αλμυρών τούτων υδάτων και ημείς δε οι άλλοι εσώθημεν μέχρι τούδε, μόνον διότι η πρύμνα της σχεδίας ολιγώτερον δέρεται υπό των κυμάτων.
Σήμερον ο αρχιναύτης, εκμανείς υπό της πείνης, επέπεσε κατά των ρακών των ιστίων και των τεμαχίων των ξύλων. Ακούω έτι τους οδόντας του εισδύοντας μετά κρότου εις τας ουσίας ταύτας. Ο τάλας, ωθούμενος υπό της δεινής πείνης, προσπαθεί να γεμίση τον στόμαχόν του, όπως διαταθή η βλεννώδης αυτού μεμβράνα. Τέλος μετά πολλάς αναζητήσεις, ευρίσκει επί τινος των ιστών των συγκρατούντων το κρηπίδωμα, τεμάχιον δέρματος. Αποσπά το δέρμα τούτο, επειδή είνε ουσία ζωική, και το καταβροχθίζει μετ' ανεκφράστου απληστίας, φαίνεται δε ότι η κατάποσις της ύλης ταύτης παρέχει αυτώ ανακούφισίν τινα. Πάραυτα πάντες τον μιμούμεθα μετά σπουδής. Πίλος δερμάτινος βρασθείς, τα δερμάτινα γείσα των πηληκίων, παν ό τι είνε ζωική ουσία κατατρώγεται. Ένστιγμα κτηνώδες παρασύρει ημάς, όπερ ουδείς δύναται να καταστείλη. Φαίνεται δε ότι την στιγμήν ταύτην ουδέν ανθρώπινον έχομεν πλέον. Ουδέποτε θα λησμονήσω την σκηνήν ταύτην!
Και αν η πείνα μη εκορέσθη, τουλάχιστον οι στρόφοι του στομάχου στιγμιαίως εκόπασαν. Αλλ' όμως τινές ημών δεν ηδυνήθησαν να ανεχθώσι την απεχθή ταύτην τροφήν και κατελήφθησαν υπό ναυτίας.
Ας μοι συγχωρηθώσιν αι λεπτομέρειαι αύται! Ουδέν οφείλω να αποκρύψω εξ ών έπαθον οι ναυαγοί του _Σάνσελλορ_! Διά της διηγήσεως ταύτης θα μάθωσιν οι άνθρωποι όσας δυστυχίας ηθικάς τε και φυσικάς δύνανται να υπομείνωσιν ανθρώπινα όντα! Τούτο έστω το δίδαγμα του ημερολογίου τούτου! τα πάντα θα είπω, και δυστυχώς προαισθάνομαι ότι δεν εφθάσαμεν ακόμη εις το ανώτατον σημείον των δοκιμασιών ημών!
Κατά την ανωτέρω σκηνήν παρετήρησά τι επικυρούν τας υποψίας μου περί του τροφοδότου. Ο Χόμμπαρτ, δήλα δή, εξακολουθών τους στεναγμούς του, μεγαλοποιών μάλιστα αυτούς, δεν μετέχει του αγώνος. Ακούων τις αυτόν πείθεται ότι αποθνήσκει εξ ασιτίας, βλέπων δε όμως τον νομίζει απηλλαγμένον των κοινών βασάνων. Λοιπόν ο υποκριτής ούτος έχει κρύφιόν τι αποταμίευμα, εξ ού αντλεί έτι; τον επιτηρώ, αλλ' ουδέν ηδυνήθην να ανακαλύψω.
Ο καύσων είνε έτι δυνατός και μάλιστα αφόρητος, οσάκις ο άνεμος δεν τον μετριάζει. Η μερίς του ύδατος είνε βεβαίως ανεπαρκής, αλλ' η πείνα καταστέλλει εν ημίν την δίψαν. Λέγω δε ότι η έλλειψις του ύδατος ήθελε ταλαιπωρήση ημάς δεινότερον παρά την της τροφής, δεν δύναμαι να το πιστεύσω, ή τουλάχιστον να το φαντασθώ την στιγμήν ταύτην. Εν τούτοις η παρατήρησις αύτη πολλάκις εγένετο. Είθε να ευδοκήση ο Θεός να μη περιέλθωμεν εις την νέαν ταύτην εσχάτην των αμηχανιών.
