Οι ευτράπελες ιστορίες του, Νασρ-εν-ντιν Χότζα
Part 6
Πράγματι βρήκε εκεί το φεγγίτη ανοιχτό, και μέσα απ' αυτόν ειρηνικά να γλυστρούνε του φεγγαριού οι ακτίνες. Πλησίασε στο φεγγίτη, είπε τη προσευχή του Χότζα, και πήδησε μέσα. Βρέθηκε σε μια σοφίττα, από κει σε μία μικρή σκάλα και τέλος σε μια κάμαρα σκοτεινή, που δεν ήταν άλλη παρά εκείνη όπου ο Χότζας κοιμόταν με το γυναίκα του.
Μα, ο Χότζας δεν κοιμόταν. Το εναντίο είχε τα μάτια του γουρλωμένα σαν της γαρίδας, και μόλις ο κλέφτης έφθασε κοντά του, ψαχουλεύοντας μέσα στο σκοτάδι, τον άδραξε από το γιακά και φώναξε στη γυναίκα του:
— Γυναίκα, γρήγορα, σήκω κι' άναψε το λύχνο! Τον έπιασα, του κανάγια!
Και τότε, ο κλέφτης, που σε μια στιγμή κατάλαβε πως έπεσε αστόχαστα στην παγίδα που τούστησε ο Χότζας, είπε:
— Με την ησυχία σου, Χότζα μου! Μη φοβάσαι! Όσο έχεις εσύ εκείνην την ευχή, κ' εγώ έχω αυτό το κεφάλι, θα μ' έχεις εδώ ως το πρωί.
112. — ΤΡΟΠΟΣ ΕΥΚΟΛΟΥ ΤΟΚΕΤΟΥ
Η γυναίκα του Χότζα, μια φορά, που ήταν ετοιμόγεννη, όταν της ήρθαν οι πόνοι, κάθησε πέντε μερόνυχτα στο σκαμνί, δίχως να πέφτη το παιδί, κ' υπέφερε φοβερά.
Ανήσυχες οι γυναίκες, που είχαν έρθη να την ξεγεννήσουν, πήγαν στο Χότζα και τούπαν:
— Αφέντη, δεν ξέρεις καμιά προσευχή να πης για νάβγη αυτό το παιδί;
Ο Χότζας σκέφθηκε μια στιγμή, κ' ύστερα με μια λάμψι στα μάτια, σαν να τούρθε μια φωτεινή ιδέα, είπε στις γυναίκες:
— Σωπαίνετε! Το βρήκα!
Κι' αμέσως, κατέβηκε στο δρόμο, αγόρασε από έναν στραγαλατζή δυο παράδων στραγάλια, γύρισε πάλι στο σπίτι, ανέβηκε στην κάμαρα του τοκετού, είπε στις γυναίκες να τραβηχτούν στην πάντα, έρριξε τα στραγάλια κάτω από το σκαμνί της γέννας, κ' είπε με πεποίθησι:
— Τώρα, το παιδί θα ιδή τα στραγάλια και θα βγη! Σωπαίνετε!
113. — ΤΟ ΚΑΦΤΑΝΙ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΣΑΜΑΡΙ ΤΟΥ ΓΑΪΔΑΡΟΥ
Μια μέρα, ο Χότζας πήγαινε με το γάιδαρό του στο χτήμα του.
Στο δρόμο τούρθε να κάνη το ψιλό του νερό.
Κατέβηκε από το γάιδαρό του, έβγαλε το καφτάνι του, τώρριξε απάνω στο σαμάρι, και τραβήχτηκε λίγο παράμερα για την ανάγκη του.
Στο αναμεταξύ, ένας κλέφτης πήρε το καφτάνι και τώβαλε στα πόδια.
Όταν ο Χότζας γύρισε κοντά στο γάιδαρο, είδε με απορία πως έλειπε το καφτάνι του.
— Πού είνε, ρε, το καφτάνι μου; λέει του γαϊδάρου.
Ο γάιδαρος, φυσικά, μιλιά!
— Έτσι είσαι συ; Νά, λοιπόν, κ' εγώ! λέει ο Χότζας.
Και παίρνοντας με αγανάκτησι το σαμάρι από τη ράχη του γαϊδάρου, το βάζει στη δική του ράχη, και προσθέτει:
— Φέρε το καφτάνι μου, να πάρης το σαμάρι σου!
114. — ΤΑ ΦΑΡΔΟΜΑΝΙΚΑ
Μια φορά, προσκάλεσαν το Χότζα σ' ένα γάμο. Ο Χότζας πήγε εκεί, όπως ήταν, με τα παληά του ρούχα, και για τούτο κανείς δεν τούδωσε προσοχή, και μάλιστα αντελήφθηκε τους συμπεθέρους που σιγανομιλούσαν και συζητούσαν αν έπρεπε να τον κρατήσουν στο τραπέζι, μ' αυτό το χάλι που ήταν.
Δεν έχασε καιρό, μα, μονομιάς έτρεξε στο σπίτι του, φόρεσε το καινούργιο του καφτάνι με τα φαρδειά μανίκια, και γύρισε στο γάμο.
Μόλις τον είδε ο πατέρας του γαμβρού έτρεξε να τον συναπαντήση με μύριες περιποιήσεις και τιμές, και του έβαλε να καθήση στην απάνω μεριά του τραπεζιού, δείχνοντάς του το δρόμο και λέγοντας:
— Από δω Χότζα μου, από δω!
Μα, την ίδια στιγμή, ο Χότζας έπιανε τα φαρδειά του μανίκια, τα άπλωνε εμπρός και τους έλεγε με σεβασμό:
— Περάστε, μανίκες μου περάστε! από δω, από δω!
Μερικοί προσκαλεσμένοι, που τονε γνώριζαν τονε ρώτησαν γιατί τώκανε αυτό.
— Ε! Φίλοι μου, τους αποκρίθηκε ο Χότζας, τη σήμερον ημέρα τα φαρδομάνικα έχουν την τιμή.
115. — ΤΟ ΚΑΦΤΑΝΙ ΤΟΥ ΚΑΔΗ
Μια μέρα, ο Καδής πήγε μεθυσμένος στ' αμπέλι του, κ' εκεί, μην μπορώντας πια να κρατηθή στα πόδια του από το βάρος του κρασιού που είχε μέσα του, έπεσε σαν ένα γουρούνι, μέσα σ' ένα χαντάκι που περνούσε πλάι από τ' αμπέλι του, κι' αποκοιμήθηκε βαθειά.
Κατά σύμπτωσι, εκείνην την ημέρα, ο Χότζας είχε βγη με το μαθητευόμενό του, στον κάμπο, για περίπατο, και περνώντας απ' εκείνο το μέρος, είδε τον Καδή που ήταν ξαπλωμένος στο χαντάκι, αναίσθητος από το μεθήσι.
— Αυτόν, δεν τον λυπούμαι που κυλιέται εκεί μέσα στον βούρκο, είπε στο μαθητευόμενό του. Τώρα βρίσκεται στ' αληθινό του στοιχείο! Μα, λυπούμαι, αυτό το καφτάνι, που λερώνεται μαζύ του στης λάσπες! Κρίμα ένα τέτοιο ωραίο καφτάνι! Σήκωσ' το από κει!
Ο μαθητευόμενος έσκυψε, σήκωσε το καφτάνι, και τώδωσε του Χότζα, που τώρριξε αμέσως στους ώμους του, κ' έφυγαν από το μέρος εκείνο.
Κατά το δειλινό, ξύπνησε τέλος ο Καδής και βλέποντας πως του έλειπε το καφτάνι, έτρεξε στο Δικαστήριο, κ' έστειλε τους κλητήρες για να ψάξουνε παντού για το καφτάνι.
Οι κλητήρες περνώντας από ένα δρόμο, αντάμωσαν το Χότζα που φορούσε ακόμα το καφτάνι του Καδή.
Τον έπιασαν αμέσως και τον ωδήγησαν στο Δικαστήριο, όπου ο Καδής του είπε:
— Ε! Χότζα! Πού βρήκες αυτό το καφτάνι;
— Καδή μου, απάντησε ο Νασρ-εν-Ντιν, είχα βγη περίπατο με το μαθητευόμενό μου, και κει που πηγαίναμε, είδαμε ένα μεθυσμένο, που κοιμόταν σα γουρούνι μέσα σ' ένα χαντάκι, με όλον του πισινό του έξω. Ο μαθητευόμενός μου έσκυψε και τονε σκέπασε, κ' εγώ πήρα αυτό το καφτάνι και σκέπασα το πρόσωπό μου από ντροπή. Αν είνε δικό σου, πάρ' το•
Φαντάζεσθε, βέβαια, την απάντησι του Καδή.
— Όχι, όχι! πάρ' το αποδώ! Δεν είνε δικό μου! είπε με αξιοπρέπεια, κ' έφυγε βιαστικά από την πισινή πόρτα της σάλας.
116. — ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ ΜΕ ΤΟ ΒΑΣΙΛΗΑ
Μια φορά, οι συχωριανοί του Χότζα του έστειλαν αντιπρόσωπό τους στον αντιβασιλέα της χώρας. Ο αντιβασιλέας του εδέχτηκε με μεγάλες περιποιήσεις, και τον παρεκάλεσε να μείνη μερικές ημέρες στο σπίτι του. Μάλιστα, για να δείξη ακόμα καλλίτερα την ευαρέσκειά του, διωργάνωσε ένα κυνήγι όπου του προσκάλεσε να λάβη μέρος πρώτος ανάμεσα στους πρώτους.
Μα, επειδή είχε ακούση ότι ήταν άνθρωπος ευτράπελος, πρόσταξε επίτηδες να του δώσουν ένα άλογο που δεν περιπατούσε καθόλου, για να ιδή τι θάκανε.
Λοιπόν, συνέβη στο δρόμο που πήγαιναν ν' αρχίση να βρέχη, κι' ο καθένας βιάστηκε να τρέξη πιο γρήγορα για να βρη κανένα δένδρο ή άλλο καταφύγιο για να μη βραχή, ενώ το οκνό άλογο του Χότζα περπατούσε σαν την μυίγα.
Ο Χότζας δεν ανησύχησε απ' αυτό, αλλά με όλη τη συνηθισμένη του αταραξία έβγαλε τα ρούχα του, τάκανε μπόγο, και τάβαλε από κάτω του, κι' όταν σταμάτησε η βροχή, τα έβγαλε πάλι στεγνά, από κει που τάχε, τα φόρεσε και πήγε στο μέρος που ήταν ο αντιβασιλέας με την ακολουθία του.
— Πώς; Εσύ δε βράχηκες; τούπε ο αντιβασιλέας, απορημένος.
— Α! είπε ο Χότζας. Εμένα το άλογό μου πετούσε σαν την αστραπή, και βλέπεις, ούτε σταγόνα δεν έπεσε απάνω μου.
Παραξενεύτηκε ο αντιβασιλέας που άκουσε νάχη τέτοια προτερήματα το άλογο εκείνο, που ως τότε το θεωρούσε το χειρότερο απ' όλα του σταύλου του, κι' όταν ύστερα από δυο μέρες βγήκε πάλι στο κυνήγι, καβαλλίκεψε ο ίδιος εκείνο, δίνοντας στο Χότζα ένα άλλο.
Κατά σύμπτωσι, άρχισε κ' εκείνην την ημέρα να βρέχη, κι' όλοι φεύγαν, ενώ ο βασιληάς δεν μπορούσε να κάνη ούτε βήμα, μ' εκείνο το οκνό άλογο, κ' έγεινε μούσκεμα από τη βροχή.
Όταν ο αντιβασιλέας ξανάδε το Νασρ-εν-Ντιν, του είπε με οργή συνάμα και με παράπονο:
— Σου άρμοζε αυτό που μούκανες, ύστερα από τόσες περιποιήσεις που είδες από μένα, να με κοροϊδέψης και να με κάνης να βραχώ;
— Βασιληά μου, απάντησε ο Χότζας. Γιατί θυμώνεις; Δεν είχες τοσηδούλα σκέψι, όπως είχα εγώ, να βγάλης τα ρούχα σου, και να τα φορέσης άμα θα τέλειωνε η βροχή;
117. — Ο ΤΥΡΑΝΝΟΣ
Μια χρονιά, στην επαρχία του Χότζα διωρίστηκε ένας διοικητής, που επειδή είχε μια φορά πιάση την πεντάμορφη γυναίκα του αγκαλιά μ' ένα σιχαμερόν Αράπη (14), πήρε από τότε όρκο και συνήθεια, σ' όποιον τόπο πήγαινε διοικητής, να κόβη το κεφάλι κάθε ανθρώπου που παρουσιαζότανε σ' αυτόν, αφού τούκανε πρώτα κρυφά μερικές ερωτήσεις.
Γι' αυτό, οι κάτοικοι τον ωνόμαζαν τύραννο, κ' έτρεμαν και σ' αυτό το άκουσμα του ονόματός του. Τώρα, οι συχωριανοί του Χότζα, αναγνωρίζοντας τη μεγάλη του εξυπνάδα, και τις άλλες αρετές του, εστήριξαν σ' αυτόν όλες της ελπίδες τους, ότι θα τους έσωζε από το κακό.
Ο Χότζας κολακευμένος υπερβολικά από την εμπιστοσύνη αυτή που έδειχναν οι συχωριανοί του στην ικανότητά του, δέχτηκε να πάη στον τύραννο για να τον πείση να πάψη πια να σκοτώνη χωρίς λόγο τους ανθρώπους.
Λοιπόν, μόλις παρουσιάστηκε μπροστά στο διοικητή τούπε με θάρρος:
— Πασσά μου! Τι ευχαρίστησι βρίσκεις να σκοτώνης τους ανθρώπους, που δε σου κάνανε τίποτα, οι κακόμοιροι; Δε φοβάσαι το Θεό;
— Τώρα θα καταλάβης, είπε ο τύραννος. Έλα πιο κοντά!
Ο Χότζας πλησίασε, κι' ο Πασσάς έσκυψε στ' αφτί του και τούπε:
— Πες μου• παντρεμένος είσαι ή ανύπαντρος;
Απάντησε ο Χότζας:
— Νόστιμη ερώτησι, αλήθεια! Σ' αυτήν την ηλικία μπορεί νάμαι ανύπανδρος; Βέβαια, παντρεμένος είμαι.
— Ε! Λοιπόν, κ' εγώ ίσα-ίσα αυτούς γυρεύω, κι' αυτούς σκοτώνω, γιατί δεν πρέπει να ζουν τέτοιοι άνθρωποι.
Σαν άκουσε αυτά τα λόγια ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας, κόπηκαν τα ήπατά του, και τούρτουλας του έπιασε σ' όλο του το σώμα, καθώς, μάλιστα, έβλεπε το διοικητή να κάνη κάποιο νόημα στο Δήμιο.
Κατώρθωσε ως τόσο να ξαναβρή την ψυχραιμία του και τούπε:
— Πασσά μου! Στάσου! Μη βιάζεσαι! Ρώτησέ με πρώτα να ιδής αν άφησα τη γυναίκα μου ή την έχω, ή αν την άφησα και την ξαναπήρα, ή αν πέθανε και ξαναπαντρεύτηκα. Μα, κι' αν τώκανα, συ είσαι καλός άνθρωπος, συγχώρησέ με! Όρκο βάζω να μη το ξανακάνω!
Ο τύραννος γέλασε με την καρδιά του, σ' αυτά τα λόγια, κ' έπαψε πια να σκοτώνη τους ανθρώπους, επειδή ήσαν παντρεμένοι.
118. — ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΤΙΣ ΔΥΟ ΠΟΡΤΕΣ
Μια μέρα, ο Χότζας αντάμωσε στο δρόμο μερικούς ιεροσπουδαστές, άλλοτε μαθητές του, κι' αφού τους ρώτησε πώς ήσαν, τους είπε:
— Δεν ξέρετε πόσο χάρηκα που σας είδα. Έρχεσθε στο σπίτι μου να σας κάνω σήμερα το τραπέζι;
Εκείνοι δέχτηκαν, μ' ευχαρίστησι την πρόσκλησι κι' ακολούθησαν τον παληό δάσκαλό τους.
Όταν έφθασαν στο σπίτι, και μπήκαν στην αυλή, ο Χότζας τους παρακάλεσε να περιμένουν μια στιγμή έξω ως που να μπη μέσα αυτός και να ειδοποιήση τις γυναίκες ν' αποσυρθούν, κι' ανεβαίνοντας απάνω είπε στη γυναίκα του.
— Βρε, γυναίκα, κοίταξε πώς θα με γλυτώσης απ' αυτά τα παιδιά.
Η γυναίκα τότε κατέβηκε και είπε στους μουσαφιρέους.
— Το Χότζα θέλετε; Δεν είνε μέσα!
— Μα, πώς δεν είνε μέσα, αφού ήρθε μαζύ μας; ρώτησαν μ' έκπληξι οι νέοι, κι' άρχισαν να συζητούν ζωηρά με το γυναίκα του Χότζα.
Έξαφνα ακούνε τη φωνή του Χότζα, που είχε βγάλη το κεφάλι του έξω απ' το παράθυρο του οντά του κ' έλεγε από ψηλά:
— Ε! Κύριοι! Τι μαλώνετε άδικα; Το σπίτι αυτό έχει δυο πόρτες. Ίσως να βγήκε από την άλλη, κ' έφυγε!
119. — Η ΓΑΛΙΑΝΔΡΑ
Μια μέρα, ο Χότζας περνώντας έξω από ένα ξένο περιβόλι, σκαρφάλωσε το φράχτη, πήδησε μέσα, ανέβηκε σε μια βερυκοκιά κι' άρχισε να τρώη με λαιμαργία τους μικρούς εύχυμους καρπούς.
Έξαφνα παρουσιάζεται ο φύλακας του κήπου και του φωνάζει.
— Βρε, κύριε, τι κάνεις εκεί απάνω;
Απάντησε ο Χότζας:
— Δε βλέπεις τι κάνω; Κουρνιάζω! είμαι γαλιάνδρα!
— Γαλιάνδρα είσαι; Κελάιδησε, λιγάκι, ν' ακούσω.
Ο Νασρ-εν-Ντιν άρχισε να τερετίζη ένα σκοπό.
— Βρε, τι κελάιδισμα είνε αυτό; φώναξε ο φύλακας.
— Μα, βλέπεις, τώρα μόλις βγήκα από τ' αυγό και δεν ξέρω ακόμα, καλά να κελαϊδώ, είπε ο Χότζας.
120. — Η ΓΥΝΑΙΚΑ
Μια νύχτα, μερικοί κλέφτες μπήκαν στο σπίτι του Χότζα. Μα, όσο κι' αν έψαξαν σ' όλες τις κάμαρες, δεν μπόρεσαν να βρουν τίποτα άξιο λόγο για να πάρουν.
Ήσαν σικλεντισμένοι, κ' ετοιμάζουνταν να φύγουν, όταν, περνώντας μέσα από μια κάμαρα, είδαν πλαγιασμένους στο κρεββάτι τους και βυθισμένους σε βαθύν ύπνο, το Χότζα και τη γυναίκα του, και πλάι στο κρεββάτι, δεμένο ένα αρνί, που κοιμόταν, επίσης.
Είπε τότε ο ένας απ' αυτούς:
— Ξέρετε λοιπόν, τι να κάνωμε για να μην πάη χαμένη η επίσκεψί μας; Να σκοτώσωμε το Χότζα, ύστερα να σφάξωμε τ' αρνί και να το ψήσωμε και να καθήσωμε να γλεντήσωμε με τη γυναίκα . . .
Οι άλλοι επιδοκίμασαν την πρότασι του συντρόφου τους, και ήσαν έτοιμοι να την εκτελέσουν, όταν ξαφνικά, το ανδρόγυνο, που άκουσε απάνω στον ύπνο του αυτήν την ομιλία, άρχισε να κουβεντιάζη σιγανά•
— Άκουσες, γυναίκα; έλεγε ο Χότζας.
— Ναι, Χότζα μου, απαντούσε η γυναίκα του. Μα, τι να κάνωμε; Ό,τι μας είνε γραφτό απ' τη μοίρα, δεν μπορούμε να το αποφύγωμε.
— Βέβαια, γυναίκα, συ μιλάς στα σίγουρα, γιατί δεν έχεις τίποτα να πάθης, είπε ο Χότζας, μα, ρωτάς εμένα και τ' αρνί αν μπορούμε νάχουμε ησυχία:
Οι κλέφτες, που άκουσαν αυτόν του διάλογο, γέλασαν, άφησαν την επιχείρησι κ' έφυγαν (15)•
121. — Ο ΣΥΓΓΕΝΗΣ
Μια μέρα, ο Χότζας δέχτηκε την επίσκεψι ενός ξένου, που άρχισε να του κάνη παράπονα και να του λέη.
— Είνε δυνατόν να μη με γνωρίζης, και να μη θυμάσαι τους δεσμούς που μας ενώνουν;
Ο Χότζας απόρησε κι' απάντησε.
— Δεν καταλαβαίνω τίποτα απ' όσα μου λες, άνθρωπέ μου!
Ο άλλος είπε:
«Η διαγωγή της γυναίκας σ' αυτήν την περίπτωσι φανερώνει καθαρά ότι, όσα χρόνια κι' αν έζησε μαζύ ένα ανδρόγυνο, αν παρουσιασθή καμμιά φορά ο κίνδυνος, η γυναίκα θα συγκατατεθή στο θάνατο του ανδρός της για να σωθή αυτή. Έτσι, δεν πρέπει νάχη κανείς εμπιστοσύνη σ' αυτό το φύλο. Απ' αυτό βγήκε η παροιμία: «Όπως δεν μπορείς να σταθής απάνω στο νερό, έτσι μη βασίζεσαι ποτέ στη γυναίκα.»
— Όταν η μητέρα σου ήταν κόρη, ο πατέρας μου την αγαπούσε κ' είχε μεγάλον πόθο να την κάνη γυναίκα του. Λοιπόν, αν την παντρευόταν, μεις δε θάμαστε, σήμερα, αδέρφια;
— Μωρέ, καλά μου λες, ξεφώνησε ο Χότζας.
Κ' ύστερα από λίγη σκέψι:
— Ώστε, πα να πη, μ' αυτήν την συγγένεια, εγώ γίνωμαι κληρονόμος σου κ' εσύ δικός μου.
122. — Η ΜΑΣΤΙΧΑ
Ένα μεσημέρι, ο Χότζας μασσούσε μαστίχα, όταν η γυναίκα του τού φώναξε να καθήση στο τραπέζι.
Ο Νασρ-εν-Ντιν έβγαλε τη μαστίχα από το στόμα του, την κόλλησε στην άκρη της μύτης του, κι' άρχισε να τρώη.
Τον είδε ο μικρός του γυιός κ' έμπηξε ένα γέλιο.
— Τι γελάς, βρε; του κάνει ο πατέρας του.
— Γι' αυτό που κάνεις, απαντά ο γυιός.
— Σου φαίνεται παράξενο, βρε μάγκα; Ε! Λοιπόν, μάθε ότι ο άνθρωπος πρέπει νάχη τα πράγματά του πάντα μπρος στα μάτια του.
123. — ΤΟ ΖΕΡΒΟ ΑΛΟΓΟ
Μια μέρα, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας πήγε με μερικούς του φίλους εκδρομή, με άλογο. Το βράδυ φθάσανε σ' ένα μέρος, όπου ξεπέζεψαν, φάγανε και πέσανε και κοιμήθηκαν.
Μα, το πρωί, ο Νασρ-εν-Ντιν ψάχνει να βρη το άλογό του, και δεν το βρίσκει ανάμεσα στ' άλλα.
— Φίλοι, φωνάζει, φίλοι, έχασα τ' άλογό μου!
οι άλλοι άρχισαν να γελούν, κι' ανεβαίνουν ο καθένας στ' άλογό του.
Περισσεύει ένα άλογο.
— Νά, τ' άλογό σου! του λένε.
— Βρε τον κρυφτούλι ήθελες να μου παίξης πρωί, πρωί, λέει ο Χότζας στο άλογο, και πλησιάζει να το καβαλλικέψη.
Μα, πάει από τη δεξιά πλευρά του ζώου και βάζει το αριστερό του πόδι στη σκάλα κ' έτσι βρίσκεται στη σέλλα με το πρόσωπό του γυρισμένο προς τα καπούλια του αλόγου.
— Τι έπαθες, Χότζα, ανάποδα κάθησες; του φωνάζουν οι άλλοι.
— Δεν κάθησα ανάποδα, απαντά ο Χότζας, μα, τ' άλογο θάνε ανάποδο και ζερβό.
124. — Ο ΚΑΘΑΡΜΟΣ
Μια μέρα, που ήτανε στο κτήμα του, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας έκανε του καθαρμό του (16) σ' ένα ρέμα, όταν ξαφνικά το νερό παράσυρε το ένα του παπούτσι, που τώχε ακουμπήση απάνω στην όχθη.
Ο Χότζας έμεινε σαστισμένος, μια στιγμή. Ύστερα σηκώθηκε στα πόδια του, γύρισε τα οπίσθιά του προς το ποτάμι, άφησε μια πορδή και είπε:
— Άει στο καλό και συ κ' η υποχρέωσί σου!
Πάρε πίσω του Καθαρμό σου, και δος μου το παπούτσι μου!
125 — Ο ΜΙΣΟΣ ΚΑΘΑΡΜΟΣ
Άλλη μια μέρα, ενώ ο Χότζας έκανε του Καθαρμό του σε μιαν αμπολή, το νερό ξαφνικά κόπηκε πριν αποτελειώση.
