Σύντομος αφήγησις του βίου του Ιωάννου Καποδιστρίου
Part 2
Εις ταύτα δε απεκρίνατο ο Κζάρος «Εγώ δεν μεταβάλλω γνώμην. Αι υπηρεσίαι σας, επαναλαμβάνω, εισί πλείσται, μέγισται, ειλιλικρινείς, τα δε αισθήματά σας σάς περιποιούσι τιμήν και συντελούσιν εις το να επισφραγίσωσι την εκλογήν ην εποίησα εις σας. Το βλέμμα σας φθάνει εις πολύ μακρινά μέλλοντα. Τίποτε ίσως δεν θα συμβή απ' εκείνο το οποίον φοβείσθε. Πεποίθατε εις την Θείαν πρόνοιαν και εις την εύνοιάν μου της οποίας νέαν απόδειξιν παρευθύς θέλει σας δώσω, δίδων τον λόγον μου προς σας, ότι από τούδε και εις το εξής πάσα υπόθεσις αφορώσα τους Έλληνας, εις σας μόνον θέλει εμπιστεύηται. Υγίαινε, θάρσει και αφεύκτως καλήν αντάμωσιν εις Πετρούπολιν». Μετά ταύτα ο Κζάρος άμα φθάσας εις Παρισίους υπέγραψε το περί προβιβασμού του Καποδιστρίου διάταγμα και τη εφεξής ημέρα ανεχώρησεν εις Πετρούπολιν. Τότε δε έλαβεν ο Καποδίστριας πολλά δώρα παρά των Βασιλέων και Πριγγίπων, οίον ταμβακοθήκας πολυτίμους, συγχαρητήρια γράμματα, και παρά του Βασιλέως της Πρωσσίας ετιμήθη με τον Ιπποτικόν σταυρόν του ερυθρού αετού, παρά του της Αυστρίας Αυτοκράτορος με τον μεγαλόσταυρον του τάγματος του Λεοπόλδου, παρά του Βασιλέως της Σαρδηνίας με τον μεγαλόσταυρον των Αγίων Μαυρικίου και Λαζάρου, παρά του Μεγάλου Δουκός του Βάδεν με το παράσημον της Εμπιστοσύνης και του Λέοντος του Χάριγγεν (51).
Άμα δε κατά τον Ιανουάριον του 1816 ο Κόμης Καποδίστριας επανελθών εις Πετρούπολιν ανέλαβε τα καθήκοντά του ως Γραμματεύς της Επικρατείας, παρουσίασεν εις τον Κζάρον Υπόμνημα με το οποίον παρίστανε εν γένει μεν, την κατάστασιν της Ευρώπης κατ' ιδίαν δε, περί ενός εκάστου των Κρατών άτινα μετά τα εις Παρισίους και Βιέννην Συνέδρια αποκαθίστων αυτήν, υπεδείκνυε την πορείαν την οποίαν έπρεπε να ακολουθήση το Ρωσσικόν Ανακτοβούλιον, συνίστα δε μάλιστα το υπό του Βασιλέως Λουδοβίκου δοθέν εις τους Γάλλους σύνταγμα, και εν τέλει προσέθετε παρατηρήσεις περί των πραγμάτων εν τη Ανατολή και ιδίως περί Βασαραβίας, η διοίκησις της οποίας έπρεπε να ήναι τοιαύτη, ώστε να εξασφαλίζη την ευδαιμονίαν των υπό το κράτος των Τούρκων χριστιανικών επαρχιών. Το έργον ικανοποίησε τοσούτον τον Αυτοκράτορα ώστε ηξίωσε τον Κόμητα της τε διευθύνσεως των περί Βασαραβίας υποθέσεων, και του υψηλού βαθμού του Μυστικοσυμβούλου αυτού. Έκτοτε επί επταετίαν συνεργασθείς μετά του Κόμητος Νεσελρώδ ο Καποδίστριας, απέδειξεν εαυτόν άνδρα ν ο υ μεγάλου, ιδιάζοντος προορατικού και ουχί κοινών πεποιθήσεων.
