Ο Σάνσελλορ

Part 1

Chapter 1116 wordsPublic domain

Produced by Sophia Canoni

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed. Words in italics are included in _. Footnotes have been converted to endnotes and are included in (). I have also added explanation of words in endnotes. These are included in [].

Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό, κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις με πλαγίους χαρακτήρες έχουν σημειωθεί με _. Οι υποσημειώσεις έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου και περικλείονται σε (). Έχω προσθέσει στο τέλος του βιβλίου επεξηγήσεις λέξεων. Αυτές έχουν σημειωθεί με [].

Ο ΣΑΝΣΕΛΛΩΡ

_____

ΙΟΥΛΙΟΥ ΒΕΡΝ

Ο ΣΑΝΣΕΛΛΩΡ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Ι. ΦΕΡΜΠΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ

ΜΕΤΑ 45 ΕΙΚΟΝΩΝ

ΘΗΣΕΥΣ Κ. ΛΙΒΕΡΙΟΣ ΕΚΔΟΤΗΣ

ΕΚΤΑΚΤΑ ΤΑΞΕΙΔΙΑ

_____

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΙΟΥΛΙΟΥ ΒΕΡΝ

ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ

ΒΡΑΒΕΥΘΕΙΣΑ ΥΠΟ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΑΚΑΔΗΜΕΙΑΣ

ΚΑΤΑ ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΝ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Ι. ΦΕΡΜΠΟΥ

ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ

ΜΕΤΑ 45 ΕΙΚΟΝΩΝ

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ

Εκδότης Θησεύς Κ. Λιβέριος

1892

_____

ΙΟΥΛΙΟΥ ΒΕΡΝ

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΤΟΥ ΕΠΙΒΑΤΟΥ I. Ρ. ΚΑΖΑΛΛΟΝ

_____

Α'

— Κάρλεστον. — _Τη 27 Σεπτεμβρίου 1869._ — Καταλείπομεν την προκυμαίαν του Πυροβολείου τη 3 μ.μ., εν τη ακμή της παλιρροίας, η δε άμπωτις εκφέρει ημάς ταχέως εις το πέλαγος. Ο πλοίαρχος Χόντλυ εκέλευσε να εκπετάσωσι τα ανώτερα ιστία και τα κατώτερα, η δε πνοή του Βορρά ωθεί τον _Σάνσελλορ_ ανά τον κολπίσκον. Μετ' ου πολύ κάμπτομεν το φρούριον Σόντερ, και αφίνομεν αριστερά τα μετωποβόλα πυροβολεία της παραλίας. Την τετάρτην ώραν το στόμιον του λιμένος, εξ ού εκφεύγει ταχύ ρεύμα αμπώτιδος, παρέχει δίοδον εις το πλοίον. Αλλά το πέλαγος είνε εισέτι μακράν· ίνα δε φθάσωμεν αυτό, οφείλομεν να παρακολουθήσωμεν τους στενούς πόρους, ούς το κύμα έσκαψε μεταξύ των όχθων της άμμου. Ο πλοίαρχος Χόντλυ εκπίπτει λοιπόν εις την ΝΔ αύλακα, κάμπτων τον φάρον της άκρας διά της αριστεράς γωνίας του φρουρίου Σόντερ. Τότε δε τα ιστία του _Σάνσελλορ_ ηυθετίσθησαν προς τον άνεμον, και την 7 μ. μ. το πλοίον ημών, παραπλεύσαν την εσχάτην αμμώδη άκραν της παραλίας, διά μιας εισβάλλει εις τον Ατλαντικόν.

Ο _Σάνσελλορ_, εύμορφον πλοίον τρίστηλον [1], ενεακοσίων τόννων, ανήκει τω πλουσίω οίκω των Αδελφών Ληρδ εκ Λιβερπούλης. Είνε δύο ετών, έχει επιχάλκωσιν μετά γόμφων [2] χαλκών και είνε ηρμολογημένον εξ αρίστης ξυλείας των Ινδιών· οι κατώτεροι αυτού ιστοί, πλην του επιδρόμου [3], είνε σιδηροί ως και η εξαρτία [4]. Το στερεόν τούτο και κομψόν σκάφος, καταγεγραμμένον εκ των πρώτων εν τω _Νηιγνώμονι_, εκτελεί την στιγμήν ταύτην τον τρίτον αυτού πλουν μεταξύ Κάρλεστον και Λιβερπούλης. Εξερχόμενον των πόρων του Κάρλεστον αναπεταννύει την βρεττανικήν σημαίαν αλλ' όμως ναυτικός τις βλέπων αυτό δεν θα ηδύνατο να απατηθή περί της καταγωγής του, είνε ακριβώς οποίον φαίνεται, τούτ' έστιν είνε Αγγλικόν από της ισάλου αυτού γραμμής [5] μέχρι των επιμήλων [6].

Ιδού δε ο λόγος δι' όν επεβιβάσθην επί του _Σάνσελλορ_ καταπλέοντος εις Αγγλίαν.

Ουδεμία υπάρχει κατ' ευθείαν ατμοπλοϊκή γραμμή μεταξύ της Νοτίου Καρολίνης και του Ηνωμένου βασιλείου· ίνα δε λάβη τις γραμμήν υπερωκεάνειον, οφείλει είτε να ανέλθη προς βορράν των Ηνωμένων Πολιτειών, εις Νέαν Υόρκην, είτε να κατέλθη προς νότον, εις Νέαν Αυρηλίαν. Μεταξύ δε της Νέας Υόρκης και της παλαιάς ηπείρου υπάρχουσι πολλαί γραμμαί, Αγγλική, Γαλλική, Αμβουργική και μία _Σκωτία_, είς _Περέρ_, μία _Ολσατία_ θα με έφερον τάχιστα εις τον προς όν όρον. Μεταξύ δε Νέας Αυρηλίας και Ευρώπης τα ατμόπλοα της _Εθνικής ατμοπλοϊκής Εταιρείας_, άτινα συνεχίζουσι την υπερατλάντειον Γαλλικήν από Κολόν μέχρι Ασπινουάλ, εκτελούσι ταχείς πλους. Αλλά διατρέχων τας προκυμαίας του Κάρλεστον είδον τον _Σάνσελλορ_· Ο _Σάνσελλορ_ μοι ήρεσε και ουκ οίδα οποίον τι ένστιγμά με ώθησεν εις το πλοίον τούτο, ού τινος τα πάντα ήσαν άνετα. Άλλως τε η ιστιοφόρος ναυτιλία όταν ευνοήται υπό τε του ανέμου και της θαλάσσης — ταχεία σχεδόν όσον και η ατμήρης — είνε προτιμητέα κατά πάντα: Αρχομένου του φθινοπώρου, υπό τα γεωγραφικά ταύτα πλάτη, τα νότια ήδη, ο καιρός είνε ακόμη καλός. Λοιπόν απεφάσισα να επιβιβασθώ επί του _Σάνσελλορ_.

Καλώς εποίησα ή κακώς; Άρα γε θα μετανοήσω διά την απόφασίν μου; Το μέλλον θα με το διδάξη. Συντάσσω καθ' ημέραν τας σημειώσεις ταύτας, και καθ' ήν στιγμήν γράφω, δεν ειξεύρω περισσότερα των αναγινωσκόντων το ημερολόγιον τούτο, — αν ίσως και εύρη ποτέ αναγνώστας.

Β'

— _28 Σεπτεμβρίου_. — Είπον ότι ο πλοίαρχος του _Σάνσελλορ_ επονομάζεται Χόντλυ — τα κύρια δε ονόματα αυτού Τζων Σάιλας. Είνε Σκώτος εκ Δούνδης, πεντηκοντούτης, φημιζόμενος ως επιδέξιος του Ατλαντικού γνώστης. Ανάστημα έχει μέτριον, ώμους στενούς, κεφαλήν μικράν και εκ συνηθείας ολίγον τι κεκλιμένην προς αριστερά. Δεν είμαι πρώτης τάξεως φυσιογνώμων, μοι φαίνεται όμως ότι δύναμαι ήδη να κρίνω τον πλοίαρχον Χόντλυ, ει και από τινων μόνον ωρών γινώσκω αυτόν.

Ότι ο Σάιλας Χόντλυ φημίζεται ως καλός ναυτικός και ότι γινώσκει εντελώς το επάγγελμά του, δεν αντιλέγω· αλλ' ότι όμως ενυπάρχει εν τω ανθρώπω τούτω χαρακτήρ σταθερός, δραστηριότης φυσική τε και ηθική, ουχί! τούτο δεν είνε παραδεκτόν.

Και όντως, η στάσις του πλοιάρχου Χόντλυ είνε βαρεία, το δε σώμα του εμφαίνει τινά ατονίαν. Είνε νωχελής, ως δηλοί το ασταθές του βλέμματός του, η παθητική των χειρών του κίνησις, και η ταλάντωσις η φέρουσα αυτόν βραδέως από του ετέρου ποδός εις τον έτερον. Δεν είνε, δεν δύναται να είνε ανήρ δραστήριος, ουδέ επίμονος, διότι οι οφθαλμοί του δεν συσπώνται, η σιαγών του είνε μαλακή, και αι πυγμαί του δεν έχουσι συνήθη τάσιν να κλείωνται. Προς δε τούτοις ανευρίσκω εν αυτώ ήθος αλλόκοτον, περί ού δεν δύναμαι ακόμη να εξηγηθώ, αλλά θα τον παρατηρήσω μετά προσοχής, ής είνε άξιος ο κυβερνήτης πλοίου, ο καλούμενος «ο μετά Θεόν κύριος!»

Αλλ' όμως, αν μη απατώμαι, μεταξύ Θεού και Σάιλα Χόντλυ υπάρχει εν τω πλοίω έτερος ανήρ, όστις μου φαίνεται προωρισμένος, τυχούσης περιστάσεως, να καταλάβη θέσιν αξίαν λόγου. Είνε ο δεύτερος του _Σάνσελλορ_, όν ακόμη δεν εσπούδασα επαρκώς και περί ού επιφυλάσσομαι να λαλήσω βραδύτερον.

