Οι ευτράπελες ιστορίες του, Νασρ-εν-ντιν Χότζα

Part 2

Chapter 222 wordsPublic domain

Ο Καδής, μην μπορώντας ν' αναιρέση την προηγούμενη απόφασί του, ότι κάθε πράμμα που γεννά, πεθαίνει, έδωσε δίκηο στο Νασρ-εν- Ντιν-Χότζα κ' έστειλε το γείτονά του να χαίρεται τον τέντζερέ του.

13. — Ο ΓΑΪΔΑΡΟΣ ΠΟΥ . . . «ΔΕ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ»

Μια μέρα, δυο απατεώνες είδαν το Νασρ-εν-Ντιν Χότζα να γυρίζη από τ' αμπέλι του, σέρνοντας πίσω του το γάιδαρό του από το καπίστρι. Κ' είπε ο ένας στον άλλον:

— Έρχεσαι να του τον πάρουμε;

— Με τι τρόπο;

— Μη σε νοιάζη! Έλα μαζύ μου και θα δης!

Λοιπόν σηκώθηκε, πλησίασε σιγά σιγά το γάιδαρο, τούβγαλε το καπίστρι, παράδωσε το ζω στο σύντροφό του, πέρασε το καπίστρι στο δικό του το λαιμό κ' εξακολούθησε να περιπατή πίσω από το Χότζα.

Μα, όταν είδε πως ο σύντροφός του ήταν πια αρκετά μακρυά, και δε φαινόταν, στάθηκε στη μέση του δρόμου, και δεν το κουνούσε.

Ο Χότζας, αναμμένος από το θυμό, γύρισε πίσω για να ιδή «τι διάβολος μπήκε, πάλι» στο πεισματάρικο το ζω του, και δεν προχωρούσε, μα, έμεινε με το φράσι ατέλειωτη στο στόμα του, βλέποντας πως αντί γάιδαρο, έσερνε πίσω του έναν άνθρωπο καπιστρωμένο.

— Ποιος είσαι συ; του φώναξε.

— Αχ! Χότζα μου! αποκρίθηκε ο λωποδύτης. Η ιστορία, η δική μου, είνε καταπληκτική, και θλιβερή συνάμα, κι' αν θέλης άκουσέ την: Έχω μια γρηά μάννα, καλή και θεοφοβούμενη. Λοιπόν, μια μέρα, πήγα σπίτι σκνίπα στο μεθήσι, κ' εκείνη, η κακομοίρα, με μάλωσε, όπως κάνει κάθε μάννα καλή που βλέπει το παιδί της να παραστρατή. Όμως, εμένα δεν μου άρεσαν τα λόγια της, και, παίρνοντας μια μαγκούρα, της έσπασα τα πλευρά της. Τότε, με καταράστηκε, κι' αμέσως ο Θεός με μεταμόρφωσε σε γάιδαρο, και μ' έρριξε στα χέρια σου όπου έμεινα ως τούτη το στιγμή. Λοιπόν, τώρα, που γυρίζαμε απ' τ' αμπέλι, δεν ξέρω πώς μούρθε, ξαφνικά, στο νου μου η μάννα μου, κ' η καρδιά μου σφίχτηκε απ' τη λύπη και τη λαχτάρησε. Είπα μέσα μου: «Θεέ μου! Κάνε το θαύμα να γίνω πάλι άνθρωπος σαν πρώτα, και ποτέ πια δε θα την πικράνω.» Και, ξαφνικά, βλέπω πως πήρα πάλι την πρώτη μου μορφή. Ο Θεός, μεγάλη Του η χάρι, άκουσε τη δέησί μου!

Ο Χότζας ύψωσε τα χέρια του στον ουρανό και έκραξε.

— Μεγάλος είσαι Κύριε, και θαυμαστά τα έργα σου!

Ύστερα, γυρίζοντας στο λωποδύτη τούπε:

— Άει, παιδί μου, στη μαννούλα σου και πρόσεχε, άλλη φορά, μην τη δυσαρεστής. Και συμπάθα με κ' εμένα για το παίδεμα που σούκανα και για το ξύλο που έφαγε από μένα η ράχη σου. Βλέπεις, δεν τώξερα.

Γύρισε στο σπίτι, ζαλισμένος από τη λύπη κι' από τη στενοχώρια, σαν νάχε πιή κρασί. Βλέποντάς τον έτσι η γυναίκα του, τούπε:

— Τι έπαθες, άνδρα μου; Και πού είνε ο γάιδαρος;

Απάντησε ο Νασρ-εν-Ντιν:

— Ξέρεις τι ήταν αυτός ο γάιδαρος; Άκου και θαύμαζε!

Και της αφηγήθηκε την ιστορία του λωποδύτη.

— Πω! Πω! Άνδρα μου, αναφώνησε εκείνη. Τι αμαρτία κάναμε να χρησιμοποιήσουμε έναν άνθρωπο για γάιδαρο! Τώρα, θα μας παιδέψη ο Θεός στην Κόλασι γι' αυτό!

Κ' έταξε να κάνη ελεημοσύνες στους φτωχούς, και εννενήντα εννιά μετάνοιες για να τους συγχωρήση ο Θεός.

