Οι ευτράπελες ιστορίες του, Νασρ-εν-ντιν Χότζα
Part 4
— Είδα τρεις ψηλούς μιναρέδες, τον έναν απάνω στον άλλον, και στην κορφή του τρίτου ένα αυγό, κι' απάνω στ' αυγό μια βελόνα, κι' απάνω στη βελόνα ένα τραπέζι, κι' απάνω στο τραπέζι καθόμουνα εγώ, κ' έβγαζα, λέει, γοερές κραυγές, γιατί το τραπέζι κουνιόταν πέρα δώθε, κ' είχε φόβο κάθε στιγμή να γείρη, απ' τόνα μέρος, και να πέσω, όπου αν έπεφτα, από τόσο ύψος, δίχως άλλο θάσκαζα σα ρόδι.
— Πω! Πω! άνδρα μου! ξεφώνησε η γυναίκα με ανατριχίλλα. Εγώ αν έβλεπα ένα τέτοιο όνειρο, δίχως άλλο θα τάκανα απάνω μου, απ' το φόβο μου.
— Απάνω κάτω, γυναίκα, κ' εγώ το ίδιο έπαθα, είτε ο Χότζας. Μόνε, σήκω τώρα και κοίταξε πώς θα τα διορθώσης, για να μη το πάρουν μυρωδιά οι γειτόνοι.
57. — ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΣΤΟ ΠΗΓΑΔΙ
Μια νύχτα, ο Νασρ-εν-Ντιν κατέβηκε να βγάλη νερό από το πηγάδι, και κει που έσκυβε για να ρίξη τον κουβά, είδε την αντανάκλασι του φεγγαριού μέσα στο νερό.
— Μπα, είπε, το φεγγάρι έπεσε μέσα στο πηγάδι! Πρέπει να το βγάλωμε!
Και δένοντας ένα τσιγγέλι στην άκρη του σχοινιού τώρριξε στο πηγάδι.
Βασανίστηκε κάμποση ώρα, ως που, τέλος, το τσιγγέλι πιάστηκε σε μια πέτρα.
— Α! Μπράβο! Το πιάσαμε! Τώρα κουράγιο! είπε ο Χότζας, κι' άρχισε να τραβά με δύναμι το σχοινί.
Μα, ενώ το τραβούσε, έσπασε το σχοινί, κι' ο Χότζας έπεσε ανάσκελα στη γη, και την ίδια στιγμή είδε το φεγγάρι στον ουρανό.
— Α! Δόξα τω Θεώ! αναφώνησε. Κοπιάσαμε πολύ, μα, τουλάχιστον, βάλαμε το φεγγάρι πάλι στη θέσι του.
58. — ΠΛΕΜΟΝΙ ΚΑΙ ΓΕΡΑΚΙ
Μια μέρα, ο Χότζας αγόρασε στην αγορά πλεμόνι και γύριζε σπίτι του.
Κει που πήγαινε, ένα γεράκι άρπαξε το πλεμόνι από τα χέρια του και πέταξε.
Ο Νασρ-εν-Ντιν, στάθηκε με ανοιχτό το στόμα και κοίταξε σαστισμένος το γεράκι που όλο ένα πήγαινε πιο ψηλά.
Έξαφνα αρπάζει από κάποιον που περνούσε ένα πλεμόνι που κρατούσε κι' αυτός, στα χέρια του, κι' ανεβαίνει απάνω σε μια πέτρα.
— Σε καλό σου, Χότζα! Τι κάνεις εκεί; του φωνάζει ο άνθρωπος.
— Δοκιμάζω αν μπορώ να γίνω κ' εγώ γεράκι, απάντησε ο Χότζας.
59. — ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΡΙΓΥΡΙΣΤΡΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ
Κάποιος, μια μέρα, είπε στον Νασρ-εν-Ντιν Χότζα:
— Η γυναίκα σου γυρίζει από το ένα σπίτι στ' άλλο!
— Ε! Τότε, θάρθη και στο δικό μου, απάντησε ο Χότζας.
60. — Η ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ
Μια μέρα, κάποιος περιδιαβάζοντας στην αγορά, αντάμωσε του Νασρ-εν-Ντιν και τόνε ρώτησε:
— Τι ημερομηνία έχομε σήμερα;
— Δεν ξέρω τέτοιο πράμμα, απάντησε ο Χότζας. Ούτε το αγόρασα, ούτε το πούλησα ποτέ μου.
61. — Ο ΝΑΥΛΟΣ
Μια μέρα, ενώ ο Νασρ-εν-Ντιν καθότανε μέσα σε μια βάρκα, στην όχθη ενός ποταμού, του ήρθαν οχτώ δερβισσάδες και τον παρακάλεσαν να τους περάση στην άλλη όχθη.
— Τι θα μου δώσετε; τους ρώτησε ο Χότζας.
— Ένα δίγροσο ο καθένας. Καλά δεν είνε;
— Καλά.
Κι' αφού τους έβαλε μέσα στη βάρκα, άρχισε να κωπηλατή.
Μα, ενώ ήσαν ακόμα στη μέση του ταξιδιού τους, η βάρκα έγειρε ξαφνικά από τη μια πάντα, κ' ένας από τους δερβισσάδες, που δεν κρατιότανε καλά, έπεσε μέσα στο ποτάμι, και παρασύρθηκε από τα νερά.
