Οι ευτράπελες ιστορίες του, Νασρ-εν-ντιν Χότζα

Part 3

Chapter 327 wordsPublic domain

— Ναι Καδή μου!

— Και γιατί;

— Άκου να δης! απάντησε ο Χότζας. Κοιμόμαστε στο χαγιάτι μας, που είνε τόσο στενό, ώστε μόλις μπορούν να χωρέσουν δυο άνθρωποι, όταν η γυναίκα μου ωνειρεύτηκε τον πρώτο της άνδρα• του μιλούσε κ' εκείνος τη χάιδευε. Ψέματα, γυναίκα;

— Δεν μπορώ να τ' αρνηθώ, είπε εκείνη χαμηλώνοντας τα μάτια της από ντροπή.

— Ήταν, λοιπόν, φανερό, ότι ο Αγκίμπ, βρισκόταν ξαπλωμένος ανάμεσά μας. Μα, αμέσως σκέφθηκα πως το δυστυχισμένο το παιδί έπιανε πολύ λίγη θέσι απάνω στην ψάθα μας, και βέβαια θα στενοχωριόταν υπερβολικά. Αυτό δεν μπορούσα εγώ να τ' ανεχθώ, αν ήθελα να μείνω πιστός στους τύπους της φιλοξενίας. Για τούτο έσπρωξα το γυναίκα μου και την έστειλα στον κήπο, όπου μπορούσε, τέλος πάντων, σαν άνθρωπος του σπιτιού, να περάση μια νύχτα, χάριν του μουσαφίρη. Σε βεβαιώ, λυπήθηκα που βρέθηκα σ' αυτήν την ανάγκη, αλλά, τουλάχιστον, ησύχασα τη συνείδησί μου, ότι ο καλότυχος Αγκίμπ μπόρεσε να κοιμηθή αναπαυτικά, μια νύχτα, στο φτωχικό μου, που είχε την καλωσύνη να το τιμήση με την επίσκεψί του.

31. — ΕΚΔΙΚΗΣΙΣ

Η Ναζίμα (γιατί αυτό ήταν τόνομα της γυναίκας του Χότζα — της πρώτης, που τούχε κάνη τόσα πολλά, ώστε με τον καιρό τη βαρέθηκε πια, και την παράτησε) σκύλιασε που ο Καδής (στο προηγούμενο επεισόδιο) έδωσε δίκηο στον άνδρα της, κι' απεφάσισε να εκδικηθή.

Περίμενε, λοιπόν, μια κατάλληλη ευκαιρία, που της παρουσιάστηκε μια νύκτα, όταν ο Χότζας της έκανε κάποια παρατήρησι — δίκαιη, όπως ήσαν πάντα οι παρατηρήσεις του Χότζα. Εκείνη επίτηδες του απάντησε με αυθάδεια, κι' ο καυγάς άναψε. Απάνω στον καυγά η Ναζίμα έδωσε μια κλωτσιά στο Χότζα και τόνε γκρέμισε κάτω από τις σκάλες.

Οι γειτόνοι άκουσαν το θόρυβο, και το πρωί ρώτησαν το Νασρ-εν- Ντιν, τι του συνέβη τη νύχτα.

— Ω! Όχι τίποτα σπουδαίο, απάντησε ο Χότζας. Νά! Μάλωσα με τη γυναίκα μου, κ' εκείνη απάνω στα νεύρα της, η ευλογημένη, έδωσε μια κλωτσιά στο καφτάνι μου και τώρριξε κάτω από τις σκάλες.

— Και μπορεί από το καφτάνι να γίνη τόσος θόρυβος; ρώτησαν οι γειτόνοι με δυσπιστία.

— Ουφ, αδερφέ, τσιμπούρι μου γίνατε, απάντησε ο Χότζας με δυσφορία. Δεν καταλαβαίνετε μαθές πως ήμουν κ' εγώ μέσα στο καφτάνι;

32. — Η ΤΙΜΩΡΙΑ ΤΟΥ ΒΟΔΙΟΥ

Μια μέρα, στο χωράφι του Χότζα μπήκε ένα βόιδι.

Ο Χότζας πήρε μια μαγκούρα για να το χτυπήση, μα, εκείνο μόλις τον είδε να πλησιάζη τώβαλε στα πόδια και χάθηκε.

Ύστερα από μερικές μέρες, ο Χότζας είδε το Βαλή να περνάη έξω από το σπίτι του, σ' ένα αμάξι, όπου ήταν ζεμένο ένα βόιδι.

Ο Χότζας ώρμησε απάνω στο βόιδι, κι' άρχισε να το βαρά με μια μαγκούρα.

— Στάσου, μωρέ Χότζα! Τρελλάθηκες; Τι σούκανε το βόιδι; του φώναξε ο Βαλής.

Απάντησε ο Χότζας:

— Βαλή μου, σε παρακαλώ, μην ανακατεύεσαι στα νταραβέρια μου με το βόιδι. Εκείνο που τις τρώει, ξέρει τι μου έκανε!

33. — ΑΡΧΑΙΑ ΒΟΔΙΑ

Μια μέρα, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας, έκανε ένα σχέδιο• να μεγαλώσή το στάβλο του, και παίρνοντας την τσάπα άρχισε να γκρεμίζη τον ένα τοίχο, όταν βρέθηκε ξαφνικά στο γειτονικό στάβλο, όπου είδε κάμποσα βόδια μέσα.

Τρελλός απ' τη χαρά, ανέβηκε στη γυναίκα του και της είπε:

— Γυναίκα, γυναίκα, τα συχαρίκια μου! Ανακάλυψα ένα στάβλο, γεμάτο από βόδια που έχουν μείνη ζωντανά από τους αρχαίους χρόνους.

34. — Η ΟΥΡΑ ΤΟΥ ΓΑΪΔΑΡΟΥ

Κάποτε, ο Χότζας κατέβαζε στο παζάρι το γάιδαρό του για να τον πουλήση. Στο δρόμο, ο γάιδαρος γλύστρησε κ' έπεσε χάμου, όπου λερώθηκε η ουρά του με λάσπες.

— Ω! Τζαναμπέτικο ζώο, αναφώνησε ο Χότζας. Και την ώρα που θέλω να σε πουλήσω, εννοείς να με παιδέψης;

Και βγάζοντας ένα μαχαίρι, έκοψε την ουρά του γαϊδάρου, για να μην κάνη κακή φιγούρα (σκέφθηκε) στους αγοραστές και δεν τον πάρουν.

Όταν έφθασε στο παζάρι, τούπαν μερικοί:

— Μπρε, Χότζα, στο Θεό σου! Γάιδαρο χωρίς ουρά έφερες να μας πουλήσης; Τι να τον κάνωμε;

— Βρε, συμφωνήστε σεις, κ' η ουρά δεν είνε μακρυά, αποκρίθηκε ο Χότζας.

35. — ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ

Τον καιρό που ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζα, παλληκάρι ακόμα, ήταν σκουπιδιάρης και καντηλανάφτης σ' ένα Τζαμί, και δεν ήξερε ακόμα ούτε να διαβάζη, ούτε να γράφη, και κέρδιζε το ψωμί του κοροϊδεύοντας τον κόσμο, τούρθε ξαφνικά η ιδέα ν' ανοίξη ένα σχολειό για να μάθη γράμματα στα παιδιά του τόπου. Προμηθεύτηκε, λοιπόν, κάμποσες πλάκες, τετράδια και χαρτί του γραψίματος και τα κρέμασε ψηλά στους τοίχους του σπιτιού του, που το μετάτρεψε σε σχολειό. Ύστερα μεγάλωσε το σαρίκι του και κάθησε στην πόρτα, κι' όταν ο κόσμος περνούσε απ' έξω κ' έβλεπε το θεώρατο σαρίκι του και τις πλάκες και τα τετράδια, έλεγε με θαυμασμό:

— Μωρέ, τούτος είνε πολύ διαβασμένος και σοφός δάσκαλος!

Κι' όλοι τούστειλαν τα παιδιά τους για να τα μάθη γράμματα. Κι' αυτός έλεγε στον ένα μαθητή «γράψε!» και στον άλλον «διάβασε!» κ' έτσι οι μικροί μαθαίνανε τα γράμματα ο ένας απ' του άλλον.

Τώρα, μια μέρα, κει που καθόταν, όπως συνήθιζε τακτικά, στην πόρτα του σχολειού του, ο Χότζας είδε από μακρυά νάρχεται μια γυναίκα μ' ένα πράγμα στο χέρι, κ' είπε με το νου του:

— Αυτή η γυναίκα, δίχως άλλο έρχεται σε μένα για να της διαβάσω το γράμμα που κρατά. Τώρα, πώς να κάνω που δεν ξέρω ούτε ανάγνωσι, ούτε γραφή; Πρέπει να το σκάσω με τρόπο.

Και σηκώθηκε για να τραβήξη απ' τον άλλο δρόμο. Μα, ως που να στρίψη τη γωνιά, η γυναίκα τον πρόφθασε και τούπε:

— Πού πας, Νασρ-εν-Ντιν εφέντη;

— Πάω να κάνω τη μεσημεριάτική μου προσευχή, και θα γυρίσω.

— Μα, ακόμα αργεί το μεσημέρι: κάτσε μια στιγμή και διάβασέ μου αυτό το γράμμα.

Ο Νασρ-εν-Ντιν πήρε στα χέρια του το γράμμα, το γύρισε ανάποδα, και άρχισε να κάνη τάχα πως διαβάζει με προσοχή. Και πότε κουνούσε το κεφάλι του, πότε έκανε τα φρείδια του να χοροπηδούν, πότε έδινε στο πρόσωπό του έκφρασι θυμού ή στενοχωρίας.

Τώρα, το γράμμα αυτό ερχόταν από του άνδρα της γυναίκας, που έλειπε σε μιαν άλλη πολιτεία, κι' όταν η φτωχειά είδε το Χότζα να κάνη αυτές τις κινήσεις, είπε μέσα της. Δίχως άλλο ο άνδρας μου πέθανε, κι' ο διαβασμένος αυτός Δάσκαλος του Νόμου και της Θρησκείας δε θέλει να μου το πη απότομα». Του είπε, λοιπόν:

— Ω κύριέ μου, αν είνε πεθαμένος, πες μου το!

Ο Νασρ-εν-Ντιν κούνησε απλώς το κεφάλι του κ' έμεινε σιωπηλός. Του είπε η γυναίκα:

— Πές μου, κύριέ μου, να χάσω κάθε ελπίδα;

— Χάσ' την!

— Να φορέσω μαύρα;

— Φόρεσ' τα!

Λοιπόν, πήρε το γράμμα από τα χέρια του, κ' έτρεξε στο σπίτι της, όπου κάθησε κι' άρχισε να κλαίη με κοπετούς τον άνδρα της. Ένας γείτονας άκουσε τα κλάματά της και ρώτησε την αιτία. Του είπαν:

— Έλαβε ένα γράμμα και της λέει πως πέθανε ο άνδρας της.

— Αυτό είνε ψέμμα, είπε ο γείτονας. Γιατί εγώ ακόμα χθες έλαβα γράμμα από τον άνδρα της, και μου λέει πως είνε καλά, και πως μετά δέκα μέρες θάνε εδώ.

Και δίχως να χάνη καιρό, πήγε στη γειτόνισσά του και της είπε:

— Πού είνε το γράμμα που σούρθε;

Η γυναίκα σηκώθηκε και του τώδωσε, κ' εκείνος το άνοιξε και το διάβασε.

— Μα, γειτόνισσά μου, είπε, καλά τώλεγα εγώ. Ποιος ήταν αυτός ο κακοήθης που σούπαιξε αυτό το παιγνίδι; Άκου τι γράφει το γράμμα: «Αφού ερωτήσω για την ποθητή μου υγεία σου, σε πληροφορώ ότι κ' εγώ είμαι καλά, δόξα στον Πανάγαθο Θεό! Και να μη στενοχωρείσαι, γυναίκα, γιατί σε δέκα μέρες θα γυρίσω κ' ετοιμάσου να με δεχθής. Στο αναμεταξύ, σου στέλνω ένα πάπλωμα και ένα μπακιρένιο μαγγάλι, από τούτον του τόπο».

Το λοιπόν, η γυναίκα κατέβηκε και πήγε στον Νασρ-εν-Ντιν και τούπε με παράπονο και μ' επίπληξι.

— Γιατί μούκανες αυτό το πράγμα, Νασρ-εν-Ντιν εφέντη; Ταιριάζει σ' έναν άνθρωπο διαβασμένο σαν κ' εσένα να γελά τις φτωχές γυναίκες;

Και του επανέλαβε ό,τι της είχε πη ο γείτονάς της, ότι ο άνδρας της ήτανε καλά και της έστελνε κ' ένα πάπλωμα κ' ένα μαγγάλι.

— Έχεις δίκαιο, καλή μου γυναίκα, απάντησε ο Χότζας. Συχώρεσέ με. Γιατί, εκείνην τη στιγμή, ήμουν αφηρημένος, ήταν και τα μάτια μου θαμπωμένα από του ήλιο, και, βλέποντας το μαγγάλι τυλιγμένο μες στο πάπλωμα, το πήρα πως ήταν ο άνδρας σου νεκρός και τον είχαν κιόλας σαβανώση.

— Ε! Αφού είνε έτσι, συχωρεμένος νάσαι! απάντησε η γυναίκα, που σαν αγράμματη που ήταν, δε στάθηκε ικανή να μυριστή την κατεργαριά.

36. — Ο ΑΡΡΩΣΤΟΣ

Ο Χότζας, είχε μια φορά, άρρωστο στο σπίτι του. Πολλοί γνωστοί ήρθαν να ρωτήσουν τι κάνει.

Ο Χότζας απάντησε:

— Το πρωί, δόξα τω Θεώ, ήτανε καλά, τώρα πεθαίνει.

37. — ΑΛΕΥΡΙ ΣΤΟ ΣΧΟΙΝΙ

Μια μέρα, ένας γείτονας ήρθε και ζήτησε απ' το Χότζα το σχοινί του για ν' απλώση ρούχα.

Ο Χότζας μπήκε μια στιγμή μέσα κ' ύστερα από λίγο γύρισε κ' είπε:

— Καϋμένε δεν μπορώ να σ' το δώσω, γιατί έχουν, σήμερα, απλώση αλεύρι στο σχοινί.

— Απλώνουν ποτέ αλεύρι στο σχοινί, Χότζα; ρώτησε ο γείτονας με απορία;

— Ε! Λοιπόν, δεν το καταλαβαίνεις πως δεν έχω διάθεσι να σ' το δώσω; είπε ο Χότζας.

38. — Η ΒΡΥΣΗ

Μια μέρα, ο Χότζας παραμέρισε πίσω από μια βρύσι για να κατουρήση, κ' έμεινε εκεί ένα ολάκαιρο μερόνυχτο, γιατί ακούοντας την βρύση να τρέχη, νόμιζε πως δεν είχε τελειώση το κάτουρό του.

Το δειλινό της άλλης ημέρας, η γυναίκα του πααίνοντας στη βρύση για να γεμίση τη στάμνα της, τον είδε ακόμα σ' εκείνη τη θέσι.

— Βρε άνδρα, του φώναζε, τι χασομεράς εδώ πέρα, δεν έρχεσαι πια σπίτι;

— Άφησέ με, μωρή γυναίκα, στο Θεό σου! Ακόμα δεν τέλειωσε το κάτουρό μου, πώς θέλεις να σηκωθώ; απάντησε ο Χότζας.

39. — ΤΟ ΣΚΟΡΔΟ

Μια μέρα ο Χότζας φύτευε σκόρδα στον κήπο του,

Κάποιος φίλος του που περνούσε απ' έξω, τον είδε, κάθε γούλα που έχωνε στη γη, να τήνε φτύνη πρώτα και να μουρμουρίζη κάτι μες στα δόντια του.

Απόρησε και τόνε ρώτησε:

— Γιατί τα φτύνεις, Χότζα, και τι τους λες;

— Απ' ό,τι τους λέω, απάντησε ο Νασρ-εν-Ντιν, θα καταλάβης γιατί τα φτύνω. Τους λέω: «Αυτό είνε όλο το πότισμα που έχω να σας κάνω, και βάλτε το στο νου σας. Άλλο νερό να μην περιμένετε από μένα!»

40. — ΤΑ ΠΑΠΟΥΤΣΑ

Μια φορά, μερικοί μάγκες, που κάθουνταν κάτω από ένα δένδρο, βλέποντας το Χότζα να περνά, συμφώνησαν να τόνε καταφέρουν ν' αναβή στο δένδρο και να του κλέψουν τα παπούτσα.

Λοιπόν, μόλις είδαν το Χότζα να πλησιάζη άρχιζαν να συζητούν ζωηρά και να λένε πως κανείς άνθρωπος στον κόσμο δεν ήταν ικανός ν' ανεβή σ' εκείνο το δένδρο.

— Τι βλακείες λέτε, βρε ζωντόβολα, τους φώναξε ο Χότζας, που είχε σταθή και άκουε τη φιλονεικία τους. Θέλετε ν' ανεβώ εγώ, να σας αποδείξω το εναντίο;

— Αν είσαι άξιος!

Τότε ο Χότζας ανασήκωσε τις άκρες του καφτανιού του, τις στερέωσε στο ζουνάρι του, έβγαλε τα παπούτσα του και τάβαλε στον κόρφο του, κι' άρχισε να σκαρφαλώση στο δένδρο.

— Παίρνεις και τα παπούτσα σου μαζύ; Τι θα τα κάνης; του φώναξαν οι μάγκες.

— Ε! Ποιος ξέρει; απάντησε ο Νασρ-εν-Ντιν. Μπορεί απ' εκεί να βρω κανένα δρόμο για να πάω ίσα στο σπίτι μου, και θέλω να τάχω μαζύ μου.

41. — ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΑΦΗΣΕ ΕΠΟΧΗ

Λένε για το Νασρ-εν-Ντιν Χότζα πως, την εποχή που ήταν στη Χαμάντ της Συρίας, του πέθανε ξαφνικά η γυναίκα που είχε τότε, κ' ύστερα από κάμποσον καιρό, οι φίλοι του βλέποντας πως μαραινόταν μονάχος στην ερημιά του, αποφάσισαν να τον παντρέψουν πάλι.

Του τώπαν κ' εκείνος εδέχτηκε, και του βρήκαν αμέσως τη νύφη.

Κι' όταν ετοιμάστηκαν όλα, μαζώχτηκαν οι φίλοι, κ' οι γνωστοί, κ' οι γειτόνοι στο σπίτι του και κάθησαν και φάγανε κ' ήπιαν και γλέντησαν με βιολιά και λαγούτα.

Όλα πήγαιναν καλά, με χαρά κ' ευθυμία, ως τη στιγμή που πήρανε το Χότζα για να τον οδηγήσουν στην κάμαρα της νύφης, και να φύγουν αφού του ευχηθούνε καλή κ' ευχάριστη νύχτα.

Εκεί, ακριβώς έξω από την πόρτα, από τη συγκίνησι, ως φαίνεται, είτε από δειλία, είτε απ' το πολύ φαΐ και πιοτό που είχε γεμίση το στομάχι του, τούφυγε του δύστυχου του Χότζα μια πορδή μεγάλη και τρομερή.

Οι προσκαλεσμένοι, φυσικά, από λεπτότητα, κάνανε κάθε τρόπο για να δείξουν πως δεν άκουσαν, μα, ο Νασρ-εν-Ντιν έγεινε κόκκινος σαν παπαρούνα απ' την ντροπή του, και πήρε τέτοια ταραχή, ώστε προφασίστηκε πως ήθελε να πάη για μια του ανάγκη, και, βγαίνοντας έξω στην αυλή, ανέβηκε στο μουλάρι ενός συμπεθέρου κ' έφυγε βιαστικά από την πόλι.

Ύστερα από πολλών ημερών ταξίδι, έφθασε σε μιαν άλλη πόλι μακρυνή, όπου κ' εγκατεστάθηκε.

Κάθησε εκεί κάμποσα χρόνια κάνοντας το δάσκαλο και τον ιεροκήρυκα στο Τζαμί, ως που τούρθε επιθυμία να γυρίση πάλι στο σπίτι του.

Ανέβηκε, λοιπόν, το μουλάρι και ξεκίνησε, μα, όταν έφθασε έξω από την πόλι της Χαμάντ, είπε μέσα του:

— Ίσως να το θυμούνται ακόμα. Για τούτο ας μην πάμε αμέσως, αλλά ας προσπαθήσωμε πρώτα ν' ακούσωμε τι λένε οι άνθρωποι. Ο Θεός να δώση, Χότζα, να τώχουν λησμονήση.

Έτσι εφτά μέρες κ' εφτά νύχτες τριγυρνούσε αγνώριστος στους δρόμους, μην κάνοντας τίποτ' άλλο παρά ν' αφουγκράζεται τις ομιλίες των ανθρώπων.

Και συνέβη, την εβδόμη νύχτα, να σταθή έξω από την πόρτα μιας καλύβας, όπου άκουσε τη φωνή μιας κόρης από μέσα να λέη:

— Μάννα μου, πες μου τη μέρα που γεννήθηκα, γιατί μια γύφτισα μου υποσχέθηκε σήμερα να μου ρίξη τα χαρτιά και να ιδή αν θάχω καλή τύχη.

Κ' η μητέρα απάντησε:

— Κόρη μου, γεννήθηκες τη βραδειά που έκλασε ο Χότζας.

Μόλις τ' άκουσε αυτό, ο Νασρ-εν-Ντιν σηκώθηκε βιαστικά και τώβαλε στα πόδια, λέγοντας μέσα του:

— Μωρέ, τούτοι δω κάνανε την πορδή μου παροιμία! Πάμε να φύγωμε από δω: ετούτος ο τόπος δεν είνε πια για μας!

Και ποτέ πια δεν πάτησε σ' αυτήν την πόλι.

42. — Ο ΧΟΤΖΑΣ ΠΑΡΑΘΕΤΕΙ ΔΕΙΠΝΟΝ

Ένα βραδυνό, ο Νασρ-εν — Ντιν, γυρίζοντας στο σπίτι του, αντάμωσε στο δρόμο πέντε έξη μαθητές του, που τους καλησπέρισε και τους είπε:

— Ελάτε απόψε να σας κάνω το δείπνο. Ό,τι βρεθή, βρε παιδιά!

Οι μαθητές δέχτηκαν μ' ευχαριστίες την πρόσκλησι κι' ακολούθησαν το Χότζα στο σπίτι του.

Όταν φθάσανε, ο Χότζας μπήκε στο χαρέμι κ' είπε της γυναίκας του:

— Γυναίκα, έχω απόψε μουσαφιρέους στο σπίτι. Δος μου μια σουπιέρα με σούπα, να φάμε.

— Μου έστειλες τίποτα να μαγερέψω, και μου λες να σου δώσω μια σουπιέρα με σούπα; απάντησε η γυναίκα.

— Τουλάχιστον, δόσε μου ξερή τη σουπιέρα, και τα καταφέρνω εγώ, είπε Χότζας.

Και παίρνοτας τη σουπιέρα, γύρισε στον οντά του, όπου ήσαν οι προσκαλεσμένοι του και την έβαλε μπρος τους, λέγοντάς τους:

— Ορίστε, κύριοι, φάτε κ' ευφρανθήτε, μια φορά που ήρθατε στ' αρχοντικό μου.

Οι μαθητές γύρισαν και κοίταξαν ο ένας τον άλλον με έκπληξι.

Τότε ο Νασρ-εν-Ντιν τους είπε:

— Καταλαβαίνω την έκπληξί σας: μα, να συμπαθάτε. Αν είχα βούτυρο και ρίζι, τα μάτια μου να βγουν αν δε σας έφερνα τη σουπιέρα γεμάτη με σούπα. Άλλωςτε εγώ σας προειδοποίησα: «Ό,τι βρεθή!». Βρέθηκε η σουπιέρα! . . .

43. — Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΙΣ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ

Κάποτε ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας κατέβασε στην αγορά το γάιδαρό του, για να τον πουλήση, και τον παρέδωσε στον ντελάλη.

Αυτός ανέβηκε σε μια καρέκλα, κι' άρχισε να εκθειάζη τα προτερήματα του γαϊδάρου, λέγοντας πως ήταν ακόμα μικρός στην ηλικία, ήμερος, γερός, γρήγορος, οικονομικός, γιατί δεν ήταν σα μερικά άλλα αφιλότιμα γαϊδούρια που τρώνε έναν περίδρομο και αφανίζουν τους αφεντάδες τους στα έξοδα, κτλ. κτλ.

Όλα αυτά τα εγκώμια κ' οι έπαινοι του γαϊδάρου τράβηξαν γύρω του αρκετούς αγοραστές που άρχισαν να τσακώνουνται ποιος να τον πάρη και ν' ανεβάζουν ολοένα την προσφορά τους.

Βλέποντας κι' ακούοντας όλην αυτήν τη σκηνή ο Νασρ-εν-Ντιν πίστεψε στ' αλήθεια πως το ζώο του είχε όλα αυτά τα προτερήματα, και μη θέλοντας να τα αφήση να πέση σ' άλλα χέρια, άρχισε κι' αυτός να πλειοδοτή, ως που, τέλος, ο γάιδαρος «κατεκυρώθη επ' ονόματί του».

Παίρνοντάς τον τότε με πρόσωπο ιλαρό και θριαβευτικό, σαν νάχε αγοράση κάτι κελεπούρι, γύρισε μ' αυτόν στο σπίτι του όπου ανάφερε όλα τα καθέκαστα στη γυναίκα του.

Τώρα κ' η γυναίκα του, εκείνην την ημέρα, είχε κάνη ένα κατόρθωμα που δεν μπορούσε να μη το αναφέρη στον άνδρα της με θρίαμβο και με καμάρι. Είχε γελάση έναν πλανόδιο ζαχαροπλάστη, παίρνοντας με τέσσερα γρόσα παστοκύδωνο τριπλάσιας τουλάχιστον αξίας, και πώς; — βάζοντας κρυφά και χωρίς να την πάρη μυρωδιά ο ζαχαροπλάστης, στο τάσι της ζυγαριάς που είχε τα δράμια, τα χρυσά της βραχιόλια που φυσικά δε γύρεψε να πάρη πίσω για να μη αποκαλυφθή η απάτη.

Ακούοντας αυτά ο Χότζας, αναφώνησε:

— Μπράβο, γυναίκα! Εγώ απ' έξω από το σπίτι και συ από μέσα, θα κυβερνήσωμε θαυμάσια το νοικοκυριό μας!

44. — ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΚΟΥΡΑΣΗ ΤΟ ΓΑΪΔΑΡΟ

Μια μέρα, ένας γνωστός του Χότζα τόνε συνάντησε στο δρόμο που γύριζε από το περιβόλι του, ανεβασμένος στο γάιδαρό του και μ' ένα μεγάλο δισάκι γεμάτο φρούτα και ζαρζαβατικά, στον ώμο του.

— Σε καλό σου, Χότζα! του είπε. Σηκώνεις εσύ όλο αυτό το βάρος; Γιατί δεν το κρεμνάς στο γάιδαρό σου;

— Ε! Δε θέλω, το κακόμοιρο το ζω, να το κουράσω περισσότερο. Φθάνει που σηκώνει το βάρος το δικό μου.

45. — ΑΝ ΕΙΧΑΝ ΦΤΕΡΑ ΟΙ ΓΚΑΜΗΛΕΣ

Μια Παρασκευή, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας κηρύσσοντας το Λόγο του Νασρ-εν, σ' ένα Τζαμί, είπε:

— Ω Πιστοί, δοξάσετε το Θεό, τον Πάνσοφο Δημιουργό, που δεν έκανε τις γκαμήλες με φτερά, αλληώτικα θα κατέβαιναν στους κήπους σας και θα σας τσάκιζαν τα δένδρα, και στις στέγες των σπιτιών σας και θα τις γκρέμιζαν απάνω στα κεφάλια σας.

46. — ΤΟ ΑΝΑΨΥΚΤΙΚΟ

Κάποιος πλούσιος, μια φορά, προσκάλεσε το Χότζα σε τραπέζι.

Μετά το φαγητό, περάσανε στη σάλα, όπου οι δούλοι, επειδή έκανε πολλή ζέστη εκείνην την ημέρα, τους έφεραν από έναν κεσσέ «χουστάφ» (7). Μα, στο σπιτονοικοκύρη δόσανε ένα μεγάλο κουτάλι, ενώ στο Χότζα ένα μικρό κουταλάκι, του γλυκού.

Ο σπιτονοικοκύρης βυθίζοντας στο σερμπέτι το κουτάλι του, έτρωγε χορταστικά, και σε κάθε κουταλιά έβγαζε μέσα από τα δροσισμένα σπλάχνα του ένα βαθύ, ηδονικό «Ωχ!»

Ο Χότζας βύθιζε κι' αυτός το μικρό του κουτάλι, μα, δεν έπαιρνε αρκετό από το «χουστάφ» ώστε να ευφρανθή η καρδιά του: μόνο που έβρεχε τη γλώσσα του, λιγάκι.

Βλέποντας, λοιπόν, πως θα πήγαινε έτσι χαμένο το δροσιστικό του, δίχως να τ' απολαύση, γύρισε κ' είπε στο σπιτονοικοκύρη:

— Κύριέ μου, παρακαλώ δος μου μια στιγμή το κουτάλι σου, για να πω, τουλάχιστον, μια φορά κ' εγώ ένα «ωχ!».

47. — ΤΟ ΝΕΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Κάποτε, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας ταξιδεύοντας μπήκε σε μια πολιτεία, όπου είδε πολύν κόσμο συναγμένο να χαιρετά το Νέο Φεγγάρι, γιατί η εμφάνισί του ανάγγειλε στους Πιστούς πως άρχιζε το Ραμαζάνι.

Στάθηκε και τους είπε:

— Τι είνε αυτά με σας μωρέ; Στον τόπο μου οι άνθρωποι βλέπουν το φεγγάρι μεγάλο σαν μυλόπετρα και κανείς δεν το θαυμάζει, κ' εδώ κάθεστε και χαζεύετε μπρος σ' ένα τόσο μικρό φεγγαράκι; Δεν πάτε να κοιτάξετε τις δουλειές σας, κακομοίριδες!

48. — ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΪ ΤΟΥ

Μια φορά, ο Χότζας αρρώστησε βαρειά, και νομίζοντας πως θα πεθάνη έστειλε και φώναζε τις μοιρολογίστρες και τους είπε:

— Όταν θα κλείσω τα μάτια μου και θα με πηγαίνετε στον τάφο, να κλαίτε και να λέτε αυτό το μοιρολόι:

«Αχ! Τον κακομοίρη το Χότζα, πού δεν τόνε χόρταινε η γυναίκα του!. .»

49. — Ο ΓΑΪΔΑΡΟΣ ΤΟΥ ΚΑΔΗ

Μια μέρα, ο Χότζας έχασε το γάιδαρό του κ' έψαχνε να του εύρη. Κει που πήγαινε, αντάμωσε κάποιον, και τόνε ρώτησε αν τον είδε.

Εκείνος του απάντησε:

— Έγεινε Καδής στο τάδε μέρος.

— Βρε, του πεζεβέγκη! αναφώνησε όλος έκπληξι ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας. Για τούτο, όταν εγώ έδινα μαθήματα στο γραμματικό μου, εκείνος τέντωνε τ' αφτιά του κι' άκουε!

50. — ΠΕΡΙ ΣΥΖΥΓΙΚΩΝ ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΝ

Κάποτε ο Χότζας κ' η γυναίκα του συμφώνησαν να εκτελούν τα συζυγικά τους καθήκοντα κάθε Παρασκευή.

Μα, επειδή ο Νασρ-εν-Ντιν ήταν ξεχασάρης, είπε στη γυναίκα του να του το θυμίζη, όταν ερχόταν η Παρασκευή, βάζοντας το σαρίκι του απάνω στο κομό, που ήταν κοντά στο κρεββάτι.

Όλα πήγαιναν καλά και κανονικά κάμποσον καιρό. Μα, μια νύχτα, χωρίς νάνε Παρασκευή, η γυναίκα πήρε το σαρίκι και τώβαλε απάνω στο κομό.

Βλέποντάς το εκεί, την ώρα που πήγαινε να πλαγιάση, ο Χότζας απόρησε και είπε:

— Μα, δεν είνε απόψε Παρασκευή, γυναίκα!

— Παρασκευή είνε! απάντησε εκείνη.

— Δεν είνε, σου λέω!

— Είνε σου λέω!

Θύμωσε τότε ο Χότζας κ' είπε:

— Ε! Λοιπόν, από τώρα, εδώ μέσα, ή η Παρασκευή θα μείνη κατά μέρος, ή εγώ.

51. Ο ΠΕΛΑΡΓΟΣ

Ο Χότζας έπιασε, μια μέρα, έναν πελαργό, κι' αφού, τούκοψε τα πόδια και τη μύτη του, τούπε:

— Νά, τώρα μοιάζεις με πουλί!

52. — ΤΑ ΠΑΙΝΕΜΑΤΑ ΤΗΣ ΚΟΡΗΣ ΤΟΥ

Μια μέρα, πήγανε προξενήτρες στο σπίτι του Χότζα για την κόρη του.

Η γυναίκα του, που ήτανε, εκείνην τη στιγμή μαζύ του στον οντά, του είπε:

— Χότζα μου, ήρθαν προξενήτρες για την κόρη σου. Άφησέ με εμένα να πάω να μιλήσω μαζύ τους και να τους πω τα παινέματά της, ίσως τελειώσουν το συνοικέσιο.

— Όχι! όχι, γυναίκα! Κάθησε εσύ, κι' άσε με εμένα να πάω. Ξέρω έναν έπαινο, τέτοιον, που αυτός μονάχα αρκεί για να πείσουν το γαμπρό να την πάρη με κλειστά τα μάτια.

Και κατέβηκε κάτω, όπου του περίμεναν οι προξενήτρες. Μόλις του είδαν εκείνες τούπαν:

— Ε! Χότζα, τι ανακατεύεσαι συ στα γυναικεία πράγματα; Πήγαινε και στείλε μας εδώ τη γυναίκα σου να κυυβεντιάσωμε.

— Έχετε δίκαιο, κυράδες μου, μα, ξέρετε, η γυναίκα μου, αυτήν τη στιγμή, συγυρίζει το σπίτι και δεν αδειάζει. Γιατί είνε καλή νοικοκυρά και θέλει να τάχη όλα ταχτικά στο σπίτι. Έστειλε, λοιπόν, εμένα, στο πόδι της, και σας παρακαλεί να τήνε συμπαθάτε, κι' ό,τι έχετε να το ρωτήσετε μπορείτε σ' εμένα να το πήτε και να σας αποκριθώ σαν νάταν η ίδια, γιατί είμαστε τόσο αγαπημένοι, έτσι σα δυο γούλες αμυγδάλου μέσα στο ίδιο τσόφλι, ώστε πάντοτε τυχαίνει νάχωμε κ' οι δυο μας τις ίδιες σκέψεις.

Οι γυναίκες τότε τούπαν πως έφερναν προξενιά από κάποιο παλληκάρι για την κόρη του, «κ' ήρθαμε να ρωτήσωμε τι χάρες έχει για να του τις πούμε και ν' αποφασίση.»

— Ακούστε, απάντησε ο Χότζας. Εμένα δε μ'αρέσουν τα πολλά παινέματα. Θα σας πω μονάχα ένα και καλό: «Είνε παρθένα άσπιλη κι' αμόλυντη, έγγυος έξη μηνών.» Κι' αν δεν είνε έτσι, την παίρνω πίσω.

Σαν άκουσαν αυτά τα λόγια, οι προξενήτρες κοιτάχτηκαν μια στιγμή, κ' ύστερα δίχως να πούνε λέξι, σηκώθηκαν και φύγανε.

Η γυναίκα του Χότζα, που ήτανε κρυμμένη πίσω από μια πόρτα κι' άκουε, μπήκε, τότε, μέσα, φρενιασμένη και του είπε:

— Βρε, σκύλε, τι έκανες; Τέτοια παινέματα πήγες να πης κ' έδιωξες για πάντα την τύχη της κόρης σου;

Ατάραχα και ήμερα ο Χότζας απάντησε:

— Σώπαινε, γυναίκα, μη φοβάσαι. Σ' όλην την επαρχία να ψάξουν δε θα βρουν τέτοια κόρη, «παρθένα, έξη μηνών έγκυο» και πάλι σε μας θα γυρίσουν. Και τη γελάδα μας, τις προάλλες, έτσι δεν την επαίνεσε ο ντελάλης, και την πούλησε μια χαρά;

53. — ΣΤΟ ΛΟΥΤΡΟ

Ένα πρωί, ο Χότζας μπήκε στο Χαμμάμ για να λουστή, μα, οι υπηρέτες του λουτρού, δεν τον περιποιήθηκαν καθόλου καλά. Του δώσανε ένα παληό τρύπιο σεντόνι, και μια λερωμένη πετσέτα, και τον άφησαν μονάχο να λουστή.

Ο Χότζας δεν μίλησε τίποτα, μα, όταν έβγαινε από το λουτρό, άφησε μέσα στο δίσκο, για μπαξίσι των δούλων, δέκα ασημένια δίγροσα, που, εκείνον τον καιρό, μόνο ένας πλούσιος μπορούσε να δώση, κ' οι δούλοι μείνανε σαστισμένοι.

Ύστερα από μια βδομάδα, ο Χότζας μπήκε πάλι στο ίδιο Χαμμάμ. Μόλις τον είδαν οι δούλοι, έτρεξαν με προθυμία και σεβασμό να τον υποδεχθούν, και τούκαναν κάθε περιποίησι.

Ο Χότζας δε μίλησε, όπως και την πρώτη φορά, μα, βγαίνοντας απ' το λουτρό, άφησε στο δίσκο ένα μόνο δίγροσο.

Οι δούλοι σάστισαν πάλι κ' είπαν:

— Τι είνε αυτό;

Ο Χότζας τους αποκρίθηκε:

— Αυτό είνε για το λούσιμο της περασμένης βδομάδας, τα δέκα, που σας άφησα τότε, ήσαν για το λούσιμο, το σημερινό.

54. — ΔΥΟ ΠΟΘΟΙ ΑΝΤΙΘΕΤΟΙ

Ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας είχε δυο κόρες παντρεμένες, που πήγαν μια μέρα να ιδούνε του πατέρα τους.

Όταν ο Χότζας τις ρώτησε πώς περνούνε με τους άνδρες τους, και αν παν καλά οι δουλιές τους, κ' αν τις περιποιούνται, η μία που ο άνδρας της ήταν κεραμιδάς απάντησε:

— Αν δε βρέξη, ο άνδρας μου θα κάνη πολλά κεραμίδια, και θα μου αγοράση κεντητούς φερετζέδες ασπρόρρουχα μεταξωτά.

Η άλλη, που ο άνδρας της ήταν γεωργός, είπε:

— Ο άνδρας μου έχει βάλη πολλή σπορά, φέτος, κι αν βρέξη θα μου αγοράση βραχιόλια και γιορντάνια και θα με ντύση σα βασίλισσα.

Είπε τότε ο Χότζας:

— Και των δυο η ευχή θα γίνη, μα, ποιανής πρώτα; κανείς δεν ξέρει.

55. — ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΠΛΗΡΩΜΕΝΗ

Ένας Διοικητής περνούσε κάποτε από το χωριό του Νασρ-εν-Ντιν Χότζα, κ' οι χωρικοί στείλανε αυτόνε για να του προσφωνήση και του προσφέρη τα σεβάσματά τους.

Ο Διοικητής βλέποντας τη μούρη του Νασρ-εν-Ντιν, και όλο του το παρουσιαστικό, τον επήρε για άνθρωπο βλάκα, και είπε περιπαιχτικά:

— Μωρέ, δε βρήκανε κανέναν άνθρωπο να μου στείλουνε, μόνε μου έστειλαν εσένα;

— Τους ανθρώπους, αφέντη μου, απάντησε αμέσως ο Χότζας, τους στέλνουνε στους ανθρώπους, κ' εμένα μ' έστειλαν σε σένα . . .

56. — ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ

Μια νύχτα, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας, ξύπνησε ξαφνικά και είδε πως είχε κοπριστή ενώ κοιμόταν.

Ταράχτηκε πολύ κ' έπεσε σε αμηχανία, γιατί ντρεπόταν τη γυναίκα του και δεν ήξερε πώς να της το πη.

Τέλος, τούρθε μια ιδέα, και ξυπνώντας την με τρόπο, της είπε:

— Αχ! Γυναίκα! Είδα απόψε ένα όνειρο τόσο φρικτό και φοβερό που ακόμα τρέμω.

— Τι όνειρο είδες, Χότζα μου;