Οι ευτράπελες ιστορίες του, Νασρ-εν-ντιν Χότζα
Part 8
— Πέρασε, δερβίσση μου! Πέρασε, παλληκαρά μου!
156. — Η ΕΥΦΥΪΑ ΤΟΥ ΓΥΙΟΥ ΤΟΥ
Μια μέρα, μερικοί μουσαφιρέοι, που ο Χότζας τους εξεθείαζε την εξυπνάδα του γιού του, έδειξαν στο παιδί μια μελιτζάνα, και το ρώτησαν:
— Τι είναι αυτό;
Το παιδί απάντησε:
— Είναι μοσχαράκι που δεν άνοιξε ακόμη τα μάτια του.
Κι' ο Χότζας θριαμβευτικά:
— Βλέπετε; είπε• όλα μονάχο του τάμαθε. Εγώ δεν του δίδαξα τίποτα.
157. — Ο ΠΙΟ ΑΞΙΟΠΙΣΤΟΣ
Μια μέρα, πήγε κάποιος γείτονας στο Χότζα και τον παρακάλεσε να του δανείση εκείνην την ημέρα το γάιδαρό του.
Ο Χότζας του απάντησε:
— Με μεγάλη μου ευχαρίστησι θα σου τον έδινα, αγαπητέ μου, αλλά, τι κρίμα! τον έστειλα από το πρωί στο περιβόλι.
Ο γείτονας δεν είπε τίποτε κ' έφυγε.
Μα, τη στιγμή που έβγαινε ατό την πόρτα, άκουσε το γάιδαρο να γκαρίζη μέσα στ' αχούρι.
Απορημένος, γύρισε πάλι πίσω κ' είπε στο Χότζα:
— Μα, γείτονα, συ μούπες πως έστειλες το γάιδαρό σου στο περιβόλι κ' εγώ του ακούω να γκαρίζη μέσα.
— Ε! Είσαι παράξενος άνθρωπος, μα την αλήθεια, ανέκραξε ο Χότζας θυμωμένος. Τώρα, το γάιδαρο θα πιστέψης ή εμένα;
158. — Ο ΚΑΛΛΙΤΕΡΟΣ ΓΑΪΔΑΡΟΣ
Ένας χωρικός έχασε το γάιδαρό του, και παρακάλεσε του Νασρ-εν- Ντιν Χότζα να μιλήση στο Τζαμί και να πη, όποιος τον βρη να τον επιστρέψη στον κύριό του, γιατί είνε αμαρτία απ' το Θεό να κρατάη ένας άνθρωπος ένα ξένο πράγμα.
Ο Χότζας πήγε στο Τζαμί, την ώρα της Προσευχής, και μετά το προσκύνημα, στάθηκε κ' είπε:
— Ω Μουσουλμάνοι, όποιος από σας δεν ήπιε στη ζήσι του κρασί, ρακή ή άλλα μεθυστικά πιοτά, όποιος δεν έκανε όργια και κραιπάλες, όποιος δεν έπαιξε σκάκι, τάβλι, ή ζάρια, όποιος δε βρέθηκε σε κάθε λογής συναναστροφές και διασκεδάσεις, να προχωρήση μπρος για να τον δω.
Όλοι όσοι ήσαν στο Τζαμί και τον άκουσαν, συλλογίστηκαν μέσα τους ο καθένας, ποιος λίγο, ποιος πολύ, πως κάτι έκανε στη ζωή του απ' όσα είπε ο Χότζας κ' έτσι κανείς δεν τόλμησε να παρουσιασθή.
Ως τόσο, ένας απ' αυτούς προχώρησε μπρος και είπε.
— Εγώ σ' όλη μου τη ζωή, ούτε κρασί ήπια, ούτε ρακή, ούτε κραιπάλες έκανα, ούτε κανένα παιγνίδι έπαιξα, ούτε σε καμιά διασκέδασι δε βρέθηκα ποτέ μου.
Τότε ο Χότζας γυρίζη σ' εκείνον που έχασε το γάιδαρό του και του λέει:
— Νά, αυτός είνε! Πάρ' τον! Γιατί καλλίτερο γάιδαρο απ' αυτόν δε θαύρης!
159. — Ο ΕΜΙΡΗΣ Κ' Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΧΟΤΖΑ
Κάποτε ο Εμίρης βγήκε με την ακολουθία του περιοδεία στο Βιλαέτι και πέρασε έξω απ' το χωριό του Χότζα, όπου μερικές γυναίκες, που μαζύ τους ήταν κ' η γυναίκα του Χότζα, έπλεναν ρούχα στο ρέμα. Ο Εμίρης στάθηκε και τις κοίταζε. Οι άλλες γυναίκες χαμήλωσαν τα μάτια τους από ντροπή και δειλία, μα, η γυναίκα του Χότζα σήκωσε με προπέτεια τα βλέμματά της κ' είπε στον Εμίρη:
— Τι κοιτάζεις, βρε; Σ' αρέσομε;
Ο Εμίρης ρώτησε κάποιον που περνούσε, εκείνην τη στιγμή απ' εκεί, ποιανού γυναίκα ήταν αυτή που του μιλούσε με τέτοιαν αναίδεια, κ' εκείνος απάντησε:
— Είνε η γυναίκα του Χότζα.