Οι άλλοι δερβισσάδες άρχισαν να φωνάζουν και να τα βάζουν με το Χότζα.
— Βρε τι ουρλιάζετε έτσι; τους είπε εκείνος. Δεν έχετε παρά να με πληρώσετε ένα ναύλο λιγώτερο.
62. — «ΠΩΣ ΣΩΘΗΚΕ!»
Μια μέρα, ο Νασρ-εν-Ντιν έχασε το γάιδαρό του, και ψάχνοντας στους δρόμους για να τον εύρη, ρωτούσε τους διαβάτες μήπως τον είδαν, και την ίδια στιγμή επανελάβαινε: «Δόξα νάχη ο Θεός! Δόξα νάχη ο Θεός!»
— Γιατί δοξάζεις το Θεό, Χότζα; τότε ρώτησε κάποιος.
Απάντησε:
Δοξάζω το Θεό που δεν έτυχε να τον έχω καβάλλα, αλληώτικα θάμουν κ' εγώ χαμένος, τώρα. Μωρέ, πώς σώθηκα!
63. — ΓΥΡΙΖΕΙ ΝΑ ΒΡΗ ΤΟΝ ΥΠΝΟ ΤΟΥ
Ένα βράδυ, ο Νασρ-εν-Ντιν, έχοντας αϋπνία, βγήκε κατά τα μεσάνυχτα απ' το σπίτι του και γύριζε στους δρόμους.
Έξαφνα τον συναντά ένας γαφίρης (νυκτοφύλακας) και του λέει:
— Ε! Κύριε! Τι θέλεις έξω στους δρόμους τέτοια ώρα;
— Μου έφυγε ο ύπνος μου και γυρίζω να τον εύρω, απάντησε ο Χότζας.
64. — ΤΙ ΣΑΣ ΝΟΙΑΖΕΙ ΓΙΑ ΤΗ ΧΗΝΑ
Κάποιοι, μια μέρα, που κουβέντιαζαν με τον Νασρ-εν-Ντιν Χότζα, τούπαν:
— Μια χήνα περνούν:
— Τι με νοιάζει; είπε ο Χότζας.
Τούπαν πάλι:
— Στο σπίτι σου την πάνε!
— Τι σας νοιάζει; τους είπε.
65. — ΔΑΝΕΙΟ ΚΑΙ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑ
Κάποτε, ένας φίλος του Χότζα του ζήτησε δανεικά λίγα χρήματα με λίγη προθεσμία. Του απάντησε ο Χότζας.
— Χρήματα δεν μπορώ να σου δώσω, μα, επειδή είσαι φίλος μου, προθεσμία σου δίνω όση θέλεις.
66. — ΔΕΥΤΕΡΟ ΕΠΙΣΟΔΕΙΟ ΣΤΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ
Ένα απόγεμα, ο Χότζας περνώντας έξω από ένα νεκροταφείο, μπήκε μέσα, ξαπλώθηκε σ' ένα παληό μνημούρι, ακριβώς πλάι στο δρόμο, έκλεισε τα μάτια του, κ' έκανε το νεκρό, για να ιδή αν θα κατέβαιναν οι δυο άγγελοι να τον κρίνουν.
Σε λίγο, άκουσε ήχο κουδουνιών, και νομίζοντας πως στ' αλήθεια κατέβαιναν οι άγγελοι, πετάχτηκε έξω από το μνήμα. Μα, εκείνην τη στιγμή περνούσαν απ' εκεί μερικοί αγωγιάτες με τα μουλάρια τους, και τα κακόμοιρα τα ζα βλέποντάς τον να πετιέται σα σκιάχτρο έξω από το μνήμα τρόμαξαν και σκόρπισαν κάτω στο διπλανό λιβάδι.
Οι αγωγιάτες, αναμένοι από το θυμό πλησίασαν στο Χότζα και τούπαν:
— Ποιος είναι, μωρέ, συ;
— Πεθαμένος είμαι, αποκρίθηκε ο Χότζας και βγήκα στον κόσμο να διασκεδάσω λιγάκι.
— Στάσου να σε διασκεδάσωμε εμείς καλά, είπαν οι αγωγιάτες, που έπεσαν απάνω του με τις μαγκούρες τους και τόνε κάνανε παστό απ' το ξύλο.
Όταν το βράδυ, ο Χότζας γύρισε στο σπίτι του, ελεεινός, και μόλις μπορώντας να σύρη τα πόδια του, η γυναίκα του τούπε:
— Χότζα μου, τι έπαθες, τι έχεις, πού ήσουν και μούρθες σ' αυτό το χάλι;
— Άσε με, μωρή γυναίκα! απάντησε ο Χότζας. Νά! Πέθανα, κ' ήμουνα στον τάφο.
— Τι λες, μωρέ Χότζα; είπε με θαυμασμό η γυναίκα. Και τι έχει στον άλλον κόσμο;
Είπε ο Νάσρ εν-Ντιν:
— Αν δεν τρομάζης τα μουλάρια, κι' αν δε γελάς τους αγωγιάτες, τίποτα δεν έχει.
67. — ΤΑ ΣΤΟΛΙΔΙΑ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ
Κάποτε, ο Νασρ-εν-Ντιν μπαίνοντας σε μια μεγάλη πόλι είδε απ' έξω τα ωραία της υδραγωγεία και ρώτησε:
— Τι είνε αυτά;
— Είνε της πατρίδας μας τα στολίδια, του είπε κάποιος από τους κατοίκους.
— Ωραία, μα το Θεό! αναφώνησε ο Χότζας. Κ' εγώ σα γυρίσω στο σπίτι μου θα του χτίσω τέτοια στολίδια.
68. — Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΧΗΝΑΣ ΠΟΥ ΠΕΤΑΞΕ ΑΠΟ ΤΟ ΦΟΥΡΝΟ
Κοντά στο σπίτι του Χότζα ήταν ένας φούρνος, όπου συνήθιζε κάποτε, κατά το μεσημέρι, να πηγαίνη και να παίρνη μυρωδιά από τα διάφορα ψητά.
Μια μέρα, ενώ καθόταν εκεί και θαύμαζε τα ταψιά που ήσαν αραδιασμένα κι' άχνιζαν, απάνω στο τεζάκι, παρετήρησε ανάμεσα στ' άλλα μια χήνα τετράπαχη και ροδοκόκκινη, που η θέα της μονάχα του λίγωσε την καρδιά, και ρώτησε το φούρναρη:
— Ποιανού είνε αυτή η χήνα;
— Του Βαλή (διευθυντού της Αστυνομίας) απάντησε ο φούρναρης. Μου την έστειλε σήμερα το πρωί.
Ο Νασρ-εν-Ντιν, που ήταν εκείνην την εποχή Καδής, έβαλε με το νου του να χαρή αυτός τη χήνα. Είπε, λοιπόν, στο φούρναρη:
— Στείλε μου την στο σπίτι μου!
— Πώς; Κ' ύστερα, ο Βαλής; . . . Τι θα του πω; . . . είπε ο φούρναρης τρομαγμένος.
— Βρε στείλε την, σου λέω! Στείλε την και μη σε μέλλει! επέμεινε ο Χότζας, και με ύφος εκμυστηρευτικό του πρόσθεσε:
— Καλλίτερα να τάχης καλά με του Καδή παρά με το Βαλή!
— Μα, τι θα πω του Βαλή σαν έρθη να την ζητήση; ρώτησε ο φούρναρης.
— Να του πης πως η χήνα πέταξε μέσα από το φούρνο, και για τ' άλλα κάνω καλά εγώ.
Ο φούρναρης βλέποντας την επιμονή του Καδή, και μη θέλοντας να τον δυσαρεστήση, έστειλε τη χήνα στο σπίτι του.
Ύστερα από λίγη ώρα, παρουσιάστηκε ο Βαλής και ζήτησε το ταψί του.
Ο φούρναρης, με προσποιημένη προθυμία, πήρε αμέσως το φτιάρι κι' άρχισε να ψάχνη μέσα στο φούρνο, τάχα για να βρη τη χήνα.
— Περίεργο, είπε, σε λίγο. Η χήνα δε φαίνεται . . . Τι γένηκε; . . .
Κ' εξακολουθούσε να ψάχνη.
— Έλα κάνε γρήγορα, και δε βαστώ από την πείνα, φώναξε ο Βαλής.
— Βαλή μου, τη χήνα σου δεν τη βλέπω. Φαίνεται θα πέταξε!
Ο Βαλής έξω φρενών άρχισε να φωνάζη.
Ακούοντας τις φωνές διάφοροι γειτόνοι μαζώχτηκαν έξω από το φούρνο, να ιδούνε τι συμβαίνει.
Ο φούρναρης, αφού έψαξε άλλη μια φορά μέσα στο φούρνο, επανέλαβε το ίδιο τροπάριο:
— Δεν είνε . . . Θα πέταξε . . . Αλληώς δεν εξηγείται . . .
Ο Βαλής δεν μπορεί πια να συγκρατηθή κι' ορμά στο φούρναρη για να τονε χτυπήση. Ο φούρναρης σηκώνοντας λοξά το φτιάρι για να προφυλαχθή, βγάζει με την άκρη του κονταριού το μάτι ενός Εβραίου, που στεκόταν μαζύ με τους άλλους απ' έξω και χάζευε.
Ο φούρναρης βλέποντας τα πράγματα να μπερδεύονται πολύ επικίνδυνα γι' αυτόν, πηδά απάνω απ' το τεζάκι και τρέχει για να σωθή, μα, τον παίρνουν το κατόπι ο Βαλής, ο Εβραίος που έχασε το μάτι του, κι όλοι οι φίλοι του Εβραίου.
Βλέπει μία πόρτα ανοιχτή, και χώνεται μέσα για να κρυφτή. Στην αυλή κάθεται μια γυναίκα γκαστρωμένη, που βλέποντας έναν άνθρωπον ξεσκούφωτο να ορμάη μέσα, κ' ένα πλήθος να τον κυνηγά από πίσω, τρομάζει και ρίχνει το παιδί.
Περισσότερο θορυβημένος, τώρα, ο φούρναρης, βγαίνει έξω από μια πόρτα, που ήταν από το αντίθετο μέρος της αυλής, με το πλήθος πάντα από πίσω του, μπαίνει σ' ένα Τζαμί, κι' ανεβαίνει στο μιναρέ. Μα, και κει του ακολουθούν. Η θέσι του είνε δεινή. Συλλογιέται: αν μείνη θα τον κατακομματιάσουν, αν πηδήση από το μιναρέ στο δρόμο, εννιά πιθανότητες στις δέκα, θα τσακισθή. Μπρος γκρεμνός και πίσω ρέμα. Μα, πρέπει ν' αποφασίση. Ή το ένα ή το άλλο! Οι διώκτες τον πλησιάζουν. Προτιμά το δεύτερο, που έχει, τουλάχιστον μια πιθανότητα να σωθή. Πηδά, λοιπόν, από τον μιναρέ και πέφτει ακριβώς απάνω σ' ένα σαράφι Εβραίο, που καθόταν απάνω στο παγκάκι του κ' έκανε λογαριασμούς, και τον αφήνει νεκρό, στον τόπο.
Εκεί, όμως, τον επρόλαβαν εκείνοι που τον κυνηγούσαν, και τον έφεραν σέρνοντας στον Καδή, που εκείνην τη στιγμή καθόταν στο τραπέζι κ' έτρωγε με άπειρη ευφροσύνη τη χήνα. Άρχισαν όλοι μαζύ να φωνάζουν και να λένε τι πάθανε απ' το φούρναρη.
— Σταθήτε! Με τη σειρά! τους λέει ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας, που παράτησε αμέσως το τραπέζι και τους πήρε κάτω στο δικαστήριο, όπου ήταν το Ιερό Βιβλίο του Νόμου (το Κοράνι) που σύμφωνα μ' αυτό εδίκαζε. Εκεί, αφού κάθησε στην έδρα του είπε πρώτα στο Βαλή:
— Τι θέλεις απ' αυτόν τον άνθρωπο;
— Καδή μου! απάντησε ο Βαλής. Το πρωί, του πήγα μία χήνα για να μου την ψήση, και τώρα μου λέει πως η χήνα πέταξε μέσα από το φούρνο! Θέλω να μου δώση τη χήνα μου.
Ο Χότζας ανοίγει αμέσως το βιβλίο, γυρίζει κάμποσα φύλλα και διαβάζει, ότι σε κάθε εκατό χρόνια γίνεται κ' ένα τέτοιο θαύμα, και είνε σωστά εκατό χρόνια που έγεινε το προηγούμενο θαύμα. Προσθέτει, ότι είνε τρισευτυχισμένος εκείνος που χάνει αυτήν τη χήνα, γιατί το πουλί πετάει στον Παράδεισο και περιμένει εκεί του κύριό του.
Ο Βαλής ευχαριστημένος υπερβολικά απ' αυτό το άκουσμα, απόσυρε τη μήνυσί του κ' έφυγε.
Δεύτερος ήρθε ο Εβραίος που έχασε το μάτι του.
Ο Νασρ-εν-Ντιν ξεφύλλισε πάλι το Κοράνι κ' είπε ότι βέβαια ο Εβραίος είχε δίκαιο, και ότι ο φούρναρης έπρεπε να σταθή να του βγάλη ο Εβραίος το μάτι, αλλά το Ιερό Βιβλίο έλεγε ότι ένα μάτι Μουσουλμάνου ισοδυναμεί με δυο μάτια Εβραίου, για τούτο λοιπόν έπρεπε πρώτα ο Εβραίος να σταθή να του βγάλη και το άλλο μάτι ο φούρναρης, κ' ύστερα να βγάλη του φούρναρη το ένα.
Δεν είχε ακόμα τελειώση το λόγο του ο Χότζας, κι' ο Εβραίος έτρεξε κοιτά την πόρτα κι' όπου φύγη-φύγη.
Τρίτος ήρθε ο άνδρας της γυναίκας που απόβαλε.
Γι' αυτόν ο Νόμος έλεγε ότι ο φούρναρης έπρεπε να του κάνη ένα άλλο παιδί με τη γυναίκα του.
Τρομάρα τον έπιασε τον κακομοίρη του άνθρωπο, που κοίταξε πώς να φύγη μια ώρα αρχήτερα από κει μέσα.
Τέλος, ήρθε κι' ο αδελφός του σαράφη που σκοτώθηκε.
Ο Χότζας ξεφύλλισε άλλη μια φορά το βιβλίο, και βρήκε ότι θα έπρεπε με τον ίδιον τρόπο να σκοτώση κι' αυτός τον φούρναρη. Δηλαδή, ο φούρναρης θα καθόταν κάτω από τον μιναρέ απ' όπου εκείνος θα πηδούσε και θάπεφτε απάνω του. Μα, είτε τον σκότωνε, είτε δεν το σκότωνε, είτε σκοτωνότανε αυτός ο ίδιος, ο φούρναρης θα ήταν συχωρεμένος για το φόνο του σαράφη, και ενώπιον του Νασρ-εν και ενώπιον των ανθρώπων.
Φυσικά, κι' αυτός προτίμησε να το βάλη στα πόδια.
Όταν έφυγαν όλοι, ο Χότζας γύρισε στο φούρναρη και τούπε:
— Ε! Λοιπόν, τι σου 'λεγα; Δεν είνε προτιμώτερο νάχης φίλο έναν καδή, παρά ένα διευθυντή αστυνομίας;
— Ναι! Χότζα μου, ο Θεός να σου δίνη κάθε αγαθό στη γη, και τη συντροφιά εβδομήντα δυο Ουρί (8) στην Άλλη Ζωή, είπε μ' ευγνωμοσύνη ο φούρναρης.
Κι' αφ' ού έσκυψε και φίλησε την άκρη του καφτανιού του σωτήρα του, έφυγε και γύρισε, χαρούμενος, στη δουλειά του.
69. — ΕΝΑΣ ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΣ
Μια χρονιά, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας πούλησε τ' αγγούρια του κήπου του στην αγορά, και με τα χρήματα που μάζεψε αγόρασε ένα γάιδαρο.
Αυτόν το γάιδαρο, μια μέρα, τον πήρε στο δάσος και τον εφόρτωσε ξύλα. Μα, στο γυρισμό, ενώ περνούσαν ένα ποτάμι, ο γάιδαρος γλύστρησε και πνίγηκε.
Ο Νασρ-εν-Ντιν ούτε ταράχτηκε ούτε σικλεντίστηκε γι' αυτό το ατύχημα.
Έκανε μόνο αυτόν το συλλογισμό:
— Φαίνεται ότι τα γαϊδούρια που αγοράζουνται με χρήματα αγγουριών, έχουν αυτήν την τύχη: να πεθαίνουν από πνιγμό!
70. — Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΛΑΓΟΥ
Κάποτε, ο Χότζας κατεβαίνοντας στον κάμπο, έπιασε ένα λαγό, κ' επειδή δεν είχε δη άλλη φορά ένα τέτοιο ζώο, και δεν ήξερε τι είταν, τον έκλεισε καλά μέσα σ' ένα σακκί και τον έφερε στο χωριό για να τον δείξη στους συχωριανούς του.
Όταν έφθασε στο σπίτι, φώναξε τη γυναίκα του και της είπε:
— Γυναίκα, έπιασα σήμερα ένα πολύ παράξενο ζώο. Τώχω μέσα σ' αυτό το σακκί. Πρόσεξε μην τ' ανοίξης και μας φύγη, γιατί πάω να προσκαλέσω τους συχωριανούς μας για να τους το δείξω. Ίσως αυτοί γνωρίζουν τι ζώο είνε.
Κ' έφυγε. Μα, η γυναίκα, όταν έμεινε μονάχη δεν μπορούσε να ησυχάση από την περιέργεια, κι' αφού δίστασε κάμποση ώρα, «να τ' ανοίξη! να μη τ' ανοίξη!» τέλος δεν μπόρεσε ν' ανθέξη περισσότερο στον πειρασμό κι' απεφάσισε ν' ανοίξη το σακκί για να ιδή «τι ήταν πια αυτό το παράξενο ζώο» που της έλεγε ο άνδρας της. Θα άνοιγε μόλις λιγάκι το σακκί, νά, τόσο δα, όσο χρειαζόταν για να ρίξη μέσα μια ματιά κ' ύστερα θα τώκλεινε πάλι, καλά, όπως ήταν πρώτα.
Μα, μόλις χαλάρωσε το σπάγγο, ο λαγός μ' έναν πήδο βρέθηκε έξω απ' το σακκί, κ' έγεινε άφαντος από μπροστά της, σαν καπνός.
Ανήσυχη, τότε, και φοβισμένη, για να καλύψη την πομπή της, πήρε ένα «άσσιρ» (9) και το έβαλε μέσα στο σακκί, στη θέσι του λαγού. Κι' αφού έδεσε πάλι το σακκί με το σπάγγο, το άφησε εκεί που τώχε ακουμπήση ο άνδρας της κι' ανέβηκε στην κάμαρά της.
Σε λίγο, γύρισε ο Χότζας, φέρνοντας μαζύ του τον καδή, τον αστυνόμο, τον εισπράχτορα των φόρων, κι' άλλους προεστούς του χωριού, για να τους δείξη το παράξενο ζώο.
Αφού τους έβαλε όλους στη σειρά και σχημάτισαν κύκλο, και τους είπε νάχουν καλά το νου τους μη τους φύγη το ζώο, μπήκε αυτός στη μέση και με μεγάλη προσοχή και προφύλαξι έλυσε το σπάγγο και άδειασε χάμου το σακκί. Μα, οι άλλοι, αντί λαγό, βλέπουν να κυλά μέσα απ' το σακκί ένα «άσσιρ».
Ο Χότζας τάχασε και δεν ήξερε τι να πη. Μα, αμέσως εννόησε τι είχε συμβή, (γιατί είχε αρκετή πείρα της περιεργείας της γυναίκας του — ελάττωμα που ήταν σ' αυτήν αγιάτρευτο), και για να σώση την αξιοπρέπειά του, προσποιήθηκε πως δεν ήξερε τι πράγμα ήταν αυτό που βγήκε απ' το σακκί.
Τότε, οι φίλοι του, νομίζοντας πως στ' αλήθεια ο Νασρ-εν-Ντιν δεν ήξερε τι ήταν, του είπαν:
— Νά, παιδί μου, «άσσιρ» είνε: δέκα τέτοια κάνουν ένα κοιλό.
71. — Η ΔΙΔΑΧΗ
Μια Παρασκευή, στο Τζαμί, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας, ανεβαίνοντας στην έδρα του ιεροκήρυκα, φώναξε:
— Ω πιστοί Μουσουλμάνοι, ξέρετε τη διδαχή που θα σας κάνω;
— Όχι, του αποκρίθηκε, το πλήθος των πιστών.
— Αφού δεν ξέρετε, τι να σας την πω; τους απάντησε και κατέβηκε απ' την έδρα.
Την άλλη Παρασκευή, ανέβηκε πάλι στην έδρα και φώναξε:
— Ω πιστοί Μουσουλμάνοι, ξέρετε τη διδαχή που θα σας κάνω;
— Ναι, τούπαν όλοι με μια φωνή.
— Ε! Αφού την ξέρετε, θεωρώ περιττό να σα την πω, απάντησε και κατέβηκε πάλι από την έδρα.
Απορημένοι, τότε, οι πιστοί, αποφάσισαν όταν πάλι ο Χότζας έρθη στο Τζαμί για να κάνη το κήρυγμα και τους ρωτήση το ίδιο, άλλοι να του απαντήσουν: «ξέρομε», και άλλοι: «δεν ξέρομε».
Πράγματι όταν την Παρασκευή, ήρθε πάλι ο Χότζας και τους ρώτησε:
— «Ω πιστοί Μουσουλμάνοι, ξέρετε τι διδαχή θα σας κάνω;
Άλλοι του αποκρίθηκαν «ναι!» και άλλοι «όχι!».
— Ε! Τότε, απάντησε ο Χότζας, εκείνοι που την ξέρουν ας τη διδάξουν σ' εκείνους που δεν την ξέρουν.
72. — Ο ΠΕΤΕΙΝΟΣ Κ' ΟΙ ΚΟΤΤΕΣ
Μια μέρα, ο Χότζας πήρε τα παιδιά του σχολείου του στο Λουτρό.
Προηγουμένως, τα παιδιά του σχολειού συμφώνησαν και πήραν μαζύ τους το καθένα από ένα αυγό, που τώκρυψαν κάτω από την αμασχάλη τους, κ' ενώ κάθουνταν ολόγυρα στη χαβούζα του λουτρού, ένα απ' αυτά πρότεινε:
— Ξέρετε τι λέω; Να καθήσωμε να γεννήσωμε αυγά, κι' όποιος δεν κάνη αυγό, αυτός να πληρώση για όλους μας τα έξοδα του λουτρού.
— Ναι! Ναι! φώναξαν, όλα μαζύ, τα παιδιά, κι' άρχισαν να κακαρίζουν σαν κόττες, και, σε λίγο, να παρουσιάζουν το καθένα από ένα αυγό.
Άμα είδε τ' αυγά, ο Χότζας κορδώθηκε και άρχισε να κράζη σαν πετεινός.
— Κικιρίκι! Κικιρίκι!
— Γιατί κάνεις έτσι Χότζα; τούπαν τα παιδιά έκπληκτα.
— Τι διάολο! απάντησε ο Χότζας, μέσα σε τόσες κόττες δεν πρέπει να είνε κ' ένας πετεινός;
73. — ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ
Μια νύχτα ο Χότζας ήταν πλαγιασμένος με τη γυναίκα του, όταν αυτή τόνε σκούντησε και τούπε:
— Χότζα μου, δεξιά σου, απάνω στο κομό, είναι ένα κερί. Σε παρακαλώ, άπλωσε το χέρι σου κι' άναψέ μου το.
— Βρε γυναίκα, παλαβώθηκες; απάντησε ο Χότζας' Μέσα σε τέτοιο σκοτάδι, μπορεί κανείς να διακρίνη ποιο είνε το δεξί του και ποιο τ' αριστερό του;
74. — Η ΠΡΟΠΛΗΡΩΜΗ
Κάποτε ο Χότζας ετοιμαζότανε να πάη στο πανηγύρι και τα παιδιά του σχολειού του τον παρεκάλεσαν να τους φέρη από μια καλαμένια φλογέρα• ένα μάλιστα απ' αυτά τούδωσε κ' έναν παρά για να του την αγοράση.
— Μάλιστα, είπε ο Χότζας, «όποιος έδωσε τον παρά θα παίξη τη φλογέρα». (10)
75. — Ο ΚΑΥΓΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΠΛΩΜΑ
Μια χειμωνιάτικη νύχτα, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας, κει που κοιμόταν, άκουσε δυο ανθρώπους, κάτω στο δρόμο, νάχουν στήση γερό καυγά και να χτυπιούνται.
Ο Χότζας τινάχτηκε απάνω κ' είπε στη γυναίκα του:
— Βρε, γυναίκα, σήκω κι' άναψε το φως, να ιδούμε τι πάθανε αυτοί και μαλώνουνε.
Εκείνη του είπε:
— Βρε άνδρα, δεν κάθεσαι κει που κάθεσαι! Τι σε νοιάζει για τις ξένες έννοιες; . . .
Μα, ο Χότζας, πού να δώση προσοχή στις συμβουλές της γυναίκας του! Παίρνει το πάπλωμα, τυλίγεται με αυτό, και κατεβαίνει στο δρόμο,
Μόλις τον είδαν οι δυο άνθρωποι, που μάλωναν, παρατούν αμέσως του καυγά, αρπάζουν από το Χότζα το πάπλωμα, και γίνονται άφαντοι σ' ένα λεπτό.
Όταν ο Χότζας γύρισε στο σπίτι του, γυμνός και τουρτουλιασμένος από το κρύο, τονε ρωτά η γυναίκα του.
— Τι καυγάς ήταν, Χότζα μου;
— Ήταν καυγάς για το πάπλωμα, αποκρίνεται ο Χότζας. Πάρθηκε το πάπλωμα τέλειωσε κι' ο καυγάς.
76. — ΤΟ ΚΑΛΟ ΦΕΡΣΙΜΟ
Κάποτε ο Χότζας πήγαινε κάπου καβάλλα στο γάιδαρό του. Βλέποντας όμως ότι πίσω του ερχόντουσαν πεζοί μερικοί ιερωμένοι, που τους γνώριζε, σκέφθηκε πως ήταν ανάρμοστο γι' αυτόν να τους γυρίζη τις πλάτες, για τούτο γύρισε και καβαλλίκεψε ανάποδα στο ζω.
Όταν οι ιερωμένοι τονε ρώτησαν γιατί τώκανε αυτό, ο Χότζας τους απάντησε:
— Γιατί, αν καβαλλικέψω σωστά, σας έχω πίσω μου, έτσι, σας έχω μπρος μου. Αυτό επιβάλλει η ευγένεια.
77. — ΚΑΝΑΝΕ «ΠΑΤΣΕ»! (11)
Μια μέρα, κάποιος ήρθε και κτύπησε την πόρτα του Νασρ-εν-Ντιν Χότζα.
Ο Χότζας που εκείνην την ημέρα είχε τεμπελιά, και ραχάτευε στον οντά του, σηκώθηκε με βαρεμό, και μουρμουρίζοντας βλαστήμιες για εκείνον που του τάραζε έτσι την ησυχία του, άνοιξε το παράθυρό του και ρώτησε από πάνω.
— Ποιος είσαι; Τι θέλεις;
— Κατέβα κάτω, θέλω να σου πω κάτι, του φώναξε ο ξένος.
Ο Χότζας κατέβηκε, μουρμουρίζοντας πάντα μέσα στα δόντια του, άνοιξε την πόρτα και ρώτησε.
— Νά με! Τι θέλεις;
— Φτωχός είμαι! Δος μου ένα κομμάτι ψωμί, για την ψυχή των πεθαμένων σου, απάντησε ο άνθρωπος
— Ανέβα απάνω μαζύ μου, είπε ο Χότζας.
Ο ζητιάνος τον ακολούθησε, κι' ο Χότζας του ανέβασε ως στο αψηλότερο μέρος της ταράτσας, κ' εκεί τούπε:
— Λέγε, τώρα, τι θέλεις;
— Όπως σου είπα, Χότζα μου, ήθελα να νου δώσης μια ελεημοσύνη γιατί είμαι φτωχός και δεν έχω να φάω.
— Ο Θεός να σ' ελεήση, του απάντησε ο Χότζας.
— Πώς; ξεφώνησε ο ζητιάνος. Και μ' ανέβασες ίσα με δω απάνω για να μου το πης αυτό:
— Και συ, πώς με υποχρέωσες να καταβώ κάτω για να μου πης πως θέλεις ελεημοσύνη; είπε ο Χότζας. Τώρα, είμαστε πάτσε!
78. — ΣΟΥΠΑ ΑΠΟ ΠΑΠΙΕΣ
Μια μέρα, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας είδε σε μια σουβάλα μερικές πάπιες να κολυμπούν.
Έτρεξε ως εκεί για να τις πιάση μα, κάθε που άπλωνε το χέρι του, εκείνες έφευγαν.
Βασανίστηκε έτσι κάμποση ώρα, κ' ύστερα αφού απελπίστηκε απ' αυτήν την μάταιη προσπάθεια, έβγαλε ένα κομμάτι ψωμί που είχε στην τσέπη του, άρχισε να το βουτά στο νερό της σουβάλας και να το τρώη.
Κάποιος, που περνούσε εκείνην την ώρα απ' εκεί τόνε ρώτησε:
— Τι τρως, Χότζα;
— Σούπα από πάπιες! απάντησε ο Χότζας.
79. — Ο ΚΟΥΡΕΑΣ
Ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας ξύριζε το κεφάλι του, μια μέρα, κι' ο κουρέας σε κάθε ξουραφιά τον έκοβε, και του 'βαζε μπαμπάκι για να σταματήση το αίμα.
— Ε! άνθρωπε, του φώναξε, τέλος, ο Χότζας, ως τώρα, στο μισό μου κεφάλι έσπειρες μπαμπάκι, άφησέ μου τουλάχιστον το άλλο μισό να σπείρω εγώ λινάρι.
80. — ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ ΤΟΥ
Μια μέρα, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας φόρεσε βαρύ πένθος, και κατέβηκε στην αγορά.
Μόλις τον είδαν οι φίλοι του, τρέξανε ανήσυχοι κοντά του και τούπαν:
— Ζωή σε λόγου σου! Ποιος πέθανε;
Ο Χότζας απάντησε:
— Πέθανε ο πατέρας του γιού μου, και κρατάω πένθος.
81. — Η ΠΑΠΙΑ ΜΕ ΤΩΝΑ ΠΟΔΙ
Μια φορά, ο Πασσάς της Επαρχίας, κάνοντας περιοδεία στο κυβερνείο του, κατασκήνωσε έξω από το χωριό του Χότζα, για μια μέρα ή δυο.
Οι χωρικοί τότε διάλεξαν γι' αντιπρόσωπό τους το Νασρ-εν-Ντιν, σα γραμματισμένος δα που ήταν, για να τον προσφωνήση, και του υποβάλη τα σέβη του, και για να μην τον στείλουν με άδεια χέρια και για να καλοπιάσουν του Πασσά, έδωσαν στο Χότζα μια πάπια ψητή, να του την προσφέρη πεσκέσι απ' αυτούς.
Στο δρόμο, ο Νασρ-εν-Ντιν μην αντέχοντας στη γαργαλιστική μυρωδιά της ψητής πάπιας, που του λίγωνε την καρδιά, αποφάσισε να φάη λιγάκι απ' αυτήν.
— Ποιος ξέρει, είπε μέσα του, αν θα με κρατήση στο τραπέζι του ο Πασσάς, απόψε. Ας φάω τώρα, ένα κομμάτι, κι' αν, πάλι, με κρατήση, πάλι τρώω.
Λοιπόν, τραβήχτηκε σ' ένα παράμερο μέρος έβαλε κάτω το ταψί, κι' άρχισε να συλλογίζεται από πού να κόψη και να φάη.
Τέλος, το βρήκε. Έκοψε κ' έφαγε το ένα ποδάρι της πάπιας, ύστερα γύρισε το πουλί, και το τοποθέτησε με τέτοιον τρόπο ώστε η φαγωμένη πλευρά νάνε από κάτω, λέγοντας μέσα του:
— Αυτός θα φάη από απάνω και δε θα παρατηρήση πως λείπει το ποδάρι.
Έφθασε στο τσαντήρι του Πασσά, τη στιγμή που αυτός ήταν έτοιμος να καθήση στο τραπέζι. Ο Πασσάς ευχαριστημένος από την προσφώνησι του Χότζα κι' από το πεσκέσι των χωρικών (έτυχε κιόλας να τρελλαίνεται για την ψητή πάπια), κράτησε το Χότζα να φάη μαζύ του, και κάθησαν στο τραπέζι.
Σε λίγο φέραν τα φαγητά, και πρώτα απ' όλα την πάπια, το πεσκέσι. Μα, οι δούλοι είχαν βγάλη το πουλί από το ταψί, και το σερβίρησαν στην πιατέλα με τη φαγωμένη πλευρά από πάνω.
Ο Πασσάς απόρησε και ρώτησε το Χότζα;
— Πώς γίνεται αυτό; Μ' ένα πόδι μου' στειλαν οι συχωριανοί σου την πάπια;
— Όχι, Πασσά μου! απάντησε ο Χότζας. Μα, στον τόπο μας οι πάπιες έχουν ένα μόνο ποδάρι.
— Μπορείς να μου τ' αποδείξης αυτό; ρώτησε ο Πασσάς.
— Πώς, όχι; του είπε Νασρ-εν-Ντιν. Αν θέλης το πρωί σηκωνόμαστε και πάμε και τις βλέπεις.
Το πρωί ο Χότζας πήρε του Πασσά και τον κατέβασε στο λιβάδι. Εκεί στάθηκε σ' ένα ύψωμα όχι μακρυά από μια μικρή λίμνη, που στην όχθη στέκουνταν μερικές πάπιες.
— Να, πασσά μου, βλέπεις τις πάπιες που είνε μ' ένα ποδάρι;
Πράγματι, οι πάπιες είχαν λουστή στη λίμνη και στέκουνταν τώρα στον ήλιο, με το πόδι τους σηκωμένο απάνω και κρυμμένο μέσα στα φτερά της κοιλιάς τους, όπως συνειθίζουν αυτά τα πουλιά.
Ο Πασσάς, χωρίς να πη λέξι, έβγαλε από τη ζώνη του μία κουμπούρα και πυροβόλησε απάνω στις πάπιες.
Τα πουλιά, τρομαγμένα από του πυροβολισμό, ώρμησαν τρέχοντας κατά το λιβάδι, φυσικά, με τα δυο τους πόδια.
— Βλέπεις, βρε βαγαπόντη, είπε ωργισμένος ο Πασσάς, πως μου λες ψέματα; Οι πάπιες στον τόπο σου έχουν, όπως όλες οι πάπιες του κόσμου, δυο ποδάρια.
— Μα, Πασσά μου, απάντησε ατάραχος ο Χότζας, και σένα αν σου τινάξη κανείς μια κουμπουριά, θα γίνουνε τα δυο σου πόδια τέσσερα.
84. — ΤΟ ΒΙΟΛΙ
Μια νύχτα, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας έβαλε στο μυαλό του να κλέψη ένα σιδεράδικο.
Στάθηκε λοιπόν έξω από την πόρτα και άρχισε, με μια λίμα, που είχε πάρη μαζύ του, να λιμάρη την κλειδωνιά.
Ένας φίλος του, που κατά τύχη περνούσε απ' εκεί και τον αντελήφθηκε, τονε ρώτησε: