Οι ευτράπελες ιστορίες του, Νασρ-εν-ντιν Χότζα

Part 7

Chapter 726 wordsPublic domain

— Τι φωνάζεις έτσι, βρε γυναίκα! Ποιος ξέρει πόσα άπλητα θάχη κ' εκείνη, σαν κ' ημάς. Ας την να πλύνη κι' αυτή, η κακομοίρα, μερικά!

135. Η ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ

Κάποτε, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας εμπιστεύθηκε σ' ένα Μαουλάνα (ιεροδιδάσκαλο και Ερμηνευτή του Κορανίου) ένα ποσό χρημάτων για να του το φυλάξη.

Ύστερα από κάμποσον καιρό, θέλησε να πάρη πίσω τα χρήματα, και πηγαίνοντας να τα ζητήση βρήκε το φίλο του που καθόταν έξω από την πόρτα του σπιτιού του, απάνω στη δασκαλική του έδρα, με κάμποσους ιεροσπουδαστές ολόγυρά του.

Του είπε:

— Μαουλάνα, μου δίνεις εκείνην την παρακαταθήκη πούχω κοντά σου;

— Μετά χαράς σου, απάντησε ο ιεροδιδάσκαλος.

Μα, λάβε την καλωσύνη να με περιμένης λιγάκι, ως που να τελειώσω το μάθημα.

Ο Χότζας πήρε μια καρέκλα και κάθησε, μα, ενώ προχωρούσε η ερμηνεία του Κορανίου, παρετήρησε το Μαουλάνα να κουνά συχνά (δηλαδή κάθε φορά που απάγγελλε τα ιερά εδάφια) το κορμί του μπρος και πίσω, και νομίζοντας πως σ' αυτό ήταν όλη η τέχνη του μαθήματος, σηκώθηκε και τούπε:

— Μαουλάνα, επειδή βιάζομαι, σε παρακαλώ, σήκω μια στιγμή, κι' όσο λείπεις κουνιέμαι εγώ για σένα;

136. — ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΠΙΘΑΡΙ

Μια μέρα, ο Χότζας κατέβηκε στο κελλάρι και κοιμήθηκε μέσα σ' ένα μεγάλο κιούπι.

Ύστερα από κάμποσες ώρες, η κόρη του κατέβηκε κι' αυτή στο κελλάρι για να ζητήση κάτι, κι' απόρησε βλέποντας τον πατέρα της πλαγιασμένο μέσα στο πιθάρι.

— Πατέρα μου, του φώναξε, εδώ ήρθες να κοιμηθής.

— Ε! Κόρη μου, απάντησε ο Χότζας, βγαίνοντας από το πιθάρι, όπως με κατάντησε η μάννα σου, τι θέλης να κάνω;

137.Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ

Μια χρονιά, ο Χότζας είχε μεγάλη φτώχεια, κ' εύρισκε μεγάλη δυσκολία να τα φέρη βόλτα στο σπίτι.

Κ' ήταν γι' αυτό σε μεγάλη στενοχώρια.

Σ' εκείνην την καταντιά, βρήκε, μια μέρα, ξαφνικά, ένα χρυσό φλουρί, στο δρόμο.

Γύρισε αμέσως στο σπίτι του, έκανε ένα μικρό λάκκο σε μια γωνία, κ' έχωσε εκεί το φλουρί που βρήκε.

Ύστερα, ξαπλώθηκε στο κρεββάτι του και φώναξε τη γυναίκα του.

Όταν εκείνη ήρθε της είπε:

— Γυναίκα εγώ, πάει πια, πεθαίνω! Συχώρα με και Θιός σχωρέ σου! Όμως, έχω να σ' αφήσω μια παραγγελία! Άκου! Όταν δης και κλείσω τα μάτια μου, να σκάψης σ' εκείνην τη γωνιά, εκεί πέρα, και θα βρης ένα θησαυρό. Μ' αυτόν το θησαυρό θα πληρώσης τα έξοδα της κηδείας μου, και θα μου κάνης έναν καλόν τάφο, και θα βάλης δέκα μοιρολογίστρες να μοιρολογούν απάνω από το μνήμα μου σαράντα μέρες, και θα δώσης ελεημοσύνες σ' εκατό φτωχούς για την ψυχή μου, κι' ό,τι περισσέψη κράτα το δικό σου, κληρονομιά από μένα, για να ζήσης με άνεσι και να μην έχης κανέναν ανάγκη στα χρόνια της χηρείας σου, καϋμένη γυναίκα! . . .

138. — Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΦΑΣΟΥΛΑΔΑΣ

Μια μέρα, η γυναίκα του Χότζα θέλησε να παίξη ένα παιγνίδι στον άνδρα της για να γελάση, κ' έβαλε μπρος του το πιάτο με τη φασουλάδα, καφτή ακόμα, μόλις την κατέβασε από τη φωτιά.