Την άλλη μέρα, ο Εμίρης κάλεσε το Χότζα στο Παλάτι.
Όταν ο Χότζας παρουσιάστηκε τούπε:
— Θέλω ως το βράδυ να μου φέρης εδώ τη γυναίκα σου!
— Μπορώ να ρωτήσω τι τη θέλεις, Πασσά μου; ρώτησε ο Χότζας•
— Θέλω να τη ρωτήσω κάτι! Είπε ο Εμίρης.
— Αν είνε για τόσο μικρό πράγμα, απάντησε ο Νάσρ εν-Ντιν, συ ρώτησε εμένα κ' εγώ πάω και τη ρωτάω.
160. — ΕΝΑΣ ΓΑΜΟΣ ΤΟΥ ΧΟΤΖΑ
Μιαν εποχήν που ο Χότζας ήταν χήρος, του προξένεψαν μια γειτονοπούλα, και υπογράφηκαν τα χαρτιά.
Ύστερα οι συμπεθέροι κ' οι προσκαλεσμένοι κάθησαν στο τραπέζι κι' άρχισαν να τρώνε.
Μα, δεν είπαν στο Χότζα να καθήση, γιατί το θεώρησαν περιττό, αφού σαν γαμπρός που ήταν δεν είχε καμμιά ανάγκη να τον προσκαλέσουν.
Όμως ο Χότζας θύμωσε γι' αυτό, κ' έφυγε απ' το σπίτι.
Όταν ήρθε η ώρα της «ντουχούλ» (21) είδαν πως ο Χότζας έλειπε.
Κατέβηκαν κάτω κ' έψαξαν παντού, και τέλος τον βρήκαν ζαρωμένο σε μια γωνιά του κήπου.
— Έλα, λοιπόν, Χότζα, τούπαν, τι γένηκες; Είνε ώρα να μπης στη νύφη.
Κι' ο Χότζας κακιωμένος:
— Σεις που καθήσατε και την τυλώσατε, σεις να μπήτε, τώρα στη νύφη!
161. — Ο ΙΔΡΩΤΑΣ ΤΟΥ ΑΡΑΠΗ
Ο Χότζας είχε, μια φορά, ανάμεσα στους μαθητές του, κ' ένα Αραπόπουλο, μαύρο σαν το κάρβουνο, που τώλεγαν Σιααμπάν.
Μια μέρα, η γυναίκα του Χότζα είδε απάνω στο καφτάνι του μελάνια.
— Τι είνε αυτά, Χότζα, δεν προσέχεις; του παρατήρησε.
— Δεν είνε τίποτα, γυναίκα! Ο Σιααμπάν άργησε νάρθη σήμερα στο μάθημα, κ' επειδή έτρεχε πολύ, ίδρωσε, κι' ο ιδρώτας του έπεσε απάνω μου.
162. — ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ ΓΥΜΝΟΣ
Μια μέρα, ένα αμάξι που κατέβαινε στην πόλι, πέρασε έξω από το σπίτι του Χότζα.
Ο Χότζας έβαλε αμέσως στο νου του να πάη κι' αυτός, και χωρίς να χάνη καιρό, έτρεξε, έτσι όπως βρισκόταν εκείνην τη στιγμή, ολόγυμνος, πρόφθασε τ' αμάξι κι' ανέβηκε απάνω.
Όταν επλησίασαν στην πόλι, οι κάτοικοι έμαθαν πως ερχόταν ο Χότζας, κ' έτρεξαν να τον προϋπαντήσουν.
Μα, βλέποντάς τον έτσι γυμνό, όπως τον έκανε η μάννα του, ρώτησαν την αιτία.
Κι' ο Χότζας εξήγησε:
— Βρε παιδιά, σας αγαπώ τόσο, ώστε από τη βιάση μου και τη λαχτάρα μου νάρθω να σας δω, λησμόνησα να ντυθώ.
163. — ΠΩΣ ΘΑ ΠΛΗΡΩΝΕ ΤΑ ΧΡΕΗ ΤΟΥ
Κάποτε, ο Χότζας χρωστούσε κάμποσα χρήματα σε μερικούς φίλους του, και κάθε φορά που του τα ζητούσαν τους έδινε υπόσχεση πως θα τους εξοφλούσε «την ερχόμενη βδομάδα».