Άρχισε, λοιπόν, να προσεύχεται έχοντας το ένα πόδι σηκωμένο, και στέκοντας στο ένα του πόδι, σαν ένας πελαργός.
— Τι κάνεις εκεί; τονε ρώτησε κάποιος που περνούσε απ' εκεί.
— Το πόδι αυτό, απάντησε ο Χότζας, δεν έκανε τον καθαρμό του.
126. — Η ΔΙΑΘΗΚΗ
Κάποτε, ο Χότζας, κάνοντας τη διαθήκη του, είπε στον Καδή, που του την έγραφε, να γράψη ότι η επιθυμία του κ' η θέλησί του ήταν, όταν θα πεθάνη να τον θάψουνε σ' έναν παληόν και γκρεμισμένο τάφο.
Όταν ο Καδής τονε ρώτησε: «Γιατί;» Ο Χότζας αποκρίθηκε:
— Για ν' αποκριθώ στους αγγέλους που θάρθουν να μας κρίνουν: «Εμένα με κρίνατε! Δεν βλέπετε τον τάφο μου πούνε γκρεμισμένος κι' ανοιχτός;»
127. Ο ΧΟΤΖΑΣ ΖΗΤΙΑΝΟΣ
Μια φορά, ο Χότζας ταξιδεύοντας σε μια μακρυνή πολιτεία, έπεσε στα χέρια ληστών, που του πήραν ό,τι είχε και δεν είχε και τον άφησαν σχεδόν γυμνό στην ερημιά.
Όταν έφυγαν, ο Χότζας πήρε πεζή το δρόμο, κ' ύστερα από πολλά βάσανα και κακουχίες έφθασε σε μια πολιτεία, όπου επειδή πεινούσε υπερβολικά και ήταν πεθαμένος από την κούρασι, επήγε και χτύπησε την πόρτα του πρώτου σπιτιού που είδε μπρος του, για να ζητήση ένα κομμάτι ψωμί να κατευνάση την πείνα του, κ' ένα μικρό μέρος να ξαποστάση.
Κατέβηκε και του άνοιξε ο ίδιος ο νοικοκύρης, που βλέποντας από την όψι του πως ήτανε ζητιάνος, έκανε το δούλο, και τούπε δίχως να του δώση καιρό να μιλήση:
— Δεν είνε εδώ τ' αφεντικά, αυτήν την ώρα!
— Φίλε μου, του απάντησε ο Χότζας, εγώ ζητάω μια μπουκιά ψωμί, τ' αφεντικά σου τι να τα κάνω;
128. — ΣΤΟΝ ΞΕΝΟ ΚΗΠΟ
Μια μέρα, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας μπήκε σ' έναν μεγάλο ξένον κήπο, κι' άρχισε να τινάζη τα καρποφόρα δένδρα, και να γεμίζη με τους καρπούς που πέφταν χάμου, (αχλάδια, ροδάκινα, ροδάκινα άλλα) ένα δισάκκι που είχε μαζύ του.
Ενώ καταγινόταν σ' αυτήν την έντιμη εργασία, μπαίνει, ξαφνικά, μέσα, ο φύλακας του κήπου, και του κάνει:
— Ε! Τι θέλεις εδώ, Χότζα;
Ο Χότζας ταράχτηκε και τάχασε, μια στιγμή, μα χωρίς να δείξη καθόλου την ταραχή του, είπε με το πιο φυσικό ύφος:
— Α! Καλά που ήρθες, καϋμένε, να μου δείξης την πόρτα. Γιατί την περασμένη νύχτα ενώ γύριζα στο σπίτι μου από κάποια συναναστροφή, — συ, καλότυχε εκείνην την ώρα, θάσουν πλαγιασμένος στην αγκαλιά της ώμορφης γυναικούλας σου, και δε θα πήρες χαμπάρι, — φύσηξε άνεμος δυνατός, και με σήκωσε και μ' έρριξε εδώ μέσα. Κι' από κείνην την ώρα ψάχνω για την πόρτα, και δεν μπορώ να την εύρω.
— Καλά, του λέει ο κηπουρός, μα, αυτά τα φρούτα ποιος τα σώριασε δω χάμου;
— Ο άνεμος ήταν όπως σου είπα δυνατός, απαντά ο Χότζας, και κάθε στιγμή με σήκωνε απάνω, και με παράδερνε απ' εδώ κι από κει. Εγώ πιανόμουν από τα κλαδιά, όσο μπορούσα πιο σφιχτά και δίχως να το θέλω μου μέναν οι καρποί στα χέρια μου, που φυσικά τους παρατούσα, για να πιαστώ από κανέναν άλλον κλάδο. Έτσι πέφταν και σωριάζουνταν χάμου.
— Καλά, λέει πάλι ο κηπουρός. Μα, αυτά που είνε μέσα στο δισάκκι σου ποιος τάβαλε;
— Ίσα ίσα κ' εγώ αυτό καθόμουν και σκεπτόμουν τη στιγμή που έφθασες, απαντά ο Χότζας. Μήπως ξέρεις εσύ να μου το εξηγήσεις;
129. — ΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑ
Μια μέρα, ένας φίλος του Χότζα έβαλε μέσα στα χέρια του ένα αυγό και τούπε:
Αν βρης τι κρατώ μέσα στα χέρια μου, θα σου το δώσω να κάνης ομελέττα.
Ο Νάσρ-εν-Ντιν τούπε.
Πες μου μονάχα τι σχήμα έχει, να σου το βρω αμέσως.
— Το απ' έξω είναι άσπρο, και το από μέσα του κίτρινο.
Ο Χότζας σκέφθηκε λιγάκι κ' είπε:
— Το απ' έξω το βρήκα . . . Στάσου, πρόσθεσε θριαμβευτικά, και τ' από μέσα το βρήκα. Κούφανες μια ρέβα κ' έβαλλες μέσα ένα καρότο.
130. ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΜΠΑΪΡΑΜΙ
Κάποτε ο Χότζας, ταξιδεύοντας, μπήκε σε μια πόλι όπου είδε τους κατοίκους συναγμένους στους κήπους μπρος σε τραπέζια στρωμένα με πλήθος φαγητά, και να τρώνε να πίνουν και να γλεντούν.
Φώναξαν κι' αυτουνού να κοπιάση και να καταδεχθή από τα φαγητά τους.
Όταν έφαγε και την τύλωσε καλά, ο Χότζας είπε με θαυμασμό:
— Μωρέ, τι ευλογημένος τόπος είνε αυτός, όπου τα φαγητά είνε τζάμπα;
Κάποιος πλαϊνός του, που του άκουσε, τούπε:
— Βρε, ηλίθιε, σήμερα είνε Μπαϊράμι, κι' ο καθένας μας έφερε κάτι τι εδώ από το σπίτι του, για να γιορτάσωμε όλοι μαζύ, για την καλή χρονιά.
Κι' ο Χότζας σηκώνοντας τα μάτια του στον ουρανόν:
— Θεέ μου! λέει, κάνε νάνε κάθε μέρα Μπαϊράμι, όσο είμαι εδώ!
131. — Η ΧΕΛΩΝΑ
Μια μέρα, ο Χότζας, ενώ ώργωνε το χωράφι του, βρήκε μια χελώνα.
Την πιάνει, τη δένει μ' ένα σπάγγο, την κρεμά από τη ζώνη του και της λέει:
— Κοίτα, τώρα, να μάθης πως οργώνουν τα χωράφια, αν ψοφήση καμιά φορά το βόδι μου, να σε μεταχειρισθώ.
Επειδή η χελώνα τινάζονταν και ταράζονταν απάνω του, ο Χότζας της είπε πάλι.
— Ε! Πιο ήμερα! Έτσι δε θα μάθης ποτέ. Κοίτα το βόιδι τι ήσυχο που είνε!
132 — Η ΣΥΝΗΘΕΙΑ
Μια μέρα, κάποιος φίλος του, ρώτησε το Χότζα:
— Πώς τα περνάς με τη Δυστυχία;
— Πολύ καλά, δόξα τω Θεώ! απάντησε ο Χότζας.
— Πώς γίνεται να δυστυχή κανείς και να τα περνά καλά, ρώτησε ο φίλος με γέλιο . .
— Ε! αδερφέ μου, το συνήθισα πια, απάντησε ο Χότζας, και για τούτο τα περνώ καλά μαζύ της.
133. — ΔΙΚΗ ΜΕ ΕΒΡΑΙΟΝ
Μια μέρα, ο Χότζας, καθισμένος στον οντά του, επειδή δεν είχε τίποτα άλλο να κάνη, σήκωνε κάθε στιγμή τα χέρια του στον ουρανό κ' έλεγε με δυνατή φωνή:
— Θεέ μου, στείλε μου χίλια δηνάρια, που τάχω ανάγκη. Αν είνε 999, δεν τα θέλω.
Λοιπόν, συνέβη νάχη το παράθυρό του ανοιχτό, κ' ένας γείτονάς του, Εβραίος, σαράφης, που περνούσε από κάτω, τον άκουσε πούλεγε αυτά τα λόγια, κ' έβαλε με το νου του να κάνη ένα αστείο με το Χότζα.
Πηγαίνει στο σπίτι του, βάζει σε μια σακκούλα εννιακόσα εννενήντα εννέα δηνάρια, περνά στην ταράτσα του Χότζα, και το ρίχνη στην καπνοδόχο του, λέγοντας:
— Για, να δοκιμάσωμε! Στ' αλήθεια δεν τα θέλει λειψά;
Ο Χότζας άμα είδε τη σακκούλα να πέφτη από την καπνοδόχο, πέταξε απ' τη χαρά του, κ' είπε:
— Μπράβο, Θεέ μου! Δεν αμφέβαλλα πως θ' άκουες τη δέησί μου!
Και πήρε τη σακκούλα από το τζάκι όπου είχε πέση, την έλυσε, άδειασε μέσα στην ποδιά του τα δηνάρια και άρχισε να τα μετρά ένα ένα.
Τα βρήκε 999.
— Ε! Δεν πειράζει, είπε με συγκατάθεσι και σαν να μιλούσε πάντα με το Θεό. Συ, που μούδωσες τα 999, θα μου δώσης κ' εκείνο που λείπει.
Ο Εβραίος που είχε κατεβή στο αναμεταξύ, στο δρόμο, για ν' ακούση τι θάκανε ο Χότζας, άμα άκουσε τα λόγια αυτά, άρχισε ν' ανησυχή στα σοβαρά για τα χρήματά του και να φοβάται μήπως ο Χότζας ήθελε να του κάνη βαγαποντιά και να μη του τα δώση πίσω.
Έτρεξε, λοιπόν, ανταριασμένος, στο σπίτι του Νασρ-εν-Ντιν, κι' όταν αυτός ήρθε και του άνοιξε, τούπε:
— Χότζα, δος μου τη σακκούλα με τα δηνάρια. Είνε δικά μου, Εγώ την έρριξα στην καπνοδόχο σου.
— Τι λες, βρε Γιαχουντή; Στα καλά σου είσαι; του λέει ο Χότζας. Εγώ ζήτησα αυτά τα χρήματα από του Πανάγαθο Θεό, και μου τάστειλε, δοξασμένο τ' όνομά Του! Συ τι λόγο είχες να μου ρίξης δηνάρια;
— Βρε γείτονα! Εγώ σ' τώκανα αυτό γι' αστείο, επειδή σ' άκουσα να λες πως αν ήταν ένα λειψό δε θα τάπαιρνες.
— Αυτά δεν τ' ακούω, εγώ! απάντησε ο Νασρ-εν-Ντιν. Τα χρήματα μου τάστειλε ο Θεός, γιατί απ' Αυτόν τα ζήτησα. Όσο για το λειψό δηνάριο, κάνε τη δουλειά σου, κάνω εγώ καλά μαζύ Του!
— Χότζα, θα μ' αναγκάσης να πάω στον Καδή.
— Και δεν πας! Πάμε μαζύ αν θέλεις! — Έρχεσαι;
— Άκου, λέει! Όταν έχω δίκαιο ποιον έχω να φοβηθώ;
— Πάμε, λοιπόν!
— Πάμε! Μα, εγώ πεζός δεν πηγαίνω! λέει ο Χότζας.
Ο Εβραίος φέρνει το μουλάρι του. Ο Χότζας λέει:
— Α! Να φέρης και μια γούνα. Δεν έχω όρεξι να πουντιάσω για το χατήρι σου μ' αυτό το κρύο.
Ο Εβραίος του φέρνει και τη γούνα και ξεκινούν για του Καδή.
Φθάνουν στο δικαστήριο και ο Εβραίος λέει στον Καδή το παράπονό του:
— Ο γείτονάς μου, από δω, μου πήρε 999 δηνάρια, και τ' αρνείται.
— Τι λες σ' αυτά, Χότζα, ρωτά ο Καδής.
— Καδή μου, ο άνθρωπος αυτός είνε μουρλός.
Εγώ ζήτησα από το Θεό χίλια δηνάρια. Ο καλός Θεός είχε την καλωσύνη — μεγάλη Του η χάρι! — ν' ακούση το δέησί μου και να μου ρίξη από την καπνοδόχο 999. Τα δέχτηκα μ' ευγνωμοσύνη κι' ας έλειπε ένα απ' όσα είχα ζητήση. Τώρα, ο κατεργαράκος, από δω, το μυρίστηκε κ' ήρθε και μούπε πως τάχα αυτός μούρριξε τα δηνάρια από την καπνοδόχο, και ζήτησε να με τουμπάρη για να μου πάρη τα χρήματα. Ξέρεις τι απατεώνας είνε, αυτός, Καδή μου; Δεν τώχει τίποτα να πη τώρα, πως κ' η γούνα που φορώ, και το μουλάρι που μ' έφερε εδώ είνε δικά του.
— Κι' αυτά δικά μου είνε, Καδή μου! φώναξε ο Εβραίος.
Στα λόγια αυτά, ο Κάδης τινάχτηκε στα πόδια του κ' είπε με ασυγκράτητη οργή:
— Φύγε από δω, παληάνθρωπε, παγαπόντη! Κλητήρες, βάλτε τον πέντε μέρες στο μπουντρούμι!
Κ' ενώ οι κλητήρες ωδηγούσαν του Εβραίο στο μπουντρούμι, ο Χότζας τυλιγμένος στη γούνα, και καβάλλα στο μουλάρι, που και τα δυο ήσαν πια δικά του, γύριζε με θρίαμβο στο σπίτι του, μουρμουρίζοντας μέσα στα δόντια του:
— Να σου δείξω εγώ, άλλη φορά, να κάνης αστεία μαζύ μου!
134. — Η ΚΟΥΡΟΥΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΣΑΠΟΥΝΙ
Μια μέρα, η γυναίκα του Χότζα κατέβηκε στο ρέμα για να πλύνη μερικά εσώρρουχα.
Κει που καθόταν κ' έπλενε, μια κουρούνα, ξαφνικά, πετάχθηκε από κάποιο θάμνο εκεί πλάι, ήρθε κοντά, της άρπαξε το σαπούνι από το χέρι και πέταξε.
Η δύστυχη η γυναίκα έμπηξε τις φωνές και κάλεσε του άνδρα της.
— Χότζα, Χότζα, πρόφθασε, η κουρούνα μου πήρε το σαπούνι!
Κι' ο Χότζας από πέρα: