Ο Σάνσελλορ

Part 10

Chapter 1022 wordsPublic domain

Έπειτα η σχεδία αναλαμβάνει σχεδόν πάραυτα την οριζόντειον αυτής θέσιν, αλλά κατά την πλαγίαν ταύτην εκτόπισιν τα εχμάτια [86] των βυτίων εθραύσθησαν· έν δε των βυτίων τούτων είδον διερχόμενον υπεράνω της σχεδίας, του δ' ετέρου απεσπάσθη ο πυθμήν και εξεχύθη το εν αυτώ ύδωρ.

Ναύται ορμώσιν ίνα συγκρατήσωσι το δεύτερον βυτίον το περιέχον το παστόν κρέας· αλλά τινος αυτών ο πους συλλαμβάνεται μεταξύ των αραιωθεισών σανίδων του κρηπιδώματος, αίτινες πάλιν συσφίγγονται, ο δε τάλας ωρύεται υπό των αλγηδόνων.

Θέλω να σπεύσω προς αυτόν και κατορθώ να λύσω τα συνέχοντά με σχοινία . . . Αλλά κατόπιν εορτής, και εν αστραπή θαμβούση το βλέμμα μου, βλέπω τον ταλαίπωρον, ού ο πους είχεν απαλλαγή, σαρωνόμενον υπό κύματος όπερ κατεκάλυψεν ημάς εξ ολοκλήρου. Και ο εταίρος αυτού συνεξηφανίσθη συν αυτώ, ουδενός ημών δυνηθέντος να σπεύση εις βοήθειαν αυτών.

Εμέ δε το κύμα της θαλάσσης εξήπλωσεν επί του κρηπιδώματος, η κεφαλή μου προσέκρουσεν επί της γωνίας σφηκίσκου και ελιποθύμησα.

ΛΣΤ'

— _Τη 22 Δεκεμβρίου_. — Η ημέρα ήλθε τέλος, και ο ήλιος εφάνη μεταξύ των τελευταίων νεφών, ά κατέλιπεν η καταιγίς όπισθεν αυτής. Η πάλη αύτη των στοιχείων διήρκεσεν ώρας τινάς μόνον, αλλ' ήτο φρικώδης, αήρ και ύδωρ συνεκρούσθησαν μετ' απαραμίλλου βίας.

Τα κυριώτατα των συμβάντων ηδυνήθην να καταδείξω, διότι η μετά την πτώσιν μου λιποθυμία δεν μ' αφήκε να παρατηρήσω το τέλος του κατακλυσμού τούτου. Ειξεύρω δε μόνον ότι, ολίγον μετά το μέγα κύμα, η καταιγίς εκόπασεν υπό βροχής ραγδαίας, και η ηλεκτρική της ατμοσφαίρας έντασις ηλαττώθη, ώστε η καταιγίς δεν παρετάθη πέρα της νυκτός. Αλλά κατά το χρονικόν τούτο διάστημα πόσας βλάβας επήνεγκεν ημίν, ποίας ανεπανορθώτους απωλείας, και κατ' ακολουθίαν πόσαι συμφοραί αναμένουσιν ημάς! Ουδέ καν ηδυνήθημεν να συλλέξωμεν μίαν σταγόνα εκ των χειμάρρων εκείνων της βροχής!

Συνήλθον μεν διά των περιθάλψεων των κκ. Λετουρνέρ και της μις Χέρμπυ, αλλ' εις τον Ροβέρτον Κόρτις οφείλω ότι δεν εσαρώθην υπό δευτέρου τινός κύματος.

Ο έτερος των απολεσθέντων δύο ναυτών κατά την τρικυμίαν είνε ο Ώστιν, νέος εικοσιοκτώ ετών, χρηστός, φιλόπονος και γενναίος, ο δ' έτερος είνε ο γηραιός Ιρλανδός Ο Ρέδυ, ο επιζήσας τοσούτοις ναυαγίοις.

Δεκαέξ μόνον υπολειπόμεθα επί της σχεδίας, τούτ' έστι το ήμισυ σχεδόν των επί του _Σάνσελλορ_ επιβιβασθέντων εξηφανίσθη ήδη!

Και νυν τι υπολείπεται ημίν ως προς τας τροφάς;

Ο Ροβέρτος Κόρτις ηθέλησε να πληροφορηθή ακριβώς περί των προμηθειών. Εις τι συνίστανται και πόσον θα διαρκέσωσι.

Το ύδωρ δεν θα λείψη ακόμη, διότι υπολείπονται έτι εν τω θραυσθέντι βυτίω δεκατέσσαρα γαλλόνια, — εξήκοντα πέντε λίτραι, — ό έστι υπέρ τας πεντήκοντα οκάδας, το δ' έτερον βυτίον είνε άθικτον. Αλλά το περιέχον το παστόν κρέας και τους ιχθύς ούς είχομεν αλιεύση, εσαρώθησαν αμφότερα, ουδενός όλως υπολειφθέντος. Διπυρίτου δε ο Ροβέρτος Κόρτις δεν υπολογίζει πλέον των εξήκοντα λιτρών, τούτ' έστι τεσσαράκοντα επτά οκάδων, το σωθέν εκ των προσβολών της θαλάσσης.

Εξήκοντα δε λίτραι διά δεκαέξ ψυχάς, είνε οκτώ ημερών τροφή προς ημίσειαν λίτραν, ό έστι προς εκατόν πεντήκοντα έξ δράμια τον άνθρωπον.

Ο Ροβέρτος Κόρτις γνωστοποιεί ημίν όλην την κατάστασιν των πραγμάτων, τον ηκούσαμεν δε εν σιωπή. Εν σιωπή ωσαύτως διήλθεν η ημέρα αύτη της 22 Δεκεμβρίου. Έκαστος διανοείται καθ' εαυτόν, αλλ' είνε προφανές ότι τα αυτά διανοήματα παράγονται εν τω πνεύματι πάντων. Μοι φαίνεται ότι βλέπομεν αλλήλους μετά οφθαλμών διαφόρων, και το φάσμα της πείνης επιφαίνεται ήδη. Μέχρι τούδε δεν εστερήθημεν ακόμη εντελώς πόσεως και βρώσεως· αλλά νυν η μερίς του ύδατος θα ελαττωθή κατ' ανάγκην, η δε του διπυρίτου . . .!

Κατά τινα στιγμήν ελθών πλησίον του ομίλου των ναυτών, εξηπλωμένων εν τη πρώρα, ήκουσα τον Φλαίπολ λέγοντα μετά τινος ειρωνείας.

«Όσοι έχουν σκοπόν ν' αποθάνουν, θα κάνουν καλά ν' αποθάνουν από τώρα.

— Ναι, απεκρίθη ο Όουεν. Το ελάχιστον θ' αφήσουν το μερτικό τους 'ς τους άλλους!».

Η ημέρα διήλθεν εν καταπτώσει και αθυμία πάντων. Έκαστος έλαβε το κεκανονισμένον ημίλιτρον του διπυρίτου. Καί τινες μεν κατεβρόχθισαν αυτό παραχρήμα, ούτως ειπείν, μετά λύσσης, τινές δε συνετώς ποιούντες, διέθεσαν αυτό μετά φειδούς. Μοι φαίνεται ότι ο μηχανικός Φάλστεν διήρεσε την μερίδα του εις τόσα μέρη οσάκις συνήθως τρώγει την ημέραν.

Εάν τις μέλλη να επιζήση, ούτος θα είνε ο Φάλστεν.

ΛΖ'

— _Από της 23 μέχρι 30 Δεκεμβρίου_. — Μετά την καταιγίδα ο άνεμος μετετράπη εις Μέσην (ΒΑ) και διατηρείται ως αύρα. Δέον δε να επωφεληθώμεν, διότι τείνει εις το να φέρη ημάς πλησίον της γης. Ο ιστός ιδρυθείς εκ νέου επιμελεία του Δαούλα, στερεούται καλώς, το ιστίον επαίρεται εις το άκρον του ιστού, και η σχεδία ουριοδρομεί προς δυο μίλια μέχρι δύο και ήμισυ, την ώραν.

Ενησχολήθησαν ωσαύτως εις το να προσαρμόσωσιν ουράδιον κατασκευασθέν εκ σφηκίσκων και πλατείας σανίδος. Ενεργεί δε το ουράδιον μετρίως πως, αλλ' όμως, ως τρέχει η σχεδία ωθουμένη υπό του ανέμου, δεν είνε χρεία μεγάλης προσπαθείας προς συγκράτησιν αυτής.

Και το κρηπίδωμα επεσκευάσθη διά σφηνών και σχοινίων, δι' ών συσφίγγονται αι αποχωρισθείσαι σανίδες, τα δε της αριστεράς πλευράς δρύφακτα τα υπό κύματος ανάρπαστα γενόμενα, αναπληρούνται και σώζωσιν ημάς από των προσβολών της θαλάσσης. Ενί λόγω παν ό τι ήτο δυνατόν να γίνη προς στερέωσιν του εξ ιστών και κεραιών συγκροτήματος τούτου, εγένετο, αλλ' ο χείριστος των κίνδυνων δεν έγκειται εν τούτω.

Μετά του αιθρίου ουρανού επανήλθε και ο τροπικός εκείνος καύσων, εξ ού τοσούτον εταλαιπωρήθημεν τας προηγουμένας ημέρας αλλά σήμερον ευτυχώς μετριάζεται υπό της πνοής του ανέμου. Της δε σκηνής αποκατασταθείσης εν τη πρύμνη της σχεδίας, καταφεύγομεν υπό την σκέπην αυτής εξ υπαμοιβής [87].

Εν τούτοις το ανεπαρκές της διατροφής άρχεται γινόμενον μάλλον επαισθητότερον. Προφανώς πάσχομεν υπό πείνης. Αι παρειαί είνε κοίλαι, τα πρόσωπα λελεπτυσμένα. Των πλείστον ημών το κεντρικόν νευρικόν σύστημα προσεβλήθη απ' ευθείας, και η του στομάχου συστολή παράγει αίσθησιν αλγεινήν. Εάν προς φενακισμόν της πείνης ταύτης, εάν προς αποκοίμισιν αυτής είχομεν ναρκωτικόν τι, όπιον, φέρ' ειπείν, ή καπνόν, ίσως θα ήτο μάλλον ανεκτή. Όχι! των πάντων στερούμεθα!

Ημών είς μόνος διαφεύγει την επιβάλλουσαν ταύτην ανάγκην, ο υποπλοίαρχος Ουάλτερ, κατατρυχόμενος υπό σφοδρού πυρετού, όστις και τον «τρέφει», αλλά δίψα φλογερά τον βασανίζει. Η μις Χέρμπυ, εν ώ εφύλαττε μέρος της μερίδος της υπέρ του ασθενούς, επέτυχε παρά του πλοιάρχου και συμπλήρωμα ύδατος· κατά παν δε τέταρτον ώρας εμβρέχει τα χείλη του υποπλοιάρχου. Ο Ουάλτερ μόλις και μετά βίας δύναται να προφέρη λέξιν, και δια του βλέμματος ευχαριστεί την ελεήμονα νεάνιδα. Ο τάλας! είνε καταδεδικασμένος, και αι επιμονώταται δε των περιθάλψεων δεν θα τον σώσωσιν. Εκείνος, τουλάχιστον, δεν μέλλει να ταλαιπωρηθή περισσότερον.

Προς δε τούτοις φαίνεται σήμερον έχων συναίσθησιν της καταστάσεώς του, διότι με καλεί διά νεύματος. Έρχομαι και κάθημαι πλησίον του, εκείνος δε συναθροίζων όλας αυτού τας δυνάμεις και διά λέξεων διακεκομμένων μοι λέγει.

«Κύριε Κάζαλλον, έχω ακόμη πολύ . .»

Όσον ολίγον και αν ενδοιάζω να αποκριθώ, ο Ουάλτερ το παρατηρεί και επαναλαμβάνει;

«Την αλήθειαν, όλην την αλήθειαν!

— Δεν είμαι ιατρός και δεν δύναμαι. . .

Δεν πειράζει! Αποκριθήτε μου σας παρακαλώ! . .»

Παρατηρώ επί μακρόν τον άρρωστον, έπειτα θέτω το ους μου επί του στήθους του. Από τινων ημερών η φθίσις επροώδευσε προφανώς γιγαντίοις βήμασιν, είνε δε πολύ βέβαιον ότι ο έτερος των πνευμόνων δεν εργάζεται, ο δ' έτερος μόλις δύναται να επαρκέση εις τας χρείας της αναπνοής. Ο Ουάλτερ κατατρύχεται υπό πυρετού, όστις θα είνε το σημείον προσεχούς θανάτου εν ταις φυματικαίς νόσοις.

Τι έχω ν' αποκριθώ εις το ερώτημα του υποπλοιάρχου;

Το βλέμμα του όμως είνε τόσον ερωτηματικόν, ώστε αμηχανών επιζητώ υπεκφυγήν τινα!

«Φίλε μου, τω λέγω, ουδείς εξ ημών, εν τη καταστάσει εν τη οποία διατελούμεν, δύναται να ελπίζη ότι θα ζήση πολύ. Τις οίδεν εάν εντός οκτώ ημερών πάντες όσους φέρει η σχεδία . . .

— Εντός οκτώ ημερών!» ψιθυρίζει ο υποπλοίαρχος, ού το φλογερόν βλέμμα προσηλούται επάνω μου.

Έπειτα στρέφει την κεφαλήν και φαίνεται αποκοιμιζόμενος.

Τη 24, 25, και 26 Δεκεμβρίου ουδεμία μεταβολή της καταστάσεως ημών. Γυμναζόμεθα δε να μη αποθάνωμεν της πείνης, ει και λεγόμενον τούτο φαίνεται απίθανον. Αι διηγήσεις ναυαγίων συνεχώς αναφέρουσι γεγονότα συμφωνούντα προς όσα παρατηρώ ενταύθα, αλλ' αναγινώσκων εθεώρουν αυτάς υπερβολικάς. Και όμως δεν ήσαν· βλέπω δε καλώς ότι την έλλειψιν τροφής δύναται τις να υπομείνη πλέον ή όσον διενοούμην. Άλλως τε προς τη ημισεία λίτρα του διπυρίτου ο πλοίαρχος ενόμισε δέον να προσθέση τινάς σταγόνας βρανδεβίνου, αύτη δε η δίαιτα στηρίζει τας δυνάμεις ημών πλέον ή όσον θα ηδύνατό τις να φαντασθή. Αν ήμεθα εξησφαλισμένοι δι' ομοίας μερίδος επί δύο μήνας, επί ένα! Αλλ' η προμήθεια εξαντλείται, και έκαστος δύναται ήδη να προΐδη την στιγμήν καθ' ήν η λιτή αύτη διατροφή θα εκλίπη ολοσχερώς.

Ανάγκη λοιπόν παντί σθένει να ζητήσωμεν από της θαλάσσης συμπληρωματικήν τροφήν, όπερ πολύ δυσχερές νυν. Εν τούτοις ο αρχιναύτης και ο ξυλουργός κατασκευάζουσι νέας ορμιάς διά σχοινιού εξελιχθέντος, τη προσθήκη καρφίων εξαχθέντων εκ των σανίδων του κρηπιδώματος.

Τελειωθέντων των μηχανημάτων τούτων, ο αρχιναύτης φαίνεται αρκούντως ευηρεστημένος εκ του έργου του.

«Δεν είνε δα και περίφημα αγκίστρια αυτά τα καρφιά, αλλά τέλος πάντων θα ειμπορούσαν να πιάσουν όπως και κάθε άλλο αγκίστρι, αν δεν μας έλειπε το δόλωμα! Αλλά 'μείς μόνον διπυρίτην έχομεν, και αυτός δεν πιάνει. Το πρώτον ψάρι που θα πιάσωμε, δεν θα δυσκολευθώ να δολώσω το αγκίστρι με το ζωντανό κρέας του. Λοιπόν εδώ είνε όλη η δυσκολία: πώς να πιάσωμε το πρώτο ψάρι!».

Ορθώς λέγει ο αρχιναύτης, και πιθανώς η αλιεία θα αποβή άκαρπος. Τέλος αναρρίπτει τον κύβον, αι ορμιαί ρίπτονται, αλλ', ως ηδύνατό τις να προΐδη, ουδείς ιχθύς «δαγκάνει». Είνε δε άλλως τε πρόδηλον ότι αι θάλασσαι αύται ολίγον είνε ιχθυοτρόφοι.

Κατά τας ημέρας της 28 και της 29 αι απόπειραι ημών μάτην εξηκολούθησαν διότι τα τεμάχια του διπυρίτου, δι' ών εδολώθησαν αι ορμιαί, διαλύονται εν τω ύδατι, ώστε ανάγκη να παραιτηθώμεν. Άλλως τε και μάτην δαπανώμεν την ουσίαν ταύτην, ήτις αποτελεί την μόνην ημών τροφήν, και ήδη περιήλθομεν εις το σημείον να μετρώμεν και τα ψιχία αυτής.

Ο αρχιναύτης, στερούμενος άλλου μέσου, επινοεί τότε να προσαρμόση επί του καρφίου των ορμιών ράκος υφάσματος. Η μις Χέρμπυ τω δίδει τεμάχιον εκ του περικαλύπτοντος αυτήν ερυθρού περιωμίου. Ίσως δε το ράκος τούτο, στίλβον υπό το ύδωρ, ελκύση αδηφάγον τινά ιχθύν.

Η νέα αύτη δοκιμή εγένετο την 30 του μηνός. Επί πολλάς ώρας αι ορμιαί είνε βεβυθισμέναι, αλλ' ότε τας ανασύρουσι, το ερυθρόν ράκος διατελεί άθικτον.

Ο αρχιναύτης είνε όλως άθυμος, διότι και το δόλωμα τούτο απέτυχε. Τι δεν θα εδίδομεν ίνα συλλάβωμεν τον πρώτον τούτον ιχθύν, όστις θα επέτρεπεν ίσως να αλιεύσωμεν και άλλους!

«Άλλο έν μέσον θα εχρησίμευε διά να δολώσωμεν τας ορμιάς μας, μοι είπεν ο αρχιναύτης ταπεινή τη φωνή.

— Ποίον; ηρώτησα.

— Θα το μάθετε αργότερα!», αποκρίνεται ο αρχιναύτης ατενίζων με μετά παραδόξου τρόπου.

Τι να σημαίνωσιν οι λόγοι ούτοι, λεγόμενοι υπ' ανδρός όστις αείποτε μ' εφάνη λίαν επιφυλακτικός; Όλην νύκτα εσκεπτόμην περί τούτου.

ΛΗ'

— _Από της 1 μέχρι της 5 Ιανουαρίου_. — Τρεις μήνες και πλέον παρήλθον αφ' ότου κατελίπομεν το Κάρλεστον επί του _Σάνσελλορ_, επί είκοσι δε ημέρας φερόμεθα επί της σχεδίας ταύτης, παίγνια των ανέμων και των ρευμάτων. Προέβημεν άρα γε προς δυσμάς προς την Αμερικανικήν ακτήν, ή μάλλον μας έρριψεν η τρικυμία εις το πέλαγος μακράν πάσης γης; Ουδ' είνε καν πλέον δυνατόν να το εξακριβώσωμεν, διότι κατά την τελευταίαν θύελλαν, ήτις εγένετο ημίν ούτως ολεθρία, τα όργανα του πλοιάρχου συνετρίβησαν, ει και κατεβλήθη πάσα πρόνοια περί διαφυλάξεως αυτών. Ο Ροβέρτος Κόρτις δεν έχει πλέον ούτε πυξίδα, ίνα εύρη την διεύθυνσιν ήν έχομεν, ούτε εξάντα ίνα λάβη ύψος. Είμεθα άρα γε πλησίον ακτής ή απέχομεν εκατοστύας μιλίων; Αδύνατον να το ειξεύρωμεν αλλ' αφ' ού πάσαι αι περιπτώσεις είνε εναντίον ημών, είνε πολύς φόβος μήπως είμεθα πολύ απομεμακρυσμένοι.

Εν τη άκρα ταύτη άγνοια περί της καταστάσεως ημών ενυπάρχει τι το απελπιστικόν, αναμφιβόλως· αλλ' όμως, επειδή η ελπίς ουδέποτε εγκαταλείπει την ανθρωπίνην καρδίαν, αγόμεθα ενίοτε να πιστεύωμεν, παρά πάντα λόγον, ότι η ακτή είνε εγγύς. Όθεν έκαστος παρατηρεί τον ορίζοντα και αναζητεί να διακρίνη επί της καθαρωτάτης εκείνης γραμμής σχήμα τι γης. Προς τούτο οι οφθαλμοί ημών, ημών των επιβατών, εξαπατώσιν ημάς αδιαλείπτως και καθιστώσι την πλάνην ημών αλγεινοτέραν. Νομίζομεν ότι βλέπομεν. . . αλλά δεν είνε τίποτε, είνε νέφος, είνε ομίχλη, είνε κυματισμός του σάλου. Ουδεμία γη είνε εκεί πέραν, ουδέν πλοίον αποτυπούται επί της υποτέφρου εκείνης περιμέτρου, ένθα συγχέονται θάλασσα και ουρανός. Η σχεδία είνε αείποτε το κέντρον της ερήμου ταύτης περιφερείας.

Την 1 Ιανουαρίου εφάγομεν τον τελευταίον ημών διπυρίτην, ή μάλλον ειπείν, τα τελευταία ψυχία του διπυρίτου. Την 1 Ιανουαρίου! Ποίας αναμνήσεις η ημέρα αύτη ενθυμίζει, και εν αντιπαραβολή πόσον μας φαίνεται αξιοθρήνητος! Η ανανέωσις του έτους και αι ευχαί άς η «πρώτη του έτους» προκαλεί, αι οικογενειακαί διαχύσεις άς επιφέρει, η ελπίς ής πληρούται η καρδία, ουδέν τούτων είνε πλέον εις ημάς! Αι δε λέξεις «Σας εύχομαι αίσιον το νέον έτος» άς προφέρει τις μειδιών, τις ημών ήθελε τολμήση να τας εκστομίση; Τις ήθελε τολμήση να ελπίση μίαν και μόνην ημέραν δι' εαυτόν καν;

Και όμως ο αρχιναύτης ελθών προς με και ατενίζων με κατά τρόπον αλλόκοτον:

«Κύριε Κάζαλλον, μοι είπε, σας εύχομαι να διέλθετε αισίως. . .

— Το νέον έτος;

— Όχι, την σημερινήν ημέραν και μάλιστα είνε πολύ γενναιότης από μέρους μου, διότι, μάθετε, δεν υπάρχει πλέον τίποτε τρόφιμον, εις την σχεδίαν.»

Τίποτε πλέον, πάντες γινώσκομεν τούτο, και όμως την επιούσαν, ότε ήλθεν η ώρα της ημερησίας διανομής, εκπληττόμεθα ως εάν μη είχομεν είδησιν του πράγματος. Δεν δύναταί τις να πιστεύση εις την τελείαν ταύτην σιτοδείαν.

Περί την εσπέραν αισθάνομαι στροφούς εν τω στομάχω σφοδροτάτους, οίτινες προκαλούσι χασμήματα αλγεινά. Έπειτα δε πραΰνονται κατά τι μετά δύο ώρας.

Την επιούσαν, 3 του μηνός, εκπλήττομαι, διότι δεν πάσχω περισσότερον. Αισθάνομαι δε εν εμοί κενόν άπειρον, αλλά το συναίσθημα τούτο είνε τουλάχιστον ηθικόν τε και φυσικόν. Η κεφαλή μου βαρεία και δυσκόλως ισορροπούσα, μοι φαίνεται σαλεύουσα επί των ώμων μου, και αισθάνομαι τους ιλίγγους εκείνους, ούς γεννά η άβυσσος όταν κύπτωμεν υπεράνω αυτής.

Αλλά τα συμπτώματα ταυτά δεν είνε τα αυτά εις πάντας. Τινές των συμπλωτήρων μου πάσχουσιν ήδη δεινώς. Μεταξύ άλλων ο ξυλουργός και ο αρχιναύτης, οίτινες είνε φύσει πολυφάγοι. Αι βάσανοι αναγκάζουσιν αυτούς να κραυγάζωσιν ακουσίως, και είνε αναγκασμένοι να σφιγχθώσι διά σχοινίου. Και είμεθα εν τη δευτέρα μόνον ημέρα!

Α! το ημίλιτρον εκείνο του διπυρίτου, την ισχνήν εκείνην μερίδα ήτις εφαίνετο άρτι λίαν ανεπαρκής, πώς την εμεγέθυνεν τότε η επιθυμία ημών! Πόσον ήτο υπερμεγέθης, φαίνεται ημίν νυν ότε ουδέν έχομεν πλέον! Το τεμάχιον εκείνο του διπυρίτου εάν διενέμετο έτι, εάν έδιδον ημίν το ήμισυ, το τέταρτον μόνον, θα επήρκει εις συντήρησιν πολλών ημερών! θα το ετρώγομεν ψίχα ψίχα!

Εν πόλει πολιορκουμένη, περιελθούση εν τη εσχάτη σιτοδεία, δύναταί τις έτι εν τοις ερειπίοις, εν τοις ρυακίοις, εν ταις γωνίαις να εύρη οστούν λιπόσαρκον, ρίζαν τινά ερριμμένην, εξαπατώσαν στιγμιαίως την πείναν! Αλλ' επί των σανίδων τούτων, άς τοσάκις τα κύματα εσάρωσαν, ών τα αραιώματα ανεσκελεύθησαν ήδη, ών εξέσθησαν αι γωνίαι, ένθα ο άνεμος πιθανόν να είχεν ωθήση τινά περισσεύματα, τι θα ηδύνατό τις να αναζητήση πλέον;

Το μήκος των νυκτών είνε μέγα — μείζον και των ημερών! Μάτην ζητεί τις εν τω ύπνω στιγμιαίαν ανακούφισιν! Ο ύπνος, και εάν κατορθώνη να κλείη τους οφθαλμούς ημών, ουδέν άλλο είνε η πυρετώδης νάρκωσις μεστή εφιαλτών.

Εν τούτοις την νύκτα ταύτην, καταβαλλόμενος υπό του καμάτου έν τινι στιγμή καθ' ήν και η πείνα μου εκοιμάτο, ηδυνήθην να αναπαυθώ επί τινας ώρας.

Την επιούσαν, ώρα έκτη, αφυπνίσθην υπό αλαλαγμών εξηχούντων επί της σχεδίας. Εξεγείρομαι διά μιας και κατά την πρώραν βλέπω τον μαύρον Γύγξτροπ και τους ναύτας Όουεν, Φλαίπολ Ουίλσων, Βάρκε, Σάνδων συνηθροισμένους εν στάσει επιθετική. Οι άθλιοι ούτοι ήρπασαν εργαλεία του ξυλουργού, πέλεκυν, σφύραν, σμίλην, και απειλούσι τον πλοίαρχον, τον αρχιναύτην και τον Δαούλαν. Πάραυτα δε σπεύδω εκεί ένθα ίστατο ο Ροβέρτος Κόρτις και οι μετ' αυτού, με παρακολουθεί δε και ο Φάλστεν. Ημείς δε μόνα όπλα έχομεν τα μαχαίριά μας, αλλ' ουδέν ήττον έχομεν ακράδαντον απόφασιν να αμυνθώμεν.

Ο Όουεν και ο όχλος του βαίνουσιν εναντίον ημών. Οι άθλιοι είνε οινοβαρείς, διότι την νύκτα έθραυσαν τον κόρον του βρανδεβίνου και έπιον κατά κόρον.

Αλλά τι θέλουσι;

Ο Όουεν και ο μαύρος Γύγξτροπ, οι ήττον μεθύοντες, εξερεθίζουσι τους άλλους να σφάξωσιν ημάς, εκείνοι δε υπείκουσιν εις οινοπνευματώδη τινά μανίαν.

«Κάτω ο Κόρτις! αναφωνούσι. 'Σ την θάλασσαν ο πλοίαρχος! Όουεν αρχηγός! Όουεν αρχηγός!»

Ηγέτης αυτών είνε ο Όουεν, ο δε μαύρος είνε ο δεύτερος. Το μίσος των δύο τούτων ανθρώπων κατά των ιδίων αξιωματικών εκδηλούται την στιγμήν ταύτην διά βιαιοπραγίας, ήτις και αν επετύγχανε δεν θα έσωζεν όμως την ημετέραν κατάστασιν. Αλλ' οι οπαδοί αυτών, ανίκανοι όντες προς ορθήν σκέψιν και ωπλισμένοι, ημών αόπλων όντων, καθιστώσιν αυτούς επιφόβους.

Ο Ροβέρτος Κόρτις βλέπων αυτούς προχωρούντας, έρχεται προς αυτούς και μετά φωνής ισχυράς αναφωνεί:

«Κάτω τα όπλα!

— Κτυπάτε τον τον πλοίαρχον!» ωρύεται ο Όουεν.

Ο άθλιος παροξύνει τους συνενόχους του διά σχήματος, αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις, απωθών τον μεθύοντα όμιλον, πορεύεται κατ' ευθείαν προς τον Όουεν και τον ερωτά:

«Τι θέλεις;

— Δεν θέλομεν ανώτερον εδώ μέσα! αποκρίνεται ο Όουεν. Όλοι είμαστε ένα πράγμα!»

Κτήνος ηλίθιον! Ως εάν μη ήμεθα τάχα πάντες ίσοι ενώπιον της δυστυχίας!

«Όουεν, αναφωνεί εκ δευτέρου ο πλοίαρχος, κάτω τα όπλα!

— Απάνω τους, παιδιά!» αναφωνεί ο Όουεν.