Εντοσούτω η διά τας διαφοράς μεταξύ Ρωσσίας και Τουρκίας βραδύτης των διαπραγματεύσεων προς διαρκή ειρηνοποίησιν αυτών τούτων, εγέννα εις το κέντρον της Ελλάδος κολακευτικάς ελπίδας ότι η Ρωσσία θα έδιδε το τελευταίον κτύπημα εις τους τυράννους κατακτητάς αυτής (1817). Οι Έλληνες εγγόγυζον ζώντες ακόμη υπό τον Τουρκικόν ζυγόν, τα δε πολλά δεινά άτινα επί μακράν περίοδον υπέφερε το έθνος, εζωογόνουν εις το Ελληνικόν έδαφος τα σπέρματα επαναστάσεως. Προείδεν ο Καποδίστριας την επικειμένην αναπόφευκτον κρίσιν, και προσεπάθησε ίνα μεταπείση τους Έλληνας εκ της ιδέας της επαναστάσεως, διότι αφ' ενός μεν, ασύνετον ενόμιζε το διάβημα και πρόωρον, καθ' ήν στιγμήν δεν θα εστηρίζετο τούτο υπό της Ρωσσίας, αφ' ετέρου, δε εθεώρει την Ελλάδα όχι αρκετά προητοιμασμένην εις την πολιτικήν αυτής ανεξαρτησίαν, και διά ταύτα την επιρροήν του όλην, τας σχέσεις του, και αυτά τα χρήματά του έκτοτε ενησχόλησεν όπως προμηθεύση εις αυτήν άνδρας των οποίων θα ελάμβανεν ανάγκην εις το μέλλον, προς πραγμάτωσιν του μεγάλου έργου. Μ' όλα ταύτα αι του Αλεξάνδρου υπόνοιαι και τα σφάλματα, επροκάλεσαν ταχύτερον του δέοντος την επανάστασιν, ένεκα της οποίας, ως θελομεν ίδει παρακατιόντες, ο Καποδίστριας ηναγκάσθη να απομακρυνθή της Ρωσσίας.
Κατά το έτος 1818 ο Καποδίστριας εστάλη εις το εν Ακουισγράνω της Πρωσσίας (Α-la-Chapelle) συνέδριον, αφού προηγουμένως είχε κατά το αυτό έτος μεταβεί, χάριν θεραπείας ιατρικής, εις Καρλσβάδ και εκείθεν εις Μόσχαν προς συνάντησιν του Αυτοκράτορος παρά του οποίου έλαβε το παράσημον του Αγίου Αλεξάνδρου του Νεύσκη (61). Εις το ειρημένον Συνέδριον ο Καποδίστριας δραστηρίως ειργάσθη όπως η Γαλλία ελευθερωθή του στρατού της καταλήψεως. Προ δε της αναχωρήσεώς του εκ της Πρωσσίας, ετιμήθη παρά του Βασιλέως με τον Μεγαλόσταυρον του Μαύρου Αετού, παρά του Βασιλέως της Βυρτεμβέργης με τον της εμπιστοσύνης, και παρά του Αυτοκράτορος Αλεξάνδρου με τον Μεγαλόσταυρον του Αγίου Βλαδιμήρου. Πρός δε τούτοις έλαβε τους Μεγαλοσταύρους, της Γαλλικής Λεγεώνος της Τιμής και του Λευκού αετού της Πολωνίας, και παρά της αυτονόμου ελευθέρας πόλεως Κρακοβίας ενεγράφη μεταξύ των πολιτών αυτής. Αναχωρήσας εξ Ακουισγράνου επέστρεψεν εις Πετρούπολιν οπόθεν επεσκέφθη την Κέρκυραν, αδεία του Αυτοκράτορος παρά του γονέως του Κόμητος προς τούτο παρακληθέντος. Έφθασε δε εις Κέρκυραν διά μικρού πλοιαρίου εκ Βαρλέτας την 23 Μαρτίου 1819 ε. ν. ως ιδιώτης, διά τούτο και δεν εγένετο εις αυτόν επίσημος δεξίωσις. Την γεννέτειραν επισκεφθείς ο Καποδίστριας ησθάνθη τοσαύτην ευχαρίστησιν διά την συνάντησιν των συγγενών και οικείων του, όσην απεναντίας θλίψιν ιδών την μετοίκισιν των ατυχών Παργίων. Διαμείνας δ' εκεί έξ εβδομάδας, τη 30 Απριλίου ανεχώρησε διά του Αγγλικού πολεμικού «Γανυμήδης» εις Βαρλέταν, και εκείθεν διά του αυτού πλοίου εις Βενετίαν, οπόθεν επορεύθη εις Ρεκοάρον. Εντεύθεν εζήτησε παρά του Αυτοκράτορος την άδειαν όπως μεταβή εις Αγγλίαν, ταύτην λαβών και δρομαίως διελθών την Ιταλίαν επορεύθη εις Παρισίους ένθα τη προτροπή του Βασιλέως Λουδοβίκου έλαβε συνέντευξιν μετά του υπουργού του Δεκάζ. Φθάσας εις Λονδίνον εγένετο δεκτός φιλοφρονέστατα παρά των Λόρδων Καστελρύ και Βαρθρούστ, προσκληθείς εις τα εξοχικά κτήματά των. Είτα επιβάς Ρωσσικής φρεγάτας αναμενούσης αυτόν εις τον Τάμεσιν (72) κατηυθύνθη εις Κοπεγχάγγην, ένθα ο Βασιλεύς, αν και ενθυμούμενος την διά μέσου της Ρωσσίας αποστέρησιν της Νορβεγίας, (81) τούτον υπεδέξατο με τιμάς πολλάς και προσέφερεν εις αυτόν τον Μεγαλόσταυρον του Ελέφαντος. Κατόπιν επορεύθη εις Βαρσαβίαν της Πολωνίας, ένθα έμελλε να υπάγη ο Κζάρος. Εκεί διεσκέφθη μετ' αυτού περί της απαντήσεως