Ευτυχώς υπολείπονται πίνται τινές ύδατος εν τω ημιθραύστω υπό της τρικυμίας βυτίω, το δε έτερον βυτίον είνε έτι άθικτον. Ει δε και ο αριθμός ημών ηλαττώθη, ο πλοίαρχος όμως, κωφεύων εις τινας διαμαρτυρίας, ηλάττωσε την ημερησίαν μερίδα εις ημίσειαν πίνταν, ενενήκοντα σχεδόν δράμια, κατ' άνθρωπον. Εγώ τον επιδοκιμάζω ως προς τούτο.
Του δε βρανδεβίνου υπολείπεται τέταρτον μόνον γαλλονίου, ό έστι τριακόσια πεντήκοντα πέντε μόνον δράμια, άτινα απετέθησαν ασφαλώς εν τη πρύμνη της σχεδίας.
Σήμερον, 7 του μηνός, περί ώραν εβδόμην και ημίσειαν μετά μεσημβρίαν, είς εξ ημών έπαυσεν του ζην. Δεκατέσσαρες είμεθα πλέον! Ο υποπλοίαρχος Ουάλτερ εξέπνευσεν εν ταις αγκάλαις μου, φρούδαι απέβησαν και της μις Χέρμπυ αι περιθάλψεις και αι εμαί . . . Δεν πάσχει πλέον.
Ολίγον πριν αποθάνη ο Ουάλτερ ηυχαρίστησε την μις Χέρμπυ και εμέ μετά φωνής ήν μόλις ηδυνάμεθα να ακούσωμεν . . .
«Κύριε, είπεν, αφίνων εκ της τρεμούσης χειρός του επιστολήν συμπεπιεσμένην, την επιστολήν ταύτην . . . της μητρός μου . . . . δεν έχω δύναμιν . . . Είνε η τελευταία όπου έλαβα! . . . Μου λέγει: «Σε περιμένω, παιδί μου, θέλω να σ' επανίδω!» Όχι, μητέρα μου, δεν θα μ' επανίδης πλέον! — Κύριε! . . . την επιστολήν ταύτην . . . βάλετε την εις τα χείλη μου . . . Εκεί, εκεί! . . . Να αποθάνω ασπαζόμενος αυτήν . . . Μητέρα μου . . . Θεέ μου! . . .»
Θέτω την επιστολήν του υποπλοιάρχου Ουάλτερ εντός της ψυχράς ήδη χειρός του, και την επιθέτω επί των χειλέων του. Το βλέμμα του εμψυχούται επί μίαν στιγμήν και ακούομεν ως ασθενή ήχον φιλήματος!
Απέθανεν ο υποπλοίαρχος Ουάλτερ! Ο Θεός αναπαύσαι την ψυχήν του!
ΜΑ'
— _Τη 8 Ιανουαρίου_ — Καθ' όλην την νύκτα διέμεινα παρά τω νεκρώ του ατυχούς, και η μις Χέρμπυ ήλθεν επανειλημμένως ίνα δεηθή υπέρ αναπαύσεως αυτού.
Ότε δε εφάνη η ημέρα, το λείψανον ήτο όλως ψυχρόν. Έσπευδον. . . μάλιστα! έσπευδον να το ρίψω εις την θάλασσαν. Είπον τω Ροβέρτω Κόρτις να με βοηθήση εν τω λυπηρώ τούτω έργω. Αφ' ού περιτυλίξωμεν το λείψανον εντός των αθλίων του ενδυμάτων, θα το βυθίσωμεν εις τα κύματα και επειδή είνε κάτισχνον ελπίζω ότι δεν θα επιπλέη.
Όρθρου βαθέως ο Ροβέρτος Κόρτις και εγώ, λαμβάνοντές τινας προφυλάξεις ίνα μη μας ίδωσι, παραλαμβάνομεν εκ των θυλακίων του υποπλοιάρχου πράγματά τινα ά θα παραδοθώσιν εις την μητέρα του, αν τις εξ ημών επιζήση.
Εν ώ δε έμελλον να ρίψω επί του λειψάνου τα ενδύματα, άτινα θα τω χρησιμεύσωσιν ως σάβανον, δεν δύναμαι να καταστείλω σχήμα φρίκης.
Ελλείπει ο δεξιός πους, η δε κνήμη είνε ηκρωτηριασμένη και αιματόφυρτος.