Το πλήρωμα του _Σάνσελλορ_ αποτελείται εκ του πλοιάρχου Χόντλυ, του δευτέρου Ροβέρτου Κόρτις, του υποπλοιάρχου Ουάλτερ, του αρχιναύτου και δεκατεσσάρων ναυτών, Άγγλων ή Σκώτων, τούτ' έστιν εκ δεκαοκτώ ναυτικών, — όσοι εξασκούσιν εις τον χειρισμόν πλοίου τριστήλου ενεακοσίων τόνων. Πάντες δε οι άνδρες ούτοι φαίνονται γινώσκοντες το έργον των. Τούτο δε μόνον δύναμαι να βεβαιώσω μέχρι τούδε ότι, διευθύνοντος του δευτέρου, εξετέλεσαν επιδεξίως τους χειρισμούς εν τοις πόροις του Κάρλεστον.

Συμπληρών την απαρίθμησιν των επιβαινόντων του _Σάνσελλορ_, αναφέρω τον τροφοδότην Χόμμπαρτ, τον μαύρον μάγειρον Γύγξτροπ, και παρέχω τον κατάλογον των επιβατών.

Οι επιβάται είνε οκτώ τον αριθμόν και εμού συμπεριλαμβανομένου. Μόλις γινώσκω αυτούς, αλλ' η μονοτονία του διάπλου, τα συμβαίνοντα καθ' εκάστην, ο καθημερινός διαγκωνισμός ανθρώπων συνεσφιγμένων εν διαστήματι στενώ, η χρεία εκείνη η τοσούτον φυσική της ανταλλαγής ιδεών, η έμφυτος τη ανθρωπίνη καρδία περιεργία, πάντα ταύτα θα προσελκύσωσι μετ' ου πολύ πάντας ημάς προς αλλήλους, διότι μέχρι τούδε ο θόρυβος της επιβιβάσεως, η κατάληψις των θαλάμων, η διευθέτησις πάντων των χρειωδών εις ταξείδιον μέλλον να διαρκέση είκοσιν ίσως ημέρας μέχρι είκοσι πέντε, ασχολίαι διάφοροι, εκράτησαν ημάς απομεμακρυσμένους απ' αλλήλων. Χθες δε και σήμερον πάντες οι δαιτυμόνες ουδέ καν εφάνησαν ακόμη εις την τράπεζαν, ίσως δε τινες αυτών κατατρύχονται υπό της ναυτίας. Όθεν δεν τους είδον πάντας, αλλά γινώσκω όμως ότι μεταξύ των επιβατών συγκαταριθμούνται δύο κυρίαι έχουσαι τους πρυμναίους θαλάμους, ών τα παράθυρα ήσαν επί του άβακος [7] του πλοίου.

Περί πλέον ιδού και ο κατάλογος των επιβατών απαράλλακτος ως τον αντέγραψα εκ του επιβατολογίου του _Σάνσελλορ_:

Ο Κος και η Κα Κηρ, Αμερικανοί, εκ Βουφφάλου.

Μις Χέρμπυ, Αγγλίς, ακόλουθος της Κας Κηρ.

Κος Λετουρνέρ και ο υιός του Ανδρέας Λετουρνέρ, Γάλλοι, εκ Χάβρης.

Ουίλλιαμ Φάλστεν, μηχανικός εκ Μαγχεστρίας, και Τζων Ρώμπυ μεγαλέμπορος εκ Κάρδιφ, αμφότεροι Άγγλοι.

Ι. Ρ. Κάζαλλον, εκ Λονδίνου, — ο συγγραφεύς του ημερολογίου τούτου.

Γ'

— _29 Σεπτεμβρίου_. — Η φορτωτική του πλοιάρχου Χόντλυ, τούτ' έστιν η πράξις η βεβαιούσα την φόρτωσιν των εμπορευμάτων επί του _Σάνσελλορ_ και τους όρους της μεταφοράς αυτών, έχει ώδε:

ΒΡΟΝΣΦΙΛΔ ΚΑΙ ΣΑ., ΠΑΡΑΓΓΕΛΕΙΟΔΟΧΟΙ ΚΑΡΛΕΣΤΟΝ

«Εγώ, Τζων Σάιλας Χόντλυ, εκ Σούνδης (Σκωτία), πλοίαρχος του πλοίου _Σάνσελλορ_, τόνων ενεακοσίων ή ως έγγιστα, ηγκυροβολημένον επί του παρόντος εν Κάρλεστον, διά να αποπλεύσω καιρού επιτρέποντος και με την βοήθειαν του Θεού και μέχρι προ της πόλεως Λιβερπούλης εκεί όπου θα εκφορτώσω, — ομολογώ ότι παρέλαβον εν τω ειρημένω πλοίω μου και υπό το ελεύθερον αυτού κατάστρωμα παρ' υμών των κκ. Βρόνσφιλδ και Σα, παραγγελειοδόχων εν Κάρλεστον, χίλια επτακόσια δέματα βάμβακος, αξίας εικοσιέξ χιλιάδων λιρών, σώα και εν καλή καταστάσει, επιγεγράμμένα διά των εν τω περιθωρείω στοιχείων και αριθμών. Ταύτα δε υπισχνούμαι να κομίσω καλώς έχοντα, πλην των θαλασσίων κινδύνων και ατυχημάτων, εις Λιβερπούλην, και εκεί να παραδώσω αυτά εις τους κκ. Αδελφούς Ληρδ ή εις την διαταγήν αυτών, λαμβάνων ως ναύλον μου το ποσόν δισχιλίων λιρών, άνευ τινός προσθήκης, κατά το συμφωνητικόν, προς δε τούτοις και τας ναυφθορίας [8] κατά τα θαλάσσια έθιμα. Προς εκπλήρωσιν δε των ανωτέρω εγγυήθην και εγγυώμαι προσωπικώς και διά των υπαρχόντων μου και του ειρημένου πλοίου μετά πάντων των εξαρτημάτων αυτού.

»Εις πίστωσιν τούτου υπέγραψα τρεις ομοίας φορτωτικάς, εξ ών της μιας των όρων εκπληρωθέντων, αι λοιπαί δύο θα είνε άκυροι.

» Εγένετο εν Κάρλεστον τη 13 Σεπτεμβρίου 1850.

Τ. Σ. ΧΟΝΤΛΥ»

Όθεν λοιπόν ο _Σάνσελλορ_ κομίζει εις Λιβερπούλην χίλια επτακόσια δέματα βάμβακος, ών αποστολείς μεν οι Βρόνσφιλδ και Σα εν Κάρλεστον, παραλήπται δε οι Αδελφοί Ληρδ εκ Λιβερπούλης.

Η φόρτωσις δε αύτη εγένετο μετά μεγίστης επιμελείας, διότι το πλοίον είχεν εξεπίτηδες ναυπηγηθή προς μεταφοράν βάμβακος. Τα δέματα κατέχουσιν όλον το κύτος, πλην μικρού τινος μέρους προωρισμένου ιδία εις τας αποσκευάς των επιβατών. Τα δέματα δε ταύτα, ών η συμπίεσις κατωρθώθη διά μηχανής, αποτελούσι μίαν μάζαν συμπαγεστάτην. Λοιπόν ουδείς τόπος του κύτους έμεινεν άχρηστος, — πλεονέκτημα σημαντικόν εις πλοίον δυνάμενον ούτω να περιλάβη όσα χωρεί εμπορεύματα.

Δ'

— _Από της 30 Σεπτεμβρίου μέχρι της 6 Οκτωβρίου_. — Ο _Σάνσελλορ_ είνε ταχύς δρομεύς, όστις παν άλλο ισομέγεθες πλοίον ακόπως [δεν θα] ηδύνατο να υπερβή· αφ' ότου δ' εδρόσισεν ο άνεμος, μακρά αύλαξ ευκρινέστατα κεχαραγμένη εκτείνεται έξω βολής οφθαλμών εκ της πρύμνης, ως λευκόν τρίχαπτον [9] ηπλωμένον επί της θαλάσσης, ως επί πεδίου κυανού.

Ο Ατλαντικός Ωκεανός δεν ταράσσεται πολύ υπό των ανέμων. Ουδείς των εν τω πλοίω, καθ' όσον γινώσκω, ενοχλείται πλέον ούτε υπό του παρακυλίσματος [10] του πλοίου ούτε υπό του προνευστασμού [11]. Άλλως τε ουδείς των επιβατών είνε πρωτοτάξειδος, και πάντες έχουσι κατά το μάλλον ή ήττον εξοικειωθή προς την θάλασσαν. Όθεν ουδεμία θέσις κενή πέριξ της τραπέζης την ώραν του φαγητού.

Αι των επιβατών προς αλλήλους σχέσεις άρχονται συναπτόμεναι, και ο επί του πλοίου βίος γίνεται ήττον μονότονος. Ο Γάλλος, κ. Λετουρνέρ, και εγώ συνδιαλεγόμεθα συχνάκις.

Ο κ. Λετουρνέρ είνε ανήρ πεντηκοντούτης, υψηλός το ανάστημα, πολιός [12] την κόμην, και το γένειον μιξοπόλιος, φαίνεται δε πρεσβύτερος της ηλικίας του — αποτελέσματα του πολυπαθούς βίου του. Υπό δεινών εδοκιμάσθη θλίψεων και, προσθέτω, δοκιμάζεται ακόμη. Ο ανήρ ούτος φέρει προδήλως εν εαυτώ πηγήν ακένωτον δυσθυμίας, ως φαίνεται εκ του καταβεβλημένου πως σώματός του, εκ της κεφαλής της συχνότατα κεκλιμένης προς το στήθος. Ουδέποτε γελά, μειδιά μόλις, και μόνον προς τον υιόν του. Οι οφθαλμοί του είνε γλυκείς, αλλά μοι φαίνεται ότι το βλέμμα του διαφαίνεται διά μέσου σκέπης υγράς. Το πρόσωπόν του ενέχει τι μετέχον πικρίας και αγάπης, η δε καθ' όλου έκφρασις της φυσιογνωμίας του είνε έκφρασις προσηνείας και αγαθότητος.

Θα έλεγέ τις ότι ο κ. Λετουρνέρ κατατρύχεται υπό των ελέγχων της συνειδήσεως, ένεκα ακουσίου τινός δυστυχήματος.

Και όντως!

Αλλά τις δεν θα συγκινηθή βαθύτατα μανθάνων οποίοι τινες είνε οι έλεγχοι ούτοι οι υπερβολικοί, βεβαίως, ών ένεκα ο «πατήρ» ούτος ελέγχει αυτός εαυτόν;

Ο κ. Λετουρνέρ είνε μετά του υιού του Ανδρέου, νεανίου είκοσι περίπου ετών όψεως γλυκείας και συμπαθητικής. Είνε δε η εικών, ολίγον τι εσβεσμένη, του κ. Λετουρνέρ, αλλά — και αύτη είνε η ανίατος του πατρός του λύπη — ο Ανδρέας είνε ανάπηρος. Ο αριστερός αυτού πους, ελεεινώς διεστραμμένος προς τα έξω, τον αναγκάζει να χωλαίνη, και δεν δύναται να βαδίζη, αν μη στηρίζεται επί της ράβδου του.

Ο πατήρ λατρεύει το παιδίον τούτο και πας τις αισθάνεται ότι όλος αυτού ο βίος είνε εν τη ατυχή ταύτη υπάρξει. Πάσχει διά την εκ γενετής ασθένειαν του υιού έτι μάλλον ή αυτός ο υιός, και ίσως ζητεί παρ' αυτού συγγνώμην. Η προς τον Ανδρέαν αφοσίωσις αυτού είνε αδιάλειπτος. Ουδέποτέ τον εγκαταλείπει, και τας ελαχίστας αυτού επιθυμίας προλαμβάνων και τας ελαχίστας πράξεις επιτηρών. Οι βραχίονές του ανήκουσι μάλλον τω υιώ ή εαυτώ και περιβάλλουσι και υποβαστάζουσι τον νεανίαν περιπατούντα επί του καταστρώματος του _Σάνσελλορ_.

Ο κ. Λετουρνέρ είνε ιδία μάλλον συνδεδεμένος μετ' εμού και αείποτέ μοι ομιλεί περί του τέκνου του.

Σήμερον είπον προς αυτόν:

«Τώρα δα ήμην μετά του κ Ανδρέα. Μα έχετε αξιόλογον υιόν, κύριε Λετουρνέρ. Είνε νέος ευφυής και ευπαίδευτος.

— Μάλιστα, κύριε Κάζαλλον, μοι αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ, ου τα χείλη υποχαράσσουσι μειδίαμα, είνε ψυχή καλή εν αθλίω σώματι, — η ψυχή της ταλαίνης μητρός του, ήτις απέθανε φέρουσα αυτόν εις τον κόσμον!

— Σας αγαπά, κύριε Λετουρνέρ.

— Αι, το καϊμένον! ψιθυρίζει ο κ. Λετουρνέρ κύπτων την κεφαλήν. Α! επαναλαμβάνει, υμείς δεν δύνασθε να νοήσετε τι πάσχει ο πατήρ βλέπων το τέκνον του ανάπηρον . . . ανάπηρον εκ γενετής!

— Κύριε Λετουρνέρ, απεκρίθην, της συμφοράς ήτις έπληξε το τέκνον σας και, κατ' ακολουθίαν, υμάς, δεν μετέχει εξ ίσου έκαστος υμών. Ο κύριος Ανδρέας είνε αξιολύπητος, αναμφιβόλως· αλλ' όμως ολίγον είνε εις αυτόν το να αγαπάται υφ' υμών, όπως αγαπάται; Ασθένειαν φυσικήν υπομένει ο άνθρωπος ευκολώτερον ή λύπην ηθικήν, εις υμάς δε μάλιστα έλαχεν η ηθική λύπη. Παρατηρώ μετά προσοχής τον υιόν σας, και νομίζω ότι δύναμαι να διαβεβαιώσω, ότι, αν είνε πράγμα όπερ ιδία τον λυπεί, είνε η ιδία υμών θλίψις . . .

— Δεν τον αφίνω να καταλάβη τίποτε! απεκρίθη ζωηρώς ο κ. Λετουρνέρ. Μίαν και μόνην έχω ενασχόλησιν, να τον διασκεδάζω κατά πάσαν στιγμήν του βίου του. Ανεγνώρισα δε ότι, παρά την ασθένειάν του, το τέκνον μου είχε μανίαν εις τα ταξείδια. Το πνεύμα του έχει πόδας, πτερά μάλιστα, και από πολλών ετών συνταξειδεύομεν. Επεσκέφθημεν όλην την Ευρώπην, κατά πρώτον, και προ μικρού διήλθομεν τας κυριωτάτας Πολιτείας της Ενώσεως. Εγώ αυτός εξεπαίδευσα τον Ανδρέαν, διότι δεν ήθελον να τον στείλω εις σχολείον, και την εκπαίδευσίν του ταύτην συμπληρώ διά των περιηγήσεων. Ο Ανδρέας είνε κεκοσμημένος δι' οξείας διανοίας και ζωηράς φαντασίας· είνε ευαίσθητος, και ενίοτε μετά χαράς συλλογίζομαι ότι λησμονεί, περιπαθώς διακείμενος προ των μεγάλων θεαμάτων της φύσεως!

— Μάλιστα, κύριε, . . . αναμφιβόλως . . . , είπον.

— Αλλ' εάν λησμονή, υπέλαβεν ο κ. Λετουρνέρ θλίβων μου την χείρα, εγώ όμως δεν λησμονώ, ουδέ θα λησμονήσω ποτέ! Κύριε, κύριε, νομίζετε ότι ο υιός μου συγχωρεί την μητέρα του και εμέ διότι τον εγεννήσαμεν ασθενή;»

Η λύπη του πατρός τούτου κατηγορούντος εαυτόν διά δυστύχημα, ού η ευθύνη ουδένα εβάρυνε, με καταλυπεί δεινώς! Θέλω να τον παρηγορήσω, αλλ' επιφαίνεται ο υιός του την στιγμήν εκείνην. Ο κ. Λετουρνέρ τρέχει προς αυτόν και τον βοηθεί να αναβή την κλίμακα, ολίγον τι ορθίαν, την καταλήγουσαν εις το επίστεγον [13].

Εκεί δε ο Ανδρέας Λετουρνέρ κάθηται επί τινος των θρανίων των διατεθειμένων επί των κλωβών των ορνίθων, και παρ' αυτώ κάθηται ο πατήρ. Αμφότεροι συνδιαλέγονται, και εγώ αναμιγνύομαι εις την συνδιάλεξιν. Το υποκείμενον δε της συνδιαλέξεως είνε ο πλους του _Σάνσελλορ_, αι περιπέτειαι του ταξειδίου, το πρόγραμμα του εν τω πλοίω βίου. Ο κ. Λετουρνέρ είχεν, ως και εγώ, μετρίαν γνώμην περί του πλοιάρχου Χόντλυ. Το αμφίρροπον του ανδρός τούτου, η υπναλέα αυτού όψις, αηδώς εκίνησαν την ψυχήν του. Η γνώμη του κ Λετουρνέρ είνε τουναντίον ευνοϊκωτάτη προς τον δεύτερον πλοίαρχον, τον Ροβέρτον Κόρτις, νέον τριακοντούτη, ευεκτικόν [14], μυικής δυνάμεως μεγάλης, αείποτε εν κινήσει διατελούντα, και ού τινος η ζωηρά θέλησις φαίνεται αδιαλείπτως ετοίμη διά πράξεων να εκδηλωθή.

Ο Ροβέρτος Κόρτις την στιγμήν ταύτην ανήλθεν εις το κατάστρωμα. Τον παρατηρώ μετά προσοχής και εκπλήττομαι εκ των συμπτωμάτων, άτινα εμφαίνουσι την ισχύν αυτού και την ζωικήν ανάπτυξιν. Είνε εκεί, ευθυτενής, ευκίνητος, υπερήφανος το βλέμμα και μόλις συσπών τους οφρυαίους μυς. Είνε ανήρ δραστήριος και θα έχη το απαθές εκείνο θάρρος το απαραίτητον εις τον αληθή ναυτικόν.

Αλλ' εν ταυτώ είνε ψυχή αγαθή, διότι φαίνεται συμπαθών προς τον νέον Λετουρνέρ και προθυμείται να τω φανή χρήσιμος εν πάση περιστάσει.

Εξετάσας την κατάστασιν του ουρανού και την ιστιοφορίαν του πλοίου, έρχεται προς ημάς και μετέχει της συνδιαλέξεως.

Βλέπω δε ότι ο νέος Λετουρνέρ ευαρεστείται συνομιλών μετ' αυτού.

Ο Ροβέρτος Κόρτις δίδει ημίν λεπτομερείς τινας πληροφορίας περί των επιβατών προς ούς ατελεστάτας έτι σχέσεις έχομεν συνάψη.

Και ο μεν Μίστερ και η Μίσσιζ Κηρ είνε Αμερικανοί εκ της Βορείου Αμερικής, ωφεληθέντες μεγάλως εκ της καλλιεργείας πηγών πετρελαιοφόρων. Γνωστόν όντως ότι αύτη είνε η αρχή των νεωτέρων μεγάλων περιουσιών εν ταις Ηνωμέναις Πολιτείαις. Αλλ' ο κύριος ούτος Κηρ, ανήρ πεντηκοντούτης, φαινόμενος ως πλουτήσας μάλλον ή ως πλούσιος, είνε οχληρός ομοτράπεζος, ουδέν άλλο επιζητών και θέλων, ή τας αναπαύσεις του. Ήχος μεταλλικός εξέρχεται κατά πάσαν στιγμήν εκ των θυλακίων του, εν οίς αι δύο του χείρες είνε αδιαλείπτως βεβυθυσμέναι. Αλαζών και μάταιος, θαυμάζων εαυτόν και καταφρονών τους άλλους, προοσποιείται αδιαφορίαν προς παν ό τι δεν είνε εαυτού. Βρενθύεται [15] ως ταώς [16], «οσφραίνεται εαυτόν, εντρυφά εαυτώ, απογεύεται εαυτόν», ίνα μεταχειρισθώμεν τους όρους του σοφού φυσιογνώμονος Γρατιολέτου. Τέλος είνε μωρός και φίλαυτος. Δεν εξηγούμαι δε διατί επεβιβάσθη επί του _Σάνσελλορ_, απλού εμπορικού πλοίου, όπερ δεν δύναται να παράσχη αυτώ τας ανέσεις των Υπερατλαντείων σκαφών.

Η δε μίσσιζ Κηρ είνε γυνή άσημος, νωχελής, αδιάφορος, τεσσαρακοντούτις, αφυής, άνευ αναγνώσεως, άνευ συνδιαλέξεως. Κυττάζει μεν, αλλά δεν βλέπει, ακροάται, αλλά δεν ακούει. Σκέπτεται; δεν δύναμαι να το βεβαιώσω.

Μόνη ασχολία της γυναικός ταύτης είνε να υπηρετήται κατά πάσαν στιγμήν υπό της ακολούθου αυτής Αγγλίδος μις Χέρμπυ, νεάνιδος εικοσαέτιδος γλυκείας και πράου, κερδαινούσης άνευ ταπεινώσεως τας ολίγας τινάς λίρας άς τη ρίπτει ο βαθύπλουτος Πετρέλαιος.

Η νεάνις αυτή είνε κομψοτάτη, και ξανθή μετά βαθυκυάνων οφθαλμών, η δε χαρίεσσα αυτής όψις δεν έχει το άσημον εκείνο όπερ απαντά παρά τισι των ομοφύλων αυτής. Το στόμα της θα ήτο θελκτικόν, εάν είχε ποτε καιρόν ή αφορμήν να μειδιάση. Αλλά προς τίνα και διατί ήθελε μειδιάση η τάλαινα κόρη, υποκειμένη εις τας αδιαλείπτους προσβολάς και τας γελοίας ιδιοτροπίας της κυρίας; Αλλ' όμως ει και πάσχει ενδομύχως, υποτάσσεται, τουλάχιστον, και φαίνεται υπείκουσα εις την τύχην της.

Ο δε Ουίλλιαμ Φάλστεν είνε μηχανικός εκ Μαγχεστρίας, έχων ήθος αγγλικώτατον. Διευθύνει μέγα υδραυλικόν εργαστήριον εν τη Μεσημβρινή Καρολίνη και απέρχεται εις Ευρώπην αναζητών τας νεωτάτας συσκευάς, και πλην άλλων τους μύλους μετά φυξικέντρου [17] δυνάμεως του οίκου Κάιλ. Είνε δε ανήρ τεσσαράκοντα πέντε ετών, τρόπον τινά σοφός τις, μόνον αυτού μέλημα έχων τας μηχανάς και απορροφώμενος υπό της μηχανικής και των υπολογισμών· πέρα δε τούτων δεν βλέπει τίποτε. Ο μετ' αυτού συνδιαλεγόμενος είνε των αδυνάτων να απαλλαχθή ευκόλως, περιπλέκεται όλος ως εν τροχώ γιγγλυμωτώ [18].

Ό δε κυρ Ρόμπυ εκπροσωπεί τον κοινόν μεγαλέμπορον άνευ τινός μεγαλείου, άνευ πρωτοτυπίας. Από εικοσαετίας ο ανήρ ούτος πωλεί μόνον και αγοράζει. Επειδή δε ανεξαιρέτως επώλησεν ακριβότερον παρ' όσον ηγόρασεν, έγινε κάτοχος περιουσίας. Τι θα την κάμη, ουδ' αυτός δύναται να είπη. Ο Ρόμπυ ούτος, ού όλος ο βίος απεκτηνώθη εν τω κατά μέρος εμπορίω, δεν σκέπτεται, δεν διανοείται πλέον. Ο εγκέφαλός του είνε του λοιπού κλειστός εις πάσαν εντύπωσιν, και κατ' ουδένα τρόπον δικαιολογεί το υπό του Πασχάλ ειρημένον: «Προδήλως ο άνθρωπος επλάσθη ίνα σκέπτεται· εν τούτω πάσα αυτού η αξιοπρέπεια και η αξία.»

Ε'

— _7 Οκτωβρίου_. — Ιδού παρήλθον δέκα ημέραι αφ' ότου απεπλεύσαμεν εκ του Κάρλεστον, και μοι φαίνεται ότι διηνύσαμεν την οδόν καλώς και ταχέως. Πολλάκις μοι συμβαίνει να συνδιαλέγομαι μετά του δευτέρου πλοιάρχου και μεταξύ ημών κατέστη ποια τις οικειότης.

Σήμερον δε ο Ροβέρτος Κόρτις με πληροφορεί ότι δεν πρέπει να είμεθα πολύ απομεμακρυσμένοι του συμπλέγματος των Βερμούδων νήσων, τούτ' έστιν απέναντι του ακρωτηρίου Χαττεράς. Γενομένης δε παρατηρήσεως ευρέθη πλάτος βόρειον 32°20', μήκος δε 64°50' προς δυσμάς του μεσημβρινού του Γρηνουιχίου.

«Θα γνωρίσωμεν τας Βερμούδας νήσους, ιδία δε την νήσον του Αγίου Γεωργίου, προ της νυκτός, μοι είπεν ο δεύτερος πλοίαρχος.

— Πώς, απεκρίθην εγώ, προσεγγίζομεν εις τας Βερμούδας; Αλλ' εγώ ενόμιζον ότι ο _Σάνσελλορ_ εκπλέων εκ της Κάρλεστον εις Λιβερπούλην, ώφειλε να πλεύση προς βορράν και να παρακολουθήση το ρεύμα Γελφ Στρημ [19]!

— Αναμφιβόλως, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, αύτη είνε η διεύθυνσις ήν συνήθως λαμβάνουσι τα πλοία, αλλά φαίνεται ότι σήμερον ο πλοίαρχος δεν ήτο της γνώμης να την λάβη.

— Και διατί;

— Δεν ειξεύρω, αλλ' έδωκε την διεύθυνσιν προς ανατολάς, και ο _Σάνσελλορ_ πλέει προς ανατολάς.

— Και δεν τω παρετηρήσατε ότι . . . .

— Μάλιστα, τω παρετήρησα ότι δεν ήτο η συνήθης οδός, αλλά μ' απεκρίθη ότι «αυτός ειξεύρει τι θα κάμη!»

Και ούτω λαλών ο Ροβέρτος Κόρτις συνοφρυούται, πολλάκις φέρει αυτομάτως την χείρα εις το μέτωπον, και νομίζω ότι καταλαμβάνω ότι δεν λέγει παν ό τι ήθελε να είπη.

«Εν τούτοις, κύριε Κόρτις, υπέλαβον εγώ, έχομεν ήδη 7 Οκτωβρίου και δεν είνε κατάλληλος η περίστασις να δοκιμάζωμεν οδούς νέας. Δεν πρέπει να χάσωμεν ουδέ μίαν ημέραν, εάν θέλωμεν να καταπλεύσωμεν εις Ευρώπην προ του χειμώνος.

— Όχι, κύριε Κάζαλλον, ουδέ μίαν ημέραν!

— Κύριε Κόρτις, θα ήμην πολύ αδιάκριτος εάν σας ηρώτων τι φρονείτε περί του πλοιάρχου Χόντλυ;

— Φρονώ, μ' αποκρίνεται ο δεύτερος πλοίαρχος, φρονώ ότι . . . είνε πλοίαρχός μου!»

Η δι' υπεκφυγής αύτη απόκρισις εξακολουθεί εμβάλλουσά με εις φροντίδας.

Ο Ροβέρτος Κόρτις δεν ηπατήθη. Περί ώραν τρίτην ο φρουρός ναύτης αναγγέλλει γην προς Μέσην (ΒΑ), αλλ' η γη αύτη φαίνεται έτι ως ατμός.

Την έκτην ώραν αναβαίνω εις το κατάστρωμα μετά του κ. Λετουρνέρ και βλέπομεν το σύμπλεγμα των Βερμούδων, νήσων σχετικώς ολίγον υψηλών, άς υπερασπίζει σειρά φοβερά βράχων.

«Ιδού λοιπόν το εξαίσιον αρχιπέλαγος, είπεν ο Ανδρέας Λετουρνέρ, το γραφικόν τούτο σύμπλεγμα, το οποίον ο ποιητής σας Θωμάς Μουρ, κύριε Κάζαλλον, εξύμνησε διά των ωδών του. Ήδη τω 1643, ο εξόριστος Ουάλτερ ένθους περιέγραψε τας νήσους ταύτας, και, αν μη απατώμαι, αι Αγγλίδες κυρίαι επί τινα χρόνον δεν ήθελον να φορώσι πλέον άλλους πίλους, παρά τους κατασκευαζομένους έκ τινος φύλλου φοίνικος βερμουδείου.

— Έχετε δίκαιον, αγαπητέ μοι Ανδρέα, το αρχιπέλαγος των Βερμούδων ήτο πολύ του συρμού κατά τον δέκατον έβδομον αιώνα, αλλά την σήμερον κατέπεσεν εις εντελή λήθην.

— Άλλως τε, κύριε Ανδρέα, είπε τότε ο Ροβέρτος Κόρτις, οι ποιηταί οι ομιλούντες ενθουσιωδώς περί των νήσων τούτων, δεν θα ευρεθώσι σύμφωνοι μετά των ναυτικών, διότι η διαμονή αύτη, της οποίας η θέα εγοήτευσεν αυτούς είνε δυσπρόσιτος εις τα πλοία, οι δε σκόπελοι δύο ή τρεις λεύγας από της γης αποτελούσι ζώνην ημικυκλικήν, κατακλυζομένην υπό των υδάτων, ήν εξαιρέτως φοβούνται οι θαλασσοπόροι. Θα προσθέσω δε ότι το αίθριον του ουρανού, το οποίον επαινούσιν οι Βερμούδειοι, συχνότατα συνταράσσεται υπό των θυελλών. Αι νήσοι των δέχονται την ουράν των καταιγίδων τούτων, αι οποίαι αφανίζουσι τας Αντίλλας, η δε ουρά αύτη, ως ουρά φαλαίνης, είνε ίσα ίσα η μάλιστα επίφοβος. Ουδόλως λοιπόν υποχρεώνω τους οδοιπόρους του Ωκεανού να έχωσι πεποίθησιν εις τα παραμύθια του Ουάλτερ και του Θωμά Μουρ!