Τώρα, επειδή ο Νασρ-εν-Ντιν είχε ανάγκη από ένα γάιδαρο, κατέβηκε στο παζάρι για ν' αγοράση έναν. Και κει που τριγυρνούσε βλέπει ένα ντελάλη να κρατά για πούλημα τον ίδιο το γάιδαρό του.

Τρέχει μονομιάς, και ζυγώνοντας το στόμα του στο αφτί του ζώου τούπε:

— Ου! Να χαθής, να χαθής! Θα πήγες πάλι κ' έγεινες σκνίπα στο μεθήσι, και βάρεσες τη δύστυχη τη μάννα σου. Έλα, λοιπόν, πίσω στο σταύλο μου, γιατί συ δε γίνεσαι άνθρωπος! (3)

Κι' αφού απόδειξε πως ήταν δικός του, τον πήρε πίσω, πάλι.

14. — ΤΑ ΠΑΣΟΥΜΑΚΙΑ

Μια φορά, τούτυχε του Χότζα ανάγκη να πάη σε μιαν άλλη πόλι, όπου κάτι υποθέσεις τόνε κράτησαν κάμποσον καιρό.

Πριν φύγη, είχε ρωτήση τη γυναίκα του τι ήθελε να της φέρη για πεσκέσι στο γυρισμό του, κ' εκείνη τον είχε παρακαλέση να της αγοράση ένα ζευγάρι χρυσοκέντητα πασουμάκια, που λέγανε πως έφτιαχναν στην πολιτεία εκείνη, ωραία και γερά.

Ο Χότζας με προθυμία της το υποσχέθηκε, μα, ενώ βρισκόταν ακόμα στην ξένη πόλι, πληροφορήθηκε πως στην απουσία του η γυναίκα του είχε πιάση πολλούς ερωμένους. Και σαν ήρθε, τέλος, ο καιρός για να γυρίση, της αγόρασε ένα ζευγάρι πρόστυχες παντόφλες από χαρτόνι, αντίς, όπως επιθυμούσε εκείνη, χρυσοκέντητα πασουμάκια.

— Βρε άνδρα, δεν ντράπηκες τα μούτρα σου να μου φέρης τέτοιες πρόστυχες παντόφλες, που δε θα βαστήξουν ούτε μια ημέρα; ξεφώνησε με θυμό η γυναίκα του σαν τις είδε.

Κι' ο Χότζας:

— Σώπα γυναίκα, γιατί με τη δουλειά που άρχισες τώρα, δέκα χρόνια θα τις έχης αυτές τις παντόφλες και δεν θα σου καταλυούνται . . .

15. — «ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΣΥΝΗΘΙΣΕ . . .»

Μια φορά, ο Χότζας απεφάσισε, για λόγους οικονομίας, να συνηθίση το γάιδαρό του να μην τρώη, κ' έπαψε να του δίνη φαΐ.

Φυσικά το δυστυχισμένο ζώο ψόφησε ύστερα από λίγες μέρες από ασιτία.

Κι' ο Χότζας, βλέποντας σωριασμένο χάμου το κουφάρι, ανεφώνησε με απογοήτευσι και αγανάκτησι:

— Να πάρη ο διάολος να πάρη! Τώρα που έμαθε μια χαρά να μην τρώη, τώρα βρέθηκε να μου ψοφήση, το τρισκατάρατο!

16. — ΚΑΥΓΑΣ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΤΟΥ

Μια νύχτα, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας είδε στο ύπνο του, πως κάποιος φίλος του τού χάριζε εννιά φλουριά, κι' αυτός καυγάτζιζε μαζύ του, απαιτώντας να του τα κάνη δέκα.

Ξαφνικά, άνοιξε τα μάτια του, και βλέποντας πως δεν είχε τίποτα στα χέρια του, τάκλεισε πάλι, αμέσως, κι' απλώνοντας το χέρι του, φώναζε;

— Έλα, άει στο διάολο! Δος τα, κι' ας είν' κ' εννέα!

17. — Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΨΑΡΙΟΥ

Όταν ο Νασρ-εν-Ντιν ήταν νέος, πήγε, μια Παρασκευή, στη γυναίκα του ένα ψάρι ζωντανό, κι' αφού τη διέταξε να το μαγερέψη και να τώχη έτοιμο, όταν θα γύριζε από το Τζαμί, μετά τη Μεγάλη Προσευχή, έφυγε και πήγε στις δουλειές του.

Τώρα, η γυναίκα του εκείνη ήταν τρελλή κ' ελαφρόμυαλη, και τάπαιζε μ' όλους τους νέους της γειτονιάς, και για τούτο, ο Χότζας την έδιωξε, αργότερα, όταν την κατάλαβε, και πήρε άλλη.

Λοιπόν, εκείνην την ημέρα, ενώ ο άνδρας της ήταν ακόμα στο Τζαμί, ήρθε ένας της φίλος και την προσκάλεσε σ' ένα γάμο που θα γινόταν στο σπίτι του.

Εκείνη δέχτηκε με χαρά, και ρίχνοντας το ψάρι μέσα σ' ένα κιούπι με νερό, έφυγε μαζύ του κ' έλειψε μιαν αλάκαιρη βδομάδα, ως την ακόλουθη Παρασκευή (4), ενώ ο Χότζας την εζητούσε από σπίτι σε σπίτι, χωρίς κανείς να μπορέση να του δώση πληροφορίες πού ήταν.