Τις ο εργάτης της βεβηλώσεως ταύτης; Λοιπόν κατεβλήθην υπό του καμάτου την νύκτα ταύτην και ωφεληθέντες εκ του ύπνου μου εκολώβωσαν το λείψανον; Αλλά τις έπραξε τούτο;
Ο Ροβέρτος Κόρτις παρατηρεί πέριξ αυτού, είνε δε τα βλέμματά του φοβερά. Αλλά τα πάντα εν τη σχεδία έχουσιν ως συνήθως, η δε σιωπή διακόπτεται μόνον υπό τινων στεναγμών. Ίσως μας παραφυλάττουσι! Σπεύσωμεν να ρίψωμεν το λείψανον εις την θάλασσαν προς αποφυγήν φρικαλεωτάτων σκηνών!
Απαγγείλαντες λοιπόν ευχάς τινας, ρίπτομεν το λείψανον εις τα κύματα, αυτό δε πάραυτα καταβυθίζεται.
«Να πάρ' η ευχή! Κύτταξε πώς τους τρέφουν τους καρχαρίας!»
Τις ελάλησεν ούτω; Στρέφομαι και βλέπω τον μαύρον Γύγξτροπ.
Ο αρχιναύτης την στιγμήν εκείνην είνε πλησίον μου.
«Τον πόδα, τω λέγω, νομίζεις ότι οι άθλιοι ούτοι . . .
— Τον πόδα; . . . Α, ναι! αποκρίνεται ο αρχιναύτης μετά τρόπου φωνής παραδόξου. Και έπειτα ήτο δικαίωμά των!
— Δικαίωμά των! ανεφώνησα.
— Κύριε, μοι λέγει ο αρχιναύτης, προτιμότερον να φάγη κανείς νεκρόν παρά ζωντανόν!»
Εις την απόκρισιν ταύτην την μετ' απαθείας γενομένην, δεν ειξεύρω τι να αποκριθώ, και απελθών εις την πρύμναν της σχεδίας κατακλίνομαι.
Περί ώραν ενδεκάτην συμβαίνει τι ευάρεστον. Ο αρχιναύτης, όστις από πρωίας έχει ερριμμένας τας ορμιάς, επέτυχε την φοράν ταύτην. Τω όντι τρεις ιχθύς συνελήφθησαν, τρεις γάδοι μεγάλου μεγέθους και μήκους ογδοήκοντα υφεκατομέτρων, ανήκοντες εις το είδος εκείνο, όπερ αποξηραινόμενον είνε γνωστόν διά του ονόματος «στοκοφίσι».
Μόλις ο αρχιναύτης ανέσυρεν επί της σχεδίας τους τρεις τούτους ιχθύς και οι ναύται ρίπτονται επ' αυτών. Ο πλοίαρχος Κόρτις, ο Φάλστεν και εγώ ορμώμεν ίνα τους συγκρατήσωμεν, και πάραυτα η τάξις αποκαθίσταται. Ολίγον είνε τρεις γάδοι εις δεκατέσσαρας ψυχάς, αλλά τέλος έκαστος έλαβε το μέρος του.
Και οι μεν καταβροχθίζουσιν τους ιχθύς τούτους ωμούς, δυνατόν ειπείν ζώντας, οι πλείστοι. Ο δε Ροβέρτος Κόρτις, ο Ανδρέας Λετουρνέρ και η μις Χέρμπυ έχουσι την δύναμιν να προσμένωσιν. Ανάψαντες έν τινι γωνία της σχεδίας πυρ έκ τινων τεμαχίων ξύλων, οπτούσι την μερίδα των. Αλλ' εγώ δεν έσχον την γενναιότητα ταύτην και έφαγον την αιμοσταγή εκείνην σάρκα!
Ο κ. Λετουρνέρ δεν εφάνη μάλλον υπομονητικός εμού και τοσούτων άλλων, αλλ' επέπεσεν ως λύκος πειναλέος επί της ιχθυομερίδος του. Ο τάλας ούτος όστις δεν έχει φάγη από τοσούτων ημερών, πώς ζη έτι; Δεν δύναμαι να το νοήσω.
Είπον ανωτέρω ότι χαράν μεγάλην ο αρχιναύτης εχάρη ότε ανέσυρε τας ορμιάς του, η δε χαρά αύτη επετάθη μέχρι παραφροσύνης· διότι είνε βέβαιον ότι, εάν η αλιεία ευδοκιμήση έτι, δύναται να σώση ημάς από θανάτου φρικαλέου.
Έρχομαι λοιπόν προς τον αρχιναύτην, και λαλών προς αυτόν, τον προτρέπω να επαναλάβω την απόπειράν του.
«Ναι! μοι λέγει, ναι . . . αναμφιβόλως . . . θα επαναλάβω! . . . . θα επαναλάβω! . . .
— Και διατί δεν ρίπτεις πάλιν τας ορμιάς σου; ηρώτησα.
— Όχι τώρα, μ' αποκρίνεται μετά τρόπου υπεκφυγής· την νύκτα διά τα μεγάλα ψάρια η επιτυχία είνε μεγαλητέρα παρά την ημέραν, και πρέπει να κάμνωμεν και οικονομίαν εις το δόλωμά μας. Τι κουτοί άνθρωποι! να μη κρατήσωμεν τίποτε αποφάγια διά δόλωμα!»
Αληθώς και το σφάλμα είνε ίσως ανεπανόρθωτον.
«Αλλ' όμως, είπον αυτώ, αφ' ού επέτυχες την πρώτην φοράν χωρίς δόλωμα . . .
— Είχα . . .
— Καλόν;
— Εξαίρετον, κύριε, αφ' ού τα ψάρια εδάγκασαν!»
Αποβλέπω προς τον αρχιναύτην και αυτός προς με.
«Δεν σου επερίσσευσε καθόλου να δολώσης τας ορμιάς σου;
— Ναι,» αποκρίνεται ο αρχιναύτης ταπεινή τη φωνή, και ουδέ λέξιν επειπών μ' εγκαταλείπει.
Εν τούτοις η γλίσχρα εκείνη τροφή έδωκεν ημίν δυνάμεις και μετ' αυτών μικράν τινα ελπίδα. Λαλούμεν περί της αλιείας του αρχιναύτου και φαίνεται ημίν αδύνατον να επιτύχη και εκ δευτέρου. Η Μοίρα ήθελε τέλος απαυδήση δοκιμάζουσα ημάς;
Απόδειξις δε αναντίρρητος ότι επήλθεν εις τα πνεύματα ημών άνεσις, είνε η σπουδή μεθ' ής επαναλαμβάνομεν τας περί του παρελθόντος συνδιαλέξεις ημών. Η διάνοια ημών δεν είνε προσηλωμένη πλέον και μόνον επί του λυπηρού τούτου ενεστώτος και του απειλούντος ημάς φοβερού μέλλοντος. Οι κκ. Λετουρνέρ, Φάλστεν, ο πλοίαρχος και εγώ αναπολούμεν τα από του ναυαγίου ημών συντελεσθέντα, επαναβλέπομεν τους απολωλότας ημών συμπλωτήρας, τα καθ' έκαστα της πυρκαϊάς, το κάθισμα του πλοίου, την ύφαλον του Βραχοχοιρομηρίου, την διαρροήν, τον φοβερόν εν τοις θωρακίοις διάπλουν, την σχεδίαν, την καταιγίδα, πάντα τα απρόοπτα εκείνα συμβάντα, ά νυν φαίνονται ούτως απομεμακρυσμένα. Ναι! Ταύτα πάντα παρήλθον, και ημείς ζώμεν έτι!
Ζώμεν! Αλλά τούτο δύναται να ονομασθή ζωή; Εξ εικοσιοκτώ ψυχών δεκατέσσαρες μόνον υπολειπόμεθα, μετ' ου πολύ δε ίσως γίνωμεν και δεκατρείς.
«Κακός αριθμός! λέγει ο νέος Λετουρνέρ, αλλά μετά πολλής δυσχερείας θα εύρωμεν τον δέκατον τέταρτον!»
Την νύκτα της 8 προς την 9 του μηνός, ο αρχιναύτης έρριψεν εκ νέου τας ορμιάς από της πρύμνης, και έμεινε μόνος φυλάττων αυτάς, εις ουδένα άλλον θελήσας να επιτρέψη την φροντίδα ταύτην.
Το πρωί έρχομαι προς αυτόν. Επειδή δε μόλις φέγγει και διά των διαπύρων αυτού οφθαλμών προσπαθεί να διεισδύση εις το σκότος των υδάτων, δεν με είδεν, ουδέ καν με ήκουσεν ερχόμενον.
Έψαυσα ελαφρώς τον ώμον του, εκείνος δε στρέφεται προς με.
«Ε; τι έχομεν, αρχιναύτα;
— Τι νάχωμεν! οι τρισκατάρατοι οι καρχαρίαι μούφαγαν τα δολώματά μου! απεκρίθη μετά φωνής υποκώφου.
— Και δεν έχεις άλλα;
— Όχι! και ειξεύρετε τι καταλαμβάνω, κύριε, από όλα αυτάς προσθέτει σφίγγων μου τον βραχίονα, ότι δεν πρέπει να κάμνη κανείς τα πράγματά του 'μισά . . .»
Φράσσω το στόμα του διά της χειρός μου! Ενόησα . . .
Ταλαίπωρε Ουάλτερ!
ΜΒ'
— _Από της 9 μέχρι της 10 Ιανουαρίου_. — Σήμερον κατελήφθημεν αύθις υπό της νηνεμίας. Ο ήλιος καίει, ο άνεμος εκόπασε τελείως και ουδέ μία ρυτίς αλλοιώνει τους μακρούς κυματισμούς της θαλάσσης, ήτις υπεγείρεται ανεπαισθήτως. Αν δε μη υπάρχη ρεύμα τι, ού την διεύθυνσιν αδύνατον να εξακριβώσωμεν, η σχεδία θα είνε όλως στάσιμος.
Είπον ότι η θερμότης είνε αφόρητος σήμερον, κατ' ακολουθίαν δε και η δίψα ημών είνε έτι μάλλον αφόρητος. Το ανεπαρκές του ύδατος ταλαιπωρεί ημάς δεινώς το πρώτον ήδη, προβλέπω δε ότι θα γίνη αιτία βασάνων μάλλον αφορήτων των της πείνης. Ήδη παρά τοις πλείστοις ημών το στόμα, ο λαιμός, η φάρυγξ συστέλλονται υπό της ξηρασίας, αι βλενώδεις μεμβράναι αποξηραίνονται υπό τον θερμόν τούτον αέρα, όν φέρει εις αυτάς η αναπνοή.
Εμού λιπαρούντος [88] ο πλοίαρχος μετερρύθμισε την συνήθη δίαιταν. Χορηγεί διπλήν μερίδα ύδατος και ηδυνήθημεν να δροσιζώμεθα όπως δήποτε τετράκις της ημέρας. Λέγω δε «όπως δήποτε», διότι το ύδωρ τούτο φυλαττόμενον εν τω πυθμένι του βυτίου, ει και καλύπτεται δι' υφάσματος, είνε αληθώς χλιαρόν.
Εν κεφαλαίω η ημέρα είνε κακή· οι δε ναύται υπό την επήρειαν της πείνης καταλαμβάνονται εκ νέου υπό απελπισμού.
Άνεμος δεν ηγέρθη μετά της ανατολής της σελήνης, ήτις είνε σχεδόν πανσέληνος. Εν τούτοις επειδή αι νύκτες των τροπικών είνε δροσεραί, αισθανόμεθ' ανακούφισίν τινα, αλλά την ημέραν η θερμοκρασία είνε αφόρητος. Οφείλομεν να ομολογήσωμεν προ τοιαύτης υψώσεως ούτω σταθεράς, ότι η σχεδία παρεσύρθη λίαν προς Νότον.
Περί δε της γης, ουδέ καν επιχειρεί τις να αναζητήση αυτήν, διότι φαίνεται ότι η γηίνη σφαίρα είνε πλέον . . σφαίρα υγρά. Αείποτε και πανταχού ο άπειρος ούτος Ωκεανός!
Την 10 του μηνός η αυτή νηνεμία, η αυτή θερμοκρασία. Βροχήν πυρίνην μας βρέχει ο ουρανός, αέρα πυρπολούμενον αναπνέομεν. Η δίψα ημών είνε ακαταμάχητος και καταντά να λησμονώμεν τα δεινά της πείνης, και να προσδοκώμεν μετά μανιώδους επιθυμίας την στιγμήν, καθ' ήν ο Ροβέρτος Κόρτις διανέμει τας ολίγας τινάς σταγόνας ύδατος της μερίδος ημών. Α! να πίωμεν κατά κόρον άπαξ και διά μιας, έστω και εξαντλούντες την προμήθειαν όλην, και έπειτα ας αποθάνωμεν!
Την στιγμήν ταύτην, είνε δε μεσημβρία, καταλαμβάνεταί τις των συμπλωτήρων υπό αλγηδόνων οξυτάτων και αναφωνεί. Είνε δε ούτος ο άθλιος Όουεν, όστις, εν τη πρώρας κατακείμενος, συστρέφεται μετά φοβερών σπασμών.
Έρπω μέχρι του Όουεν διότι οία δήποτε και αν εγένετο η διαγωγή του, η φιλανθρωπία επιτάσσει να ίδωμεν εάν είνε δυνατόν να τω παράσχωμεν ανακούφισίν τινα.
Αλλά ταυτοχρόνως ο ναύτης Φλαίπολ αναφωνεί. Στρέφω και βλέπω αυτόν όρθιον επί των πτερυγίων του ιστού και τείνοντα την χείρα προς ανατολάς προς σημείον τι του ορίζοντος.
«Πλοίον!» ανακράζει.
Πάντες ανορθούμεθα· σιωπή τελεία επικρατεί επί της σχεδίας. Και ο Όουεν καταστέλλων τας κραυγάς του ανορθούται και αυτός.
Κατά την διεύθυνσιν την υποδεικνυομένην υπό του Φλαίπολ φαίνεται αληθώς σημείον λευκόν, αλλά το σημείον εκείνο μετατοπίζεται; Είνε ιστίον; Τι γνώμην έχουσι περί αυτού οι ναυτικοί ούτοι, οι τόσον οξυδερκείς;
Παρατηρώ τον Ροβέρτον Κόρτις όστις, τους βραχίονας έχων εσταυρωμένους, εξετάζει το λευκόν σημείον. Αι παρειαί του εξέχουσι, πάντα δε τα μέρη του προσώπου του ανέρχονται ένεκα της συστολής του περιφερούς μυός, συνοφρυούται, καμμύει τους οφθαλμούς, και συγκεντροί εν τω βλέμματί του όλην την οπτικήν αυτού δύναμιν. Εάν το λευκόν εκείνο σημείον είνε ιστίον, δεν θα απατηθή.
Αλλ' όμως σείει την κεφαλήν και οι βραχίονες αυτού λύονται και καταπίπτουσι.
Παρατηρώ, και δεν είνε πλοίον εκείνο το λευκόν σημείον. Δεν είνε πλοίον, είνε ανταύγειά τις οία δήποτε, οφρύς κύματος εκχυνομένου, ή εάν είνε πλοίον, το πλοίον εξηφανίσθη!
Οποία κατάπτωσις επηκολούθησε την στιγμιαίαν εκείνην ελπίδα! Πάντες επανήλθομεν εις την συνήθη ημών θέσιν, ο δε Ροβέρτος Κόρτις ίσταται ακίνητος, αλλά δεν παρατηρεί πλέον τον ορίζοντα.
Τότε αι κραυγαί του Όουεν επαναλαμβάνονται μετά σφοδρότητος είπερ ποτέ και άλλοτε μείζονος. Όλον του το σώμα συστρέφεται υπό δεινής αλγηδόνος και η θέα του είνε όντως φοβερά. Ο λαιμός του στενούται υπό συστολής σπασμωδικής, η γλώσσα ξηραίνεται, η κοιλία επαίρεται, ο δε σφυγμός είνε μικρός, συχνός, άτακτος. Ο τάλας υφίσταται σφοδράς σπασμωδικάς κινήσεις άμα δε και τιναγμούς τετανώδεις, Εκ των συμπτωμάτων δε τούτων ουδεμία αμφιβολία ότι ο Όουεν εδηλητηριάσθη υπό οξειδίου του χαλκού.
Δεν έχομεν δε τα αναγκαιούντα φάρμακα προς εξουδετέρωοιν των αποτελεσμάτων του δηλητηρίου τούτου. Αλλά δύναταί τις να προκαλέση εμέσεις προς εκκένωσιν των υλών των περιεχομένων εν τω στομάχω του Όουεν διά χλιαρού ύδατος. Ζητώ παρά του πλοιάρχου Κόρτις ολίγον ύδωρ, όντως δε συναινεί, και επειδή το ύδωρ του πρώτου βυτίου εξηντλήθη, μεταβαίνω να αντλήσω εκ του δευτέρου, όπερ είνε άθικτον έτι· αλλ' ο Όουεν ορθούται επί των γονάτων, και διά φωνής ήτις δεν είνε πλέον φωνή ανθρωπίνη, αναφωνεί:
«Όχι! όχι! όχι!»
Διατί το όχι τούτο; Επανέρχομαι παρά τω Όουεν και τω εξηγώ τι θέλω να πράξω· αλλ' αυτός έτι σφοδρότερον μ' αποκρίνεται ό τι δεν θέλει να πίη εκ του ύδατος τούτου.
Επιχειρώ τότε να προκαλέσω εμέσεις γαργαλίζων την σταφυλήν αυτού, και μετ' ου πολύ εξεμεί ύλας υποκυάνους. Είνε δε υπερβέβαιον ότι ο Όουεν εδηλητηριάσθη διά θειούχου χαλκού, διά χαλκάνθου, και ό τι δήποτε πράξη τις, ο Όουεν δεν σώζεται!
Αλλά πώς εδηλητηριάσθη; Αι εμέσεις επήνεγκον αυτώ αναψυχήν τινα και τέλος δύναται να λαλήση. Ο πλοίαρχος και εγώ τον ερωτώμεν . . .
Δεν θα πειραθώ να περιγράψω την εντύπωσιν, ήν ενεποίησεν ημίν η απόκρισις του ταλαιπώρου τούτου!
Ο Όουεν ωθούμενος υπό δίψης δεινής, έκλεψε πίντας τινάς ύδατος εκ του αθίκτου βυτίου! . . . Ώστε το ύδωρ του βυτίου τούτου είνε δεδηλητηριασμένον!
ΜΓ'
_Από της 11 μέχρι της 14 Ιανουαρίου_. — Ο Όουεν απέθανε την νύκτα μετά τιναγμών τετανωδών, ών η σφοδρότης επετάθη εις βαθμόν σπάνιον.
Είνε αληθέστατον! Το δηλητηριώδες βυτίον περιείχεν άλλοτε χάλκανθον. Γεγονός προδηλότατον. Αλλά νυν ποία τινί κακή Μοίρα το βυτίον τούτο μετετράπη εις υδροφόρον δοχείον, και ποία τινί έτι μάλλον αξιοθρηνήτω Μοίρα παρελάβομεν αυτό επί της σχεδίας; . . . Αδιάφορον το βέβαιον είνε ότι ύδωρ πλέον δεν έχομεν.
Το πτώμα του Όουεν εδέησε να ριφθή εις την θάλασσαν, διότι πάραυτα αποσυνετέθη. Ουδέ θα ήτο καν δυνατόν να δολώση ο αρχιναύτης τας ορμιάς του διά σαρκός ήτις ουδεμίαν είχε πλέον σύστασιν. Ο θάνατος του αθλίου τούτου εις ουδέν θα ωφελήση ημάς!
Πάντες γινώσκομεν την κατάστασιν των πραγμάτων οποία είνε εν τω παρόντι και διατελούμεν σιωπηλοί. Αλλά και τι θα ηδυνάμεθα να είπωμεν; Άλλως τε ο ήχος της φωνής ημών είνε σφόδρα ανιαρός εις την ακοήν. Γενόμενοι ευερέθιστοι, προτιμότερον να μη λαλώμεν πλέον, διότι η ελαχίστη λέξις, έν βλέμμα, έν σχήμα, δύναται κάλλιστα να προκαλέση παραφοράς λυσσώδεις ακατασχέτους. Δεν δύναμαι να νοήσω πώς δεν παρεφρονήσαμεν ήδη!
Την 12 Ιανουαρίου ουδεμίαν ελάβομεν μερίδα ύδατος, εξαντληθείσης χθες της τελευταίας σταγόνος. Δεν υπάρχει δε νέφος εν τω ουρανώ δυνάμενον να βρέξη ολίγον, το δε θερμόμετρον θα εδείκνυε εκατόν τεσσάρας βαθμούς (89) εν τη σκιά, εάν υπήρχε σκιά επί της σχεδίας.
Την 13 του μηνός η αυτή κατάστασις. Το θαλάσσιον ύδωρ άρχεται κατατρώγον μου τους πόδας, αλλ' εγώ σχεδόν δεν προσέχω. Και των άλλων δε των υπό του αυτού κακού πασχόντων η κατάστασις δεν εδεινώθη.
Α! Το περιβάλλον ημάς ύδωρ τούτο, ότε συλλογίζομαι ότι εξατμίζοντες ή στερεοποιούντες ηθέλομεν καταστήση αυτό πόσιμον! Μεταβαλλόμενον εις ατμόν ή εις πάγον, δεν θα περιείχε πλέον ουδέν μόριον άλατος, και θα ηδυνάμεθα να το πίωμεν. Αλλ' αι συσκευαί ελλείπουσιν, ουδέ δυνάμεθα να κατασκευάσωμεν.
Σήμερον ο αρχιναύτης και δύο εκ των ναυτών εβυθίσθησαν εις την θάλασσαν μετά κινδύνου να καταβροχθισθώσιν υπό των καρχαριών. Το λουτρόν τούτο ανακουφίζει πως αυτούς και δροσίζει έν τινι μέτρω. Τρεις δε των συμπλωτήρων και εγώ, μόλις γινώσκοντες να κολυμβώμεν, εδέθημεν από σχοινίου και εμείναμεν εν τη θαλάσση επί ημίσειαν σχεδόν ώραν, επιτηρούντος του Ροβέρτου Κόρτις. Αλλ' ευτυχώς πάνυ ουδείς καρχαρίας επλησίασε.
Εκλιπαρούμεν την μις Χέρμπυ να μιμηθή το παράδειγμα ημών, αλλ' αυτή, ει και ταλαιπωρείται δεινώς, δεν ηθέλησε.
Την 14 του μηνός περί ώραν ενδεκάτην προ μεσημβρίας ο πλοίαρχος ελθών προς με, μοι λέγει σιγά εις το ωτίον:
«Μη κινηθήτε και σας νοήσουν, κύριε Κάζαλλον, διότι ενδεχόμενον να απατώμαι, και δεν θέλω να εμβάλω εις τους συντρόφους μας κενάς ελπίδας εκ νέου.
Παρατηρώ τον Ροβέρτον Κόρτις.
«Τώρα, μοι λέγει, διέκρινα τω όντι πλοίον!»
Ο πλοίαρχος καλώς ποιών με προδιέθεσε, διότι δεν θα ηδυνάμην να καταστείλω την πρώτην μου κίνησιν.
«Κυττάξατε, προσέθηκε. Εκεί προς τον αριστερόν τοίχον της πρύμνης».
Εγείρομαι προσποιούμενος αδιαφορίαν, ήν ουδόλως αισθάνομαι, και διατρέχω το τόξον του ορίζοντος το υποδειχθέν υπό του Ροβέρτου Κόρτις.
Οι οφθαλμοί μου δεν είνε οφθαλμοί ναυτικού, αλλ' εν απωτάτω τινί σκιαγραφήματι δυσδιακρίτω αναγνωρίζω πλοίον αρμενίζον.
Πάραυτα σχεδόν ο αρχιναύτης, ού τα βλέμματα ήσαν εστραμμένα προς το μέρος τούτο από τινων στιγμών, αναφωνεί:
«Πλοίον!»
Η παρουσία του σημανθέντος πλοίου δεν παράγει πάραυτα το αναμενόμενον αποτέλεσμα, ουδεμίαν συγκίνησιν προκαλεί είτε διότι δεν πιστεύουσιν, είτε διότι αι δυνάμεις των είνε εξηντλημέναι. Όθεν ουδείς ανεγείρεται. Αλλ' αφ' ού ο αρχιναύτης επανέλαβεν επανειλημμένως «Πλοίον! πλοίον!» πάντων τα βλέμματα προσηλούνται τέλος επί του ορίζοντος.
Νυν το γεγονός δεν είνε αρνήσιμον. Το βλέπομεν, το πλοίον τούτο το ανέλπιστον! Αλλ' άρα γε αυτό θα μας ίδη;
Εν τούτοις οι ναύται προσπαθούσι να αναγνωρίσωσι το σχήμα και την διεύθυνσιν αυτού, μάλιστα την διεύθυνσιν.
Ο Ροβέρτος Κόρτις παρατηρήσας μετά μεγίστης επιμελείας, είπε:
«Το πλοίον είνε βρίκιον και πλέει προς τον άνεμον, έχον αυτόν δεξιά. Εάν επί δύο ώρας εξακολουθήση την διεύθυνσιν ταύτην, κατ' ανάγκην θα μας κόψη τον δρόμον».
Δύο ώραι! δύο αιώνες! Αλλ' η διεύθυνσις του πλοίου δύναται να μεταβληθή από στιγμής εις στιγμήν, καθ' όσον μάλιστα υπό την εγγυτάτην εκ κεραίας ιστιοδρομίαν [90] ταύτην ενδεχόμενον να πλαγιοδρομή [91] μόνον και μόνον διά να προσηνεμώση [92]. Αλλ' όμως, εάν το πράγμα έχη ούτω, μετά την πλαγιοδρομίαν θα γίνη αριστερήνεμον [93] και θα απομακρυνθή. Α! εάν ουριοδρόμει ή καν έπλεε μετά φορού [94] ανέμου, θα εδικαιούμεθα να ελπίζωμεν!