Οι ευτράπελες ιστορίες του, Νασρ-εν-ντιν Χότζα

Part 5

Chapter 538 wordsPublic domain

— Τι κάνεις αυτού, Χότζα;

— Βιολί παίζω, απάντησε ο Χότζας.

— Μα δεν την ακούω τη φωνή του βιολιού σου! είπε ο φίλος του.

— Αύριο θα την ακούσης! αποκρίθηκε εκείνος.

Πράγματι το πρωί ακούστηκε πως του τάδε το σιδεράδικο τώκλεψαν εκείνην την νύχτα.

83. — Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ

Μια μέρα, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας μπήκε στο λουτρό, και μη βλέποντας κανέναν εκεί, στενοχωρήθηκε και άρχισε να τραγουδά για να σκοτώση την ανία του.

Η φωνή του τού άρεσε υπερβολικά και είπε μέσα του με θαυμασμό:

— Μωρέ, τέτοια ωραία φωνή έχω εγώ, και δεν τώξερα;

Κι' αμέσως, δίχως να χάνη καιρό, βγήκε απ' το λουτρό, τράβηξε ίσια κατά το Τζαμί, ανέβηκε στο Μιναρέ, κ' ενώ δεν ήταν ακόμα ώρα, άρχισε να καλή τους Πιστούς στη Μεσημβρινή Προσευχή.

Κάποιος που περνούσε απ' εκεί, τον άκουσε που προσκαλούσε τους Πιστούς στην προσευχή πριν της ώρας, και του φώναξε:

— Βρε ζωντόβολο, από τόσο νωρίς και με τέτοια άνοστη φωνή κράζεις για την Προσευχή;

— Ω άνθρωπε, απάντησε ο Χότζας. Έπρεπε νάτανε το λουτρό, εδώ απάνω στο μιναρέ, και θάβλεπες τι ωραία που θάταν η φωνή μου!

84. — ΤΟ ΚΛΙΜΑ ΔΥΩ ΠΟΛΕΩΝ

Κάποτε ο Χότζας ταξίδευε στη Συρία, κ' έτυχε να πάη από το Χαλέπι στη Δαμασκό. Εκεί, μόλις έφθασε, μπήκε στο Μεγάλο Τζαμί, και γνωρίστηκε με μερικούς διαβασμένους, που τον εφιλοξένησαν.

Το βράδυ κει που κουβέντιαζαν, τους είπε:

— Το αέρι του Χαλεπιού και το αέρι της Δαμασκού είνε το ίδιο.

— Πού το ξέρεις; Συ, ακόμα δεν ήρθες, του είπαν εκείνοι.

— Νά! Τα ίδια άστρα που έχει ο ουρανός του Χαλεπιού, έχει κι' ο δικός σας ουρανός, απάντησε ο Χότζας.

85. — ΤΟ ΔΙΣΑΚΚΙ

Ο Χότζας, μια μέρα, έχασε το δισάκκι του, και φοβέριζε τους συχωριανούς του, λέγοντας:

— Θα μου βρήτε το δισάκκι μου, ειδ' άλλως εγώ ξέρω τι θα κάνω!

Οι χωρικοί, φοβισμένοι, έψαξαν και του βρήκαν το δισάκκι και του το πήγαν.

Ο Χότζας τους ευχαρίστησε, κ' εκείνοι, από περιέργεια, πριν φύγουν τονε ρώτησαν:

— Χότζα, τι θάκανες, αν δε σου βρίσκαμε το δισάκκι;

— Απλούστατο, απάντησε ο Χότζας. Έχω στο σπίτι μου ένα παληό τσουβάλι. Θα το έκοβα στη μέση και θα τώκανα δισάκκι.

86. — ΤΟ ΚΛΕΜΜΕΝΟ ΜΟΣΧΑΡΙ

Μια μέρα, ο Νασρ-εν-Ντιν, που γύριζε από το χωράφι του, βρήκε στο δρόμο ένα μοσχάρι παραπλανημένο.

Το πήρε, το πήγε στο σπίτι του, τώσφαξε, τώγδαρε, κ' έκρυψε το τομάρι του.

Κατά το δειλινό, κει που καθόταν στο παράθυρό του, είδε στο δρόμο τον κάτοχο του μοσχαριού να τριγυρνά με κλάματα από σπίτι σε σπίτι και να ρωτά μήπως τώδαν. Πλησίαζε τώρα και στο σπίτι του Χότζα.

Ο Χότζας μπαίνει μέσα βιαστικά, φωνάζει της γυναίκας του και της λέει:

— Γυναίκα, ο άνθρωπος πούχε το μοσχάρι! Γρήγορα φέρε μου δω το τομάρι να του βάψω το πρόσωπο με καραμπογιά για να μην το γνωρίση!

87. — Η ΣΚΑΛΑ

Μια μέρα, ο Χότζας πήρε μια σκάλα, τη στήριξε σ' τον τοίχο ενός κήπου, ανέβηκε στον τοίχο, ύστερα πέρασε τη σκάλα από τ' άλλο μέρος και κατέβηκε στον κήπο, όπου άρχισε να μαζεύη διάφορα φρούτα και να τα ρίχνη στο ταγάρι του.