Αγών συνάπτεται. Ο Όουεν και ο Ουίλσων εφορμώσι κατά του Ροβέρτου Κόρτις, όστις αποκρούει τας πληγάς των διά τεμαχίου σφηκίσκου, ο δε Βάρκε και ο Φλαίπολ επιπίπτουσι κατά του Φάλστεν και του αρχιναύτου. Εγώ δε ενώπιόν μου έχω τον μαύρον Γύγξτροπ, όστις κραδαίνων σφύραν θέλει να με πλήξη. Προσπαθώ να τον περιβάλω διά των βραχιόνων μου, ίνα παραλύσω τας κινήσεις του, αλλ' η μυική ισχύς του αχρείου είνε ανωτέρα της εμής. Παλαίσας επί τινας στιγμάς, αισθάνομαι ότι θα καταβληθώ, ότε ο Γύγξτροπ κατακυλίεται επί του κρηπιδώματος συμπαρασύρων και εμέ. Ο Ανδρέας Λετουρνέρ ειχε συλλάβη αυτόν από του ποδός και τον έρριψε κατά γης.

Η επέμβασις αύτη μ' έσωσεν. Ο μαύρος πίπτων αφήκε το όπλον του, εγώ δε αρπάσας αυτό κινούμαι να του συντρίψω την κεφαλήν . . . Αλλ' η χειρ του Ανδρέα κρατεί ήδη και εμέ.

Τω όντι οι στασιάζοντες κατετροπώθησαν εις την πρώραν της σχεδίας.

Ο δε Ροβέρτος Κόρτις εκκλίνας τας επιθέσεις του Όουεν, αρπάζει πέλεκυν και υψώσας την χείρα καταφέρει αυτόν.

Αλλ' ο Όουεν αποσύρεται πλαγίως, ο δε πέλεκυς ευρίσκει τον Ουίλσων κατάστηθα. Ο άθλιος ανατρέπεται, και πεσών εκτός της σχεδίας γίνεται άφαντος.

«Σώσατέ τον! σώσατέ τον! αναφωνεί ο αρχιναύτης.

— Είνε νεκρός! αποκρίνεται ο Δαούλας.

— Αι! ίσα ίσα δι' αυτό. . . . !» αναφωνεί ο αρχιναύτης και δεν συμπληροί την φράσιν του.

Αλλ' ο θάνατος του Ουίλσων καταπαύει τον αγώνα. Ο Φλαίπολ και ο Βάρκε εν τω εσχάτω βαθμώ της μέθης αμφότεροι κατάκεινται ακίνητοι· ημείς δε εφορμώμεν επί του Γύγξτροπ και τον δένομεν στερεώς επί της ρίζης του ιστού.

Ο δε Όουεν κατεβλήθη υπό του ξυλουργού και του αρχιναύτου. Τότε δε ο Ροβέρτος ελθών πλησίον, λέγει προς αυτόν:

«Την προσευχήν σου, διότι θ' αποθάνης!

— Έχετε λοιπόν και καλά όρεξιν να με φάτε!» είπεν ο Όουεν μετ' απαραμίλλου αναιδείας.

Η σκληρά αύτη απόκρισις σώζει την ζωήν του. Ο Ροβέρτος Κόρτις απορρίπτει τον πέλεκυν, όν είχεν υψώση κατά του Όουεν, και ωχρότατος απέρχεται και κάθηται εν τη πρύμνη της σχεδίας.

ΛΘ'

— _Τη 5 και 6 Ιανουαρίου_. — Η σκηνή αύτη ενεποίησε βαθείαν εντύπωσιν. Η απόκρισις του Όουεν, εν αις περιστάσεσι διατελούμεν, είνε τοιαύτη, ώστε κατέβαλε και τους δραστηριωτάτους.

Ευθύς ως επήλθε τις γαλήνη εις το πνεύμα μου, ηυχαρίστησα ενθέρμως τον νέον Λετουρνέρ, ού η επέμβασίς μοι έσωσε την ζωήν.

«Μ' ευχαριστείτε, αποκρίνεται ο Ανδρέας, εν ώ έπρεπεν ίσως να με καταράσθε.

— Σε, Ανδρέα;

— Κύριε Κάζαλλον, ουδέν άλλο έπραξα ή μόνον παρέτεινα τας ταλαιπωρίας σας!

— Δεν πειράζει, κύριε Λετουρνέρ, λέγει τότε η μις Χέρμπυ, ερχομένη πλησίον ημών, επράξατε το καθήκον σας!».

Αείποτε το συναίσθημα του καθήκοντος στηρίζει την νεάνιδα ταύτην.

Έγινε κάτισχνος υπό των στερήσεων. Τα ενδύματά της εκβαφέντα υπό της υγρασίας, κατεσχισμένα υπό των συγκρούσεων, κυμαίνονται αθλίως, αλλ' ουδέν παράπονον εξέρχεται του στόματός της, και δεν θα καταβληθή ευχερώς.

«Κύριε Κάζαλλον, μ' ερωτά, είμεθα προωρισμένοι να αποθάνωμεν της πείνης;

— Μάλιστα, μις Χέρμπυ, αποκρίνομαι σκληρώς πως.

— Και πόσον ειμπορεί να ζήση ο άνθρωπος χωρίς να τρώγη;

— Περισσότερον παρ' όσον νομίζει. Ίσως μακράς ατελευτήτους ημέρας

— Οι έχοντες καλήν κράσιν υποφέρουσι περισσότερον, δεν είν' αλήθεια;

— Μάλιστα, αλλά και αποθνήσκουσι ταχύτερον, προς αποζημίωσιν τρόπον τινά!».

Πώς ηδυνήθην να αποκριθώ ούτω προς την νεάνιδα; Τι! δεν εύρον λόγον τινά παραμυθητικόν να τη είπω! Τη έρριψα κατά πρόσωπον την κτηνώδη αλήθειαν! Άρα γε παν συναίσθημα φιλανθρωπίας απεσβέσθη εν εμοί; Ο Ανδρέας Λετουρνέρ και ο πατήρ του, ακούοντές με, ατενίζουσί με επανειλημμένως διά των μεγάλων λαμπρών οφθαλμών των, ούς η πείνα διαστέλλει. Και ερωτώσιν εαυτούς εάν εγώ τω όντι είμαι ο λαλών ούτω.

Μετ' ολίγας στιγμάς ότε είμεθα μόνοι, η μις Χέρμπυ μοι λέγει ταπεινή τη φωνή.

«Κύριε Κάζαλλον, μοι κάμνετε, παρακαλώ, μίαν χάριν;

— Μάλιστα, μις, απεκρίθην συγκεκινημένος ήδη, και έτοιμος τα πάντα να πράξω χάριν της νεάνιδος.

— Αν αποθάνω προ υμών, εξακολουθεί η μις Χέρμπυ, — και τούτο δυνατόν να συμβή αν και είμαι ασθενεστέρα, δότε μοι υπόσχεσιν ότι θα ρίψετε το πτώμα μου εις την θάλασσαν.

— Μις Χέρμπυ, έπταισα . . .

— Όχι, όχι προσθέτει υπομειδιώσα, επράξατε άριστα και μοι ελαλήσατε όπως ελαλήσατε. Αλλά υπόσχεσθε ότι θα πράξετε ό τι σας ζητώ; Είνε αδυναμία μου. Ζώσα δεν φοβούμαι τίποτε . . , αλλά νεκρά . . . Δότε μοι υπόσχεσιν ότι θα με ρίψετε εις την θάλασσαν».

Έδωκα υπόσχεσιν, η δε μις Χέρμπυ μοι τείνει την δεξιάν, και αισθάνομαι τους ισχνούς δακτύλους της θλίβοντας ασθενώς τους εμούς.

Μία έτι νυξ παρήλθεν. Εκ διαλειμμάτων αι αλγηδόνες μου είνε ούτω δειναί, ώστε μ' εκφεύγουσι κραυγαί· έπειτα πραΰνονται και μένω βεβυθισμένος τρόπον τινά εν νάρκη. Συνερχόμενος δε εκπλήττομαι ανευρίσκων ζώντας έτι τους συμπλωτήρας μου.

Ο μάλιστα πάντων ημών ευχερέστατα υφιστάμενος τας στερήσεις ταύτας είνε ο τροφοδότης Χόμμπαρτ, περί ού ελάχιστος μέχρι τούδε λόγος εγένετο. Ούτος είνε μικρός το ανάστημα, έχων φυσιογνωμίαν κοθόρνου, βλέμμα θωπευτικόν, μειδιών συνεχώς μειδίαμα «όπερ μόνον τα χείλη του κινεί», ημικλείστους συνήθως έχων τους οφθαλμούς, ως θέλων να αποκρύπτη τους διαλογισμούς του, το όλον δε του ανδρός αποπνέει το κίβδηλον αυτού. Είνε υποκριτής, δύναμαι να ομόσω περί τούτου. Και τω όντι, ειπών ότι αι στερήσεις επιδρώσιν επ' αυτού ολιγώτερον, δεν λέγω ότι δεν παραπονείται δι' αυτό, τουναντίον μάλιστα στενάζει αδιαλείπτως, αλλ' ουκ οίδα διατί οι στεναγμοί του μοι φαίνονται προσπεποιημένοι. Θα το ίδωμεν. Θα επιτηρώ τον άνθρωπον τούτον, διότι έχω περί αυτού υποψίας, αίτινες καλόν είνε να διαλευκανθώσι.

Σήμερον, 6 Ιανουαρίου, ο κ. Λετουρνέρ λαβών με κατ' ιδίαν, προς την πρύμναν της σχεδίας, φαίνεται επιθυμών να μοι ανακοινώση «ανακοίνωσίν τινα μυστικήν». Επιθυμεί δε ούτε να τον ίδη τις ούτε να τον ακούση.

Μεταβαίνομεν εις την γωνίαν του αριστερού τοίχου, και επειδή ήδη άρχεται η νυξ, ουδείς δύναται να μας ίδη.

«Κύριε, μοι λέγει ταπεινή τη φωνή ο κ. Λετουρνέρ, ο Ανδρέας είνε πολύ αδύνατος. Ο υιός μου αποθνήσκει της πείνης! Κύριε, δεν ειμπορώ πλέον να βλέπω τούτο το πράγμα, όχι, δεν ειμπορώ να το βλέπω.»

Ο κ. Λετουρνέρ λαλεί διά τρόπου, εν ώ αισθάνομαι οργήν καταστελλομένην, και η φωνή του έχει τι το άγριον. Α! κατανοώ τι θα υποφέρη ο πατήρ ούτος!

«Κύριε, τω λέγω λαμβάνων την χείρα του, μη απελπιζώμεθα ίσως πλοίον τι . . .