Ήταν, λοιπόν, έξω φρενών εναντίον της, κι' όταν την είδε, (την επόμενη παρασκευή) νάρχεται, ώρμησε απάνω της, την περιέλουσε με τα πιο βρωμερά επίθετα και χύμηξε ναν τη χτυπήση με μια μαγκούρα.

Μα, εκείνη τούφερε το ψάρι ζωντανό από το κιούπι, κι' αφού τώβαλε μπροστά του έμπηξε τέτοιες αγριοφωνάρες, ώστε μαζώχτηκαν όλοι οι γειτόνοι να ιδούνε τι συμβαίνει.

Τότε, τραβώντας τα μαλλιά της και ξεσχίζοντας τα μάγουλά της με τα νύχια της, τους είπε τα παράπονά της, κι' ανάφερε με τι τρόπο της φέρθηκε ο άνδρας της, «ο κακούργος, που βάλθηκε να την πεθάνη».

Είπε κι' αυτός τα παράπονά του, μα, κανείς δεν ήθελε να τον πιστέψη, γιατί όλοι πήγανε με το μέρος της γυναίκας, κι' όλοι, με μια φωνή, είπαν:

— Δεν μπορεί νάνε έτσι όπως το λες, γιατί, πώς μπορούσε το ψάρι να μείνη ζωντανό όλον αυτόν τον καιρό;

Και γέλασαν μαζύ του, και τόνε κορόιδεψαν, και τον έβγαλαν πως ήτανε τρελλός.

Λένε πως ποτέ από τότε ο Χότζας δεν έβαλε στο σπίτι του ψάρι, κι' όταν μια φορά, ένας φίλος του τόνε ρώτησε το γιατί, του απάντησε.

— Άκουσε, φίλε μου: μια φορά, πήγα ένα ψάρι σπίτι μου και μ' έβγαλαν τρελλό, τη δεύτερη φορά, ασφαλώς θα με δέσουν.

18. — Η ΣΥΝΤΑΓΗ

Μια μέρα, ο Εμίρης του τόπου, βγαίνοντας σε περίπατο στην εξοχή, με το γραμματικό του, αντάμωσε στο γυρισμό του το Νασρ- εν-Ντιν, που πήγαινε με το γάιδαρό του στ' αμπέλι, και θέλοντας να γελάση λιγάκι, είπε του γραμματικού του να τόνε ρωτήση από πού ερχόταν.

Λοιπόν, ο γραμματικός τόνε ρώτησε.

— Πούθε έρχεσαι, Νασρ-εν-Ντιν;

— Από τη Βασσόρα! απάντησε εκείνος.

— Και πού πας, με το καλό;

— Στη Βαγδάτη.

— Και τι πας να κάνης εκεί;

— Πάω να ζητήσω γιατρικό για τα μάτια μου, αποκρίθηκε ο Χότζας.

Ο Εμίρης έσκυψε στ' αφτί του γραμματικού του και τούπε:

— Πες του κι' άλλες σαχλαμάρες να γελάσωμε!

— Πασσά μου, είπε ο γραμματικός, αυτός είνε βρωμόγλωσσα και φοβούμαι πως δε θα μπορέσωμε να τα βγάλωμε πέρα, μαζύ του.

— Βρε, κάνε αυτό που σου λέω! διέταξε ο Εμίρης, κι' ο γραμματικός άρχισε:

— Αν σου πω, εγώ, ένα γιατρικό, τι θα μου δώσης γι' αμοιβή;

Είπε ο Χότζας:

— Βρε, κάνε συ το καλό, και κάτι θα βρω να σου δώσω γι' αμοιβή, Εγώ είμαι ένας άνθρωπος που αναγνωρίζει μιαν ευεργεσία.

— Λοιπόν, δάνεισέ μου τ' αφτιά σου, κι' άκου μια συνταγή που δεν την έχω δώση ακόμα ούτε στο παιδί μου.

— Λέγε, ακούω, είπε ο Νασρ-εν-Ντιν, κι' ο γραμματικός άρχισε:

— Πάρε τρεις ουγγίες δροσερό αεράκι, (προτίμησε το Μπάτη), τρεις ουγγίες ακτίνες του ήλιου, άλλες τόσες ακτίνες του φεγγαριού, κι' άλλο τόσο φως της λάμπας. Ανακάτεψέ τα όλα αυτά καλά κι' άφησε τα τρεις μήνες στον αέρα. Ύστερα βάλε τα σ' ένα γουδί δίχως πάτο και τρίφτα καλά ως που να γίνουν σκόνη. Βάλε τη σκόνη σ' ένα τρυπητό, κι' άφησέ τη στον αέρα άλλους τρεις μήνες. Ύστερα, βάζε απ' αυτό το γιατρικό στα μάτια σου, τρία δράμια κάθε βράδυ όταν κοιμάσαι, και, με τη βοήθεια του Νασρ- εν, θα βρης τη γιατρειά σου.