ήτις επρόκειτο να δοθή τη Αυστρία, η οποία εζήτει την συναίνεσιν του Τζάρου, προς εξάσκησιν αυστηροτέρας διοικήσεως εις την Γερμανίαν. Ταύτης δοθείσης, κατ' Αύγουστον του 1819 επέστρεψαν αμφότεροι εις Πετρούπολιν ένθα ο Καποδίστριας εξηκολούθησε την σειράν των ενασχολήσεών του. Τότε έλαβεν εις δώρον παρά του Πρίγγιπος Ευγενίου Αντιβασιλέως της Ιταλίας, πολύτιμον αργιλλόπλαστον δοχείον (Πορτζελάνα) φέρον την εικόνα του Πρίγγιπος και συνοδευμένον με επιστολήν. Το Ιησουητικόν τάγμα και πάλιν πανούργως αποκατασταθέν εν Ρωσσία, ήρξατο τον συνήθη προσηλυτισμόν. Διό ο Αυτοκράτωρ αποφασίσας να λάβη κατ' αυτού μέτρα, διέταξε τον Καποδίστριαν, όστις διεξήγε συνήθως τας δυσκόλους διπλωματικάς υποθέσεις αίτινες απέβλεπον τους Δυτικούς υπηκόους και ιδίως την Πολωνικήν Εκκλησίαν, να δικαιολογήση την έξωσιν αυτών εκ της Ρωσσίας. Ούτος δε διά τε της δεξιότητός του και της διαλλακτικής πολιτικής του, συνεννοούμενος μετά του Καρδινάλη Γονζάλβη και πολλάς δυσκολίας υπερνικήσας, κατώρθωσε να προκαλέση την προς εκδίωξιν αυτών εκ Ρωσσίας συνέργειαν της Ρώμης, τηρήσας μεταξύ των δύο Αυλών κατά τας αμοιβαίας διαπραγματεύσεις, λίαν αξιοθαύμαστον λεπτότητος τρόπον. Τα κατά τα μέσα του 1820 επαναστατικά κινήματα εις Νεάπολιν, Πεδεμόντιον, Ισπανίαν και Πορτογαλλίαν προς απολαυήν Βασιλέων και Συνταγματικών θεσμών, προεκάλεσαν κατά το αυτό έτος δύο Συνέδρια των πληρεξουσίων Ρωσσίας, Πρωσσίας, Αυστρίας, Γαλλίας και Αγγλίας το εν Τροπαβία (92) (8βρ. 10βρ. 1820) και το εν Λουβιάνη (103). Σκοπόν δε είχον ταύτα ν' αποκαταστήσωσιν εις τας χώρας εκείνας την τάξιν, και να συμμαχήσωσι προς καταστολήν όλων των εις την Ευρώπην ενδεχομένων επαναστάσεων. Ο Κζάρος δειχθείς πρότερον των ελευθεριών φίλος, και υπέρ τούτων το 1814 πολεμήσας, και Συνταγματικόν χάρτην δόσας εις την Γαλλίαν, τότε παρά του Καποδιστρίου εμπνεόμενος εθεώρει τους λαούς τούτους δικαίως αγανακτούντας και απέφευγε του να καταπιέση αυτούς. Αλλά διαρκούντος του εν Τροπαβία συνεδρίου, όπερ εσκόπει την περιστολήν της εν Νεαπόλει επαναστάσεως τοσούτον εκλονίσθη υπό του Αυστριακού Μέτερνιχ, καταπείσαντος αυτόν ότι μέγαν κίνδυνον διέτρεχεν η Ευρωπαϊκή ειρήνη, ώστε κατέστη άσπονδος των Συνταγματικών θεσμών εχθρός και πρωτουργός της καταπιέσεως των ειρημένων λαών, ου μόνον, αλλά και εν γένει αμείλικτος παντός υπέρ της ιδίας ανεξαρτησίας αγωνιζομένου λαού. Ο Καποδίστριας αντιπροσώπευε τον υπό τοιούτων αρχών εμφορούμενον Κζάρον εις την εν Λουβιάννη Σύνοδον ακριβώς καθ' ήν στιγμήν ο Αλέξανδρος Υψηλάντης καταβάς εκ της Ρωσσίας εις Μολδαυίαν, (10 Φεβρουαρίου 1821) με στίφος Ελλήνων διέβη τον ποταμόν Προύθον, και εισελθών εις το Ιάσιον εκήρυξε την Ελληνικήν επανάστασιν και μετά έξ ημέρας μεταβάς εις Βλαχίαν συνέστησε τον Ιερόν Λόχον. Μετ' ού πολύ δε (25 Μαρτίου 1821) οι προύχοντες της Πελοποννήσου, επαναστάντες κατά των εις Καλάβρυτα Τούρκων, διέδωκαν την επανάστασιν εις όλην την Πελοπόννησον και Στερεάν Ελλάδα. Ο Καποδίστριας ως αντιπρόσωπος μεν του Κζάρου, αποδοκιμάζοντος το παράτολμον κίνημα του Υψηλάντου, αλλά μη κατακρίνοντος το Ελληνικόν έθνος διά τούτο, συνέταξε το καταδικάζον την προκήρυξιν του Υψηλάντου έγγραφον, ως Έλλην δε και ακραιφνής πατριώτης, εις την εν Λουβιάνη Σύνοδον εδείχθη συμπαθέστατος υπέρ των πραγμάτων της τε Ελλάδος και Ιταλίας ων την έμμεσον ή άμεσον σωτηρίαν επεθύμει. Τούτου δ' ένεκα, μη δυνάμενος να λάβη μέρος εις άλλα Συνέδρια, άτινα σκοπόν είχον να σφίγξωσι περισσότερον τους ζυγούς των δύο τούτων εθνών, εμελέτα έκτοτε όπως μη δεσμεύη πλέον τας πεποιθήσεις του, να παραιτήση την παρά τω Αυτοκράτορι Αλεξάνδρω υψηλήν θέσιν του και ν' απομακρυνθή της Ρωσσίας.
Εν τω μεταξύ τούτω, οι Τούρκοι όπως καταβάλωσι την Ελληνικήν επανάστασιν απηγχόνιζον τον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριον και άλλους επισκόπους και προύχοντας, και άνευ διακρίσεως ηλικίας ή φύλου, ενόπλων ή αόπλων, αθώων ή πταιστών, κατέσφαζον αναριθμήτους Πελοποννησίους και άλλα πολλά φρικώδη διέπραττον. Ο Καποδίστριας αδυνατών πλέον να μένη ως απαθής θεατής τοσούτων και τοιούτων σκληροτήτων, εναντίον αδελφών Ελλήνων διαπραττομένων, κατώρθωσε να πείση τον Αλέξανδρον αν όχι να ευνοήση την επανάστασιν μεταβάλων γνώμην, τουλάχιστον να επιτρέψη εις αυτόν, την σύνταξιν Υπουργικής διακοινώσεως προς την Πύλην, διά της οποίας να διαταχθή αύτη, ίνα αναντιρρήτως ποιήται διάκρισιν μεταξύ αθώων και υποκινητών της επαναστάσεως. Πράγματι δε επεδόθη τότε παρά του εν Κωνσταντινουπόλει Ρώσσου Πρεσβευτού Κόμ. Στρογανώφ προς το Διβάνιον, η από 8 Ιουλίου 1821 διακοίνωσις ήτις διαλαμβάνουσα τα κατά της Τουρκίας παράπονα της Ρωσσίας, ειδοποίει συγχρόνως την άμεσον εκ Κ[πόλεως του Ρώσσου Πρεσβευτού αναχώρησιν, εν ή περιπτώσει δεν εδίδετο παρά του Διβανίου εντός οκταημέρου προθεσμίας αρέσκουσα απάντησις. Επειδή όμως το Διβάνιον αφήκε να παρέλθη η ταχθείσα προθεσμία χωρίς να δώση απάντησιν, ο Στρογανώφ ανεχώρησεν εις Οδησσόν.
Μετ' ολίγον ο πρίγγιψ Μέτερνικ και ο Λόρδος Καστελρύ, επιθυμούντες ίνα η Αυστρία και η Αγγλία εξασφαλίσωσι την επιρροήν των εις την Ανατολήν και αφ' ετέρου δώσωσι καιρόν εις την Τουρκίαν να εξοντώση τους αγωνιζομένους Έλληνας, ους ο πρώτος των δύο διπλωματών ωνόμαζε «Ταραχοποιούς», προεσχεδίασαν νέον Συνέδριον εν Βιέννη, μέλλον να ενασχοληθή περί των πραγμάτων της Ανατολής, και ιδίως των Ελληνικών. Βεβαιούται δε ότι, τότε, προς τον παραστήσαντα εις τον Μέτερνικ τα εν Ελλάδι γινόμενα υπό την φιλανθρωπικήν έποψιν και ειπόντα εις αυτόν, περί των εμποδίων α προέβαλλεν εις τα Ελληνικά πράγματα, ότι διηυκόλυνεν ούτω τους Τούρκους να εξαφανίσωσι το Ελληνικόν έθνος, ούτος απήντησεν αποτόμως, ότι «ο θάνατος ενός ή δύο εκατομμυρίων ανθρώπων ολίγον ζημιόνει τον κόσμον», και «ότι η διατήρησις της ειρήνης είναι μάλλον αναγκαία». Ερωτηθείς δε ο Καποδίστριας παρά του Κζάρου περί της εκείνου γνώμης ως προς τα Ανατολικά πράγματα και απαντήσας εγγράφως μεθ' όλης της πεποιθήσεως και ειλικρινείας, ως υπηγόρευουν εις αυτόν η μη προκατειλημμένη κρίσις του, το συμφέρον της Αυτοκρατορίας και η προς τον Κύριόν του αφοσίωσις, απέδειξεν ύπουλον και διπρόσωπον την πολιτικήν της Αυστρίας. Γνωματεύσας δε κατά των προτάσεων αυτής υπέδειξε παν ό,τι η κραταιά και ένδοξος Ρωσσία έπρεπε, μόνη και αφ' εαυτής να επιχειρήση χωρίς να υποβάλληται εις την ταπεινόφρονα και επιβούλως αργοπορούσαν Αυστριακήν πολιτικήν. Ο Κζάρος εν μυστικοσυμβουλίω εξετάσας λεπτομερώς το έγγραφον του Καποδιστρίου το απεδοκίμασε. Επιμένων δε εις την προτέραν γνώμην του, υπεστήριξε τας προτάσεις του Αυστριακού Μέτερνικ και του υπό τούτου παρασυρθέντος Ρώσσου Πληρεξουσίου εν Βιέννη Τατίσιεφ. Τότε ο Καποδίστριας εις ζητηθείσαν παρ' αυτού μυστικήν ακρόασιν του Αυτοκράτορος, υπέβαλεν εις αυτόν την εκ του υπουργήματός του παραίτησιν. Αλλά παρακληθείς υπό του Αυτοκράτορος έμεινεν εις αυτό δύο έτι μήνας, μετά παρέλευσιν των οποίων εζήτησε πάλιν την άφεσίν του εκ της υπηρεσίας, ην και δι' αορίστου αδείας έλαβε δηλώσας την εις Γενεύην αναχώρησίν του.
Ο Καποδίστριας παρήτησε την εις Πετρούπολιν υψηλήν θέσιν του, κατά τα μέσα Αυγούστου 1822. Συγκεκινημένος δε σφόδρα, ότε κατά την αναχώρησίν του απεχαιρέτιζε τον Αυτοκράτορα, βαθείαν επροξένησε συγκίνησιν εις τε τούτον και όλην την οικογένειάν του. Σφίγξας δε αυτόν ο Αυτοκράτωρ εις τας αγκάλας του, «θα ανταμωθώμεν», τω είπε «και γράφε μοι τουλάχιστον περί σου». «Βεβαιώθητι, ότι η αγάπη και η υπόληψις τας οποίας μοι ενέπνευσας δεν θα ελαττωθώσι ποσώς». «Υγίαινε, Υγίαινε και ενθυμού, ότι εγώ δεν σοι έδωκα την παραίτησίν σου». Πράγματι δε ο Αυτοκράτωρ δεν είχε δώσει εις τον Καποδίστριαν ειμή α ό ρ ι σ τ ο ν ά δ ε ι α ν π ρ ο ς α π ο κ α τ ά σ τ α σ ι ν τ η ς υ γ ε ί α ς τ ο υ.
Ο Καποδίστριας μετέβη τότε εις Εμς της Πρωσσίας οπόθεν κατά το φθινόπωρον του επομένου έτους επορεύθη εις τα περίχωρα της Γενεύης. Ασθενήσας δ' ενταύθα επικινδύνως εισήλθεν εντός της Γενεύης εν ή διέτριψε πέντε περίπου έτη. Καθ' όλην την εις Γενεύην διαμονήν του ο Καποδίστριας αφιερώθη όλως διόλου εις έργα αφορώντα την ευόδωσιν του Ελληνικού αγώνος. Ουδέ στιγμή διήρχετο καθ' ήν να ήτο αμέριμνος και αμέτοχος πρωτοβούλου ενεργείας υπέρ των Ελληνικών πραγμάτων. Και την μεν μικράν του περιουσίαν μετεχειρίζετο εις βοήθειαν των ενδεών ομογενών του, και εκπαίδευσιν Ελληνοπαίδων μελλόντων να χρησιμεύσωσιν εις το έθνος, τον δε νουν και την καρδίαν του διέτεινε προς τας αιματηράς φάσεις του εθνικού αγώνος, τα λάθη των αρχηγών και τας επιβουλάς των του έθνους εχθρών γράφων και δημοσιεύων διαρκώς υπέρ Ελλάδος. Οι επισημότεροι άνδρες της Ευρώπης, Πρίγγιπες, Δούκες, Επίσκοποι, Ομότιμοι, Υπουργοί, Πρέσβεις, Στρατηγοί και Λόγιοι, φίλοι όντες του Καποδιστρίου εγένοντο αναγκαίως φίλοι και υπέρμαχοι της Ελλάδος και συνέστησαν βραδύτερον τα Φιλελληνικά Κομητάτα άτινα, χάρις εις τας συμβουλάς του Καποδιστρίου, κέντρον έσχον τους Παρισίους. Μεταξύ δε τούτων πρωτεύει ο Ελβετός Ιππότης Εϋνάρδος ούτινος αι υπέρ Ελλάδος χρηματικαί συνδρομαί είναι σπουδαιόταται. (111) Εκ Γενεύης δε ο Καποδίστριας διά των επιστολών του, κατεθέρμανεν υπέρ της Ελλάδος, την ψυχήν του τότε φιλελευθέρου πρωθυπουργού της Αγγλίας Κάνιγκος, όστις αν και νικήσας εις την μεταξύ Ισπανίας και των Υπεραλπείων αυτής αποικιών έριδα, δεν επρόσμενε νίκην και εις τα της Ανατολής, άμα αποφασιζούσης της Ρωσσίας να ισχυροποιήση την εκεί θέσιν και τα δικαιώματά της εντός του κύκλου της αμέσου και ευνόμου επιρροής της. Επειδή δε συνέφερεν εις τον Κάνιγκα να προφθάση πάσαν απομεμονωμένην του νέου Μονάρχου Νικολάου (122) παρέμβασιν υπέρ της αγωνιζομένης Ελλάδος, έπεμψεν αμέσως τον Λόρδον Ουελιγκτώνα εις Πετρούπολιν με συνδιαλλακτικάς προτάσεις και συγχαριτήρια. Έκτοτε δε ο Καποδίστριας δεν εβράδυνε να ίδη ικανοποιουμένας τας προσπαθείας του, διότι τότε γενομένων εκεί διαπραγματεύσεων περί των Ελληνικών πραγμάτων, υπεγράφη το μεταξύ Ρωσσίας και Αγγλίας Πρωτόκολλον της 23 Μαρτίου έ. π. 4 Απριλίου έ. ν. 1826, όπως αι Δυνάμεις αύται μεσιτεύσωσιν υπέρ Ελλάδος. Μετά τούτο ο Καποδίστριας καταλιπών αίφνης την Γενεύην, επορεύθη εις Παρισίους ίνα διεγείρη την άμιλλαν του Πρωθυπουργού της Γαλλίας, παρά του οποίου έλαβε πολλάς διαβεβαιώσεις, περί της εις το εξής συμμετοχής της Γαλλίας εις τα Ελληνικά πράγματα μετά μεγάλης ενεργητικότητος. Επιστρέψας εις Γενεύην ενώ ητοιμάζετο να ταξειδεύση εις Πετρούπολιν (1827), έμαθεν, ότι η εν Τροιζήνι Γ'. των Ελλήνων Συνέλευσις, αισθανθείσα την ανάγκην της συγκεντρώσεως της νομοτελεστικής εξουσίας εις Έλληνα θεωρητικώς τε και πρακτικώς ενησκημένον εις το κυβερνάν, διά ψηφίσματος της από 2 Απριλίου 1827 εξέλεξεν αυτόν Κυβερνήτην της Ελλάδος δι' επταετίαν, και ότι μέχρι του ερχομού του εις την Ελλάδα εσυστήθη τριμελής επιτροπή είτε αντικυβέρνησις.
1827 — 1831.
Ο ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ, πριν ή αναδεχθή την μεγίστην ευθύνην να κυβερνήση την Ελλάδα, επεθύμει να επισκεφθή τον Αυτοκράτορα Νικόλαον και τα ανακτοβούλια της Αγγλίας και Γαλλίας, όπως βεβαιούμενος περί της εκ μέρους τούτων επιδοκιμασίας της εις το πρόσωπόν του γενομένης εκλογής, καταπεισθή συγχρόνως και περί της μελλούσης ειλικρινούς συνδρομής των ιδίων, εις το να συνταχθή η Ελλάς εις Κράτος. «Διότι, έλεγεν, «η μεν Ελλάς, άνευ τοιαύτης συνδρομής δεν θα δυνηθή ποτέ να συνταχθή εις Κράτος ανεξάρτητον», εγώ δε δεν θα ηδυνάμην να υποσχεθώ περί της σωτηρίας της Ελλάδος, διά την απόλυτον έλλειψιν χρηματικών πόρων και την μικρότητα των κατά γην και θάλασσαν δυνάμεων της εξαφανισθεισών σχεδόν υπό του διαρκούς πολέμου». Όθεν ο Καποδίστριας αμέσως ανεχώρησεν εις Πετρούπολιν, ένθα έλαβε παρά του Αυτοκράτορος Νικολάου φιλοφρονεστάτην δεξίωσιν και αρκετάς μαρτυρίας της εαυτού ευνοίας (1827 Μαΐου). Μεταξύ δε των παρατηρήσεων άς τότε απηύθυνεν εις τον Καποδίστριαν η μήτηρ του Αυτοκράτορος, όπως καταπείση αυτόν ίνα μείνη εις Ρωσσίαν, προστίθενται και αι εξής αξιομνημόνευτοι λέξεις. «Μ η δ ι ά τ ο ό ν ο μ α τ ο υ Θ ε ο ύ υ π ά γ η τ ε ε ι ς τ η ν Ε λ λ ά δ α Κ ύ ρ ι ε Κ ό μ η, δ ι ό τ ι η δ ύ ν α ν τ ο ε κ ε ί ν α α π ο π ε ι ρ α θ ώ σ ι κ α τ ά τ η ς ζ ω ή ς σ α ς. Σ ε ι ς δ ε, γ ν ω ρ ί ζ ε τ ε μ ε π ο ί ο ν τ ρ ό π ο ν ο ι Έ λ λ η ν ε ς κ α τ α τ ρ ώ γ ο υ σ ι ν α λ λ ή λ ο υ ς δ ι ά τ η ν ε π ι θ υ μ ί α ν τ ο υ ν α ε ξ ο υ σ ι ά ζ ο υ σ ι π ά ν τ ε ς, α λ λ ά ν α μ η ν υ π ο τ ά σ σ η τ α ι ο υ δ ε ί ς». Εις ταύτα δε ο Καποδίστριας απεκρίθη τα εξής. «Κυρία, εάν εγώ αρνηθώ και η Ελλάς καταπέση τι θα είπωσι περί εμού; Ιδού ο ανήρ ο οποίος ηδύνατο να την σώση και ο οποίος προετίμησεν επιφανή θέσιν εις την Ρωσσίαν της σωτηρίας της πατρίδος του η οποία και εχάθη. Αλλως τε — Κυρία μου, καθώς αφιέρωσα την νεότητά μου εις την υπηρεσίαν του ενδόξου ευεργέτου μου μακαρίτου υιού της Αυτοκρατορικής Μεγαλειότητός Σας, ομοίως δύναμαι κάλλιστα να προσφέρω εις την Ελλάδα θυσίαν το γηραλέον σώμα μου». Προ του δε εκλεχθή Κυβερνήτης ο Καποδίστριας, ερωτηθέντος του ανωτέρου Αξιωματικού εν τω Αγγλικώ Ναυτικώ περιωνύμου Λόρδου Άμιλτον, αν εκλεγομένου του Καποδιστρίου Κυβερνήτου της Ελλάδος θα δυσηρεστείτο η Αγγλία, και σπεύσαντος εκείνου να ερωτήση τον τότε εν Κωνσταντινουπόλει Πρέσβυν Κάνιγκ, ούτος, την σωτηρίαν της Ελλάδος επιθυμών και αδιαφορών περί των πολιτικών φρονημάτων του Καποδιστρίου, απεκρίθη. «Προ παντός άλλου έχομεν ανάγκην μιας Ελλάδος» Ο Καποδίστριας λοιπόν, αναχωρήσας τη 20 Ιουλίου 1827 εκ Ρωσσίας και διελθών διά διαφόρων Ευρωπαϊκών μεγαλουπόλεων, έφθασεν εις Λονδίνον κατά τον Σεπτέμβριον του αυτού έτους. Ο διάδοχος του Κάνιγγος εις την πρωθυπουργίαν της Αγγλίας Λόρδος Γόδριχ τον εδεξιώθη φιλικώτατα. Εκεί δε προετράπη ίνα ποιήση γνωστήν εις την Ελλάδα ότι δέχεται να κυβερνήση αυτήν, και να συμβουλεύση τους Έλληνας να συναινέσωσιν αμέσως εις την ανακωχήν του πολέμου την οποίαν έμελλον μετ' ολίγον να προτείνωσιν εις αυτούς οι Ναύαρχοι των συμμαχικών δυνάμεων, όπως διά της προθύμου υποταγής των ισχυροποιήσωσι πλέον την προς αυτούς εύνοιαν των συμμαχικών δυνάμεων, καθ' ήν στιγμήν η Τουρκία ηναντιούτο πεισματωδώς εις τας προτάσεις αυτών, μη θέλουσα ξένην επέμβασιν εις τα Ελληνικά πράγματα. Εις Λονδίνον δε εβεβαιώθη και παρά του Πρεσβευτού της Γαλλίας Πολινιάκ, περί της ανυπομονησίας με την οποίαν επερίμενεν αυτόν το Ελληνικόν έθνος. Ίδε δε εκεί ψυχορραγούντα τον επιστήθιον φίλον του τον Ζακύνθιον Φόσκολον (131). Αφού δε ανήγγειλεν εις την προσωρινώς κυβερνώσαν την Ελλάδα επιτροπήν τον ερχομόν αυτού, ανεχώρησεν εκ Λονδίνου τη 20 7[βρίου 1827 και μετά 7 ημέρας έφθασεν εις Παρισίους. Πλέον του μηνός εκεί διατρίψας αδιακόπως ειργάζετο υπέρ των εθνικών συμφερόντων, συνεννοούμενος ποτέ μεν μετά του Γαλλικού Υπουργείου, ποτέ δε μετά των αρχηγών του Φιλελληνικού Κομητάτου της πρωτευούσης εκείνης και άλλων συνηγόρων της Ελλάδος. Αποτυχών δε την συνομολόγησιν δανείου με τους Τραπεζίτας του Λονδίνου και Παρισίων, υπό την εγγύησιν των προστατών της Ελλάδος, ηναγκάσθη να αρκεσθή εις γλίσχρα χορηγήματα και πρόσοδόν τινα εκ 4 ή 5 εκατομμυρίων όπως κυβερνήση την Ελλάδα. Εκ Παρισίων μετέβη εις Γενεύην όπως εις τον Καθηγητήν Ραδινόν αναθέση την εξοικονόμησιν 30 ορφανών ελληνοπαίδων εκ του επίτηδες ταμείου όπερ διά των προσπαθειών του εσυστήθη εκ των συνδρομών των ομογενών, και μετά ταύτα ανεχώρησεν εις Ενετίαν, ένθα με προσφοράς νέας των ομογενών, εκ των οποίων το πρώτιστον παράδειγμα έδωκαν, ως διηγείται ο Βρετός, οι εκεί παρεπίδημοι Κερκυραίοι, συνέστησεν άλλο Ταμείον προς περίθαλψιν και διάσωσιν των εις Ιταλίαν άνευ προστασίας περιπλανωμένων ενδεών Ελλήνων, την διαχείρισιν του οποίου παρέδωκεν εις τον εκεί φιλογενή έμπορον Αλέξιον Νικολαΐδην (142). Αφού έπραξε ταύτα ο Καποδίστριας και εσύστησε και Ελληνικόν σχολείον όπερ επλούτισε και με βιβλιοθήκην, ανεχώρησε δι' Αγκώνα περί τον Νοέμβριον 1827. Εκ δε Αγκώνος ανεχώρησε τη 26 10[βρίου εις Μάλταν διά της Αγγλικής Φρεγάτας «Λύκου», ακολουθούμενος υπό μικράς συνοδίας 5 ή 6 προσώπων, μεταξύ των οποίων ήτο και ο Κερκυραίος Σταμάτιος Βούλγαρης, Λοχαγός του Γαλλικού Επιτελείου τον οποίον προσέλαβεν όπως αναθέση εις αυτόν διαφόρους υπηρεσίας αναγομένας εις τον κλάδον του. Ενώ δε ώδευε μεταξύ Οτράντου και Αυλώνος το πλοίον, συνηντήθη υπό δικρότου όπερ προς περισσοτέραν τιμήν ο Αγγλος Ναύαρχος Κόδριγκτον έστειλεν ίνα ο Κυβερνήτης επιβιβασθή αυτού. Εν μέσω δε θαλάσσης ο Καποδίστριας από της Φρεγάτας μεταβάς εις το επί του μεσαίου Ιστού έχον αναπεπεταμένην την Ελληνικήν σημαίαν δίκροτον, έφθασεν εις Μάλταν περί τα τέλη του αυτού μηνός. Εις Μάλταν έτυχεν επισήμου υποδοχής υπό της Διοικήσεως, ήτις χάρις εις αυτόν έδωκε την ελευθερίαν εις 100 περίπου Έλληνας, οίτινες ως υπόδικοι πειρατίας κατεκρατούντο προς εκδίκασιν. Εκ Μάλτας αναχωρήσας τη 2 Ιανουαρίου έφθασε τη 6 — 7 του αυτού μηνός κατ' ανάγκην εις Ναύπλιον, εμποδισθέντος του πλοίου υπό του ανέμου να πλησιάση εις Αίγιναν. Μεταξύ των κατοίκων του κατηρειπωμένου Ναυπλίου εβασίλευον τότε η αναρχία και τα κομματικά πάθη. Μεγάλην δε προσοχήν και φρόνησιν εχρειάσθη να μεταχειρισθή ο Καποδίστριας προς φιλίωσιν των κομματαρχών, και κατάπαυσιν των καταπιέσεων και αρπαγών, αίτινες εξ ανάγκης επράττοντο υπό των καταπεπεινασμένων και εκ του αγώνος καταπεπληγωμένων στρατιωτών, εις τους όποιους έλειψεν η πειθαρχία. Η παρουσία και η φρόνησις του Καποδιστρίου, πανταχού έφερε την ειρηνοποίησιν και υποταγήν πάντων των Ναυπλιωτών. Εις τοιαύτην δε κατάστασιν εύρε κατά το μάλλον και ήττον απάσας τας τότε ελευθέρας πόλεις της Ελλάδος ο Κυβερνήτης. Τη δε 9(21 Ιανουαρίου 1828 αναχωρήσας εκ Ναυπλίου έφθασεν εις Αίγιναν τη 11[23 (151) ένθα έγινε την εφεξής ημέραν πανηγυρικώς η επίσημος υποδοχή αυτού μετά γενικής χαράς και συγκινήσεως. Η Αντικυβερνητική λεγομένη Επιτροπή συγκειμένη από τους Γεώργ. Μαυρομιχάλην, I. Μιλαΐτην και I. Νάκον, οι γραμματείς του Κράτους και η Δημογεροντία, επορεύθησαν εις το πλοίον ίνα προσφέρωσιν εις τον εκλεκτόν του Έθνους την υποταγήν των.