Έξαφνα τον αντελήφθηκε ο φύλακας του κήπου και του φώναξε:

— Ε! Άνθρωπε, τι θέλεις εδώ; Ποιος είσαι;

Ο Χότζας έτρεξε αμέσως κοντά στη σκάλα και του είπε:

— Σκάλες πουλώ!

— Και τις σκάλες εδώ τις πουλούνε; ρώτησε ο φύλακας.

— Βρε ζωντόβολο, αποκρίθηκε ο Χότζας, δεν ξέρεις πως τις σκάλες όπου κι' αν είνε τις πουλάς;

88. — Ο ΨΕΥΤΙΚΟΣ ΟΡΚΟΣ

Κάποτε, ένας φίλος του Χότζα του παρεκάλεσε να μαρτυρήση στο Δικαστήριο γι' αυτόν, σε κάποια υπόθεσι.

Όταν ήρθαν μπρος στον Καδή, ο φίλος του Χότζα έκανε αγωγή εναντίον ενός άλλου, για στάρι, μα, ο Χότζας, στην εξέτασι, έδωσε μαρτυρία για κριθάρι.

— Μα, δεν πρόκειται για κριθάρι, του φώναζε ο φίλος του, πρόκειται για στάρι.

— Πώς φαίνεσθε πως είσθε μπουνταλάδες! απάντησε ο Χότζας. Όταν παίρνει κάνεις ψεύτικο όρκο τι τον νοιάζει αν πρόκειται για στάρι ή για κριθάρι;

89. — ΓΙΑΤΙ ΔΕ ΔΑΝΕΙΣΕ ΤΟ ΓΑΪΔΑΡΟ ΤΟΥ

Μια μέρα, ένας γείτονας πήγε στο Νασρ-εν-Ντιν Χότζα και τον παρακάλεσε να του δανείση το γάιδαρό του.

— Στάσου, μια στιγμή, του λέει ο Χότζας, να πάω να τον ρωτήσω, κι' αν θέλει, μετά χαράς σου, να σ' τονε φέρω.

Κατέβηκε, λοιπόν, στ' αχούρι, κι' αφού έμεινε εκεί λίγη ώρα, γύρισε στο γείτονα και τούπε:

— Δε θέλει. Τι να σου κάνω! Τον παρακάλεσα . . . του κάκου! Είνε απαυδισμένος, λέει, από τους ξένους, γιατί κάθε φορά που τους τον δανείζω, κι' αυτόν, τον κακομοίρη, τον χτυπούν, κ' εμένα, τον κύριό του, βρίζουν και βλαστημούνε: «Χο! Βρωμερό ζω! . . . Συ κι' αυτός που σ' έχει!» του λένε, λέει.

90. — ΠΥΡΚΑΪΑ ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΙΑ

Ένα βράδυ, ο Χότζας δεν πρόσεξε ότι η σούπα ήτανε ζεστή, και κατέβασε βιαστικά μια μεγάλη κουταλιά.

Μα, αμέσως αισθάνθηκε τρομερή καΐλα στα σωθικά του και πιάνοντας την κοιλιά του με τα δυο του χέρια, κατέβηκε σαν ξεφρενιασμένος στους δρόμους κράζοντας:

— Αδελφοί, τρέξετε! Βοήθεια. Έπιασε φωτιά η κοιλιά μου!

91. — ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ ΤΩΝ ΠΟΥΛΕΡΙΚΩΝ

Κάποτε, ο Χότζας έπιασε τα πουλερικά του κ' έβαλε στο πόδι του καθενός μια μαύρη κορδελίτσα.

Ο πραγματικός λόγος που έβαλε στα πουλερικά του αυτήν την κορδελίτσα ήταν για να τα γνωρίζη, αν καμμιά φορά παραστρατούσαν και πήγαινε και τ' αναζητούσε στις γειτονικές αυλές και στα μπουστάνια, μα, σε μερικούς φίλους που τονε ρώτησαν, απάντησε:

— Πέθανε η μάννα τους και φορούνε πένθος!

92. — ΣΤΟ ΞΕΝΟ ΣΠΙΤΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΠΝΟΔΟΧΟ

Μια νύχτα, ο Πειρασμός έβαλε το Νασρ-εν-Ντιν Χότζα ν' ανεβή στα κεραμίδια του γείτονά του κι' απ' εκεί να δοκιμάση να κατεβή μέσα από την καπνοδόχο, στο σπίτι, και να κλέψη, τι; — κρομμύδια!

Όλα πήγαιναν καλά ως τη στιγμή που έφθασε στο στόμιο της καπνοδόχου, μα, εκεί, βάζοντας απερίσκεπτα το πόδι σε κάτι τι, που στο φως του φεγγαριού το πήρε για τράβα, ενώ δεν ήταν παρά η σκιά κάποιου στύλου, που έπεφτε, από το διπλανό σπίτι, γκρεμοτσακίστηκε μέσα από την καπνοδόχο κ' έπεσε, σαν τόπι, στο τζάκι, κάτω, με το ένα πόδι βγαλμένο, και σε ελεεινό χάλι.

Ο γείτονας, ακούοντας απάνω στον ύπνο του το θόρυβο, ξύπνησε, ανταριασμένος, και φώναξε στη γυναίκα του:

— Γρήγορα! Γρήγορα! Άναψε το φως να πιάσωμε τον κλέφτη πριν μας φύγη.

Κι' ο Χότζας από τη γωνιά του τζακιού:

— Αγάλια, αγάλια, γείτονα! Δεν είνε βία, γιατί, κατά το πέσιμο που 'κανα, και σήμερα θα μ' έχης εδώ και αύριο.

93. — ΕΠΙΕΙΚΗΣ ΤΙΜΩΡΙΑ

Μια μέρα, η γυναίκα του Νασρ-εν-Ντιν ήταν πνιγμένη στη δουλειά, και παρεκάλεσε τον άνδρα της να κρατήση λιγάκι το μωρό, ως που να τελειώση.

Ο Χότζας πήρε το μωρό, μα, ενώ το τριγυρνούσε πέρα δώθε, τον κατούρησε. Θυμωμένος τότε ο Χότζας το αφήνει κάτω και το κατουρεί κι' αυτός.

Τον βλέπει η γυναίκα του και του φωνάζει:

— Βρε, άνδρα, παλαβώθηκες; Τι κάνεις εκεί;

— Νάχη χάρι που είνε παιδί μου, απαντά ο Χότζας. Αν ήταν άλλο θα το κόπριζα.

94. — Η ΚΕΦΑΛΗ ΤΟΥ ΓΑΪΔΑΡΟΥ

Κάποτε, ψόφησε ο γάιδαρος του Νασρ-εν-Ντιν Χότζα, κι' ο πανούργος για να μη ζημιωθή την τιμή που είχε δώση γι' αυτόν σοφίστηκε το ακόλουθο τέχνασμα:

Αγόρασε κάμποσο νήμα, κι' αφού έκοψε το κεφάλι του γαϊδάρου, το τύλιξε μ' εκείνο το νήμα, έκανε ένα πελώριο και βαρύ κουβάρι και το κατέβασε στην αγορά για να το πουλήση.

Σε λίγο, παρουσιάστηκε ένας αγοραστής που συμφώνησε μαζύ του την τιμή, και πήγαν να το ζυγίσουν. Ενώ το ζύγιζε ο δημόσιος ζυγιστής, ο αγοραστής το έβλεπε πολύ βαρύ κι' απορούσε. Ρώτησε τον Νασρ-εν-Ντιν.

— Κάπως βαρύ μου φαίνεται αυτό το νήμα: μην έχεις τίποτα μέσα;

Έκανε αυτήν την ερώτησι δυο και τρεις φορές, μπροστά σε άλλους, και πάντοτε λάβαινε από το Νασρ-εν-Ντιν την ίδια και στερεότυπη απάντησι:

— Όχι, γαϊδουροκέφαλο! . . .

Τέλος, επλήρωσε την αξία του νήματος, σωστή, όσο ζύγιζε το κουβάρι, κι' ο Νασρ-εν-Ντιν γύρισε στο σπίτι του καταχαρούμενος, που με το τέχνασμά του αυτό κατώρθωσε να μη χάση την αξία του γαϊδάρου που του ψόφησε.

Ύστερα από κάνα δυο μέρες, ο αγοραστής θέλοντας να χρησιμομοιήση το νήμα, άρχισε να ξετυλίγη το κουβάρι που του πούλησε ο Χότζας, όταν, έξαφνα, αφ' ου ξετύλιξε κάμποσο, είδε να ξεπροβάλη η πελώρια κεφαλή ενός γαϊδάρου, κι' αμέσως κατάλαβε την κατεργαριά του Χότζα.

Δεν έχασε καιρό, μόνε μια και δυο, πήγε στον Καδή κ' έκανε μήνυσι, κι' ο Καδής αμέσως έστειλε να φωνάξουν το Χότζα.

Όταν ήρθε, και ρωτήθηκε πώς έγεινε το πράγμα, ο Χότζας με όλην την απάθειά του απάντησε ότι αυτός τώπε πως μέσα στο κουβάρι ήταν το γαϊδουροκέφαλο, κ' είχε και μάρτυρες, μάλιστα, τον δείνα και τον τάδε, που το άκουσαν.

Αυτούς τους δείνα και τους τάδε, ο Καδής έστειλε και τους έφερε, αμέσως, και όλοι τους επεβεβαίωσαν τα λόγια του Χότζα.

Έτσι ο Καδής έδωσε δίκαιο στο Χότζα, και τον αγοραστή τον έστειλε να κόβη ξύλα.

95. — Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΣΚΟΡΔΩΝ

Μια χρονιά, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας φύτεψε σκόρδα στον κήπο του, κι' όταν τάδε πια γινομένα, έβγαλε κάνα δυο και τάφαγε, λέγοντας μέσα του:

«Και του χρόνου, να δώση ο Θεός!»

Τώρα, το ίδιο εκείνο βράδυ, ο Χότζας θέλησε να πλαγιάση με τη γυναίκα του, και πήγε στην κάμαρά της, μα, εκείνη έτυχε να μην μπορή να υποφέρη τη βρώμα αυτού του φυτού, κι' όταν ο άνδρας της την επλησίασε μέσα στο σκοτάδι, όλος περιποιήσεις και χάδια, πήγε αμέσως στη μύτη της η μυρωδιά του σκόρδου, και δίνοντας μια γερή κλωτσιά του Χότζα, τον πέταξε έξω απ' το κρεββάτι, λέγοντάς του με θυμό.

— Πουφ! Σκορδοφαγωμένος μούρθες; Να φύγης, να μη σε ξαναϊδώ πια στα μάτια μου. Και, μα το Θεό, σου λέω, αν ξαναφάς σκόρδα, θα πάω αμέσως στον Καδή να σε χωρίσω κι' ας χάσω το μαχρ (12).

Είνε αδύνατο να φαντασθή κανείς σε ποια ταραχή έρριξε το Χότζα η απειλή της γυναίκας του. Πέρασε όλη τη νύχτα μονάχος στον οντά του, άυπνος και σε μεγάλη αμηχανία, μην ξέροντας πώς να κάνη για να μη χάση τις δυο μεγάλες του αγάπες — την αγάπη του για την γυναίκα του και την αγάπη του για τα σκόρδα.

Το πρωί, μπαϊλντισμένος από την αϋπνία και σι κλεντισμένος κατέβηκε σ' ένα ράφτη, φίλο του, που είχε ένα μπουστάνι δίπλα στο δικό του, και φύτευε σκόρδα, και ήταν κι' αυτός φοβερός σκορδοφάγος, και τονε ρώτησε:

— Ω Φουλάν! (13) Νάχεις καλό από το Θεό, ξέρεις να μου πης πώς μπορεί κανείς να φυτέψη σκόρδα με τέτοιον τρόπο ώστε όταν τρώη να μη βρωμά το στόμα του;

Ο ράφτης του απάντησε:

— Απλούστατο! Πριν τα φυτέψης γδύσε τα απ' τις φλούδες τους.

Ο Χότζας ακολούθησε πιστά τη συμβουλή αυτή του φίλου του, του ράφτη, μα, όταν τα σκόρδα, που φύτεψε γυμνά από τις φλούδες τους, γένηκαν, κ' έφαγε απ' αυτά, πάλι βρωμούσε το στόμα του.

Έτρεξε στο φίλο του και με μεγάλον πόνο του ανάγγειλε ότι η συνταγή του δεν επέτυχε.

— Έχεις δίκαιο, μωρέ Χότζα, απάντησε με ειλικρινή θλίψι ο ράφτης. Λησμόνησα να σου πω ότι πρέπει νάσαι κ' εσύ ολόγυμνος την ώρα που τα φυτεύεις.

Ο Νασρ-εν-Ντιν εφάρμοσε κι' αυτήν την οδηγία, μα, όταν γένηκαν τα σκόρδα, πάλι βρωμούσαν.

Φρενιασμένος τότε, ο Χότζας πέταξε πέρα τα σκόρδα με θυμό και τους είπε:

— Βρε σεις, δεν αλλάζετε κεφάλι! Σας γύμνωσα, έγεινα κ' εγώ τσίτσιδο για το χατήρι σας, μα, εσείς μείνατε τα ίδια! Α, να χαθήτε από τα μάτια μου! Νάμαι κερατάς, αν θα σας βάλω άλλη φορά στο στόμα μου.

96. — Ο ΕΑΥΤΟΣ ΤΟΥ

Μια μέρα, ο Χότζας, περνώντας από έναν δρόμο είδε κάποιον, κι' αφού τον παρατήρησε λίγη ώρα, με προσοχή από πίσω, έτρεξε, στάθηκε πλάι του, έσκυψε και τον κοίταξε καλά στο πρόσωπο, κ' ύστερα τραβήχτηκε πάλι πίσω.

Όταν έκανε ο άνθρωπος μερικά βήματα, ο Χότζας, αφού τον παρατήρησε πάλι προσεκτικά, από πίσω, έτρεξε όπως και την πρώτη φορά κ' έσκυψε και τον κοίταξε στο πρόσωπο.

Παραξενεύτηκε ο άνθρωπος και τονε ρώτησε:

— Θέλεις τίποτα από μένα;

— Θα σ' το πω, απάντησε ο Χότζας, δεν είνε ντροπή• ποιος είσαι; Δε σε γνωρίζω.

— Αφού δε με γνωρίζεις, γιατί με παρατηρούσες έτσι;

— Επειδή το σαρίκι σου έμοιαζε με το δικό μου• σε πήρα για τον εαυτό μου, αποκρίθηκε ο Χότζας.

97. Η ΓΚΑΜΗΛΑ

Κάποτε, μερικοί φίλοι του Χότζα τον προσκάλεσαν σε μια εκδρομή, κι' αυτός ενοίκιασε μια γκαμήλα για να πάη.

— Να πάω, τουλάχιστον, με άνεσι, είπε, κι' όχι πεζή, να σπάσω τα πόδια μου.

Μα, κει που πηγαίναν, επειδή δεν ήξερε να κουμαντάρη τη γκαμήλα, ο Χότζας ερέθισε το ζώο, βέβαια δίχως να το θέλη, ο μαύρος! Η γκαμήλα έβγαλε ένα μουγκρητό και τίναξε χάμου τον αναβάτη του, κ' ύστερα πήγε και γονάτισε απάνω του.

Ο Χότζας έβγαλε δυνατές κραυγές από τον τρόμο του, κ' οι άλλοι γυρίζοντας πίσω, έτρεξαν και τον ελευθέρωσαν.

Σε λίγο, όταν συνήρθε από την τρομάρα του, ο Χότζας είπε στους φίλους του.

— Ω αδερφοί μου, είδατε πώς με βασάνισε αυτή η άτιμη γκαμήλα; Σας παρακαλώ, πιάστε την και φέρτε μού την να τη σφάξω για τιμωρία της!

98. — Ο ΓΥΙΟΣ ΤΟΥ

Μια μέρα, ο μικρός γυιός του Χότζα λογόφερε με του πατέρα του, και του πέταξε αυτόν τον λόγο:

— Ξέρω πώς ήρθες στον κόσμο!

— Τι λέει, αυτό το βρωμόπαιδο; φώναξε από μέσα, θυμωμένη, η μητέρα του.

— Μη θυμώνεις, γυναίκα! είπε ο Χότζας. Άσ' το παιδί να το ξέρη κι' αυτό!

99. — ΠΡΟΦΥΛΑΞΙΣ ΑΠΟ ΤΗ ΓΑΤΑ

Μια μέρα, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας ρώτησε τη γυναίκα του:

— Βρε, γυναίκα! Από πού καταλαβαίνει κανείς τον πεθαμένο;

Εκείνη τούπε:

— Νά, από τα χέρια και τα πόδια που ξυλιάζουν.

Λοιπόν, ύστερα από μερικές μέρες, ενώ ο Χότζας πήγαινε με το γάιδαρό του στο δάσος για να μαζέψη ξύλα, γιατί ήτανε χειμώνας, αισθάνθηκε έξαφνα τα πόδια του και τα χέρια του να ξυλιάζουν από το κρύο.

— Νά! Πέθανααα! είπε και ξαπλώθηκε κάτω από ένα δένδρο.

Σε λίγο, κατέβηκαν λύκοι απ' το βουνό, είδανε το γάιδαρο, και πεινασμένοι καθώς ήσαν έπεσαν απάνω του κι' άρχισαν να τον καταβροχθίζουν.

Κι' ο Χότζας από το μέρος όπου ήταν ξαπλωμένος:

— Τι να σας κάνω; Νάχετε χάρι που είμαι πεθαμένος, ειδέ σας έδειχνα εγώ!

100. — ΝΕΦΤΙ

Μια μέρα, ο Χότζας γύριζε απ' το δάσος, με το γάιδαρό του φορτωμένο ξύλα. Μα, είχε παραφορτώση το ζώο, και το κακόμοιρο δεν μπορούσε να περιπατήση.

Κάποιος, τότε, περνώντας από κει, άλειψε τα πισινά του γαϊδάρου με νέφτι, κι' αμέσως ο γάιδαρος άρχισε να τρέχη τόσο γρήγορα, ώστε ο Χότζας δεν μπορούσε να τον φθάση.

— Μωρέ τι θαυμάσιο πράγμα είνε αυτό! είπε ο Χότζας στον άνθρωπο. Σε παρακαλώ δόσε και σε μένα λιγάκι!

Ο άνθρωπος του έδωσε, κι' ο Χότζας αλείφτηκε.

Μα, αμέσως έννοιωσε καΐλα και φλόγα, κι' άρχισε να τρέχη τόσο, ώστε ξεπέρασε και το γάιδαρό του κ' έφθασε πιο γρήγορα απ' αυτόν στο σπίτι.

Μα, κ' εκεί μην μπορώντας να σταθή, έτρεχε απάνω κάτω, και μέσα στις κάμαρες, κι' απάνω στην ταράτσα, και κάτω στην αυλή, και, μια στιγμή, που συνάντησε τη γυναίκα του, της είπε:

— Αν θέλεις να με φθάσης, αλείψου με λιγάκι νέφτι!

101. — ΤΟ ΠΕΡΑΜΑ ΤΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ

Μια μέρα, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας ξαπλώθηκε στην όχθη του ποταμού, και είπε:

«Τώρα θα πεθάνω».

Σε λίγο, του πήρε ο ύπνος και κοιμήθηκε βαθειά και μακάρια.

Ύστερα από κάμποση ώρα, ένας διαβάτης, που περνούσε απ' εκεί τον ξύπνησε και τούπε:

— Σε παρακαλώ, μου λες από πού είνε το πέραμα του πoταμού, αν το ξέρεις;

— Όταν ήμουν στη ζωή, αποκρίθηκε ο Χότζας, ήταν από δω, τώρα, δεν ξέρω από πού είνε.

102. — ΠΡΟΦΥΛΑΞΙΣ ΑΠΟ ΤΗ ΓΑΤΑ

Ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας αγαπούσε πολύ το τζιγέρι, και ταχτικά αγόραζε, μα, η γυναίκα του τού σερβίριζε πάντα άλλα φαγιά, γιατί η τύχη τώθελε ν' αγαπά κι' αυτή υπερβολικά το τζιγέρι, τόσο ώστε να το τρώη και να μην της πηγαίνη η καρδιά ν' αφήση και του ανδρός της.

Λοιπόν, μια μέρα, ο Χότζας δε βάσταξε πια κ' είπε θυμωμένος:

— Εγώ φέρνω πάντα τζιγέρι, τι γίνεται;

Εκείνη τούπε:

— Το αρπάζει η γάτα!

Ο Χότζας σηκώνεται αμέσως, και παίρνει το τσικούρι και το κλειδώνει στην ντουλάπα;

— Τι κάνεις; τονε ρωτά η γυναίκα του.

— Το κρύβω από τη γάτα, αποκρίνεται ο Χότζας.

— Και τι θα το κάνη η γάτα το τσικούρι, λέει η γυναίκα με ξεκαρδιστικό γέλιο.

— Αυτή που καταδέχεται και τρώει δυο γροσών πράμμα, απαντά ο Χότζας, θα σου αφήση, νομίζεις, το τσικούρι, που έχει μισό τάλλαρο;

103. — Τ' ΑΣΦΑΛΕΣΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΧΡΗΜΑΤΑ

Μια μέρα, που ο Χότζας ήταν μόνος στο σπίτι, άνοιξε ένα μικρό λάκκο κ' έχωσε εκεί λίγα χρήματα που είχε συνάξη από οικονομίες. Μα, σκέφθηκε λιγάκι κ' είπε μέσα του:

«Αν ήμουνα εγώ κλέφτης, θα τάβρισκα».

Πήρε λοιπόν, τα χρήματα από κει που τάχωσε, και πήγε και τάκρυψε σ' ένα άλλο μέρος. Μα, και για κείνο το μέρος έκανε την ίδια σκέψι, και τα πήρε πάλι πίσω.

Βρέθηκε σ' αμηχανία, μην ξέροντας πού να βρη το ασφαλέστερο μέρος, όταν έξαφνα είδε ένα λόφο που ήταν αντίκρυ στο σπίτι του.

— Α! Βρήκα! είπε μ' ευχαρίστησι.

Κατεβαίνει, μια και δυο, στον κήπο, κόβει ένα κλαδί από ένα δένδρο, βάζει τα χρήματά του σε μια σακκούλα, την κρεμνά στην άκρη του κλάδου, κι' ανεβαίνοντας στο λόφο, στήνει τον κλάδο στο ψηλότερο μέρος. Ύστερα κατεβαίνει και καμαρώνοντας από κάτω το έργο του, λέει:

— Αλήθεια, βρήκα το πιο ασφαλισμένο μέρος για τα χρήματά μου. Γιατί ποιος μπορεί τώρα να τα πειράξη εκεί που είνε; Ο άνθρωπος δεν είνε πουλί, να μπορέση να φθάση ως εκεί απάνω!

Έτυχε, όμως, κάποιος πανούργος, κρυμμένος κάπου εκεί, να παρακολουθήση όλες τις κινήσεις του Χότζα, και μόλις αυτός έφυγε και γύρισε στο σπίτι του, βγήκε απ' την κρυψώνα του, ανέβηκε στο λόφο, πήρε τη σακκούλα με τα χρήματα, κ' έφυγε αφού πρώτα άλειψε του κλάδο με κοπριά βωδιού.

Ύστερα από λίγον καιρό, ο Χότζας, έχοντας ανάγκη από μερικά χρήματα ανέβηκε στο λόφο, μα, με μεγάλη του φρίκη είδε ότι η σακκούλα του είχε κάνη φτερά, και ότι μόνο γκαβαλίνες υπήρχαν στη θέσι της.

Έμεινε αρκετή ώρα σαστισμένος και βουβός από την έκπληξι, ύστερα είπε:

— Κ' εγώ έλεγα πως κάνεις άνθρωπος δε θα μπορούσε να φθάση ως εδώ απάνω. Για ιδές, όμως πως το βόιδι ανέβηκε και κόπρισε, μάλιστα. Μωρέ, τι περίεργο πράγμα!

104. — Η ΠΙΟ ΣΩΣΤΗ ΛΥΣΙΣ

Ένα σκυλί μαγάρισε, μια μέρα, στη μέση ενός δρόμου, και ακριβώς μπρος στις πόρτες δυο σπιτιών που αντικρύζονταν.

Ο ιδιοκτήτης του ενός σπιτιού, φώναξε, τότε, τον ιδιοκτήτη του άλλου, και τούπε:

— Σε παρακαλώ να καθαρίσης το δρόμο απ' αυτές μαγαρισιές. Το σκυλί τις έκανε κοντά στο σπίτι σου, κ' είνε χρέος σου να το κάνης.

— Όχι, κύριε, πιο κοντά στο δικό σου τις έκανε, κ' είνε δική σου υποχρέωσι να τις σκουπίσης.

— Όχι, αφέντη μου, εσύ οφείλεις να τις σκουπίσης.

— Όχι, πασσά μου, εσύ οφείλεις . . .

Σιγά σιγά, με το «όχι! ναι!, όχι, ναι!» κόρωσε η φιλονεικία κ' έφθασε ως στο δικαστήριο.

Τώρα, έτυχε, ακριβώς εκείνην την ημέραν, ο Χότζας να έχη πάη στο δικαστήριο, για να ιδή τον Καδή, που, όταν άκουσε την υπόθεσι γύρισε σ' αυτόν και τούπε:

— Χότζα μου, λύσε συ τη διαφορά αυτών των ανθρώπων!

Ο Χότζας δέχτηκε και, γυρίζοντας στους δυο ανθρώπους, ρώτησε τον έναν απ' αυτούς.

— Ο δρόμος όπου μαγάρισε το σκυλί είνε δημόσιος;

— Ναι, αποκρίθηκεν εκείνος.

— Τότε, λέει ο Χότζας, ούτε συ ούτε ο άλλος δεν είνε υποχρεωμένος να σαρώση τις ακαθαρσίες, αλλά ο Καδής! Αυτή είνε η πιο σωστή λύσις!

105. — ΣΟΦΙΑ

Ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας είχε συνήθεια, κάθε φορά που έστελνε κανένα από τους μαθητές του να γεμίζη τη στάμνα στη βρύση, πρώτα να τον δέρνη κ' έπειτα να του δίνη στα χέρια τη στάμνα.

Μια μέρα, κάποιος φίλος του τονε ρώτησε.

— Γιατί το κάνεις αυτό, Χότζα;

— Το κάνω, απάντησε ο Χότζας, για νάχη τα μάτια του τέσσερα να μη σπάση τη στάμνα. Γιατί μια φορά κ' έσπασε η στάμνα, τι οφελεί πια κι' αν τονε δείρω.

106. — Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΦΟΥΡΝΟΥ

Μια φορά, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας, επειδή του γκρεμίστηκε ο φούρνος του, έχτισε έναν άλλον, που τού 'βαλε την πόρτα του προς το νοτιά, και φώναξε, ύστερα, τους γειτόνους και τους φίλους για να του πουν τη γνώμη τους, αν τον έφτιαξε καλά.

Εκείνοι ήρθαν, τον είδαν, κι' ο καθένας είπε τη γνώμη του: ο ένας έλεγε ότι η πόρτα έπρεπε νάταν προς το βορηά, άλλος προς τη δύση, άλλος προτιμούσε την ανατολή, και ούτω καθεξής, ώσπου έκαναν, τον κακομοίρη το Χότζα, να χάση τα πασχάλια του.

Σικλεντισμένος, τότε, και αγανακτισμένος που έκανε άδικα του κόπο, έπιασε και γκρέμισε του φούρνο, άμα φύγανε οι γειτόνοι κ' οι φίλοι, και τον έχτισε απάνω σ' ένα κάρρο, και ύστερα τους φώναξε πάλι.

Εκείνοι άμα τον είδαν άρχισαν τα ίδια, μα, τώρα, ο Χότζας ήξερε τη δουλειά του, κ' έτσι, όταν ο ένας έλεγε το γνώμη του ότι η πόρτα του φούρνου θα ήταν καλλίτερα νάταν προς το βορηά, αυτός με ένα: «στάσου»!» γύριζε αμέσως το φούρνο κ' έφερνε την πόρτα του προς το βορηά, ή όταν ο άλλος υπεστήριξε ότι ο φούρνος θα ήταν πιο κόμοδος αν είχε την πόρτα του προς την ανατολή, ο Χότζας πάλι γύριζε το φούρνο προς την ανατολή, και ούτω καθ' εξής, ως που έκανε όλων τα χατήρια.

Όταν, οι γειτόνοι έφυγαν είπε στη γυναίκα του:

— Καλλίτερον τρόπο απ' αυτόν δεν μπορούσα ναύρω για να κάνω όλων τα γούστα, και όχι τα δικά μου, βρε γυναίκα!

107. — ΤΑ ΒΡΕΤΗΚΙΑ

Μια μέρα, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας έχασε το γάιδαρό του, κ' έβαλε το ντελάλη να φωνάζη στους δρόμους:

«Όποιος βρη αυτόν το γάιδαρο, θάχη γι' αμοιβή του κι' αυτόν, και το καπίστρι του, και το σαμάρι του».

108. — ΤΟ ΣΑΡΙΚΙ

Κάποτε ο Χότζας, ενώ τύλιγε το σαρίκι του, στο κεφάλι του, για νάβγη έξω, δεν μπορούσε με κανέναν τρόπο να φέρη την άκρη του πίσω.

Το ξετύλιξε και το τύλιξε, από την αρχή, μα, και πάλι τα ίδια!

Αφ' ου έτσι παιδεύτηκε κάμποσο, αγανάκτησε και παίρνοντάς το στην αγορά ζήτησε να το πουλήση.

Κάποιος θέλησε να το αγοράση, κι' άρχισε να παζαρεύη.

Απάνω στο παζάρεμα, ο Χότζας σκύβει στ' αφτί του αγοραστή και του λέει:

— Το καλό που σου θέλω, μην το παίρνεις! Δεν ξέρεις τι τζαναμπέτικο είνε! Δε φέρνει ποτέ την άκρη του, πίσω, το άτιμο!

109. — Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΚΑΡΠΟΥΖΙΩΝ

Μια μέρα, ο Χότζας ανέβηκε στο βουνό για να μαζέψη ασπαλάθρους και πήρε μαζύ του δυο καρπούζια.

Στο δρόμο δίψασε, κ' επειδή δεν υπήρχε καμιά πηγή εκεί κοντά, κάθησε κ' έκοψε το ένα καρπούζι, για να σβύση το δίψα του με την ψύχα του και με το δροσερό ζουμί του.

Επειδή όμως βρήκε το καρπούζι αυτό άνοστο, το πέταξε, κ' έκοψε το άλλο, που ήταν καλό και τραγανό, και τώφαγε μ' ευφροσύνη.

Ύστερα, αφού δρόσισε έτσι τα σωθικά του, σηκώθηκε και κατούρησε απάνω στα κομμάτια του πρώτου καρπουζιού, και ξεκίνησε πάλι για τη δουλειά του.

Ανέβηκε στο βουνό, έκοψε τους ασπαλάθρους, τους φόρτωσε στο γάιδαρό του, και πήρε πάλι τον ίδιο δρόμο για να γυρίση στο σπίτι του.

Σε λίγο, έφθασε στο μέρος όπου είχε φάη το καρπούζι, κ' επειδή ο διάολος τώφερε έτσι ώστε να διψάση πάλι υπερβολικά, δεν ήξερε τι να κάνη.

Έξαφνα, κοίταξε τα κομμάτια του πρώτου καρπουζιού, που ήσαν ριγμένα, δω κ' εκεί απάνω στο δρόμο, κ' είπε:

— Για να ιδούμε! Μπορεί κανένα απ' αυτά τα κομμάτια νάνε ακατούρητο!

Σκύβει, σηκώνει ένα κομμάτι, το κοιτάζει και λέει:

— Νά, αυτό είνε στεγνό. Δεν τώφθασε το κάτουρό μου!

Και το τρώει. Ύστερα παίρνει ένα άλλο, λέει, πάλι: «κι' αυτό ακατούρητο!» και το τρώει όπως το πρώτο.

Έτσι, ένα, ένα, τάφαγε όλα.

110. — ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΡΑΜΑΖΑΝΙΟΥ

Μια χρονιά, όταν άρχιζε η νηστεία του Ραμαζανιού, ο Νασρ-εν- Ντιν Χότζας, για να μη ρωτά κάθε τόσο τι μέρα ήταν, και πόσες μέρες ήθελε ακόμα ναρθή το Μπαϊράμι, αποφάσισε να κρατήση μόνος του λογαριασμό, και σοφίστηκε του ακόλουθον τρόπο: να ρίχνη κάθε πρωί ένα λιθαράκι σε μια στάμνα.

Ο μικρός του γυιός, που ήταν παιδί πολύ σκανταλιάρικο, είδε, μια μέρα, του πατέρα που έρριχνε το λιθάρι στη στάμνα, κι' όταν έφυγε ο Χότζας, πήρε, έτσι για να παίξη, δυο φούχτες λιθαράκια και τις έρριξε μέσα στη στάμνα. Ο Χότζας, εννοείται, δεν κατάλαβε τίποτα, κ' εξακολουθούσε κάθε πρωί να ρίχνη το λιθαράκι του, ως ότου, ύστερα από μερικές ημέρες ήρθαν μερικοί φίλοι να τονε ιδούνε.

Απάνω στην ομιλία, πετάχτηκε κάποιος κ' είπε:

— Πόσες μέρες έχει σήμερα ο μήνας, βρε παιδιά:

— Σταθήτε, είπε ο Χότζας, να ρωτήσω τη στάμνα και να σας πω!

Και τρέχει στη στάμνα, αδειάζει τα λιθαράκια, τα μετρά και τα βρίσκει εκατόν οχτώ. Μα σκέπτεται ότι αν πη ότι ο μήνας είχε 108, μπορεί να τον γελάσουν, γυρίζει, λοιπόν, και λέει ότι ο μήνας έχει 44.

Οι φίλοι έμειναν απορημένοι που τ' άκουσαν αυτό, και του παρατήρησαν:

— Πώς είνε δυνατό νάχη 44 ο μήνας, αφού όλοι οι μήνες δεν έχουν παρά πάνω από 28 το πολύ 29 μέρες.

— Ε! Λοιπόν, αν θέλετε κατά το λογαριασμό της στάμνας, ο μήνας έχει σήμερα 108!

111. — Η ΕΥΧΗ ΚΙ' Ο ΚΛΕΦΤΗΣ

Μια νύχτα, κει που κοιμόταν ο Χότζας, άκουσε απάνω στον ύπνο του κάποιο ελαφρό θόρυβο έξω στην αυλή.

Ανοίγει τα μάτια του, αφουγκράζεται κι' αντιλαμβάνεται ότι κάποιος προσπαθούσε έξω από την πόρτα να βρη τρόπο νάμπη μέσα.

— Ξέρεις γυναίκα, την περασμένη νύχτα, που ήμουνα βεγγέρα στου φίλου μου Τάδε, όταν εγύρισα αργά παρατήρησα ότι δεν είχα μαζύ μου το κλειδί της πόρτας. Για να μη σε ξυπνήσω, λοιπόν, ανέβηκα στην ταράτσα με το φεγγάρι, είπα μέσα μου αυτήν την προσευχή (κι' ο Χότζας είπε τα λόγια μιας προσευχής) και κατέβηκα από το φεγγίτη στο σπίτι δίχως να πάθω τίποτα.

Ο κλέφτης άκουσε αυτά τα λόγια, κ' ύστερα από λίγη ώρα, όταν υπολόγισε πως όλοι κοιμόντουσαν μέσα στο σπίτι, ανέβηκε από το πίσω μέρος, στην ταράτσα, για να εφαρμόση κι' αυτός τη μέθοδο του Χότζα.