Τώρα, όταν ο Χότζας άκουσε αυτά, έγειρε μπρος όλο το κορμί του, καθώς καθόταν απάνω στο γάιδαρό του, κι' άφησε να του φύγη μια βροντερή πορδή (5), και τούπε:

— Αυτό για πληρωμή της συνταγής σου. Κι' όταν την ακολουθήσω και βρω, όπως λες, τη γιατρειά μου, θα πάω, μα το Θεό, να σου αγοράσω μια σκλάβα, που θα σε υπηρετήση με τέτοιον τρόπο ώστε να σε στείλη μια ώρα αρχήτερα στον άλλο κόσμο. Κι' όταν ο Θεός σε ρίξη στα καζάνια της Κολάσεως, αυτή θ' αλείψη τη μούρη σου με τριάντα δράμια κόπρο από τη θλίψι της, και τριάντα δράμια κάτουρο από τα κλάματά της και θα πη: «Ω σκατόγερε, πέθανες; Στο διάολο και πάρα πέρα!»

Ακούοντας αυτά ο Εμίρης, έσκασε από τα γέλια και παίρνοντας το γραμματικό του έφυγε βιαστικά απ' εκεί, από φόβο μην τον αρχίση κι' αυτόνε ο Χότζας.

19. — «ΔΕΝ ΞΕΡΕΙ ΤΙ ΕΚΑΝΕ Ο ΘΕΟΣ!»

Κάποτε, ο Χότζας κατέβηκε στον κήπο του και ξαπλώθηκε κάτω από μια καρυδιά. Και βλέποντας, κει που καθόταν, τις κολοκυθιές και τις πεπονιές, που ήσαν πιο πέρα, φορτωμένες από θεώρατες κολοκύθες και πεπόνια, μπήκε σε σκέψεις για του τρόπο που δημιούργησε ο Θεός του κόσμο.

«Περίεργο πράγμα, αλήθεια,» έλεγε. «Αυτός ο Θεός δεν ήξερε τι έκανε. Έδωσε σε τόσο λιγνά χαμόδενδρα τόσο θεώρατους καρπούς, και σ' ένα δένδρο τόσο μεγάλο σαν αυτήν την καρυδιά, τόσο μικρούλικους καρπούς, ενώ — αν πας με τη λογική — το σωστό ήταν να κάνη το αντίθετο.»

Μα, ενώ συλλογιζόταν έτσι κι' απορούσε μέσα του φύσηξε αέρας δυνατός κ' ένα καρύδι έπεσε από την καρυδιά και τόνε χτύπησε στο κούτελο με τέτοια ορμή που του προξένησε δυνατόν πόνο.

Τότε τινάχτηκε απάνω, και ξεφώνησε με θαυμασμό.

— Μπρε, ήξερε τι έκανε ο Θεός! Δεν τώχα σκεφθή καλά. Γιατί για σκέψου αν το καρύδι που έπεσε και με χτύπησε, ήταν μεγάλο και βαρύ σαν ένα πεπόνι ή σα μια κολοκύθα, τι θα γενόμουν! Θα μούκανε λυώμα το κεφάλι μου και θα πήγαινα άψαλτος.

20. — Ο ΧΟΤΖΑΣ ΚΑΔΗΣ

Την εποχή που ο Χότζας εκτελούσε χρέη Καδή, παρουσιάστηκαν, σ' αυτόν, μια μέρα, δυο άνθρωποι για να τους δικάση.

— Ποια είνε η διαφορά σας; τους ρώτησε.

Είπε ο πρώτος:

— Αυτός ο άνθρωπος μου δάγκασε τ' αφτί.

— Δεν του το δάγκασα εγώ, Καδή μου, μόνος του το δάγκασε.

Ο Νασρ-εν-Ντιν αφού σκέφθηκε λιγάκι τους είπε:

— Καλά, πηγαίνετε, κ' ελάτε σε λίγο ν' ακούσετε την απόφασί μου.

Όταν έφυγαν αυτοί, ο Χότζας μπήκε μέσα στον οντά του, κι' αφού έκλεισε την πόρτα, προσπάθησε να δαγκάση τ' αφτί του. Παιδεύτηκε ώρα πολλή, ως που ζαλίστηκε κ' έπεσε χάμου κ' έσπασε το κεφάλι του.

Ακούοντας τον κρότο η γυναίκα του, έτρεξε τρομαγμένη, και τόνε ρώτησε απ' έξω:

— Τι έπαθες, Χότζα μου;

— Τίποτα, γυναίκα! Μια δοκιμή, μια δοκιμή! . . . της είπε από μέσα ο Νασρ-εν-Ντιν, ενώ έπλενε την πληγή του κ' έδενε το κεφάλι του μ' ένα μαντήλι.

Κ' έτσι με δεμένο κεφάλι γύρισε στο δικαστήριο και κάθησε στην έδρα του.

Σε λίγο μπήκαν μέσα οι δύο αντίδικοι. Μόλις τους είδε ο Χότζας, έγνεψε στον έναν, (σ' εκείνον που είχε δαγκομένο το αφτί) και τούπε:

— Βρε παιδί, πρόσεχε, μη δαγκάνης, άλλη φορά, τ' αφτί σου, μην πέσης καμμιά ώρα, και σπάσης το κεφάλι σου, σαν κ' εμένα . . . Κοίτα! . . .