Έτσι τους έπαιζε από βδομάδα σε βδομάδα, ως που τέλος, οι άνθρωποι, έχασαν την υπομονή τους και, μια μέρα, πήγαν μαζεμένοι στο σπίτι του Χότζα και ρώτησαν τη γυναίκα του (γιατί ο Χότζας έτυχε να λείπη εκείνην την ώρα) πότε, επί τέλους, θα τους πλήρωνε.
Η γυναίκα τους απάντησε:
— Σωπαίνετε κι' ο Χότζας αγόρασε χθες κάμποσο σπόρο αγκαθιών, κι' αύριο θα πάη στο χωράφι να τονε σπείρη. Ύστερα, αφού γίνουν τ' αγκάθια, θα τα βάλωμε στους δρόμους, απ' όπου θα περνούν οι γκαμήλες με το μπαμπάκι. Το μπαμπάκι θα κολλά απάνω, κ' ύστερα θα το μαζέψαμε, θα το πουλήσωμε, και με τα χρήματα που θα πάρωμε θα σας εξοφλήσωμε.
Οι άνθρωποι ακούοντας αυτά τα λόγια έμπηξαν τα γέλια.
Κ' η γυναίκα του Χότζα:
— Βέβαια, τώρα που βεβαιωθήκατε πως θα πληρωθήτε, γελάτε, μασκαρατζίκοι!
164. — ΠΩΣ ΕΥΚΟΛΥΝΕ ΤΑ ΧΡΕΗ ΤΟΥ
Άλλη μια φορά, ρώτησαν το Χότζα αν πλέρωσε τα χρέη του.
— Δεν τα πλέρωσα, είπε, μα, τα ευκόλυνα.
— Πώς, χωρίς να τα πλερώσης, τα ευκόλυνες; παρατήρησαν εκείνοι.
— Τ' ανανέωσα, βρε κουτοί! απάντησε ο Χότζας.
165. — Η ΒΡΥΣΗ
Μια φορά, ο Χότζας γύριζε από το βουνό κ' ήταν πολύ διψασμένος.
Έξαφνα με χαρά του παρατήρησε στα πλάγια του δρόμου μια βρύση, και πλησίασε.
Τώρα, το στόμα της βρύσης ήταν στουπωμένο μ' ένα ξύλο για να μην πηγαίνη άδικα το νερό, κι' ο Χότζας τράβηξε έξω το ξύλο, για να πιη.
Μα, το νερό πετάχτηκε έξω με ορμή και τον κατάβρεξε.
Τότε ο Χότζας γύρισε θυμωμένος στη βρύση και της είπε:
— Αφού είσαι τόσο παλαβή, Θεός χωρέσ' τα πεθαμένα τους, εκείνων που σου χώσανε αυτό το ξύλο στην τρύπα σου.
166. — ΤΟ ΞΕΡΟ ΨΩΜΙ
Μια μέρα, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας ρώτησε το γυιο του αν έφαγε ποτέ ζαχαρένιο φαγητό.
Ο γυιός του τού αποκρίθηκε.
— Όχι!
Ο Χότζας του είπε:
— Κ' εκείνο, βρε, που τρως κάθε μέρα, τι είνε;
— Εκείνο που τρώω κάθε μέρα είνε ξερό ψωμί, απάντησε το παιδί.
Τότε ο Χότζας είπε:
— Και νομίζεις, βρε ανόητε, πως υπάρχει στον κόσμο άλλο πιο ζαχαρένιο φαγητό από το ξερό ψωμί;
167. — Ο ΠΕΤΕΙΝΟΣ
Μια μέρα, ο Χότζας έβαλε μέσα σ' ένα καφάσι μερικές κόττες κ' έναν πετεινό, και ξεκίνησε για την πόλι, για να τις πουλήση.
Στο δρόμο, όμως, τον έπιασε λύπησι για τα κακόμοιρα τα πουλιά που ήσαν φυλακισμένα, κι' ανοίγοντας το πορτέλο τ' αμόλυσε όλα εκτός του πετεινού.
Οι κόττες σκόρπισαν αμέσως, δεξιά κι' αριστερά.
Τότε ο Χότζας βγάζοντας τον πετεινό από το καφάσι τούπε να πάη να τις μαζέψη. Μα, βλέποντάς τον που στεκόταν ακόμα μουδιασμένος, θύμωσε, και σηκώνοντας το ραβδί του, τονε χτύπησε στα φτερά και τούπε:
— Βρε κερ . . . . . , πότε είνε μεσάνυχτα και πότε είνε αυγή, το ξέρεις, και τώρα μέρα μεσημέρι χάνεις το δρόμο; (22)
168. — ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ
Μια μέρα, ο Χότζας είπε τις προσευχές του στο Τζαμί, κ' ύστερα άρχισε τις δεήσεις, παρακαλώντας το Θεό να τον αξιώση νάμπη στον Παράδεισο και να τον διαφυλάξη από τα καζάνια της Κόλασης.
Μια γρηά, που έτυχε νάνε κοντά του και τον άκουε είπε:
— Θεέ μου, αξίωσέ με να μοιρασθώ με αυτόν τον άνθρωπο, αυτό που Σε παρακαλεί!
Ο Χότζας έκανε πως δεν άκουσε την ευχή της γρηάς, κ' εξακολούθησε.
— Θεέ μου, αξίωσέ με να κρεμασθώ από μιαν αγχόνη, ή να πεθάνω από πανούκλα!
Η γρηά, αμέσως είπε.
— Ω Θεέ μου, φύλαξέ με απ' ό,τι σου ζητά ο άνθρωπος αυτός!
Τότε ο Χότζας γύρισε σ' αυτήν και της είπε.
— Τι αλλόκοτη συντροφιά είνε αυτή που ζητάς; Επιθυμείς να συντροφιάσης μαζύ μου σε όποια χαρά κ' ευτυχία ευδοκήση ο Πανάγαθος Θεός να μου χαρίση και να μην έχης κανένα μερδικό και στις συμφορές που μπορεί επίσης να θελήση ο Κύριος να μου στείλη; . . .
169. — ΣΤΟ ΨΑΡΕΜΑ
Μια μέρα, μερικοί φίλοι πήραν το Χότζα σε μια εκδρομή, στην όχθη μιας λίμνης όπου έρριξαν δίχτυα για να ψαρέψουν.
Έξαφνα, ο Χότζας πλησίασε στο νερό και πήδησε μέσα στα δίχτυα.
— Μπρε, Χότζα, του φώναξαν οι φίλοι του, τι κάνεις εκεί; Τρελλάθηκες;
— Όχι, βρε παιδιά μα, μου πέρασε ιδέα πως ήμουνα ψάρι!
170. — Ο ΧΟΤΖΑΣ ΓΕΡΟΣ
Πέρασαν καιροί και ζαμάνια. Του Χρόνου το σκληρό φτερό επέρασε απάνω κι' απ' το Χότζα, όπως απάνω από κάθε τι που έζησε σε τούτον το κόσμο, και του άφησε τα μοιραία του σημάδια. Ο Χάρος, ο καταστροφέας των Τέρψεων, και των Συναναστροφών ο Διαλυτής, τούχε πάρη πολλούς από τους δικούς του, κι' άλλους, τους είχε πετάξη μακρυά του των Περιστάσεων η Σβούρα.
Έτσι, μονάχος κ' έρημος, καμπουριασμένος κι' ασπρομάλλης, ογδοντάρης πια, καθόταν, μια μέρα, ο Χότζας στη πόρτα του γέρικου σπιτιού του, φέρνοντας στο νου του παληές δόξες όταν, ένας άλλος γέρος, παληός του φίλος, πέρασε απ' έξω.
Γνωρίστηκαν, αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν κ' ύστερα ο φίλος τούπε•
— Πόσο χρόνων είσαι τώρα, Χότζα;
— Δόξα τω Θεώ είμαι καλά στην υγεία! απάντησε ο Χότζας.
— Πώς είνε η κατάστασί σου; Καλά τα περνάς;
— Δόξα τω Θεώ, δε χρωστώ σε κανέναν!
— Έχεις καμμιά έγνοια να σου ταράζη το πνεύμα;
— Δόξα τω Θεώ, δεν έχω μικρά παιδιά!
— Έχεις εχθρούς;
— Δόξα τω Θεώ δεν έχω στενούς συγγενείς! είπε ο Χότζας.
Κι' αυτά ήσαν τα τελευταία σοφά του λόγια.
ΤΕΛΟΣ
1) Στις «Χίλιες και Μια Νύχτες» (335η νύκτα) προστίθεται ότι ο αφέντης της σκλάβας φώναξε αμέσως του πατέρα του νέου, του Καδή, τους μάρτυρες που ορίζει ο νόμος, κ' έκανε επίσημο έγγραφο πως απέδιδε την ελευθερία στη σκλάβα του, και την πάντρεψε με το παλληκαράκι: Το ίδιο βράδυ, γέννηκαν οι γάμοι με μεγάλη πολυτέλεια, με άφθονα φαγιά, με μουσική και γλέντι, όπου, φυσικά, ο δάσκαλος ήταν ένας από τους πρώτους που έλαβε μέρος,
2) Σύμφωνα με μιαν άλλη έκδοσι, ο Χότζας υποστηρίζει ότι «τα παληά φεγγάρια τρίβουνται και γίνουνται άστρα!»
3) Στις «Χίλιες και Μια Νύχτες» (38η Νύχτα), ο «Απλοϊκός» λέει στο γάιδαρο: «Ου! Να χαθής, να χαθής! Πάλι μωρέ πήγες και μέθυσες και χτύπησες τη μάννα σου; Α! Μα το Θεό, δε θα σε αγοράσω πια!» Και τον άφησε κ' έφυγε.
4) Στην Ανατολή, η γυναίκα έχει αυτό το πλεονέκτημα, που δεν τώχει η αδελφή της της Δύσεως: μπορεί ν' αφήνη το σπίτι του πατέρα της ή του ανδρός της, δίχως να ζητά την άδειά του, και να πηγαίνη σε μια επίσκεψι οκτώ ή δέκα ημερών στο σπίτι μιας φιλενάδας. Φυσικά, πάντα υποτίθεται δεν πάει να συναντήση κανέναν ερωμένο.
5) Οι Ανατολίτες συγγραφείς, και ιδίως οι Αιγύπτιοι και οι Σύριοι, δεν κατορθώνουν ν' αποφύγουν τη χαρακτηριστικήν αυτήν απρέπεια, που, όταν διαβάζεται σε μια συναναστροφή, πάντοτε ακολουθείται από παταγώδη γέλια. Ακόμα και σε σοβαρούς συγγραφείς, ακόμα και σ' αυτόν του Αλ-Χαρίρι, που είνε ο κοσμιώτερος και ο λεπτότερος απ' όλους τους Άραβας συγγραφείς και ποιητάς, συναντούμε αυτήν την ακοσμία. Όσο για την πράξι, αυτήν καθ' εαυτήν, είνε τόσο συνηθισμένη, στην Αίγυπτο, τουλάχιστον, ώστε μπορείτε να την ακούσετε κάθε στιγμή στους δρόμους, να δίνεται γι' απάντησι σ' έναν που διατυπώνει παράλογες αξιώσεις, ή κάνει παλληκαρισμούς, ή λέει βλακείες. Και είνε τόσο συχνή η χρήσις της χλευαστικής αυτής απαντήσεως, ώστε πολλές φορές εκείνος που θέλει να την δώση, αν δεν την έχει έτοιμη από το φυσικό της δρόμο, την κάνει τεχνητή, με τα χείλη και τη γλώσσα. Πολλές φορές έτυχε να την ακούσω σε συναναστροφές σοβαρών ανθρώπων, όταν κάποιος απ' αυτούς τύχαινε να ξαστομίση καμιά τερατολογία, κ' ένα βράδυ, παρακολουθόντας την παράστασι σ' ένα αράπικο λαϊκό θέατρο της Αλεξανδρείας, παραστάθηκα στην αποδοκιμασία ενός ηθοποιού με μια τέτοιαν αθρόα φυσική και τεχνητή έκρηξι, που ντράνταξε και φλόμωσε όλην τη σάλα. Διαβάζοντας κάποτε τον Ηρόδοτο, παρετήρησα με έκπληξι ότι η χρήσις της υβριστικής αυτής απαντήσεως ήταν γνωστή από τους αρχαιοτάτους χρόνους στους Αιγυπτίους. Πράγματι ο Ηρόδοτος γράφοντας το ιστορικό της αποστασίας του Αμάσιος κατά του Ασπρία του Ψαμμίου, και πώς αυτός έστειλε το στρατηγό Πατάρβημι με την εντολή να του φέρη του Άμασι ζωντανό (Βιβλ. Β' 192) λέγει: _«Ως δε απικάμενος ο Πατάρβημις τον Άμασιν εκάλεσε, ο Άμασις (έτυχε γαρ επ' ίππου κατήμενος) επαείρας απεματάισε, και τούτο μιν εκέλευε Απρίη απάγειν.»_ (Κι' άμα έφθασε ο Πατάρβημις, κάλεσε τον Άμασι να τον ακολουθήση. Ο Άμασις (που έτυχε εκείνην την στιγμή νάνε καβάλλα στο άλογο), ανασηκώθηκε κι' άφησε μια πορδή, λέγοντας — στον Πατάρβημι — να την πάρη και να την πάη στον Απρία).
6) Το επεισόδιο αυτό αναφέρεται, με κάποιες παραλλαγές και στην ποιητική συλλογή «Το Περιβόλι της Αγάπης» Αγνώστου Άραβος ποιητού (Ίδε Ελληνικήν μετάφρασιν Κ. Τρικογλίδη. Έκδοσις Γ. Βασιλείου, 1916. Σελ. 24).
7) Σερμπέτι γινόμενο με καντιοζάχαρη, σταφίδες, κουκουνάρια, μυγδαλόψυχα, και πάγο. Παίρνεται, τις θερμές ημέρες, γι' αναψυκτικό.
8) Δηλαδή του εύχεται όταν θα πεθάνη να τον δεχθή ο Θεός στον Παράδεισο, για να χαρή όλες τις απολαύσεις και τις ηδονές που περιμένουν εκεί κάθε αληθινό Πιστό. Μια από τις απολαύσεις αυτές είνε και η συντροφιά και οι διασκεδάσεις με τα Ουρί του Παραδείσου, θηλυκά πλάσματα με καλλονή που κανένας ανθρώπινος νους δεν μπορεί να τη φαντασθή. Σύμφωνα με το Κοράνι (Κεφ. 56) κάθε καλός Μουσουλμάνος έχει «δικό του, κατάδικό του» ένα χαρέμι από 72 τέτοια Ουρί, και μπορεί αν θέλη να ζητήση από τον Κύριο την άδεια να κρατήση κοντά του και μια από τις γυναίκες που είχε στη γη.
9) Μέτρον βάρους: δέκατον του κοιλού. Κυρίως χρησιμοποιείται για την καταμέτρησι των δημητριακών.
10) Αραβική παροιμία.
11) Με το επεισόδιο αυτό αρχίζει μια μακρά ιστορία στις «Χίλιες και Μια Νύχτες».
12) Γι' αυτό το «μαχρ» έγραψα στον Α', τόμο της Χαλιμάς (Σελ. 347 2ημ. 53). Ένας μουσουλμανικός γάμος δεν είνε έγκυρος αν δεν ορίση με συμβόλαιο ο γαμπρός το χρηματικό ποσό που θα δώση στον πατέρα ή στον κηδεμόνα της κόρης που παίρνει. Του ποσού αυτού, που λέγεται «μαχρ», ο γαμπρός είνε υποχρεωμένος να δώση το μισό, πριν γίνη ο γάμος, και το άλλο μισό όταν πεθάνη (από την περιουσία του) ή όταν διώξη τη γυναίκα του. Αν όμως η γυναίκα χωρίση μόνη της του άνδρα της, τότε δεν έχει κανένα δικαίωμα να ζητήση το υπόλοιπο του «μαχρ». Τώρα, το τελευταίο αυτό άρθρο του Νόμου παρέχει πολλές φορές ατούς άνδρες έδαφος για να παραβούν με διάφορες κατεργαριές την υποχρέωσί τους. Αν, παραδείγματος χάριν, ένας Μουσουλμάνος βαρέθηκε τη γυναίκα του, και θέλει να τη διώξη, χωρίς όμως να πληρώση και το συμφωνημένο ποσό, κατορθώνει με πολλά πανούργα μέσα και βασανιστικά ακόμα, να κάνη τη γυναίκα του ν' απαυδήση απ' αυτόν και να ζητήση μόνη της το διαζύγιο. Γνώρισα τέτοιους πολλούς, στην Αίγυπτο, και μεταξύ αυτών κ' έναν υπηρέτη μου. Βαριεστισμένος από τις εξωφρενικές σκηνές ζηλοτυπίας της γυναίκας του (έφθανε στο σημείο και μέσα στο γραφείο μου νάρχεται και να του κάνη σκηνές) και έχοντας στο μάτι κάποιαν άλλη, κατώρθωσε ν' απαλλαχθή απ' αυτήν, και συγχρόνως κι' από το «μαχρ» μ' έναν πολύ έξυπνον τρόπο. Προσποιήθηκε ότι υπέστη κάποιον ακρωτηριασμό, που τον εμπόδιζε για όλη του το ζωή να εκτελή τα συζυγικά του καθήκοντα, και έπαιξε τόσο καλά του ρόλον αυτόν, ώστε η γυναίκα, μ' όλη την αγάπη που τούχε, αφού είδε πια κι' απώδε ότι «δ ε ν ε ί χ ε π ι α τ ί π ο τ α ν α ε λ π ί ζ η α π' α υ τ ό ν» (είνε λόγια της ίδιας), γύρισε μετά οκτώ μέρες στους γονείς της, και όλοι μαζύ πήγαν στον Καδή και πήρε το διαζύγιο. Οι λεπτομέρειες αυτής της ιστορίας είνε υπερβολικά νόστιμες και ξεκαρδιστικές, αλλά θα χρειαζόταν η πέννα ενός Βοκκακίου ή ενός Καζανόβα για να τις περιγράψη.
13) «Ω Δείνα!» Οι αραβόφωνες λαοί συχνότατα μεταχειρίζονται τη φράσι αυτή στους διάλογους των, ακόμα κι' όταν εκείνος που μιλεί γνωρίζει το όνομα εκείνου προς τον όποιον απευθύνεται. Μπορεί ν' αντιστοιχίση με τη δική μας: «Βρε συ, πώς σε λένε! . . .» που μεταχειριζόμαστε και μεις συχνά στους διαλόγους μας.
14) Είνε χαρακτηριστική η συνήθεια αυτή των Αράβων και Περσών ιστοριογράφων να ζωγραφίζουν τις ασελγείς ηρωίδες των γυναίκες απαράμιλλης ωμορφιάς, και πεσμένες σε ακόλαστο έρωτα με τους πιο σιχαμερούς και τερατόμορφους άνδρες, ίσως, για να δώσουν, με την αντίθεσι ζωηρότερον τόνο στο βδελυρόν της πράξεως.
15) Σε μιαν άλλη αραβική διήγησι, αγνώστου συγγραφέως (10 ή 11 αιώνος) με παρόμοιο θέμα, προστίθεται το ακόλουθο συμπέρασμα:
16) Ο καθαρμός επιβάλλεται αυστηρά στο Μουσουλμάνο προ της προσευχής, και είνε γι' αυτόν ιεροτελεστία. Πριν από κάθε προσευχή που θα κάνη ο Μουσουλμάνος οφείλει να κάνη κατά σειρά τ' ακόλουθα: να κενώση, να πλύνη τα οπίσθιά του, τα πόδια του ως τα γόνατα, τα χέρια του ως τους αγκώνες, το λαιμό του, το σβέρκο του, το μέτωπό του, όλο το πρόσωπό του και τ' αφτιά του, και να καθαρίση το στόμα του και τη μύτη του με πολλά νερά, και τα δόντια του με οδοντογλυφίδα. Τότε είναι καθαρός και ικανός ν' ατενίση τον Κύριον. Μα, απ' αυτήν την στιγμή ως που θα καθήση στο Χαλί της Προσευχής, δεν πρέπει να ουρήση, ν' αφήση να του φύγουν αέρια, να βλασφημήση, να αισχρολογή να πλησιάση γυναίκα, να επιθυμήση γυναίκα, να ρίξη με λαγνεία τις ματιές του σε μια γυναίκα, ν' αγγίση το χέρι γυναικός ή το φόρεμά της, να τον αγγίση η μύτη σκύλου, που θεωρείται ζώο ακάθαρτο από τους Μουσουλμάνους, στους Χαναφίτες, μάλιστα, (μια από τις τέσσερις μουσουλμανικές αιρέσεις και η πιο αυστηρή στους τύπους) δεν πρέπει ούτε η σκιά της γυναίκας ή του σκύλου να τον αγγίση. Αν συμβή τίποτε απ' όλα αυτά, ο Καθαρμός θεωρείται σα να μην έγεινε και ο Πιστός οφείλει να κάνη νέο Καθαρμό απ' την αρχή, πριν προσευχηθή. Στην ιστορία τούτη, με τη φράσι που λέει ο Χότζας στο ποτάμι, είνε φανερό ότι θέλει να του πη πως αν εννοεί να πλερωθή με το παπούτσι για την υποχρέωσι που τούκανε να του δανείση τα νερά του για να καθαρισθή, αυτός δεν είναι διατεθειμένος σε τέτοια θυσία, και, ιδού, μουρνταρεύεται πάλι, και δεν του χρωστά τίποτα. Ας του δώση πίσω το παπούτσι του, και υπάρχουν κι' άλλου νερά να του κάνουν την ευκολία να καθαρισθή . . .
17) Μια παρόμοια σχεδόν ιστορία υπάρχει και στις «Χίλιες και Μια Νύχτες». Μα, εκεί ο κλεμμένος είνε ένας πλούσιος πραμματευτής, που ένας κλέφτης, αφού μεταμφιέστηκε κ' έγεινε ίδιος σαν κι' αυτόν, κι' απάτησε έτσι το νυκτοφύλακα, σήκωσε μ' όλη την άνεσίν του το μαγαζί του, το φόρτωσε στις γκαμήλες κ' έφυγε. Ύστερα από πολλούς έξυπνους «ντετεκτιβικούς» συνδυασμούς, που θα τους ζήλευε κι αυτός ο Σέρλοκ Χομς, ο έμπορος κατορθώνει να ανακαλύψη το κρησφύγετο του κλέφτη. Το ανοίγει με αντικλείδι, σε μια στιγμή που λείπει ο κλέφτης, φορτώνει τα πράγματά του, στις γκαμήλες, και φεύγει. Παίρνει μαζύ του και το μανδύα τον κλέφτη. Ο κλέφτης γυρίζοντας και βλέποντας πως τον έκλεψαν, ακολουθεί τα ίχνη του «κλέφτη» οργισμένος και με την απόφασι να του πιη το αίμα.» Τον προφτάνει, αλλά βλέπει πως είνε ο ιδιοκτήτης των πραγμάτων που έκλεψε. Κόβεται τότε μονομιάς η φόρα του, και περιορίζεται μονάχα να ζητήση το μανδύα του. «Α! Δικός σου ήτανε;» του λέγει ο έμπορος, «πάρ' τον, καλέ μου άνθρωπε, και συμπάθα με!»
18) Στην ιστορία τούτη ηκολούθησα το κείμενον των «Χιλίων και Μιας Νυχτών (295η και 296η νύχτα) όπου περιγράφεται πιο διεξοδικά παρά στο βιβλίο του Χότζα. Εκεί την αφηγείται ένας κάποιος Αλής, ο Πέρσης, «που ήξερε πλήθος νόστιμες ή ευτράπελες ιστορίες, που ξελάφρωναν την καρδία από κάθε λύπη και σκορπούσαν κάθε έγνοια απ' το μυαλό, στο Χαλίφη Χαρούν-ερ- Ρασσίντ, ένα βράδυ που ήταν βαρύθυμος και δεν τον έπιανε ύπνος, κ' επιθυμούσε να καταπραΰνη το ταραγμένο του πνεύμα και να κάνη το στήθος του να φουσκώση από ευθυμία». Πράγματι, πριν ακόμα τελειώση η Ιστορία, ο Χαλίφης έπεσε ανάσκελα, πίσω στο θρόνο του και σπαρτάρησε απ' το γέλιο, κ' έδωκε στον Αλή τον Πέρση, το συνηθισμένο βασιλικό δώρο. Κυρίως ο Αλής σατυρίζει εδώ τους Κούρδους που είνε ξακουστοί ψεύτες και τερατολόγοι. Μα, όπως είδαμε, ο Αλής (ο Χότζας), ξεπέρασε τον Κούρδο αντίδικό του σ' ένα αγώνισμα, τερατολογίας και έκανε του Καδή να χάση τα πασχάλια του.
19) Κάμηλος, η Δρομάς. Το πιο γρήγορο άλογο, δεν μπορεί να παραβγή, στο τρέξιμο, μ' αυτό το ζώο. Περνά τις ερήμους με καταπληκτική ταχύτητα και είνε ζώο μεγάλης αντοχής και ικανό να μείνη πολλές ημέρες δίχως τροφή και νερό. Αλλά συγχρόνως είνε και το πιο λεπτό ζώο. Μπορεί ξαφνικά, δίχως καμμιά φανερή αιτία, να σωριαστή χάμου και να ξεψυχήση, αφίνοντας τον αναβάτη του σύξυλο στην καρδιά της ερήμου. Μια σύντομη περιγραφή αυτού του ζώου δίνει ο Πιερ Μπενουά στην «Ατλαντίδα» (έκδοσις Βασιλείου σελ. 265).
20) Πολλοί Άραβες και Πέρσαι ποιηταί και διηγηματογράφοι έγραψαν ο καθένας με το δικό του τρόπο αυτήν την ιστορία μα, κανείς, ίσως, πιο νόστιμα και με περισσότερο χιούμορ, όσο ο Γιάμι, ο Πέρσης ποιητής. Μα, ενώ οι άλλοι βάζουν για ήρωα της φάρσας έναν Τούρκο, ο Γιάμι μας παρουσιάζει αντί αυτού έναν Κούρδο. Όπως γράφω στον Πρόλογο, οι Πέρσαι που έχουν πνεύμα λεπτό και σκωπτικό, ευχαριστούνται να κάνουν τους Τούρκους ήρωας τέτοιων κωμικών επεισοδίων. Αλλά, ο Γιάμι, που απολάβαινε την εύνοια πολλών Τούρκων πριγκήπων, το απέφυγε από λεπτότητα, για να μην τους δυσαρεστήση.
21) Ντουχούλ: έμπασμα. Η ώρα που ο γαμπρός συνοδεύεται με τραγούδια ως στην πόρτα του νυφικού θαλάμου, κ' εκεί αφήνεται για νάμπη μέσα, όπου τον προσμένει η νύφη.
22) Την ιστορία αυτή την άκουσα από ένα Φελάχο, στην Αίγυπτο, ως εξής:
«Ένα απόγεμα, ο Γκόχας παρατήρησε από το χαγιάτι του σπιτιού του τις κόττες του που είχαν μπη μέσα στον κήπο και τσιμπούσαν το μαντανό του και τα βλαστάρια των άλλων ζαρζαβατικών του.
»Θύμωσε και είπε στον πετεινό που καθόταν αμέριμνος, λίγο πιο πέρα απ' αυτόν, στην άκρη τον χαγιατιού:
» — Βρε συ, κατέβα και μάζεψε τις γυναίκες σου!
Μα, ο πετεινός δεν κουνήθηκε απ' τη θέσι του. Έξω φρενών, τότε, ο Γκόχας φώναξε:
» — Βρε, κερ . . . . . , όταν θέλεις να κάνης το κέφι σου πας και τις βρίσκεις, κι' όταν σε προστάζει ο αφέντης σου κάνεις πως δεν τις ξέρεις; Καλά, λοιπόν, αν δε στις σφάξω όλες και σε κάνω χήρο, να μη με λένε Γκόχα!
End of Project Gutenberg's Nasr-en-din Hotza Funny Stories, by Various