Μα, έτυχε αυτή η ίδια να το ξεχάση, τη στιγμή που κάθησε στο τραπέζι, και μ' όλη την αφηρημάδα της, έβαλε μια κουταλιά στο στόμα της από τη ζεστή φασουλάδα. Φυσικά ζεματίστηκε ο λάρυγγάς της κι' όλα της τα μέσα, κ' η φλόγα της έφερε δάκρυα στα μάτια. Την είδε ο Χότζας και της είπε:

— Τι έπαθες, γυναίκα; Μήπως η φασουλάδα είνε πολύ ζεστή;

— Όχι, Χότζα μου, απάντησε εκείνη. Μα, θυμήθηκα το μακαρίτη του πατέρα μου που αγαπούσε πολύ τη φασουλάδα, κ' έκλαψα.

Ο Χότζας την πίστεψε, και ρούφηξε μια κουταλιά από το πιάτο του, μα, αμέσως, έννοιωσε φωτιά στο λάρυγγά του, κι' απ' την καΐλα δάκρυσαν τα μάτια του.

— Τι έχεις, Χότζα μου, και κλαις; ρώτησε η γυναίκα του, με δυσκολία συγκρατώντας τα γέλια που της ερχόντουσαν βλέποντας πως πέτυχε το παιγνίδι της, κι' ας ήταν αυτή πρώτη που την έπαθε.

— Κλαίω, απάντησε ο Χότζας, γιατί πέθανε ο πατέρας σου κ' η μητέρα σου και συ ακόμα ζης.

139. — ΟΙ ΜΑΛΩΜΕΝΟΙ

Μια φορά, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας μάλωσε με το Βαλή, κ' ήταν πολύν καιρό μαζύ του στα μαχαίρια.

Ύστερα, ο Βαλής πέθανε, δίχως να συμφιλιωθούν.

Τη στιγμή που θέλανε να τον σηκώσουν, μερικοί φίλοι πήγανε στο Χότζα και τον παρακαλέσανε να πάη να διαβάση τις κανονισμένες προσευχές και τα ωρισμένα εδάφια του Κορανίου, στο νεκρό.

Ο Χότζας είπε:

— Μα! . . . Ξέρω γω; . . . Αυτός ήταν θυμωμένος μαζύ μου, τάχα θα θέλη; . . .

140. — ΑΛΛΑΓΗ ΣΠΙΤΙΟΥ

Μια νύχτα, μπήκανε κλέφτες στο σπίτι του Χότζα και σήκωσαν ό,τι μπόρεσαν.

Αμέσως ύστερα απ' αυτούς, ο Νασρ-εν-Ντιν, που έκανε τον κοιμισμένο σε μια γωνιά, σηκώθηκε βιαστικά, φορτώθηκε στον ώμο του όσα άλλα πράγματα είχαν απομείνη, και τους ακολούθησε από μακρυά . .

Όταν τους είδε να σταματούν έξω από ένα σπίτι και να βγάζουν ένα κλειδί για ν' ανοίξουν την πόρτα έτρεξε και τους είπε:

— Φτάνει! Ακουμπήστε τα εδώ χάμου, και τα βάζω εγώ μέσα, γιατί θέλω να τα τακτοποιήσω μοναχός μου στο νέο μου σπίτι! Μόνο, εσείς πέστε μου τι θέλετε για του κόπο σας, και πηγαίνετε στην ευχή του Θεού (17).

141. — ΤΑ ΣΥΧΑΡΙΚΙΑ

Μια μέρα, μια από τις γυναίκες που είχαν έρθη να ξεγεννήσουνε τη γυναίκα του Χότζα, μπήκε στον οντά του και τούπε:

— Χότζα, τα συχαρίκια μου, απόκτησες γυιο!

Κι' ο Νασρ-εν-Ντιν της απάντησε:

— Κι' αν απόκτησα γυιο εσένα τι σε νοιάζει;

142. — OΙ ΔΥΟ ΣΥΝΤΕΛΕΙΕΣ

Κάποτε ρώτησαν το Χότζα πότε θα γίνη η Συντέλεια του κόσμου.

— Ποια Συντέλεια, βρε παιδιά; είπε ο Χότζας. Γιατί υπάρχουν δύο συντέλειες του κόσμου: η μια, η μεγαλείτερη, όταν θα ποθάνω εγώ, η άλλη, η μικρότερη όταν θα τα κακαρώση η γυναίκα μου!

143. — ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ

Κάποτε, κλέψανε του Χότζα μερικά χρήματα. Απαρηγόρητος ο Χότζας έτρεξε στο Τζαμί και δεν έπαυε εκεί να κλαίη και να παραπονιέται στο Θεό, όλην τη νύχτα, λέγοντας και ξαναλέγοντας:

— Ώ Θεέ μου, τι σου έκανα και άφησες να μου κλέψουν τα χρήματά μου;

Το πρωί, βγήκε απ' το Τζαμί και κατέβηκε στη θάλασσα όπου απ' την απελπισία του γονάτισε απάνω σ' ένα βράχο κ' εξακολούθησε τα παράπονά του στο Θεό, έχοντας πάντα τα μάτια του σηκωμένα στον Ουρανό.

Εκείνην την στιγμή, έτυχε ένα καΐκι να κινδυνεύη σε μικρή απόστασι απ' εκεί, στη θάλασσα, κ' εκείνοι που ήσαν μέσα, βλέποντας το Χότζα σ' αυτήν τη στάσι, νόμισαν πως προσευχόταν για τη σωτηρία τους, και τούταξαν να του δώσουν μερικά χρήματα, αν σωζώντουσαν.