21. — Ο ΧΟΤΖΑΣ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΣ

Την εποχή, που ο Χότζας ήταν δάσκαλος, κι' ανύπαντρος ακόμα, ένας πολύ στενός κι' αγαπητός του φίλος, περνώντας, μια μέρα, έξω απ' το σχολείο του, τώδε κλειστό, κ' είπε μέσα του: «Κάποιος πέθανε, σήμερα, του Χότζα. Είνε χρέος μου να πάω να τον συλλυπηθώ και να τον παρηγορήσω».

Πήγε, και τόνε βρήκε μονάχο, κλεισμένο στον οντά του, καθισμένο σταυροπόδι απάνω στον καναπέ, με το σαρίκι του βγαλμένο απ' το κεφάλι, και το μέτωπό του δεμένο με το μαντήλι του πένθους, κι' όλην την ώρα να κλαίη και να χτυπιέται και να μην παύη μηδέ στιγμή το θρήνος και το μοιρολόι.

Άμα τον είδε σ' αυτήν την κατάστασι ο φίλος του, ράγισε η καρδιά του, και τούπε:

— Ζωή σε λόγου σου Χότζα! Μα, δεν πρέπει να κάνης έτσι, καϋμένε! Ε! Απ' το Θεό ήτανε! Μη δα όλοι μας δε θα πάμε απ' αυτόν το δρόμο; Υπομονή! Τι θα κάνης με το κλάμα; Μπορείς να τον ξαναφέρης πίσω; . . . Μα, πες μου, αλήθεια, ποιος σου πέθανε;

— Αχ! φίλε μου, μου πέθανε το πιο ακριβό κι' αγαπημένο πλάσμα που είχα στον κόσμο.

— Ποιος; Ο πατέρας σου;

— Όχι!

— Η μητέρα σου;

— Όχι!

— Ο αδελφός σου;

— Όχι!

— Κανένας συγγενής σου;

— Όχι!

— Τότε, ποιος;

— Η αγαπημένη μου!

— Ου! Καϋμένε! Θλιβερό, δε σου λέω, μα, υπάρχουν τόσες άλλες στον κόσμο, και πιο ωραίες!. . .

— Δεν την είδα ποτέ μου, για τούτο δε μπορώ να κρίνω αν υπάρχουν άλλες ωραιότερες απ' αυτήν στον κόσμο!

Σ' αυτά τα λόγια, απόρησε πολύ ο φίλος του και τόνε ρώτησε:

— Και πώς την αγάπησες, αφού ποτέ σου δεν την είδες;

Απάντησε ο Χότζας:

— Άκουσε: Προχθές το πρωί καθόμουν στο παράθυρό μου, όταν, ξαφνικά, άκουσα έναν άνθρωπο, που περνούσε από το δρόμο, να τραγουδάη αυτό το τραγουδάκι.

«Ω Αμίνα, γλυκειά κι' ωραία Αμίνα! »Οι χάρες σου με σκλάβωσαν, »και τα νάζια σου μου κομμάτιασαν »την καρδιά μου. Ω Αμίνα, αγγελοκάμωτη Αμίνα! Δος μου πίσω την καρδιά μου, Κι' ας είν' κομματιασμένη . . .»

»Άμα άκουσα αυτόν του άνθρωπο να λέη αυτά τα λόγια, καθώς περνούσε από το δρόμο, είπα μέσα μου: «Βέβαια, αν η Αμίνα δεν ήτανε γυναίκα που να μην υπάρχη όμοια της στον κόσμο, οι ποιητές δε θα την εξυμνούσαν με ωδές και τραγούδια. Για τούτο την αγάπησα τρελλά. Μα, δυο μέρες κατόπι, δηλαδή σήμερα το πρωί, ο ίδιος άνθρωπος πέρασε πάλι από κάτω, τραγουδώντας ένα λυπητερό τραγούδι που τέλειωνε μ' αυτούς τους στίχους:

«Πάνε, πάνε: η Αμίνα κι' ο γάιδαρός της, «έφυγαν, και δεν ξαναγυρίζουν πια . . .»

»Κατάλαβα, τότε, πως πέθανε η Αμίνα, η αγαπημένη μου Αμίνα, και για τούτο κλαίω και θρηνώ για το χαμό της. Αχ! Πού θα ξαναβρώ μια τέτοια Αμίνα;

22. — ΤΟ ΖΩΔΙΟ ΤΟΥ

Κάποιος, μια μέρα, ρώτησε το Χότζα:

— Σε ποιο ζώδιο γεννήθηκες;

— Στο ζώδιο του Τράγου, απάντησε ο Νασρ-εν-Ντιν.

— Μα, δεν υπάρχει κανένα ζώδιο νάχη αυτό το όνομα! παρατήρησε ο φίλος του.

— Όταν ήμουνα μικρό παιδί, η μητέρα μου μούλεγε πως γεννήθηκα στο ζώδιο του Αιγόκερου.

— Έτσι, λέγε, λοιπόν! Γιατί Αιγόκερος θα πη κατσικάκι, όχι τράγος.

— Βρε ηλίθιε, απάντησε ο Χότζας, από τότε πέρασαν καμμιά εξηνταριά χρόνια: το παιδί γένηκε γέρος με άσπρα γένια, και το κατσικάκι δε γένηκε τράγος;

23. — Η ΠΩΛΗΣΗ ΤΗΣ ΓΕΛΑΔΑΣ

Μια μέρα, ο Χότζας κατέβασε στο παζάρι τη γελάδα του, και την τριγυρνούσε πέρα δώθε, μα, κανείς δε βρισκόταν να την αγοράση.

Έξαφνα, ένας ντελάλης τον πλησιάζει και του λέει:

-Από το πρωί, και δεν μπόρεσες ακόμα να πουλήσης τη γελάδα σου; Δος μου την σε μένα και θα δης πως θα στην πουλήσω άψε σβύσε!

-Πάρ' την! είπε ο Χότζας.

Ο ντελάλης πήρε τη γελάδα, κι' άρχισε να την τριγυρνά μέσα στο παζάρι διαλαλώντας τα χαρίσματά της, λέγοντας.

-Ποιος παίρνει αυτήν τη γελάδα; Είνε έξη μηνών έγκυος, και πρωτάρα τεσσάρων χρονών.

Κ' έτσι, δεν άργησε να βρη αγοραστή.

24. — ΠΕΘΑΜΕΝΟΣ ΒΓΑΝΕΙ ΣΕ ΠΕΡΙΠΑΤΟ

Ένα πρωί, ο Νασρ-εν-Ντιν βγήκε λίγο έξω από την πόλι, για ν' αναπνεύση αέρα, όταν είδε από μακρυά μερικούς καβαλλάρηδες νάρχουνται προς το μέρος του.

Του πέρασε ιδέα πως ήσαν λησταί και κακούργοι κ' ήθελαν να του πάρουν τη ζωή, κι' απ' το φόβο του έτρεξε μέσα σ' ένα νεκροταφείο που ήταν εκεί κοντά, κι' αφού έβγαλε βιαστικά όλα τα ρούχα του, χώθηκε και ξαπλώθηκε γυμνός μέσα σ' έναν τάφο.

Μα, οι καβαλλάρηδες τον είχαν πάρη νόγα, και πλησιάζοντας τούπαν:

-Βρε άνθρωπε, γιατί είσαι πλαγιασμένος εδώ μέσα;

Ο Νασρ-εν-Ντιν, μη θέλοντας να φανερώση τους φόβους του, απάντησε:

-Είμαι από τους πεθαμένους που αναπαύουνται σε τούτο το νεκροταφείο, και, σήμερα την αυγή, βγήκα απ' του τάφο μου για να κάνω ένα μικρόν περίπατο με τη δροσιά!

25. — «ΝΑ ΠΑΩ ΑΚΟΜΑ ΠΙΟ ΠΕΡΑ;»

Μια νύχτα, κει που κοιμόταν ο Χότζας μαζύ με τη γυναίκα του, έξαφνα, αυτή του λέει απάνω στον ύπνο της:

— Άιντε πιο πέρα, καϋμένε!

Ο Νασρ-εν-Ντιν σηκώνεται αμέσως, ντύνεται, βγαίνει έξω, και τραβάει κατά την εξοχή.

Δεν έπαψε να οδοιπορή όλην την νύκτα, και την άλλη μέρα ως το μεσημέρι, όταν αντάμωσε ένα γνωστό του.

— Στην πόλι κατεβαίνεις; του είπε.

— Ναι, Χότζα μου, έχεις καμιά παραγγελία να μου δώσης;

— Ναι, θα σε παρακαλέσω να περάσης από το σπίτι μου και να ρωτήσης τη γυναίκα μου: «Να πάω ακόμα πιο πέρα, ή φτάνει πια ως εδώ;>

26. — ΤΟ ΚΟΨΙΜΟ ΤΟΥ ΑΦΑΛΟΥ

Όταν, μια φορά, η γυναίκα του Χότζα έκανε αγόρι, η μαμή κ' οι άλλες γυναίκες φώναξαν τον πατέρα του νεογέννητου και τούπαν:

— Έλα, Χότζα, κόψε συ ο ίδιος τον αφαλό του γιού σου, γιατί το χέρι σου είνε γούρικο.

Ο Χότζας πήρε στο χέρι του το άντερο του αφαλού του μωρού, κι' αντί να το κόψη εκεί που έπρεπε, με το ψαλίδι, το τράβηξε δυνατά και τώβγαλε όλο από τη ρίζα, αφήνοντας μια τρύπα απάνω στην κοιλιά του παιδιού.

— Τι κάνεις; φώναξαν οι γυναίκες, τρομαγμένες.

— Δεν πειράζει, είπε. Έχει τόσες τρύπες αλλού, ας έχη κ' εκεί μια.

27. — Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

Ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας, σαν προνοητικός άνθρωπος που ήταν, πήρε, μια φθινοπωρινή μέρα, το τσικούρι του και κατέβηκε να κόψη ξύλα για το χειμώνα.

Ανέβηκε σ' ένα δένδρο κι' άρχισε να κόβη ακριβώς του κλάδο όπου καθόταν.

Κάποιος φίλος του, περνώντας από κάτω, τον είδε και του φώναξε:

— Μωρέ Χότζα, τι κάνεις εκεί; Θα πέσης!

Ο Χότζας γύρισε μόνο και τούρριξε μια ματιά χωρίς να καταδεχτή να του απαντήση κ' εξακολούθησε τη δουλειά του.

Μα, σε λίγο, φυσικά, το κλαδί κόπηκε κι' ο Νασρ-εν-Ντιν κουτρουβαλιάστηκε χάμου.

Ο Χότζας θαύμασε την προορατικότητα του φίλου του, και τρέχοντας πίσω του τού φώναξε:

— Φίλε μου! Ε! Φίλε μου! Συ που ήξερες πως θα πέσω, βέβαια θα ξέρης και πότε θα πεθάνω. Δε μου το λες;

Εκείνος, για να του ξεφορτωθή του είπε:

— Την ημέρα που θα κατεβάζης φορτωμένο το γάιδαρό σου απ' το βουνό, και θα τον ακούσης να κλάση δυο φορές, τότε θα πεθάνης. Στην πρώτη πορδή, η ψυχή σου θανεβή στα χείλη σου, στη δεύτερη θα πετάξη στους ουρανούς.

Λοιπόν, ύστερα από μερικές ημέρες, ο Νασρ-εν-Ντιν συνέβη να κατεβαίνη με το γάιδαρό του φορτωμένο από το βουνό, όταν, ξαφνικά, το ζώο πόρδισε δυο φορές.

Ο Χότζας θυμήθηκε αμέσως την προφητεία του φίλου, κι' αφήνοντας το γάιδαρό του, ξαπλώθηκε χάμου, λέγοντας:

— Πάει, πέθανα πια!

Ύστερα από κάμποση ώρα, μερικοί άνθρωποι περνώντας από κει και βλέποντάς τον σ' εκείνην τη θέσι, του νόμισαν πεθαμένο, και κάνοντας ένα πρόχειρο φορείο, τον ξάπλωσαν απάνω για να του μεταφέρουν στο σπίτι του.

Μα, φθάνοντας σ' ένα μέρος όπου ο δρόμος ήταν αδιάβατος από τις πολλές λάσπες, στάθηκαν και ρωτούσαν ο ένας του άλλον από πού θα τον περνούσαν τώρα.

Έξαφνα, ο Χότζας έχασε την υπομονή του και σηκώνοντας το κεφάλι τους φώναξε:

— Βρε, τι μαλώνετε έτσι; Εγώ από δω περνούσα, όταν ήμουν ζωντανός.

28. — ΤΟ ΠΕΙΣΜΑ

Μια φορά, ο Χότζας βαρέθηκε να επιμελήται το γαϊδούρι, κάθε μέρα, μοναχός του, κ' εδήλωσε καθαρά στη γυναίκα του ότι έπρεπε ν' αρχίση κι' αυτή να το περιποιείται.

— Αυτό δε θα το φας! του απάντησε η γυναίκα του.

Μια τέτοια άρνησι δεν μπορούσε παρά να ερεθίση φοβερά του ευερέθιστο Χότζα, που άρχισε να στολίζη το τρυφερό του ταίρι με τα πιο κομψά επίθετα. Μα, κι' αυτή, που δεν ήταν από κείνες που άφηνε να της πατούν την κάπα, δεν του άφησε αναπάντητο.

Ο καυγάς ανάμεσα στ' ανδρόγυνο βάσταξε έτσι κάμποση ώρα, μα, στα πολλά, σώπασαν κ' οι δυο τους, κι' αποφάσισαν να κάνουνε μια συμφωνία, όποιος από τους δυο μιλούσε πρώτος, εκείνος ν' αναλάβαινε την περιποίησι του γαϊδάρου.

Τότε, ο ένας τραβήχτηκε στη μια γωνιά, κι' ο άλλος στην άλλη, και ώρες πολλές βάλανε πείσμα να μην προφέρουν λέξι. Μα, η γυναίκα του Χότζα, σα γυναίκα που ήταν, βαρέθηκε πια ν' αφήνη έτσι άπρακτη τη γλώσσα της, και βάζοντας την μαντήλα της κατέβηκε και πήγε σ' ένα γειτονικό σπίτι, όπου έμενε ως το βράδυ. Εκεί ανάφερε όσα συνέβηκαν με τον άνδρα της, κ' εξέφρασε το φόβο της ότι θάχανε αυτή το στοίχημα, γιατί ήξερε πως ο Χότζας ήταν πεισματάρης και πως θα προτιμούσε να πεθάνη καλλίτερα παρά να βγάλη λέξι από το στόμα του.

Οι γυναίκες βάλθηκαν τότε να βοηθήσουν την γειτόνισσά τους, και για μια πρώτη δοκιμή, έστειλαν μ' ένα παιδί στο Χότζα ένα πιάτο ζεστή σούπα, για να ιδούν τι θα κάνη.

Στο αναμεταξύ, όμως, όταν η γυναίκα του Νασρ-εν-Ντιν απουσίαζε, μπήκαν κλέφτες στο σπίτι κι' άρχισαν να μαζεύουν ό,τι βρίσκανε. Σε λίγο μπήκαν και στον οντά, του Χότζα, και του είδαν που καθόταν στη γωνιά, ακίνητος. Στην αρχή φοβήθηκαν, κ' ήθελαν να το βάλουν στα πόδια, μα, βλέποντας το Χότζα να μένη ατάραχος και να μη βγάζη μιλιά, νόμισαν πως κοιμόταν με ανοιχτά τα μάτια, κι' άφοβα άρχισαν να μαζεύουν κι' απ' εκεί όσα πράγματα μπορούσαν να σηκώσουν. Και τέτοιο θάρρος πήραν από τη σιωπή του Χότζα, ώστε του αφαίρεσαν και τη σκούφια που φορούσε, κ' ύστερα φύγανε.

Σε λίγο, έφτασε το παιδί με το πιάτο τη σούπα, που τούστελναν οι γειτόνισσες. Απόρησε βλέποντας το σπίτι σχεδόν γυμνό από τα έπιπλα, και το Χότζα καθισμένο στο γωνιά, δίχως σκούφια στο κεφάλι, κι' αμίλητο κι' ακίνητο σαν νάταν πετρωμένος.

Του είπε:

— Χότζα, σου έφερα ένα πιάτο σούπα.

Ο Χότζας του σφύριζε με το στόμα και κάνοντας με το χέρι του δυο τρεις κύκλους στον αέρα τούδειξε το κεφάλι του. Το παιδί νόμισε πως τού' λεγε να του κενώση τη σούπα στην κεφαλή, και, χωρίς να περιμένη άλλο λόγο, αναποδογύρισε επάνω του το πιάτο, και τα ζεματιστά ζουμιά του περιλούσανε από την κορφή ως κάτω, και στάζανε από τα γένια του και τα μουστάκια του μπρος, κι' από τα μαλλιά του πίσω.

Μα, με όλο το ζεμάτισμα που αισθάνθηκε ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας, πάλι δεν έβγαλε μιλιά. Απορημένο το παιδί, γύρισε στο γειτονικό σπίτι και αφηγήθηκε όλα όσα συνέβηκαν.

Τότε η γυναίκα του Χότζα ανησύχησε στα σοβαρά, κ' έτρεξε στο σπίτι της, όπου, βλέποντας του άντρα της σ' εκείνην την κατάστασι, του φώναξε:

— Χότζα μου, τι χάλια είνε αυτά;

— Α! Βρωμερό θηλυκό! απάντησε ο Νασρ-εν-Ντιν. Απεφάσισες τέλος πάντων να μιλήσης; Πήγαινε τώρα να ταγίσης το γάιδαρο, και πάρε σημείωσι για άλλη φορά πως αυτά τ' αποτελέσματα έχει το πείσμα.

29. — ΤΟ ΚΛΕΜΜΕΝΟ ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ

Μια μέρα, κάποιος έδωσε στο Χότζα ένα πουκάμισο για να πάη να το πουλήση στο παζάρι. Ο Χότζας το πήρε και κατέβηκε στην αγορά, όπου, κει που χάζευε μέσα στο πλήθος, κάποιος επιτήδειος λωποδύτης του τώκλεψε δίχως να το καταλάβη.

Τώρα, το πουκάμισο εκείνο ήταν κλεμμένο, κι' ο Χότζας τώξερε, για τούτο όταν εγύρισε, κ' εκείνος που του τώχε δώση τόνε ρώτησε: «Πόσο το πούλησες;» του απάντησε:

— Μωρέ, τι κεσάτια είχε σήμερα στο παζάρι; Θα το πιστέψης; Το πουκάμισό σου μόλις μπόρεσα και το πούλησα στην αξία του, δηλαδή όσο τώχες αγοράση . . .

30. — Ο ΜΟΥΣΑΦΙΡΗΣ (6)

Μια καλοκεριάτικη νύχτα, ο Χότζας κει που κοιμόταν με τη γυναίκα του στο στενό χαγιάτι τους, την άκουσε έξαφνα να καλή απάνω στον ύπνο της, τον πρώτο της άνδρα, που τον έλεγαν Αγκίμπ, και να τον ευχαριστή με λόγια τρυφερά για τα χάδια που φαίνεται της έκανε στ' όνειρό της.

Αυτό, φυσικά, δεν μπορούσε να το ανεχθή ο αξιοπρεπής Νασρ-εν- Ντιν, που έξω φρενών απ' το θυμό, της έδωσε μια κλωτσά και την έρριξε κάτω απ' το χαγιάτι.

Ευτυχώς η γυναίκα έπεσε στα μαλακά, κάτω στο κήπο, και δεν έπαθε τίποτα, μα, τόσο ωργίσθηκε με τον άνδρα της που της τώκανε αυτό, ώστε απεφάσισε να τον χωρίση. Έτρεξε, λοιπόν, αμέσως στο σπίτι των γονιών της και τους έκανε τα παράπονά της, και το πρωί, όλοι μαζύ, πήγαν στον Καδή, για να του ζητήσουν το διαζύγιο.

Ο Καδής, σαν άνθρωπος δίκαιος που ήταν, θέλησε ν' ακούση και την απολογία του Νασρ-εν-Ντιν, για τούτο έστειλε και τον εφώναξε.

— Αλήθεια, Χότζα, τούπε όταν εκείνος ήρθε, έρριξες την γυναίκα σου κάτω απ' το χαγιάτι, την περασμένη νύχτα;