Σε λίγο, πράγματι, κατώρθωσαν να σωθούν, και βγαίνοντας στη στεργιά, δώσανε στο Χότζα όσα τούχανε τάξη.

Κι' ο Χότζας παίρνοντας τα χρήματα:

— Σ' Ευγνωμονώ Θεέ μου, αναφώνησε, που για μιας μόνης νύχτας κλάματα στο Τζαμί σου, μου απόδωσες τα χρήματά μου!

144. — ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΠΑΠΠΑΔΕΣ

Τρεις σοφοί παππάδες Χριστιανοί που γύριζαν στον κόσμο, έφθασαν κάποτε και στον τόπο του Νασρ-εν-Ντιν Χότζα, κι' άρχισαν να διδάσκουν στο λαό τα δόγματά τους.

Τάκουσε ο Σουλτάνος της Χώρας κ' έστειλε και τους φώναξε, και τους είπε όχι μόνο να πάψουν το κήρυγμά τους, αλλά και ν' αλλαξοπιστήσουν και να γίνουν κι' αυτοί Μουσουλμάνοι, αν ήθελαν τη ζωή τους.

Οι παππάδες απάντησαν:

— Αλλαξοπιστούμε αν μπορέσετε να δώσετε απόκρισι στα ερωτήματά μας.

Ο Σουλτάνος διάταξε όλους τους διαβασμένους, τους σοφούς, και τους Μάγους του βασιλείου του, μα, κάνεις δεν μπόρεσε να δώση σωστή απόκρισι στα ερωτήματα που τους έκαναν οι παππάδες, κι' αυτό θύμωσε υπερβολικά το Σουλτάνο.

Έξαφνα, ένας από τους Μεγιστάνες του Παλατιού είπε;

— Βασιληά μου, ο μόνος που μπορεί να δώση απάντησι σ' αυτούς τους ανθρώπους, είνε ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας.

Ο βασιληάς έστειλε αμέσως να του φέρουν το Χότζα απ' το χωριό του.

Όταν ήρθε ο Χότζας, έσκυψε και προσκύνησε τρεις φορές το Βασιληά, κ' εκείνος καθίζοντάς τον κοντά του, τον πρόσταξε ν' απαντήση στα ερωτήματα των παππάδων.

— Εμπρός! Ρωτήσετε! είπε ο Χότζας στους παππάδες.

Τότε προχώρεσε μπρος ο ένας από τους τρεις και ρώτησε:

— Πού είνε το μέσον του κόσμου;

Ο Χότζας αμέσως είπε να φέρουν μέσα το γάιδαρό του, κι' όταν τον έφεραν, απάντησε:

— Νά, εκεί που στέκεται ο γάιδαρος είνε το κέντρο του κόσμου.

— Και πού το ξέρεις; ρώτησε ο Χριστιανός.

— Μέτρα, κι' αν βρης ένα ρούπι λάθος, εδώ είμαι!

Κόκκαλο ο Χριστιανός!

Προχώρησε, ύστερα, ο δεύτερος παππάς και ρώτησε:

— Πόσα άστρα υπάρχουνε στον ουρανό;

— Όσες τρίχες έχει το γαϊδούρι μου! απάντησε ο Χότζας.

— Πώς το ξέρεις; ρώτησε ο Χριστιανός.

— Αν δεν πιστεύεις, αποκρίθηκε ο Χότζας, μέτρα τις, κι' αν τις βρης λειψές, πάλι εδώ είμαι.

— Μα, είνε δυνατό να μετρηθούν οι τρίχες του γαϊδάρου; παρατήρησε ο Χριστιανός.

— Ε! Και τ' αστέρια τ' ουρανού είνε δυνατόν να μετρηθούνε; απάντησε ο Χότζας.

Κ' έτσι αποστώμωσε και το δεύτερο παππά.

Ήρθε τότε κ' η σειρά του τρίτου παππά, που προχώρεσε και είπε:

— Αν απαντήσης και στη δική μου ερώτησι, όλοι μας θα γίνωμε Μουσουλμάνοι.

— Λέγε να την ακούσωμε, είπε ο Χότζας.

— Λοιπόν, πες μου, πόσες τρίχες έχουν τα γένια μου; ρώτησε ο παππάς.

— Ου! Το μόνο εύκολο! απάντησε ο Χότζας• Όσες τρίχες έχει κ' η ουρά του γαϊδάρου μου!

— Πώς το ξέρεις; είπε ο παππάς.

— Μπορείς να τις μετρήσης! αποκρίθηκε ο Νασρ-εν-Ντιν.

Και βλέποντας τον παππά που δεν ήθελε να πεισθή, του πρόσθεσε:

— Αν θέλης να βεβαιωθής έλα να τραβούμε, εσύ μια τρίχα από την ουρά του γαϊδάρου μου, κ' εγώ μια τρίχα από τα γένια σου, ως που να τις βγάλωμε όλες, και θα δης, στο τέλος, πως θάρθουν ίσα.

Βλέποντας οι Χριστιανοί πως δεν τάβγαζαν πέρα απ' αυτόν του άνθρωπο, συνεννοήθηκαν αναμεταξύ τους, κι' αποφάσισαν ν' αλλαξοπιστήσουν.

145. — ΤΟ ΑΤΑΚΤΟ ΜΟΣΧΑΡΙ

Μια μέρα, το μοσχαράκι του Χότζα μουγγάνιζε κ' έτρεχε δω και κει αναζητώντας τη μάννα του.

Ο Χότζας πήρε μια μαγγούρα και το κυνηγούσε και τώδερνε.

— Γιατί χτυπάς το κακόμοιρο το ζω, Χότζα; Τι σούκανε; ρώτησαν μερικοί φίλοι που περνούσαν απ' έξω.

— Μου κάνει αταξίες, το άτιμο! απάντησε ο Χότζας.

Κ' οι φίλοι αναμεταξύ τους ενώ έφευγαν:

— Δίκηο έχει, ο δόλιος ο Χότζας! Το μοσχάρι δεν είνε πια μικρό! Είνε πια καιρός να μάθη τρόπους!

146. — ΕΚΑΝΕ ΤΟ ΚΕΦΙ ΤΟΥ

Μια φορά, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας είχε ένα βόιδι με πλατύ κούτελο και μακρυά κέρατα, που ανάμεσά τους μπορούσε να καθήση ένας άνθρωπος.

Αυτήν τη σκέψι την έκανε ο ίδιος ο Χότζας, μια μέρα που καμάρωνε το βόιδι του, στο χωράφι, κι' από τότε το πήρε μεράκι και καλά να καθήση μια φορά ανάμεσα στα κέρατα του ζώου.

Η ευκαιρία, τέλος, του παρουσιάστηκε, μια μέρα, που είδε το βόιδι πλαγιασμένο στην αυλή.

— Α! είπε, με χαρά, τέλος πάντων θα γίνη αυτό που θέλω.

Μα, τη στιγμή που προσπαθούσε να καθήση στο κεφάλι του βοδιού, το ζώο ερεθισμένο σηκώθηκε απότομα απάνω και τονε πέταξε σα σβούρα κάμποσα μέτρα μακρυά, όπου έπεσε ζαλισμένος και με σπασμένο κεφάλι.

Αμέσως έτρεξαν η γυναίκα του κ' η κόρη του, και τονε μεταφέρανε στο κρεββάτι του, όπου άρχισαν με κλάματα και κοπετούς να του πλένουν τα αίματα, και να προσπαθούν με τριψίματα να τονε συνεφέρουν.

Τέλος, ο Χότζας συνήρθε από τη ζάλη του, κι' ακούοντας τις γυναίκες να κλαίνε, τους είπε:

— Σωπαίνετε, βρε γυναίκες! Τι είνε αυτά, με σας; Ε! Καλά! Τσακίστηκα, ναι! αλλά, επί τέλους, ας πάη στο Διάολο, έκανα το κέφι μου!

147. — Η ΟΔΗΓΙΑ

Μια μέρα, ο Χότζας αγόρασε σικότι, κ' ενώ πήγαινε στο σπίτι του, τον αντάμωσε ένας φίλος του και τονε ρώτησε πώς θα το ψήση.

Ο Χότζας είπε πως θα το ψήση όπως το ψήνει όλος ο κόσμος.

— Α! όχι! ψήσ' το με του τρόπο που ξέρω εγώ• και θα γλύφης και τα δάχτυλά σου.

Και του ανέφερε έναν τρόπο πώς να ψήση το σικότι.

— Φίλε μου, είπε ο Χότζας, επειδή δεν μπορώ να τα συγκρατήσω στο μυαλό μου, μου κάνεις τη χάρι να μου τα γράψης, σ' ένα χαρτί, για να τώχω μπρος μου την ώρα που θα μαγερεύω το σικότι, και να κάνω σύμφωνα με την οδηγία;

— Μπράβο! είπε ο φίλος του κ' έγραψε τη συνταγή.

Την πήρε ο Χότζας, κ' έτρεχε μ' εκείνην την όρεξι στο σπίτι του, όταν, ξαφνικά, ένα γεράκι ώρμησε, άρπαξε το σικότι από τα χέρια του και πέταξε.

Ο Χότζας, δίχως καθόλου να σικλεντισθή, σήκωσε το χέρι του ψηλά και δείχνοντας στο γεράκι το χαρτί, είπε:

— Βρε, βλάκα, τι, δηλαδή, έκανες μ' αυτό; Πήρες το σικότι, μα, η οδηγία είνε εδώ, κι' ό,τι κι' αν κάνης φαΐ σαν και τούτο δε θα το φας ποτέ σου!

148. — ΑΤΑΡΑΞΙΑ

Μια νύχτα, ένας κλέφτης μπήκε στο σπίτι του Χότζα, κ' η γυναίκα του τρομαγμένη τονε ξύπνησε και τούπε:

— Χότζα, ένας κλέφτης είνε μες το σπίτι!

Κι' ο Χότζας:

— Μη φοβάσαι, γυναίκα! Αν βρη τίποτα του δίνω το δικαίωμα να μου ξερριζώση μια μια τις τρίχες του μουστακιού μου!

Τα λόγια αυτά, έπεισαν του κλέφτη να παρατήση την επιχείρησί του και να φύγη.

149. — ΤΕΡΑΤΟΛΟΓΙΕΣ

Μια χρονιά, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας ταξίδευε για τη Βαγδάτη, μ' ένα ταγάρι στον ώμο, όταν, ξαφνικά, σε κάποια πόλι, όπου μπήκε για να περάση τη νύχτα, ώρμησε απάνω του ένας Κούρδος, και του άρπαξε με το στανιό το ταγάρι, λέγοντας:

— Αυτό είνε το ταγάρι μου, κι' ό,τι έχει μέσα είνε δικό μου.

Ο Χότζας έμπηξε τις φωνές:

— Βοήθεια, Μουσουλμάνοι! Τρέξετε και γλυτώστε με απ' αυτόν τον απατεώνα!

Μα, το πλήθος είπε:

— Πηγαίνετε στον Καδή να σας κρίνη.

Λοιπόν, δέχτηκαν κ' οι δυο να υποβληθούν στην κρίσι του Καδή και πήγαν.

— Ποια είνε η διαφορά σας, είπε αυτός. Ας μιλήση πρώτα ο μηνυτής.

— Καδή μου, είπε ο Κούρδος. Το ταγάρι αυτό είνε, μαζύ με ό,τι έχει μέσα, δικό μου. Τώχασα χθες και σήμερα τώδα να το κρατά ο άνθρωπος αυτός.

Ρώτησε ο Καδής:

— Αν είνε δικό σου το ταγάρι πες μου τι έχει μέσα.

Απάντησε ο Κούρδος:

— Είχα μέσα στο ταγάρι μου δυο ασημένια πινέλα για σκόνη των ματιών, και «κοχλ» (αντιμώνιο) για τα μάτια, κ' ένα πεσκίρι για τα χέρια, όπου είχα διπλωμένα δυο χρυσά ποτήρια και δυο σαμηντάνια. Ακόμα, είχα μέσα στο ταγάρι δυο τσαντήρια και δυο γαβάθες, και δυο κουτάλια, κ' ένα μαξιλάρι, και δυο προβιές, και δυο κανάτες, κ' έναν μπακιρένιο δίσκο και δυο λεκάνες, και μια χύτρα, και δυο κιούπια του νερού, και δυο χουλιάρες, κ' ένα κρεατοσάνιδο, και δυο σακκιά, και δυο σαμάρια, κ' ένα καφτάνι, και δυο γούνες, και μιαν αγελάδα, και δυο μοσχάρια, και μια γίδα, και δυο πρόβατα, και μια προβατίνα και δυο κριάρια, και δυο κιόσκια, και μιαν γκαμήλα, και μια λέαινα και δυο λιοντάρια, και μιαν αρκούδα, και δυο τσακάλια, κ' ένα στρώμα, και δυο σοφάδες, και μια σοφίτα, και δυο σάλες, και μια πόρτα με καμάρα, και δυο σαλόττα, και μια κουζίνα με δυο πόρτες, και μια παρέα Κούρδων που μπορούν να μαρτυρήσουν ότι το ταγάρι ήτανε δικό μου.

Τότε είπε ο Καδής στο Χότζα:

— Και συ, εφέντη, τι έχεις να πης;

Απάντησε ο Χότζας:

— Καδή μου, ο Θεός να σε πολυχρονή! Το ταγάρι αυτό είνε δικό μου, και για να σ' το αποδείξω σου λέω τι είχα μέσα: Είχα ένα γκρεμισμένο σπίτι κ' ένα άλλο δίχως πόρτες, κ' ένα σπιτάκι για το σκυλί, κ' ένα σχολειό, και τσαντήρια και σχοινιά τσαντηριών, και τις πόλεις της Βασσόρας και της Βαγδάτης, και το παλάτι του σουλτάνου, κ' ένα σιδεράδικο, κ' ένα δίχτυ για ψάρεμα, και κοντάρια και παλούκια, και ωραίες κοπέλλες και παλληκαράκια, και μια χιλιάδα μαστρωπούς σαν αυτόν εδώ, που μπορούν να μαρτυρήσουν ότι το ταγάρι είνε δικό μου.

Όταν ο Κούρδος άκουσε αυτά τα λόγια τράβηξε το γιακά του από την αγανάκτησί του και ξεφώνησε:

— Πω! Πω! Τι ψεύτης! όλος ο κόσμος, Καδή μου, ξέρει πως το ταγάρι είνε δικό μου, και σ' όλους είναι γνωστό τι έχει μέσα. Έχει πύργους και κάστρα, και πουλιά πολλά και όρνια, μπουλούκια, κι' ανθρώπους που παίζουν σκάκι, και ζάρια, κι' ακόμα, μέσα σ' αυτό το ταγάρι μου είχα μια μουλάρα, και δυο πουλάρια, κ' ένα παχνί, και δυο άτια, και δυο πολεμικά κοντάρια, κ' ένα λύκο, και δυο λαγούς, και μια πόλι, και δυο χωριά, κ' έναν άνθρωπο τυφλό, και δυο καμπούρηδες, και δυο κουλούς, και δυο κουτσούς, κ' ένα χριστιανό παππά και δυο διάκους κ' έναν πατριάρχη, και δυο καλόγερους, κ' έναν Καδή και δυο παρέδρους, που μπορούν να μαρτυρήσουν ότι το ταγάρι είνε δικό μου.

— Και συ, τι λες; είπε ο Καδής στο Χότζα.

Ο Χότζας προχώρησε δυο βήματα έξω φρενών απ' το θυμό, και είπε:

— Καδή μου, ο Θεός να σε πολυχρονή! Είχα σε τούτο το ταγάρι, πούνε δικό μου, μια πανοπλία όλο ατσάλι, κι' όπλα, και χατζάρια, και γιαταγάνια, και χίλιους πολεμικούς κριούς, και μια χιλιάδα σκύλους, και κήπους, και περιβόλια, κ' αμπέλια, και λουλούδια, και μυρωμένα χορτάρια, και σύκα, και μήλα, κι' αγάλματα κ' εικόνες, και τραγουδίστρες, και πεντάμορφες σκλάβες, και γαμπρούς και νύφες, και συμπεθέρους, και κορίτσια και παιδιά, και πέντε μελαψές Αβυσσινέζες, και τρεις Ινδιάνες, κ' είκοσι Ελληνίδες σαν το κρύο νερό, κι' ογδόντα κυράδες Τουρκάλες, κ' εβδομήντα κοκκώνες Τσερκέζες, και τον Ευφράτη, και τον Τίγρι, και το Νείλο, και μια φωληά γλάρων, και μια νεκρή πολιτεία, και μια χιλιάδα κ . . . σαν κι' αυτόν εδώ, και τζαμιά, και λουτρά, και χριστιανικούς ναούς, κ' έναν χτίστη κ' ένα μαραγκό, και μια σανίδα, κ' ένα καρφί, κ' έναν ευνούχο με τη σπάθα του, κ' έναν καπετάνιο, κ' έναν αρχηγό καραβανιού και χίλιες χιλιάδες δηνάρια, κ' είκοσσι κάσες γεμάτες μεταξωτά και ατλάζια, κ' είκοσι αποθήκες γεμάτες τροφές, και τις πόλεις Γάζα και Ασκαλών, κι' όλη τη χώρα από το Δαμιάτη ως το Ασσουάν, και το παλάτι του βασιληά Αννούς Ιρραουάν, και το βασίλειο του Σολομώντος, κι' όλη τη χώρα από το Ουάντι Νουμάν ως το Χορασσάν, κι' από το Μπαλκ ως το Ισπαχάν κι' από τις Ινδίες ως το Σουδάν. Κι' ακόμα, ω πολυχρονεμένε μου Καδή, είχα πουκάμισα και γκελεμπίες, και σαρίκια, ένα σωρό, και μια χιλιάδα κοφτερά ξιράφια για να ξυρίσω τα γένεια του Καδή, αν τυχόν δε φοβηθή την οργή μου, και βγάλη κρίσι ότι το ταγάρι δεν είνε δικό μου.

Τώρα, όταν ο Καδής άκουσε όλα αυτά έπεσε σε αμηχανία κ' είπε:

— Βλέπω πως κ' οι δυο σας είσθε δυο αρχικατεργάρηδες, δυο παληαθρώποι που συνηθίζετε να κοροϊδεύετε τους Καδήδες και τους δικαστές, και δε φοβάστε την τιμωρία. Μα το Θεό, ποτέ μια γλώσσα δεν είπε, και ποτέ ποτέ κανένα αφτί δεν άκουσε, τέτοια παράξενα και εξωφρενικά πράγματα απ' αυτά που μου αραδιάσατε εδώ τόση ώρα. Ε! Κύριοι! Είνε, λοιπόν, αυτό το ταγάρι ένας απύθμενος ωκεανός, ή η Μέρα της Κρίσεως για να περιλαμβάνη μαζύ τους Δικαίους και τους Αδίκους; — Ανοίχτε αμέσως αυτό το ταγάρι.

Λοιπόν, ο Χότζας πήρε το ταγάρι, το άνοιξε και τ' άδειασε. Δεν είχε μέσα παρά μισό ψωμί, κ' ένα λεμόνι, ένα κομμάτι τυρί και λίγες εληές. Ύστερα πέταξε το ταγάρι στα πόδια του Κούρδου, κ' έφυγε αγανακτισμένος (18).

150. — Ο ΛΥΚΟΣ

Μια μέρα, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας πήρε το μαθητευόμενό του για να πάνε να κυνηγήσουν λύκους.

Φθάσανε στη φωληά ενός λύκου, κι' ο μαθητευόμενος εμπήκε μέσα.

Ο λύκος έλειπε, μα, σε λίγο, γύρισε, και τη στιγμή που έμπαινε στη φωληά του, ο Χότζας, πετάχτηκε από ένα θάμνο, πλάι, όπου ήτανε κρυμμένος, κ' έπιασε το λύκο απ' την ουρά.

Ο λύκος άρχιζε να τινάζεται, και με το τίναγμά του σήκωνε από χάμου σκόνη που έπεφτε στα μάτια του μαθητευομένου.

Αυτός τρίβοντας τα μάτια του έλεγε:

— Τι είνε αυτή η σκόνη!

— Ας μείνη η ουρά του λύκου στα χέρια μου, και τότε βλέπεις τι σκόνη είνε! είπε ο Χότζας.

151. — Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΣΥΚΩΝ

Κάποτε, ο Νάσρ-εν-Ντιν Χότζας γέμισε ένα καλαθάκι βερύκοκκα απ' του κήπο του, και τα πήγε στο διοικητή της επαρχίας.

Ο Πασσάς, ευχαριστημένος από το πεσκέσι έδωσε στο Χότζα μια σακκούλα φλουριά.

Ύστερα από λίγον καιρό, όταν ψήθηκαν τα ρόδια του, ο Χότζας γέμισε με αυτούς τους καρπούς μια κόφα, για να την πάη στον αντιβασιλέα, λέγοντας:

— Αυτός, που για ένα καλαθάκι βερύκοκκα μούδωσε μια σακκούλα φλουριά, ποιος ξέρει πόσα θα μου δώση για μια κόφα, ίσαμε κει πάνω, ρόδια;

Και μ' αυτήν την ελπίδα ξεκίνησε. Μα, ενώ έβγαινε από την αυλή του, ένας γείτονάς του τονε ρώτησε πού πήγαινε την κόφα, κ' εκείνος του τώπε.

— Αν θέλης να μ' ακούσης, σύκα να του πας, καλλίτερα, είπε ο γείτονας! Γιατί ο Πασσάς μας τρελλαίνεται για τα σύκα.

Λοιπόν, ο Χότζας γύρισε πίσω, παράτησε τα ρόδια, γέμισε ένα άλλο καλάθι με σύκα, και τα πήγε στον Αντιβασιλέα.

Άμα τάδε ο Πασσάς, που ήταν δύσθυμος εκείνην την ημέρα κ' ήθελε να διασκεδάση λιγάκι, πρόσταξε ένα σκλάβο, να τα πάρη και να τα πετάξη ένα ένα στο κεφάλι του Χότζα.

Ο σκλάβος άρχισε, κι' ο Χότζας κάθε φορά που δεχόταν το σύκο στο κεφάλι, φώναζε:

— Σ' ευχαριστώ Θεέ μου! Δοξασμένο τόνομά Σου!

Ο Πασσάς παραξενεύτηκε απ' αυτήν την συχνή αναφώνησι και ρώτησε το Χότζα γιατί την έκανε.

Κι' ο Χότζας:

— Πασσά μου, είχα σκοπό να σου φέρω μια κόφα ρόδια, αντί τα σύκα, κ' ευχαριστώ το Θεό που φώτισε ένα γείτονά μου να μου πη να μη σ' τα φέρω. Γιατί, αν σου τάφερνα, φαντάζεσαι κι' ο ίδιος σε τι χάλια θάταν τώρα το κεφάλι μου!

152. — ΚΑΝΕΙ ΤΟ ΒΟΪΔΙ ΑΛΟΓΟ

Κάποτε, ο ίδιος διοικητής προσκάλεσε το Νασρ-εν-Ντιν Χότζα σε κάποιον αγώνα κονταριού που είχε διοργανώση.

Ο Χότζας έβαλε μια σέλλα στη ράχη ενός μεγάλου βοδιού που είχε, το καβαλλίκεψε, και έτσι πήγε στον τόπο όπου θα γίνουνταν οι αγώνες, κάνοντας τους αυλικούς να σκάσουν απ' τα γέλια άμα τον είδαν.

Και ο αντιβασιλέας επίσης δεν μπόρεσε να κρατήση τα γέλια, κ' είπε στο Χότζα.

— Ε! Σε βόιδι καβαλλίκεψες; Αυτό τρέχει καθόλου;

— Πασσά μου, απάντησε ο Χότζας, εγώ είδα το τρέξιμό του όταν ήταν μοσχαράκι. Τότε δεν τώφθανε ούτε άλογο, ούτε χιντζίνι (19).

153. — ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΜΙΑΣ ΣΥΜΒΟΥΛΗΣ

Όταν ήταν δάσκαλος, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας είχε συμβουλέψη στα παιδιά, όταν φταρνιζόταν να του φωνάζουν «Υγείες!» και να χτυπούνε παλαμάκια.

Λοιπόν, έτυχε, μια μέρα, να πέση ο κουβάς στο πηγάδι, κι' ο Νασρ-εν-Ντιν είπε στα παιδιά να κατεβούν να το βγάλουν.

Μα, επειδή εκείνα φοβόντουσαν και δεν ήθελαν να κατεβούν, ο Χότζας θύμωσε, και βγάζοντας τα ρούχα του, πέρασε στη μέση του μια τριχιά και κατέβηκε στο πηγάδι, λέγοντας στα παιδιά να κρατούν καλά το σχοινί, κι' όταν θα τους ειδοποιούσε, να τον τραβήξουν απάνω.

Έφθασε στο βυθό, πήρε του κουβά, και τα παιδιά άρχισαν να τον τραβούν απάνω. Όλα πήγαιναν καλά, ως τη στιγμή που ο Χότζας έφθασε στ' αχείλι του πηγαδιού, όταν, κατά Διαβόλου συνεργία, τούρθε να φταρνισθή, και φταρνίστηκε.

Τα παιδιά τότε, σύμφωνα με το συμβουλή που τους είχε δώση, παράτησαν το σχοινί, κι' άρχισαν όλα μαζύ τα παλαμάκια λέγοντας: «Υγείες, δάσκαλε, υγείες!»

Ο Χότζας, που δεν είχε προφθάση να πιαστή από πουθενά, γύρισε άλλη μια φορά στο βυθό, κατρακυλώντας μ' ορμή και χτυπώντας δεξιά κι' αριστερά στα τοιχώματα του πηγαδιού, κ' έπεσε εκεί βαρύς με σπασμένο το κεφάλι, και τσακισμένα τα μέλη του.

Όταν, σε λίγο, οι μαθητές του τον ανάσυραν απάνω, τους είπε:

— Δε φταίτε εσείς, φταίω εγώ, το μουλάρι, που σας είχα μάθη να μου κάνετε αυτήν την τιμή, που, νά, τώρα τ' αποτελέσματά της: να κατασπάσω το κεφάλι μου, και να τσακίσω τα κόκκαλά μου!

154. — ΓΙΑ ΝΑ ΜΗ ΧΑΘΗ

Όταν ο Χότζας ήταν ακόμα παλληκάρι, της Μοίρας τ' άστατα γυρίσματα τον έκαναν, μια φορά, να παρατήση τους κάμπους του και τα βουνά του και να κατεβή στην πολιτεία.

Είδε μια πολιτεία κοσμοπλημμυρισμένη, γεμάτη φωνές και ταραχή και βουή, που του ξεκούφαναν τ' αφτιά. Τα πλήθη, ανήσυχα, τρέχαν σαν μηρμύγκια προς όλες τις μεριές, με πυρετό και βιάση, σπρώχνοντας, σκουντώντας, πατώντας κάθε στιγμή το δυστυχή το Χότζα, που τάχε χάση, και του κάκου προσπαθούσε να βρη καμιά παράμερη γωνιά για να καθήση να ξαποστάση και να περιμαζέψη το σκορπισμένο του πνεύμα.

— Αν εξακολουθήσω να μένω μέσα σ' αυτό το πλήθος, είπε με το νου του, πάει, θα χαθώ, και δε θα μπορέσω πια να ξαναβρεθώ. Πρέπει να βάλω απάνω μου κανένα σημάδι για να αναγνωρίζωμαι.

Έτυχε νάχη μαζύ του μια νεροκολοκύθα.

— Ωραία! είπε.

Κ' έδεσε τη νεροκολοκύθα στο πόδι του.

— Τώρα, δεν έχω φόβο να χαθώ, μέσα σ' αυτούς τους κοσμοπλημμυρισμένους δρόμους. Όπου κι' αν βρεθώ, δεν έχω παρά να κοιτάζω τη νεροκολοκύθα και να λέω: «Νά με! Εδώ είμαι!»

Εκεί που πήγαινε, σέρνοντας στα πόδια του τη νεροκολοκύθα, τον είδε ένας κατεργαράκος, κι' αμέσως εκατάλαβε την μυστικιά ιδέα του Χότζα, κ' έβαλε στο πονηρό μυαλό του να του παίξη ένα παιγνίδι.

Τον ακολούθησε, λοιπόν, ως που ο δύστυχος βρήκε, τέλος, μια παράμερη γωνιά, όπου έπεσε, αποσταμένος, κι' αμέσως παραδόθηκε στον ύπνο. Τότε, ο σατανάς εκείνος έλυσε τη νεροκολοκύθα από το πόδι του, και την έδεσε στο δικό του, κ' ύστερα πλάγιασε κοντά του.

Όταν ο Χότζας ξύπνησε, είδε τη νεροκολοκύθα στα πόδια του γείτονά του, και πήγε να φύγη ο νους του. Τόνε σκούντησε και τούπε:

— Ε! Συ, άρχοντα, σήκω σε παρακαλώ από δω, που μούρθες να μου μπερδέψης τις δουλειές μου! Ορίστε, τώρα! Τάχασα και δεν ξέρω ποιος από τους δυο μας είμαι. Μα το Θεό, δεν ξέρω! Αν είμαι εγώ, τότε πώς η νεροκολοκύθα βρίσκεται στο πόδι σου δεμένη; Κι' αν είμαι εσύ, τότε εγώ ποιος είμαι; Δεν καταλαβαίνω πια τίποτα! Ποιος είμαι, λοιπόν, από τους δυο μας; (20).

155. — Ο ΣΚΥΛΟΣ

Μια μέρα, ο Χότζας, περνώντας έξω από ένα νεκροταφείο είδε ένα σκυλί να κατουρή απάνω σ' ένα μνήμα, και αγανακτισμένος από την ιεροσυλία σήκωσε τη μαγκούρα για να χτυπήση το σκύλο.

Μα, βλέποντας το σκύλο που αγρίεψε κ' ήταν έτοιμος να χυμήξη απάνω του, κατέβασε ήσυχα-ήσυχα την μαγκούρα κ' είπε με τον πιο μειλίχιο και κολακευτικό τρόπο στο σκυλί: